Αριθμός 1/2015
Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
(κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως Πρόεδρο (κωλυομένου του Προέδρου του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου Σωτηρίου Ρίζου, Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας), Δημοσθένη Πετρούλια, Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας (κωλυομένου του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και των αρχαιοτέρων αυτού Αντιπροέδρων), Ιωάννη Σαρμά, Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κωλυομένου του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Νικολάου Αγγελάρα και της αρχαιοτέρου αυτού Αντιπροέδρου), Χρήστο Ράμμο – Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Μαργαρίτα Γκορτζολίδου, Ευαγγελία Νίκα, Συμβούλους της Επικρατείας, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες, Ιωάννη Δρόσο, Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Νικόλαο Μπιτζιλέκη, Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, β΄ αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένων του τακτικού μέλους Νικολάου Νίκα και του α΄ αναπληρωματικού μέλους Γεωργίου Αρχανιωτάκη, Καθηγητών Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης), ως μέλη και τη Γραμματέα Μαριάνθη Παπασαράντη, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 12 Νοεμβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) Παναγιώτη Σπαθούλα του Γεωργίου, κατοίκου Λαμίας του Ν. Φθιώτιδος, 2) Ελένης συζ. Χρήστου Ρουμιάν, το γένος Αθανασίου Νάκου, 3) Βασιλείου Σκρεπετού του Κωνσταντίνου, κατοίκων Αγ. Ι. Ρέντη του Ν. Αττικής και 4) Αθανασίου Νάκου του Κωνσταντίνου, κατοίκου Πειραιώς, οι οποίοι παρέστησαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, Φωτεινής Κανέτη (Α.Μ. / Δ.Σ.Λαμίας: 90).
ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων», (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένου, το οποίο παρέστη διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Επαμεινώνδα Μπέρδου (Α.Μ./ Δ.Σ.Α.: 15721) και 2) Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπουμένου από τους: α) Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και β) Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Λευθεριώτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Οι αιτούντες με την από 13.05.2014 αίτησή τους ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που κατέθεσαν κατά νόμο στο Γραμματέα του με αριθμό 4/13.05.2014, ζήτησαν όσα αναφέρονται στο αιτητικό της.
Ακολούθως ο Εισηγητής Χρήστος Ράμμος, Σύμβουλος της Επικρατείας, ανέγνωσε την έκθεσή του.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τoυς πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, καθώς και την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις προτάσεις τους.
Μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η άρση της αποφατικής σύγκρουσης που δημιουργήθηκε με τις αποφάσεις 389/2010, 390/2010, 467/2010 και 815/2010 του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς και τις αποφάσεις 128/2013, 129/2013, 130/2013 και 132/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με τις οποίες τα δύο αυτά δικαστήρια έκριναν, ότι δεν έχουν δικαιοδοσία για την εκδίκαση διαφορών που ανέκυψαν κατόπιν άσκησης αγωγών εκ μέρους των πρώτων με αίτημα την καταβολή χρηματικών ποσών κοινοτικών ενισχύσεων στο πλαίσιο σύμβασης μακροχρόνιας παύσης εκμετάλλευσης γεωργικών γαιών, κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού ΕΟΚ 2078/1992.
Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΡΣΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΔΕΝ ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ ΣΕ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΠΑΡΑΒΟΛΟΥ ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΣΕ ΤΕΛΗ Ο ΔΕ Ν.4055/12 ΠΟΥ ΕΠΕΒΑΛΕ ΠΑΡΑΒΟΛΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ
2. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης κατατέθηκαν τα υπ’ αριθμ. 3801750, 3801811, 3801812, 3801813, 3801835, 3813238, ειδικά έντυπα παραβόλου.
3. Επειδή, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του κώδικα «Περί του κατά το άρθρον 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου», ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 (141Α) «η αίτησις, εφ’ όσον δεν υποβάλλεται υπό δημοσίας αρχής, ως και τα λοιπά έγγραφα και αντίγραφα των διαδίκων, αι επιδόσεις, το δικόγραφον προσθέτων λόγων, αι δηλώσεις, τα πρακτικά και αι αποφάσεις υπόκεινται εις τα τέλη τα ισχύοντα εκάστοτε δια την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασίαν». Από την διάταξη αυτή, η οποία αναφέρεται μόνο σε «τέλη», θεσπίστηκε δε σε χρόνο που, αντίθετα με την νομοθεσία περί του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρα 35 και 36 του π.δ/τος 18/1989 – 8Α΄), κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία προβλεπόταν η καταβολή μόνο τελών και όχι παραβόλου, συνάγεται ότι ο νομοθέτης για την υποβολή αιτήσεως στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (εφεξής Α.Ε.Δ.) δεν θέλησε την καταβολή παραβόλου. Επομένως, η αίτηση αυτή δεν υπόκειται στο παράβολο, που ήδη το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 (Α51) -προσθέτοντας κατά τούτο, παράγραφο 4 στο άρθρο 495 Κ. Πολ. Δ.- θέσπισε για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, το δε κατατεθέν πρέπει να αποδοθεί ανεξαρτήτως της έκβασης της παρούσας δίκης (πρβλ. Α.Ε.Δ 4/2014).
