3/2009 ΑΠ (ΟΛΟΜ) ΑΕΙ. Διδακτικό προσωπικό των ιατρικών σχολών.
Αμφισβητούμενο θέμα, αν ευθύνονται τα μέλη αυτού έναντι του δημοσίου για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας που τέλεσαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη του υπαλληλικού κώδικα τέτοια ευθύνη έχουν ρητά οι γιατροί – δημόσιοι υπάλληλοι όχι όμως και οι γιατροί – διδάσκοντες οποιασδήποτε βαθμίδας σε ΑΕΙ. Ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων έναντι τρίτων για ζημία που προκάλεσαν. Κρίση ότι η σχετική ρύθμιση (άρ. 85, παρ. 1, ΠΔ 611/1977) δεν εφαρμόζεται στους καθηγητές – γιατρούς. (Επικυρώνει την 2690/2004 ΕΦ ΘΕΣ/ΚΗΣ). Αριθμός 3/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β` Σύνθεσης: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμίδα, Κωνσταντίνο Κούκλη, Γρηγόριο Μάμαλη, Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπροέδρους, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιο Θεμέλη, Χαράλαμπο Ζώη, Αναστάσιο Λιανό, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Παναγιώτη Ρουμπή – Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος – καλούντος : … , τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Πατιερίδης. Του αναιρεσιβλήτου – καθού η κλήση : ……. , τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Χρόνης Χατζημιχαήλ με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.12.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12552/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2690/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20.11.2004 αίτησή του. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2208/2007 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 31.03.2008 κλήση του αναιρεσείοντος η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ανέπτυξε προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς του και ζήτησε την παραδοχή του παραπεμφθέντος πρώτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στον προαναφερόμενο πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος αναφέρθηκε σε όσα προηγουμένως είχε αναπτύξει. Κατά την 18η Δεκεμβρίου 2008, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι: Γρηγόριος Μάμαλης, Αντιπρόεδρος, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιος Θεμέλης και Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, Αρεοπαγίτες, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ` άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπ` αριθμ. 2208/2007 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β` Κ.Πολ.Δ., ο πρώτος λόγος της από 22-11-2004 αίτησης αναίρεσης του … κατά της υπ` αριθμ. 2690/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, γιατί κρίθηκε ότι τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος ως προς την υπαγωγή ή μη των καθηγητών και του λοιπού διδακτικού προσωπικού των Ιατρικών Σχολών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στη διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του υπαλληλικού κώδικα που είχε κωδικοποιηθεί με το π. δ/γμα 611/1977. Σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 1 του υπαλληλικού κώδικα που είχε κωδικοποιηθεί με το π. δ/γμα 611/1977 και ίσχυε μέχρι την 9-4-1999, όταν άρχισε να ισχύει ο νεότερος υπαλληλικός κώδικας που κυρώθηκε με το ν. 2683/1999 και ίσχυσε μέχρι την 8-2-2007, οπότε άρχισε να ισχύει πλέον ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας που κυρώθηκε με το ν. 3528/2007, ο δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται έναντι του δημοσίου για κάθε θετική ζημία που προξένησε σ` αυτό από δόλο ή βαρειά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς επίσης για τις αποζημιώσεις στις οποίες υποβλήθηκε έναντι τρίτων ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτού που έγιναν επίσης από δόλο η βαρειά αμέλεια. Δεν ευθύνεται όμως ο υπάλληλος έναντι τρίτων για τις αυτές πράξεις ή παραλείψεις του. Από τη διάταξη αυτή, που ταυτίζεται από άποψη περιεχομένου προς εκείνη του άρθρου 38 παρ. 1 του υπαλληλικού κώδικα που κυρώθηκε με το ν. 2638/1999 αλλά και του ισχύοντος ήδη υπαλληλικού Κώδικα που κυρώθηκε με το ν. 3528/2007, προκύπτει ότι στην έννοια της ζημίας διαλαμβάνεται κατά τα άρθρα 299, 914, 928 και 932 ΑΚ η περιουσιακή ζημία και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 85 παρ. 1 του Υ.Κ. του έτους 1977 είχε πλήρη εφαρμογή στους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (άρθρα 2 παρ. 1 περ. δ` και 86 του αυτού Κώδικα) και σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του ν. 1397/1983 “περί Εθνικού Συστήματος Υγείας” και το ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων, οποιασδήποτε νομικής μορφής, γιατί οι γιατροί είναι δημόσιοι υπάλληλοι, ως έχοντες την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού. Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 περ. δ` του ίδιου ως άνω υπαλληλικού Κώδικα (του κωδικοποιηθέντος με το π. δ/γμα 611/1977), δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτού οι Καθηγητές των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και το λοιπό διδακτικό προσωπικό αυτών. Δηλαδή η τάξη αυτή των εκπαιδευτικών δεν υπαγόταν στον υπαλληλικό Κώδικα για τη ρύθμιση της υπηρεσιακής Κατάστασης και ειδικότερα της ευθύνης αυτών κατά την πρόκληση ζημιών σε τρίτους από πράξη ή παράλειψη τους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ως δεν υπάγονταν και άλλοι υπάλληλοι (αρμοδιότητας του Υπουργείου Εξωτερικών, προσωπικό του Ν.