ΑΕΔ 29/2013
Δικαιοδοσία τ.δ.δ. – ΕΣ : διαφορά από προληπτικό έλεγχο ΥΔΕ
Ο αιτών, μόνιμος υπάλληλος της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), με αίτηση προς την υπηρεσία του ζήτησε να λάβει επιδότηση αγοράς πρώτης κατοικίας σε παραμεθόριο περιοχή, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 2085/1992. Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών εγκρίθηκε η δαπάνη ποσού 23.008,16 ευρώ, σε βάρος πίστωσης του προϋπολογισμού εξόδων του εν λόγω Υπουργείου και η έκδοση στο όνομα του αιτούντος ισόποσου χρηματικού εντάλματος πληρωμής. Όμως, με έγγραφο του Διευθυντή της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΥΔΕ) στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών επεστράφησαν στην ΥΠΑ τα δικαιολογητικά δαπάνης, που αφορούσαν την επιδότηση αγοράς κατοικίας του αιτούντος, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 2085/1992. Κατά του εγγράφου αυτού ο αιτών προσέφυγε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ζητώντας την ακύρωσή του, καθώς και να υποχρεωθεί το Δημόσιο να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 23.008,16 ευρώ, με βάση τη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας και παρέπεμψε την υπόθεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο, όμως και αυτό έκρινε ότι δεν έχει δικαιοδοσία. Το ΑΕΔ αποφάνθηκε ότι το άρθρο 98 παρ. 1 Συντ. δεν καθιερώνει δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου να εκδικάσει ένδικο βοήθημα στρεφόμενο κατά πράξης ΥΔΕ, με την οποία αυτή αρνείται την έκδοση εντάλματος πληρωμής δημόσιας δαπάνης. Συνεπώς, η επίμαχη υπόθεση δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά σε αυτή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, κατά το μέρος που με αυτό ζητείται η ακύρωση της άρνησης της Διοίκησης, που εκδηλώθηκε με το έγγραφο του Διευθυντή της ΥΔΕ, αποτελεί αίτηση ακυρώσεως, για την εκδίκαση της οποίας δικαιοδοσία έχουν τα διοικητικά εφετεία, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 1 και 95 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 7 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 702/1977, ενώ κατά το μέρος που με αυτό ζητείται η επιδίκαση ποσού 23.008,16 ευρώ νομιμοτόκως, αποτελεί αγωγή, για την εκδίκαση της οποίας δικαιοδοσία έχουν τα διοικητικά πρωτοδικεία, κατά τα άρθρα 94 παρ. 1 Συντ. και 71 παρ. 1 ΚΔΔ.
Αριθμός 29/2013
Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
(κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σωτήριο Ρίζο, Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, Προεδρεύοντα, (κωλυομένων της Προέδρου του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, Ρένας Ασημακοπούλου, Προέδρου του Αρείου Πάγου και του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Κωνσταντίνου Μενουδάκου), Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένων της Προέδρου του Αρείου Πάγου και των αρχαιοτέρων αυτού Αντιπροέδρων), Σωτηρία Ντούνη, Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (κωλυομένων του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ιωάννη Καραβοκύρη και των αρχαιοτέρων αυτής Αντιπροέδρων), Αριστόβουλο-Γεώργιο Βώρο, Παναγιώτη-Κίμωνα Ευστρατίου, Γεώργιο Τσιμέκα, Παναγιώτα Καρλή, Συμβούλους της Επικρατείας, Δημήτριο Μαζαράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο – Εισηγητή, δ΄ αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αντωνίου Αθηναίου, Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Στυλιανής Γιαννούκου και Ιωάννη Γιαννακόπουλου, τακτικού μέλους, α΄, β΄ και γ΄ αναπληρωματικών μελών, αντίστοιχα), Ευφημία Λαμπροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες, Νικόλαο Παρασκευόπουλο, Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεόδωρο Φορτσάκη, Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ως μέλη, και τη Γραμματέα Μάρθα Ψαραύτη, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του Αρείου Πάγου, στις 15 Μαΐου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΑΙΤOΥΝΤΟΣ: Στυλιανού Ζαντανίδη του Γρηγορίου, κατοίκου Αλεξανδρούπολης του Ν. Έβρου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Χαρίκλεια Μιχαλοπούλου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 17708).