4. Επειδή, παθητικώς νομιμοποιούμενος και άρα διάδικος στις ανοιγείσες κατά τα ανωτέρω δίκες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (βλ. ανωτέρω σκέψη 1) ήταν ο Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (εφεξής ΟΠΕΚΕΠΕ). Συνεπώς, ορθώς, η υπό κρίση αίτηση κοινοποιήθηκε προς τον εν λόγω Οργανισμό, ο οποίος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 47 παρ. 1 του Κώδικα περί Α.Ε.Δ. είναι εκ του λόγου τούτου, διάδικος και στην παρούσα δίκη. Ενόψει των ανωτέρω, αβασίμως προβάλλει ο Οργανισμός αυτός, με το κατατεθέν υπόμνημά του, ότι δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην παρούσα δίκη. Εφόσον δεν έχουν διενεργηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και οι λοιπές κοινοποιήσεις που απαιτούνται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 10, 45 και 47 του Κώδικα περί Α.Ε.Δ., νομίμως χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.
5. Επειδή, οι αιτούντες και δη ο καθένας χωριστά διετέλεσαν διάδικοι στις δίκες επί των οποίων εκδόθηκαν οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις που προκάλεσαν την αποφατική σύγκρουση, και άρα νομιμοποιούνται ενεργητικώς να ασκήσουν την κρινόμενη αίτηση (Α.Ε.Δ 6/2009), παραδεκτώς δε ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης εφόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των αντίστοιχων αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, περί των οποίων έγινε λόγος ανωτέρω στην σκέψη 1, που αφορούν τον καθένα από αυτούς υφίσταται, ταυτότητα νομικής και πραγματικής αιτίας της διαφοράς, το αυτό δε ισχύει και ως προς τις ως άνω αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (πρβλ. σχετικώς ΑΕΔ 14/1999 και 7/2003).
6. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. δ΄ του Συντάγματος, στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο υπάγεται, εκτός των άλλων, «Η άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφετέρου ή, τέλος, μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Α΄141), εφόσον τα κατά το άρθρο 44 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα δικαστήρια, δηλαδή, μεταξύ άλλων, το Συμβούλιο της Επικρατείας ή τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αφενός και τα αστικά δικαστήρια αφετέρου έκριναν τελεσιδίκως ότι στερούνται δικαιοδοσίας για την ίδια υπόθεση, η σύγκρουση αίρεται με την επιμέλεια κάθε διαδίκου δια καταθέσεως σχετικής αιτήσεως ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από τη δημοσίευση της τελευταίας απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 47 παρ. 4 του ίδιου ως άνω Κώδικα, η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου περιορίζεται στη λύση του αμφισβητούμενου ζητήματος δικαιοδοσίας, εξαφανίζει την απόφαση που εσφαλμένως αποφάνθηκε για το ζήτημα αυτό και παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνεται ότι έχει δικαιοδοσία, η δε απόφασή του είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που αρνήθηκε τη δικαιοδοσία του και για τους διαδίκους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 518 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως κατ’ αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου είναι τριάντα ημέρες και, αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, εξήντα ημέρες και αρχίζει και στις δύο περιπτώσεις από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει την δίκη. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της εφέσεως είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει την δίκη.
ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΟΤΑΝ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΤΕΣΤΗ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΗ ΑΣΚΗΣΗ ΕΦΕΣΕΩΣ
7. Επειδή, κατά την έννοια των παρατεθεισών στην προηγούμενη σκέψη διατάξεων του άρθρου 46 του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, ο όρος της τελεσιδικίας, που τίθεται ως προϋπόθεση του παραδεκτού της υποβολής της αιτήσεως προς το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, συντρέχει όχι μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι αποφάσεις των δικαστηρίων που δημιούργησαν την αποφατική σύγκρουση δεν υπέκειντο από της εκδόσεώς τους σε έφεση, διότι εκδόθηκαν από δευτεροβάθμια δικαστήρια ή πρωτοβάθμια μεν, ανεκκλήτως όμως κατά το νόμο, αλλά και όταν υπέκειντο μεν κατά τον χρόνο της εκδόσεώς τους σε έφεση, ακολούθως όμως κατέστησαν τελεσίδικες με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο και ειδικότερα δια της παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτών ή δια της αποδοχής τους εκ μέρους του έχοντος δικαίωμα εφέσεως. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία των ενενήντα ημερών αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως εκείνης, που κατέστη τελεσίδικη τελευταία (πρβλ. Α.Ε.Δ. 28/2011, 18/2009, 14/2003, 8/2002, 5/2001, 17/1993). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων του Κώδικα περί Α.Ε.Δ., η ταυτότητα της διαφοράς που κρίθηκε από τα δικαστήρια που εξέδωσαν τις αποφάσεις που δημιουργούν τη σύγκρουση αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ενώπιον του Α.Ε.Δ. αίτησης περί άρσης της αποφατικής σύγκρουσης (πρβλ. Α.Ε.Δ .6/2009, 76/1997).
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, οι ως άνω αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, εκδοθείσες σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, κατέστησαν τελεσίδικες από τη δημοσίευσή τους στις 26.02.2010. (Επισημαίνεται ότι με τις 7414, 7416, 7415 και 7416/19.06.2014 βεβαιώσεις της γραμματέως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς βεβαιώνεται ότι κατά των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων δεν ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης). Ακολούθως, από τις προσκομισθείσες 3710Γ, 3712Γ, 3713Γ, 3711Γ/17.01.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γ. Καφαντάρη, προκύπτει ότι οι αποφάσεις 128/2013, 129/2013, 130/2013 και 132/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας επιδόθηκαν από τους αιτούντες στον ΟΠΕΚΕΠΕ στις 17.01.2014 ενώ από τις 561, 560, 558 και 559/28.02.2014 βεβαιώσεις της γραμματέως του Πρωτοδικείου Λαμίας προκύπτει ότι δεν ασκήθηκε τακτικό ή έκτακτο ένδικο κατά των πρωτόδικων αυτών αποφάσεων. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατέστησαν τελεσίδικες στις 16.02.2014, τόσο ως προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο οποίος αν και του κοινοποιήθηκαν οι ανωτέρω αποφάσεις, δεν άσκησε εφέσεις κατ’ αυτών εντός της κινηθείσας από την κοινοποίηση προθεσμίας που τάσσεται από το πιο πάνω άρθρο του Κ.Πολ.Δ., όσο και ως προς τους αιτούντες, οι οποίοι αν και έλαβαν αντίγραφο των δικαστικών αποφάσεων του πολιτικού δικαστηρίου και τις κοινοποίησαν, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, στον αντίδικό τους ΟΠΕΚΕΠΕ δεν άσκησαν έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας. Ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση, που κατατέθηκε στις 13.05.2014, ασκήθηκε, παραδεκτώς τόσο από την άποψη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων από τις οποίες δημιουργείται η αποφατική σύγκρουση, όσο και από τη άποψη της προθεσμίας άσκησής της, εφόσον κατατέθηκε εντός 90ήμερης προθεσμίας από την τελεσιδικία των νεοτέρων αποφάσεων που εκδόθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.
9. Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των αγωγών των αιτούντων τόσο ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς και από την άποψη της ταυτότητας της διαφοράς που ήχθη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων από τη μία και των πολιτικών από την άλλη, εφόσον τα αγωγικά αιτήματα ταυτίζονται, τόσο κατά την πραγματική όσο και κατά την νομική τους βάση. Εφόσον δε η αίτηση ασκείται συνολικά παραδεκτώς, είναι εξεταστέα περαιτέρω, ως προς το αίτημα αυτής περί άρσης της αποφατικής σύγκρουσης που δημιουργείται από τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις.
10. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, οι αιτούντες άσκησαν, ο καθένας χωριστά, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς τις από 15.01.2007 αγωγές τους, με τις οποίες στράφηκαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας. Αίτημα των τεσσάρων αυτών αγωγών ήταν να αναγνωριστεί η ισχύς των συμβάσεων, που είχαν συναφθεί στις 15.03.1999, 12.06.1997, 12.06.1997 και 31.12.1999, αντιστοίχως, μεταξύ των αιτούντων και του Υπουργού Γεωργίας (ήδη Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων), όπως αυτός είχε εκπροσωπηθεί από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Φθιώτιδας, με τις οποίες, οι μεν αιτούντες δεσμεύονταν να εντάξουν, για μια εικοσαετία, στο κοινοτικό πρόγραμμα της μακροχρόνιας παύσης καλλιέργειας γαιών του Κανονισμού ΕΟΚ 2078/1992 τις αναφερόμενες σε σχετική αίτησή τους εκτάσεις, τηρώντας απαρεγκλίτως τις απορρέουσες από το ως άνω πρόγραμμα υποχρεώσεις τους, ο δε αντισυμβαλλόμενός τους υπουργός δεσμευόταν να καταβάλλει για μία εικοσαετία το καθορισμένο χρηματικό ποσό μεταξύ 16 Οκτωβρίου και 30 Νοεμβρίου κάθε έτους, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης πληρωμής εκ μέρους ων αιτούντων. Περαιτέρω, με τις ίδιες αγωγές οι αιτούντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι ανωτέρω να συμμορφωθούν με τους όρους των ανωτέρω συμβάσεων, άλλως να τους αποζημιώσουν και να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στις αγωγές τους χρηματικά ποσά. Ειδικότερα, ο πρώτος των αιτούντων (Π. Σπαθούλας) ζήτησε να του καταβληθεί, νομιμοτόκως, το ποσό των 63.429,60 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει της συναφθείσας κατά τα ανωτέρω σύμβασης από τις 16.03.2003 έως τις 15.03.2004, από τις 16.03.2004 έως τις 15.03.2005 και από τις 16.03.2005 έως 15.03.2006, άλλως, το ποσό των 44.668,00 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά κοινοτικών επιδοτήσεων 3 ετών που προβλέπονταν στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος του Κανονισμού ΕΟΚ 2328/1991 για εκτάσεις καλλιεργούμενες με σιτηρά, βαμβάκι, καλαμπόκι, όπως του ίδιου, από τον οποίο απεντάχθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, λόγω ένταξής του στο πιο πάνω κοινοτικό πρόγραμμα παύσης καλλιέργειας γαιών, επιπροσθέτως δε ζήτησε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.000 ευρώ.