ΚΑΘOY Η ΑΙΤΗΣΗ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Παναγιωτουνάκο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.
Ο αιτών με την από 14-3-2013 αίτησή του, ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που κατέθεσε κατά νόμο στο Γραμματέα του, με αριθμό 3/19-3-2013, ζήτησε όσα αναφέρονται στο αιτητικό της.
Ακολούθως, o Εισηγητής, Κωνσταντίνος Φράγκος, Αρεοπαγίτης, ανέγνωσε την από 23-4-2013 έκθεσή του.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια δικηγόρο του αιτούντος καθώς και τον πληρεξούσιο του παραστάντος καθού Ελληνικού Δημοσίου, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις προτάσεις τους.
Μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία φέρεται νομοτύπως προς συζήτηση, μετά την ενέργεια των προβλεπομένων από το νόμο (άρθρο 9 § 3, 11 § 2, 45, 47 § 2 του Κώδικα περί Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 – Α΄ 141) κοινοποιήσεων, ζητείται η άρση της αποφατικής συγκρούσεως που δημιουργήθηκε από τις αποφάσεις υπ’ αριθ. 2357/2011 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και 3523/2012 του Ι΄ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με τις οποίες και τα δύο Δικαστήρια έκριναν ότι δεν έχουν δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ίδιας διαφοράς, που ανέκυψε μεταξύ του αιτούντος μονίμου υπαλλήλου στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και του Ελληνικού Δημοσίου και αφορά την καταβολή στον πρώτο επιδότησης για την αγορά κατοικίας σε παραμεθόριο περιοχή.
2. Επειδή, ο αιτών, μόνιμος υπάλληλος της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, που υπηρετεί στον Κρατικό Αερολιμένα Αλεξανδρούπολης, με προσφυγή-αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης την 20-12-2005 ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να ακυρωθεί το υπ’ αριθ. 4833/5-10-2005 έγγραφο της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Με το έγγραφο αυτό επεστράφησαν στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας τα δικαιολογητικά που διαβιβάστηκαν με την από 20-7-2005 αίτηση του προσφεύγοντος για την καταβολή σ’ αυτόν με βάση το νόμο 2085/1992 επιδότησης για την αγορά κατοικίας σε προβληματική περιοχή, καθόσον κρίθηκε ότι δεν είχε δικαίωμα να τη λάβει. Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθεί το καθ’ου Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει νομιμοτόκως ποσό 23.008,16 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 40% της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε για την αγορά της ως άνω κατοικίας, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη από την αναφερόμενη παράνομη πράξη. Επί της προσφυγής-αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2357/2011 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση αυτής και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ακολούθως, το Ελεγκτικό Συνέδριο δικάζοντας επί της ως άνω προσφυγής-αγωγής με την υπ’ αριθ. 3523/2012 απόφαση του Ι΄ Τμήματος αυτού έκρινε αντιθέτως ότι η άρνηση της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου να εκδώσει χρηματικό ένταλμα προκειμένου να καταβληθεί στον προσφεύγοντα-ενάγοντα επιδότηση για την αγορά κατοικίας σε προβληματική περιοχή, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2085/1992, δεν γεννά διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ως εκ τούτου απαραδέκτως εισήχθη ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο εστερείτο δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αυτής. Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον το πιο πάνω Δικαστήριο δεν μπορούσε να αναπέμψει την προσφυγή-αγωγή στο αρμόδιο προς εκδίκαση διοικητικό δικαστήριο, δεδομένου ότι αυτή δεν ασκήθηκε το πρώτον ενώπιόν του αλλά περιήλθε σ’ αυτό μετά από παραπομπή, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Κατόπιν αυτών ο προσφεύγων-ενάγων και ήδη αιτών άσκησε την από 14-3-2013 και με αριθ. καταθέσεως 3/19-3-2013 αίτηση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία ζητεί την άρση της αποφατικής συγκρούσεως δικαιοδοσίας, η οποία ανέκυψε μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
3. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 περ. δ΄ του Συντάγματος και το άρθρο 6 περ. δ΄ του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου υπάγεται, μεταξύ άλλων, η άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφ’ ενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφ’ ετέρου, ή, τέλος, μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων. Κατά δε το άρθρο 46 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, εφόσον τα κατά το άρθρο 44 παρ. 1 δικαστήρια έκριναν τελεσιδίκως ότι στερούνται δικαιοδοσίας επί της αυτής υποθέσεως, η σύγκρουση αίρεται επιμελεία παντός διαδίκου δια καταθέσεως αιτήσεως ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από τη δημοσίευση της νεότερης αποφάσεως. Η προθεσμία των ενενήντα ημερών, εντός της οποίας πρέπει να κατατεθεί η αίτηση περί άρσεως της συγκρούσεως, αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως εκείνης, η οποία κατέστη τελεσίδικη τελευταία (ΑΕΔ 28/2011, 18/2009, 10/2003).
4. Επειδή, εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), και οι διατάξεις του οποίου διέπουν την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ορίζεται ότι: «1. Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τη δικαιοδοσία και την αρμοδιότητα του. 2. Αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι η υπόθεση υπάγεται στα πολιτικά-ποινικά δικαστήρια, απορρίπτει το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο, ενώ, αν διαπιστώσει ότι αυτή υπάγεται στο Συμβούλιο Επικρατείας, στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή σε άλλο τακτικό διοικητικό δικαστήριο, παραπέμπει το ένδικο βοήθημα ή μέσο στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση της παραπομπής η απόφαση είναι υποχρεωτική για το ισόβαθμο ή κατώτερο δικαστήριο. 3. Αν η απόφαση για την παραπομπή είναι του πρωτοδικείου ή του εφετείου, αυτή δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικο μέσο». Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η υπ’ αριθ. 2357/2011 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο είναι ανέκκλητη. Επίσης, η υπ’ αριθ. 3523/2012 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου/Τμήμα Ι είναι τελεσίδικη, σύμφωνα με τα άρθρα 61 παρ. 3 και 62 του ισχύοντος εν προκειμένω Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 774/1980, Α΄ 189), κατά τα οποία οι οριστικές αποφάσεις των Τμημάτων αυτού είναι εκτελεστές, επιτρέπονται δε κατ’ αυτών τα ένδικα μέσα της αναιρέσεως και της αναθεωρήσεως. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον η νεότερη από τις πιο πάνω δύο τελεσίδικες αποφάσεις είναι η υπ’ αριθ. 3523/2012 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου/Τμήμα Ι, που δημοσιεύθηκε την 18-12-2012, η υπό κρίση αίτηση, η οποία κατατέθηκε την 19-3-2013, ημέρα Τρίτη ασκείται εμπροθέσμως την ενενηκοστή πρώτη ημέρα από την επομένη της κατά τα άνω δημοσίευσης, δεδομένου ότι η ενενηκοστή ημέρα (18-3-2012) ήταν η αργία της Καθαρής Δευτέρας.
5. Επειδή, στο άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου»˙ στο άρθρο 94 παρ. 3 ορίζεται ότι: «Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει»˙ τέλος, στο άρθρο 98 παρ. 1 ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό». Η τελευταία διάταξη δεν καθιερώνει δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου να εκδικάσει ένδικο βοήθημα στρεφόμενο κατά πράξεως Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου, με την οποία αυτή αρνείται την έκδοση εντάλματος πληρωμής δημόσιας δαπάνης.