Η δεύτερη των αιτούντων (Ε. Ρουμιάν) ζήτησε να της καταβληθεί, νομιμοτόκως, το ποσό των 14.596,50 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει της συναφθείσας κατά τα ανωτέρω σύμβασης από τις 13.06.2003 έως τις 12.06.2004, από τις 13.06.2004 έως τις 12.06.2005 και από τις 13.06.2005 έως τις 12.06.2006, άλλως, το ποσό των 10.290,00 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά κοινοτικών επιδοτήσεων 3 ετών που προβλέπονταν στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος του Κανονισμού (ΕΟΚ 2328/1991 για εκτάσεις καλλιεργούμενες με σιτηρά, βαμβάκι, καλαμπόκι, όπως της ιδίας, από τον οποίο απεντάχθηκε, κατά τους ισχυρισμούς της, λόγω ένταξής της στο πιο πάνω κοινοτικό πρόγραμμα παύσης καλλιέργειας γαιών, επιπροσθέτως δε ζήτησε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.000 ευρώ. Ο τρίτος των αιτούντων (Β. Σκρεπετός) ζήτησε να του καταβληθεί, νομιμοτόκως, το ποσό των 10.432,50 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει τις συναφθείσας κατά τα ανωτέρω σύμβασης από τις 13.06.2003 έως τις 12.06.2004, από τις 13.06.2004 έως τις 12.06.2005 και από τις 13.06.2005 έως τις 12.06.2006, άλλως, το ποσό των 7.350,00 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά κοινοτικών επιδόσεων 3 ετών που προβλέπονταν στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος του Κανονισμού ΕΟΚ 2328/1991 για εκτάσεις καλλιεργούμενες με σιτηρά, βαμβάκι, καλαμπόκι, όπως του ίδιου, από τον οποίο απεντάχθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, λόγω ένταξής του στο πιο πάνω κοινοτικό πρόγραμμα παύσης καλλιέργειας γαιών, επιπροσθέτως δε ζήτησε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.000 ευρώ. Ο τέταρτος των αιτούντων (Αθ. Νάκος) ζήτησε να του καταβληθεί, νομιμοτόκως, το ποσό των 4.360,54 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει τις συναφθείσας κατά τα ανωτέρω σύμβασης από την 01.01.2005 έως τις 31.12.2005 και από την 01.01.2006 έως την 31.12.2006, άλλως το ποσό των 3.381,00 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά κοινοτικών επιδοτήσεων 3 ετών που προβλέπονταν στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος του Κανονισμού ΕΟΚ 2328/1991 για εκτάσεις καλλιεργούμενες με σιτηρά, βαμβάκι, καλαμπόκι, όπως του ίδιου, από τον οποίο απεντάχθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, λόγω ένταξής του στο πιο πάνω κοινοτικό πρόγραμμα παύσης καλλιέργειας γαιών, επιπροσθέτως δε ζήτησε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.000 ευρώ. Οι αγωγές απορρίφθηκαν με τις 389/2010, 390/2010, 467/2010 και 815/2010 του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, αντιστοίχως, με την αιτιολογία ότι οι διαφορές που ήχθησαν με αυτές ενώπιον του πιο πάνω διοικητικού δικαστηρίου ήταν ιδιωτικές και ανήκαν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε τις αποφάσεις αυτές, αφού ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 1 ν. 2637/1998, 29 παρ. 7 και 8 ν. 3147/2003, έκρινε ότι μετά την κατάργηση της Γενικής Διευθύνσεως Διαχείρισης Αγορών Γεωργικών Προϊόντων (εφεξής ΓΕ.ΔΙ.ΔΑ.ΓΕ.Π.) του Υπουργείου Γεωργίας και της καθολικής διαδοχής αυτής από 03.09.2001 από τον αναφερθέντα σε προηγούμενη σκέψη ΟΠΕΚΕΠΕ, ήτοι νπιδ, ως οργανισμό πληρωμών των μέτρων που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Γεωργικού Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (εφεξής ΕΓΤΠΕ) – Τμήμα Εγγυήσεων, οι συμβάσεις που υπέγραψαν οι ήδη αιτούντες με το Ελληνικό Δημόσιο έπαυσαν να είναι διοικητικές, για το λόγο δε αυτό, οι διαφορές που ανέκυψαν κατά την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών δεν ήταν διοικητικές αλλά ιδιωτικές υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Μετά την απόρριψη των αγωγών τους, οι αιτούντες άσκησαν νέες αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, στρεφόμενοι μόνο κατά του ΟΠΕΚΕΠΕ, αίτημα δε αυτών ήταν, όπως και στις αγωγές ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, ν’ αναγνωριστεί η ισχύς των ίδιων ως άνω συμβάσεων, περαιτέρω δε να υποχρεωθεί ο μόνος εναχθείς ΟΠΕΚΕΠΕ να συμμορφωθεί με τους όρους των συμβάσεων, άλλως να τους αποζημιώσει και να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στις αγωγές τους χρηματικά ποσά. Ειδικότερα, ο πρώτος των αιτούντων (Π. Σπαθούλας) ζήτησε να του καταβληθεί, νομιμοτόκως, το ποσό των 126.859,20 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε αφενός στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει τις συναφθείσας κατά τα ανωτέρω σύμβασης από τις 16.03.2003 έως τις 15.03.2004, από τις 16.03.2004 έως τις 15.03.2005 και από τις 16.03.2005 έως τις 15.03.2006, ύψους 63.429,60 ευρώ, τα οποία είχαν αποτελέσει το κύριο αίτημα της αγωγής που απορρίφθηκε με την 389/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, αφετέρου δε στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που ε δικαιούτο δυνάμει της ίδιας σύμβασης, από 16.03.2006 έως 15.03.2007, από 16.03.2007 έως 15.03.2008 και από 16.03.2008 έως 15.03.2009, ύψους, ομοίως, 63.429,60 ευρώ, άλλως, το ποσό των 102.545,28 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά κοινοτικών επιδοτήσεων 6 ετών, που προβλέπονταν στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος του Κανονισμού ΕΟΚ 2328/1991 για εκτάσεις καλλιεργούμενες με σιτηρά, βαμβάκι, καλαμπόκι, όπως του ίδιου, από τον οποίο απεντάχθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, λόγω ένταξής του στο πιο πάνω κοινοτικό πρόγραμμα παύσης καλλιέργειας γαιών, εκ των οποίων τα ποσά των πρώτων 3 ετών είχαν αποτελέσει αίτημα της αγωγής που απορρίφθηκε με την ως άνω 389/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, επιπροσθέτως δε ζήτησε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.000 ευρώ. Περαιτέρω, η δεύτερη των αιτούντων (Ε. Ρουμιάν) ζήτησε να της καταβληθεί, νομιμοτόκως, το ποσό των 29.211,00 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε αφενός στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει τις συναφθείσας κατά τα ανωτέρω σύμβασης από τις 13.06.2003 έως τις 12.06.2004, από τις 13.06.2004 έως τις 12.06.2005 και από τις 13.06.2005 έως τις 12.06.2006, ύψους 14.596,50 ευρώ, τα οποία είχαν αποτελέσει το κύριο αίτημα της αγωγής που απορρίφθηκε με την 390/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, αφετέρου δε στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει τα ίδιας σύμβασης, από 13.06.2006 έως 12.06.2007, από 13.06.2007 έως 12.06.2008 και από 13.06.2008 έως 12.06.2009, ύψους, ομοίως, 14.596,50 ευρώ, άλλως, το ποσό των 23.612,40 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά κοινοτικών επιδοτήσεων 6 ετών, που προβλέπονταν στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος του Κανονισμού ΕΟΚ 2328/1991 για εκτάσεις καλλιεργούμενες με σιτηρά, βαμβάκι, καλαμπόκι, όπως της ίδιας, από τον οποίο απεντάχθηκε, κατά τους ισχυρισμούς της, λόγω ένταξής της στο πιο πάνω κοινοτικό πρόγραμμα παύσης καλλιέργειας γαιών, εκ των οποίων τα ποσά των πρώτων 3 ετών είχαν αποτελέσει αίτημα της αγωγής που απορρίφθηκε με την ως άνω 390/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, επιπροσθέτως δε ζήτησε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.000 ευρώ. Ο τρίτος των αιτούντων (Β. Σκρεπετός) ζήτησε να του καταβληθεί, νομιμοτόκως, το ποσό των 20.865,00 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε αφενός στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει τις συναφθείσας κατά τα ανωτέρω σύμβασης από τις 13.06.2003 έως τις 12.06.2004, από τις 13.06.2004 έως τις 12.06.2005 και από τις 13.06.2005 έως τις 12.06.2006, ύψους 10.432,50 ευρώ, τα οποία είχαν αποτελέσει το κύριο αίτημα της αγωγής που απορρίφθηκε με την 467/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, αφετέρου δε στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει της ίδιας σύμβασης, από 13.06.2006 έως 12.06.2007, από 13.06.2007 έως 12.06.2008 και από 13.06.2008 έως 12.06.2009, ύψους, ομοίως, 10.432,50 ευρώ ομοίως, άλλως, το ποσό των 16.866,00 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά κοινοτικών επιδοτήσεων 6 ετών, που προβλέπονταν στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος του Κανονισμού ΕΟΚ 2328/1991 για εκτάσεις καλλιεργούμενες με σιτηρά, βαμβάκι, καλαμπόκι, όπως του ίδιου, από τον οποίο απεντάχθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, λόγω ένταξής του στο πιο πάνω κοινοτικό πρόγραμμα παύσης καλλιέργειας γαιών, εκ των οποίων τα ποσά των πρώτων 3 ετών είχαν αποτελέσει αίτημα της αγωγής που απορρίφθηκε με την ως άνω 467/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, επιπροσθέτως δε ζήτησε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.000 ευρώ. Τέλος, ο τέταρτος των αιτούντων (Αθ. Νάκος) ζήτησε να του καταβληθεί, νομιμοτόκως, το ποσό των 10.901,35 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε αφενός στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει τις συναφθείσας κατά τα ανωτέρω σύμβασης από 01.01.2005 έως 31.12.2005 και από 01.01.2006 έως 31.12.2006, ύψους 3.381,00 ευρώ, τα οποία είχαν αποτελέσει το κύριο αίτημα της αγωγής που απορρίφθηκε με την 815/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, αφετέρου δε στα ποσά οικονομικών ενισχύσεων που εδικαιούτο δυνάμει της ίδιας σύμβασης, από 01.01.2007 έως 31.12.2007, από 01.01.2008 έως 31.12.2008 και από 01.01.2009 έως 31.12.2009, ύψους, 7.520,35 ευρώ, άλλως, το ποσό των 9.687,97 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά κοινοτικών επιδοτήσεων 5 ετών, που προβλέπονταν στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος του Κανονισμού ΕΟΚ 2328/1991 για εκτάσεις καλλιεργούμενες με σιτηρά, βαμβάκι, καλαμπόκι, όπως του ίδιου, από τον οποίο απεντάχθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, λόγω ένταξής του στο πιο πάνω κοινοτικό πρόγραμμα παύσης καλλιέργειας γαιών, εκ των οποίων τα ποσά των πρώτων 2 ετών είχαν αποτελέσει αίτημα της αγωγής που απορρίφθηκε με την ως άνω 815/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, επιπροσθέτως δε ζήτησε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.000 ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, με τις 128/2013, 129/2013, 130/2013 και 132/2013 αποφάσεις του επί των ανωτέρω 4 αγωγών, λαμβάνοντας υπόψη του και την Α.Ε.Δ 21/2012, έκρινε ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ, παρά το γεγονός ότι είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ασκεί αρμοδιότητες για την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος ήτοι της ανάπτυξης της γεωργίας και της προώθησης της κοινής αγροτικής πολιτικής και επομένως οι αγωγικές αξιώσεις των αιτούντων για την καταβολή κοινοτικών ενισχύσεων κατ’ εφαρμογή σχετικού κοινοτικού κανονισμού, οι οποίες εντάσσονται σε σύστημα κανόνων δημοσίου δικαίου, αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας, υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, με τις σκέψεις δε αυτές απέρριψε τις αγωγές των αιτούντων λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Κατόπιν τούτων, οι αιτούντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία ζητούν να αρθεί η ως άνω αποφατική σύγκρουση μεταξύ αφενός των 389, 390, 467 και 815/2010 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς και των 128, 129, 130 και 132/2013 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας αφετέρου.