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο προσφεύγων-ενάγων, μόνιμος υπάλληλος της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, που υπηρετεί στον Κρατικό Αερολιμένα Αλεξανδρούπολης, με την υπ’ αριθ. πρωτ. 1523/20-7-2005 αίτηση προς την υπηρεσία του ζήτησε να λάβει επιδότηση αγοράς πρώτης κατοικίας σε παραμεθόριο περιοχή, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 2085/1992. Στη συνέχεια με την υπ’ αριθ. Δ11/Α/30238/12746/22-8-2005 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών εγκρίθηκε η δαπάνη ποσού 23.008,16 ευρώ, σε βάρος της πίστωσης, προϋπολογισμού εξόδων του εν λόγω Υπουργείου για καταβολή επιδότησης αγοράς κατοικίας σε προβληματική περιοχή και η έκδοση στο όνομα του προσφεύγοντος-ενάγοντας ισόποσου χρηματικού εντάλματος πληρωμής. Πλην όμως με το υπ’ αριθ. πρωτ. 4833/5-10-2005 έγγραφο του Διευθυντή της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών επεστράφησαν στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας τα δικαιολογητικά δαπάνης, που αφορούσαν την επιδότηση αγοράς κατοικίας του προσφεύγοντος-ενάγοντος, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 2085/1992. Κατά του εγγράφου αυτού ο προσφεύγων-ενάγων προσέφυγε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ζητώντας την ακύρωσή του, καθώς και να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 23.008,16 ευρώ, με βάση τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ. Επί της προσφυγής-αγωγής αυτής το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθ. 2357/2011 απόφασή του αποφάνθηκε ότι δεν έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση του εν λόγω ενδίκου βοηθήματος και παρέπεμψε την υπόθεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Ως αιτιολογία δε της εν λόγω αποφάσεως αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά, ως εκ του περιεχομένου της, πράξη που εκδίδεται κατά τη διάρκεια του προληπτικού ελέγχου των δαπανών και επομένως η αμφισβήτηση της νομιμότητας της εν λόγω πράξης δημιουργεί διαφορά με δημοσιονομικό χαρακτήρα, η εκδίκαση της οποίας υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
7. Επειδή, κατά τα εκτεθέντα στην πέμπτη σκέψη, η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος που άσκησε ο αιτών, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Δικαιοδοσία για την εκδίκαση αυτού έχουν τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Ειδικότερα, το ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που με αυτό ζητείται η ακύρωση της άρνησης της Διοίκησης, που εκδηλώθηκε με το 4833/5.10.2005 έγγραφο του Διευθυντή της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών να καταβάλει στον αιτούντα επιδότηση για αγορά κατοικίας κατά το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 2085/1992, αποτελεί αίτηση ακυρώσεως, για την εκδίκαση της οποίας δικαιοδοσία έχουν τα διοικητικά εφετεία, κατά τα μνημονευθέντα άρθρα 94 παρ. 1 και 95 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 7 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), με το οποίο ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, β) …»˙ αρμόδιο δε δικαστήριο είναι το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (άρθρο μόνο Β 1 π.δ. 404/1978 – Α΄83). Το ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που με αυτό ζητείται η επιδίκαση ποσού 23.008,16 ευρώ νομιμοτόκως, αποτελεί αγωγή, για την εκδίκαση της οποίας δικαιοδοσία έχουν τα διοικητικά πρωτοδικεία, κατά το μνημονευθέν άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 71 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Α΄ 97), με το οποίο ορίζεται ότι: «Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου»˙ αρμόδιο δε δικαστήριο είναι το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (άρθρο μόνο Α 1 π.δ. 404/1978).
8. Επειδή, κατόπιν όσων έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να αρθεί η αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας υπέρ της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, να εξαφανιστεί η υπ’ αριθ. 2357/2011 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, εν μέρει στο Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και εν μέρει στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αίρει την αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου υπέρ της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 2357/2011 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση εν μέρει στο Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και εν μέρει στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά το σκεπτικό.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013.
O Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Σωτήριος Ρίζος Μάρθα Ψαραύτη
Kαι δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 19 Δεκεμβρίου 2013.
O Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