11. Επειδή με το άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2078/92 του Συμβουλίου «σχετικά με μεθόδους γεωργικής παραγωγής που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος καθώς και με τη διατήρηση του φυσικού χώρου» (L215) θεσπίσθηκε καθεστώς ενισχύσεων, το οποίο αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στην ενθάρρυνση της παύσης της καλλιέργειας γεωργικών εκτάσεων μακροπρόθεσμα, για περιβαλλοντικούς λόγους. Στο άρθρο 2 του ίδιου Κανονισμού προβλέφθηκαν μέτρα για την επίτευξη του σκοπού αυτού, με την παροχή οικονομικών ενισχύσεων στους κατόχους γεωργικών εκμεταλλεύσεων, οι οποίοι θα ανελάμβαναν και την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να προβούν στην παύση της καλλιέργειας γεωργικών εκτάσεων για περίοδο τουλάχιστον είκοσι (20) ετών, προκειμένου οι εκτάσεις αυτές να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς που συνδέονται με το περιβάλλον, ιδίως δε για τη δημιουργία βιοτόπων ή εθνικών δρυμών ή για την προστασία υδρολογικών συστημάτων (άρθρο 2 παρ. 1 περ. στ). Περαιτέρω, με το άρθρο 3 παρ. 4 του ίδιου Κανονισμού παρεσχέθη στα κράτη μέλη η δυνατότητα να θεσπίσουν κανονιστικό πλαίσιο που να προβλέπει την οριζόντια εφαρμογή μίας ή και περισσότερων ενισχύσεων του άρθρου 2 στο σύνολο της επικράτειάς τους, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 1 ορίσθηκε ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν, μεταξύ άλλων και τους όρους τους οποίους πρέπει να δεχθεί ο δικαιούχος, για να είναι δυνατό να επαληθεύεται και να ελέγχεται η τήρηση των δεσμεύσεων που ό ίδιος έχει αναλάβει. Εξάλλου, ο Κανονισμός (ΕΚ) 746/96 της Επιτροπής «περί λεπτομερειών εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΟΚ) αρ. 2078/92 του Συμβουλίου …» (L102), όρισε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 20 ότι: «1. Σε περίπτωση αχρεωστήτως πραγματοποιηθείσας καταβολής, ο ενδιαφερόμενος κάτοχος της εκμετάλλευσης υποχρεούται να επιστρέψει τα ποσά αυτά, προσαυξημένα κατά το επιτόκιο που υπολογίζεται ανάλογα με το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της πληρωμής και της επιστροφής από το δικαιούχο. … 2. Τα κράτη μέλη καθορίζουν το καθεστώς κυρώσεων που εφαρμόζονται για την αθέτηση των ανειλημμένων υποχρεώσεων και τις παραβάσεις των σχετικών κανονιστικών διατάξεων και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους. …». Σε εκτέλεση του Κανονισμού 2078/92 θεσπίστηκε το ελληνικό πρόγραμμα μακροχρόνιας παύσης καλλιέργειας γεωργικών γαιών με την υπ’ αριθ. 237/348747/8765/09.09.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών. Με την απόφαση αυτή ορίσθηκε ότι: «Το πρόγραμμα έχει σκοπό να ενθαρρύνει τη μακροχρόνια παύση της καλλιέργειας γεωργικών γαιών για περιβαλλοντικούς λόγους» και ότι «περιλαμβάνει τα ακόλουθα δύο μέτρα: ΜΕΤΡΟ Α΄: Δημιουργία βιοτόπων και φυσικών πάρκων σε περιοχές οικολογικού ενδιαφέροντος. ΜΕΤΡΟ Β΄: Προστασία υδρολογικών συστημάτων από τη γεωργική ρύπανση», περαιτέρω δε καθορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, οι δικαιούχοι του προγράμματος, οι δεσμεύσεις τους (μεταξύ των οποίων η υποβολή Σχεδίου Περιβαλλοντικής Διαχείρισης, υποκειμένου σε έγκριση από την αρμόδια αρχή), οι όροι που όφειλαν να τηρούν οι δικαιούχοι (μεταξύ των οποίων η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για να εμποδισθεί η βόσκηση και το κυνήγι στην περιοχή εφαρμογής του προγράμματος), καθώς και οι ασκούμενοι διοικητικοί έλεγχοι και οι επιβαλλόμενες κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης από τους δικαιούχους των όρων του προγράμματος. Ειδικότερα, ως προς τους διοικητικούς ελέγχους και τις κυρώσεις, στην ανωτέρω κοινή υπουργική απόφαση (σημείο 8, με τίτλο «Έλεγχοι-Κυρώσεις») ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «Κατά την εφαρμογή του προγράμματος πραγματοποιούνται επιτόπιοι έλεγχοι αιφνιδιαστικοί ή κατόπιν προειδοποίησης, … για να διαπιστωθεί η τήρηση των προβλεπομένων δεσμεύσεων από τους δικαιούχους», ότι «Στην περίπτωση ελεγχόμενης βόσκησης (βιολογική καταπολέμηση ζιζανίων) ο παραγωγός οφείλει να ειδοποιήσει γραπτώς την αρμόδια αρχή, τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την ημερομηνία έναρξης της βόσκησης» και ότι «Στην περίπτωση που ο δικαιούχος δώσει ψευδή στοιχεία κατά τη συμπλήρωση της αίτησής του ή διαπιστωθεί ότι είναι ανειλικρινής κατά την εφαρμογή του προγράμματος ή ότι εκ προθέσεως εξαπατά ή επιχειρεί να εξαπατήσει τις ελεγκτικές αρχές, αποβάλλεται του προγράμματος και επιστρέφει τις καταβληθείσες ενισχύσεις επιβαρυμένες δια του νομίμου τόκου, σύμφωνα με τις διατάξεις (…) Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. Επιπροσθέτως, σε συνάρτηση με το βαθμό αθέτησης των υποχρεώσεών του μπορεί να χάσει το δικαίωμα να λάβει οποιαδήποτε οικονομική ενίσχυση από το Ελληνικό Δημόσιο που αφορά προσανατολισμό της γεωργίας για μια δεκαετία, κατόπιν απόφασης του Δ/ντή Αγροτικής Ανάπτυξης της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο ελεγχόμενος εφαρμόζει το πρόγραμμα μερικώς ή με τρόπο ελλιπή, που θέτει σε κίνδυνο την επιτυχία του προγράμματος, εφαρμόζονται σε βάρος του κλιμακούμενες κυρώσεις με βάση την αρχή της αναλογικότητας. … Το Δημόσιο έχει δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης των οικονομικών όρων της σύμβασης με τον δικαιούχο, κατόπιν έγκρισης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εφόσον κατά τη διάρκεια του προγράμματος μεταβληθούν σημαντικά τα οικονομικά δεδομένα (καλλιεργητικό κόστος, τιμές αγροτικών προϊόντων κλπ.), πάνω στα οποία στηρίχθηκε ο υπολογισμός της στρεμματικής ενίσχυσης». Επίσης, η ανωτέρω κοινή υπουργική απόφαση (237/348747/8765/09.09.1996) όρισε (σημείο 10, με τίτλο «Συμβάσεις») ότι «Ο δικαιούχος του οποίου εγκρίνεται η αίτηση ένταξης στο Πρόγραμμα υπογράφει σύμβαση εικοσαετούς διάρκειας με το Υπουργείο Γεωργίας. Στη σύμβασή του περιγράφονται οι συγκεκριμένες δεσμεύσεις που αναλαμβάνει στα πλαίσια του Προγράμματος. Το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει έναντι αυτών των δεσμεύσεων να του καταβάλει ένα σταθερό ποσό σε ECU/στρ. ετησίως, το οποίο αποτελεί τη βασική ενίσχυση …». Εξάλλου, με την υπ’ αριθ. 79184/1957/06.11.1996 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της Κ.Υ.Α. 237/348747/8765/09.09.1996 για την υλοποίηση του προγράμματος, καθορίστηκαν, μεταξύ άλλων, οι διενεργούμενοι έλεγχοι κατά την εφαρμογή του και οι επιβλητέες κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβίασης των όρων του. Ειδικότερα, με την ως άνω υπουργική απόφαση (79184/1957/06.11.1996) προβλέφθηκαν διοικητικοί έλεγχοι και κατά την εφαρμογή του, οι οποίοι διακρίνονται σε επιτόπιους ελέγχους κατόπιν προειδοποίησης, σε επιτόπιους ελέγχους σε περιπτώσεις εφαρμογής ελεγχόμενης βόσκησης, σε επιτόπιους αιφνιδιαστικούς ελέγχους και σε ελέγχους κατά την πληρωμή (σημεία 7.2 και 7.3). Επίσης προβλέφθηκε (σημείο 7.4) η επιβολή κυρώσεων διοικητικού χαρακτήρα σε βάρος των ελεγχομένων για παραβάσεις υποχρεώσεών τους, ορίσθηκε δε ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ότι «Η μη τήρηση από τον δικαιούχο των απαγορεύσεων του προγράμματος συνεπάγεται μη καταβολή των ενισχύσεων για το υπόψη έτος», καθώς και ότι «Επανάληψη για δεύτερη φορά συνεπάγεται οριστική του αποβολή εκ του προγράμματος» (σημείο 7.4.5).
12. Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί, διοικητική θεωρείται μία σύμβαση, εφόσον πληρούνται σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, β) με την σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, γ) ο συμβατικός δεσμός διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες, δηλαδή όρους αποκλίνοντες από το κοινό δίκαιο, οι οποίοι εξασφαλίζουν στο Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπερέχουσα έναντι του αντισυμβαλλομένου θέση, η οποία δεν προσιδιάζει σε συμβαλλόμενο σε σύμβαση συναπτόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, ιδίως δε παρέχεται η δυνατότητα, με βάση τη σχετική νομοθεσία ή και με τους όρους της ίδιας της σύμβασης αυτοτελώς, προς το συμβαλλόμενο Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. να επεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση και να επιβάλλει κυρώσεις στον αντισυμβαλλόμενό του (πρβλ. Α.Ε.Δ. 21/1997, 42/2011, 21/2012 κ.ά.). Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 και παρ. 2, περ ι΄, του ν. 1406/1983 (Α΄182) υπήχθησαν στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως διαφορές ουσίας και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τις διοικητικές συμβάσεις.
13. Επειδή, όπως ήδη εξετέθη ανωτέρω στην σκέψη 10, οι ήδη αιτούντες συνήψαν στις 15.03.1999, 12.06.1997, 12.06.1997 και 31.12.1999 τέσσερις «Συμβάσεις Εκμετάλλευσης» με το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργό Γεωργίας) εκπροσωπούμενο από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Φθιώτιδας. Οι συμβάσεις αυτές εικοσαετούς διάρκειας συνήφθησαν στα πλαίσια του μνημονευθέντος ανωτέρω στην σκέψη 11 Προγράμματος «ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΠΑΥΣΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ ΓΑΙΩΝ» αφορούσαν δε την ένταξη στο ανωτέρω Πρόγραμμα εκτάσεων ευρισκομένων στην κατοχή τους και εντός των ορίων του Νομού Φθιώτιδας με στόχο, όπως αναφέρεται στις προαναφερθείσες συμβάσεις, την «προστασία της βιοποικιλότητας της άγριας χλωρίδας και πανίδας, με την μακροχρόνια παύση καλλιέργειας για τη δημιουργία βιοτόπων, φυσικών πάρκων και καταφυγίων άγριας ζωής». Σε όλες τις προαναφερθείσες συμβάσεις ορίσθηκε ότι οι συμβαλλόμενοι και ήδη αιτούντες, (α) «έχουν λάβει γνώση και έχουν κατανοήσει πλήρως την υπ’ αριθ. 237/348747/8765/09.09.1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας για την υλοποίηση του «ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ», καθώς και την υπ’ αριθ. 79184/1957/06.11.1996 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του, και ότι έχουν ζητήσει και έχουν λάβει από τη Δ/νση Γεωργίας Ιωαννίνων όλες τις αναγκαίες διευκρινίσεις σε τυχόν απορίες τους επί των κειμένων των ως άνω δυο αποφάσεων, τις οποίες αποδέχονται ανεπιφύλακτα» και (β) «δηλώνουν ότι δέχονται τους ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές, παρέχοντας όλες τις αναγκαίες για τον έλεγχο πληροφορίες και διευκολύνσεις. Δηλώνουν ότι αποδέχονται ανεπιφύλακτα τις προβλεπόμενες κυρώσεις για το «ΠΑΡΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ». Οι εν λόγω συμβάσεις, εξάλλου, είναι διοικητικές, ως πληρούσες το σύνολο των κριτηρίων που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 12, δεδομένου ότι: (α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο, (β) με τη σύναψή τους επιδιώχθηκε σκοπός ο οποίος έχει αναχθεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 2078/92, σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος (μακροχρόνια παύση καλλιεργειών για σκοπούς περιβαλλοντικής προστασίας και ιδίως για τη δημιουργία βιοτόπων) και (γ) οι εν λόγω συμβάσεις περιέχουν ρητό όρο ανεπιφύλακτης αποδοχής των ρυθμίσεων των υπουργικών αποφάσεων 237/348747/8765/09.09.1996 και 79184/1957/06.11.1996, οι οποίες κατέστησαν με τον τρόπο αυτό συμβατικές ρήτρες και προσέδωσαν, ως έχουσες εξαιρετικό χαρακτήρα, υπερέχουσα θέση στο Δημόσιο, καθόσον του παρέσχον, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα μονομερών επεμβάσεων (άσκηση ελέγχων διοικητικού χαρακτήρα για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης εκάστου αντισυμβαλλομένου προς τις αναληφθείσες από αυτόν υποχρεώσεις, δυνατότητα μονομερούς ανανέωσης από το Δημόσιο των οικονομικών όρων της σύμβασης), καθώς και τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων διοικητικής φύσεως. Στις κυρώσεις αυτές περιλαμβάνονται, ιδίως, η αποβολή από το Πρόγραμμα του δικαιούχου σε περίπτωση παραβάσεων των υποχρεώσεών του, ο αποκλεισμός του για το μέλλον από άλλα προγράμματα γεωργικών ενισχύσεων και η έντοκη επιστροφή στο Δημόσιο των ενισχύσεων που του καταβλήθηκαν κατά το προηγούμενο της αποβολής του χρονικό διάστημα.
14. Επειδή, περαιτέρω η επίμαχη αρμοδιότητα του Υπουργού Γεωργίας να υπογράφει συμβάσεις, όπως η ανωτέρω, ουδέποτε περιήλθε στην ΓΕΔΙΔΑΓΕΠ, έτσι ώστε να τεθεί ζήτημα μεταβιβάσεως της συγκεκριμένης αρμοδιότητας στον καθ’ ου η αίτηση ΟΠΕΚΕΠΕ (ο οποίος κατέστη νπιδ με το άρθρο 4 του ν. 2732/1999-Α΄ 223), μετά την επί τη βάσει του άρθρου 29 του ν. 2637/1998 (Α΄ 200) -όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 19 του άρθρου 4 του ν. 2732/1999- κατάργησή της εν λόγω Γενικής Διευθύνσεως και την περιέλευση των αρμοδιοτήτων της στον προαναφερθέντα Οργανισμό. Εξ άλλου ούτε από το άρθρο 14 του ν. 2637/1998, που διέπει τις αρμοδιότητες του ΟΠΕΚΕΠΕ, ούτε από καμία άλλη διάταξη προκύπτει ότι η αρμοδιότητα αυτή ανετέθη σ’ αυτόν.
15. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η ένδικη διαφορά είναι διαφορά ουσίας από την εκτέλεση διοικητικών συμβάσεων. Επομένως, η αποφατική σύγκρουση που δημιουργήθηκε πρέπει να αρθεί υπέρ των Διοικητικών Δικαστηρίων, εξαφανιζομένων των αντιθέτων αποφάσεων 389/2010, 390/2010, 467/2010 και 815/2010 του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, οι δε υποθέσεις πρέπει να παραπεμφθούν σε αυτό προς εκδίκαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αίρει υπέρ της δικαιοδοσίας των Διοικητικών Δικαστηρίων την αποφατική σύγκρουση που ανέκυψε στις προκείμενες υποθέσεις.
Εξαφανίζει τις υπ’ αριθ.: 389/2010, 390/2010, 467/2010 και 815/2010 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει τις υποθέσεις για εκδίκαση στο Δικαστήριο αυτό.
Επιβάλλει στο Δημόσιο ως δικαστική δαπάνη των αιτούντων το ποσό των 300 ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2014 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