Σ.Κ. και οι υπηρετούντες στα Σώματα Ασφαλείας). Εξάλλου και με το άρθρο 2 παρ. 2 του Υ.Κ του 1999, ορίσθηκε ότι “υπάλληλοι ή λειτουργοί του κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι, κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, διέπονται από ειδικές γι` αυτούς διατάξεις και οι υπάλληλοι των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, υπάγονται σε εκείνες τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα στις οποίες παραπέμπουν οι ειδικοί νόμοι που τους διέπουν. Δηλαδή και υπό την ισχύ του Υ.Κ. του έτους 1999 για να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του σε υπαλλήλους που διέπονται από ειδικές διατάξεις, κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, πρέπει: α)να γίνεται ρητή παραπομπή από τις ειδικές διατάξεις που διέπουν ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων ή λειτουργών στις διατάξεις του Υ.Κ ή β)να υπάρχει κενό νόμου από τις ειδικές διατάξεις και να μην αποκλείεται η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Υ.Κ. όπως όταν με ειδική ρύθμιση νόμου εξαιρούνται από την υπαγωγή τους σε συγκεκριμένη διάταξη του ανωτέρω Υ.Κ. του έτους 1999. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις εξέλιπαν με το ν. 3528/2007, αφού στο άρθρο 2 αυτού με τον τίτλο “έκταση εφαρμογής” ορίζεται στην παρ. 2 ότι “υπάλληλοι ή λειτουργοί του Κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι, κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, διέπονται από ειδικές διατάξεις ……. υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τις ειδικές γι` αυτούς διατάξεις”. Δηλονότι η εφαρμογή των διατάξεων του Υ.Κ., όπως αυτή του άρθρου 85 παρ. 1 του Υ.Κ. του έτους 1977 και ήδη του άρθρου 38 παρ. 1 του Υ.Κ των ετών 1999 και 2007 και σε υπαλλήλους που διέπονται από ειδικές διατάξεις κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, υπήρξε σταδιακή από το έτος 1999 και εντεύθεν, κατά την προαναφερομένη επέκτασή τους στις περισσότερες κατηγορίες των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων. Εξάλλου και όσον αφορά τους καθηγητές των Πανεπιστημίων, οι οποίοι δεν υπάγονταν στον Υ.Κ. του έτους 1977, από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος ορίζεται ότι “Οι καθηγητές των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί…Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων Ιδρυμάτων”, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι “η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση”. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.1268/1982 “Δομή και λειτουργία Α.Ε.Ι.” ορίζεται ότι “Τα μέλη του Δ.Ε.Π. είναι δημόσιοι λειτουργοί. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία για τους καθηγητές των Α.Ε.Ι. επεκτείνεται εφεξής στο σύνολο των μελών του Δ.Ε.Π…”. Με την παράγραφο 6 του ανωτέρω άρθρου και νόμου οριζόταν ότι η ιδιότητα του μέλους του Δ.Ε.Π. είναι ασυμβίβαστη με κάθε άλλη επαγγελματική απασχόληση και με την παρ. 7 οριζόταν ότι με π.δ/γμα θα ρυθμιζόταν η εξωπανεπιστημιακή απασχόληση των μελών του Δ.Ε.Π., πλην όμως οι διατάξεις αυτές καταργήθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 8 του ν.2083/1982. Με την παράγραφο 8 όμως του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου ορίζεται ότι “τα μέλη του Δ.Ε.Π. μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του δημόσιου τομέα…”. Eτσι νομοθετικά ορίσθηκε ότι τα μέλη του Δ.Ε.Π. των Πανεπιστημίων μπορούσαν να έχουν παράλληλη απασχόληση πλέον εκείνης που είχαν ως ανώτατοι εκπαιδευτικοί. Επακολούθησε ο νόμος 1397/1983 “Εθνικό Σύστημα Υγείας” με τον οποίο αποκλείσθηκε αρχικά η δυνατότητα συνύπαρξης των ιδιοτήτων του πανεπιστημιακού καθηγητή και του γιατρού του Ε.Σ.Υ. και παράλληλα η κατοχή από το ίδιο άτομο των δύο θέσεων. Με αλληλοδιάδοχες ρυθμίσεις θεσπιζόταν άλλοτε η απαγόρευση της παράλληλης απασχόλησης των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. στο δημόσιο τομέα και ειδικότερα σε θέση ιατρού του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλοτε αναιρείτο η τοιαύτη απαγόρευση. Πλέον συγκεκριμένα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα για την κρινόμενη υπόθεση (Σεπτέμβριο του έτους 1995, που τελέσθηκε η άδικη και παράνομη παράλειψη από τον αναιρεσείοντα σε βάρος του αναιρεσιβλήτου) ίσχυε το άρθρο 1 παρ. 10 του ν.2188/1994, με το οποίο είχε θεσπισθεί η χωρίς όρους δυνατότητα στο ίδιο άτομο της παράλληλης απασχόλησης και κατοχής θέσης στο Δ.Ε.Π. μαζί με τη θέση ιατρού του Ε.Σ.Υ. Και ενώ με το ν.1268/1982 ρυθμίστηκαν τα λοιπά θέματα που αφορούσαν τα μέλη του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. (υπηρεσιακή εξέλιξη, μισθολογική κατάσταση, δυνατότητα παράλληλης απασχόλησης των Καθηγητών) δεν προβλέπεται όμως σ` αυτόν για την ευθύνη τους για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ρύθμιση όμοια με εκείνη του άρθρου 85 παρ. 1 ή του άρθρου 86 του Υ.Κ. του έτους 1977, που ίσχυσε, όπως έχει προαναφερθεί μέχρι την 9.4.1999, ούτε γίνεται παραπομπή σ` αυτήν, ως έχει συμβεί για άλλες κατηγορίες υπαλλήλων που δεν εφαρμόζεται κατά τα λοιπά ζητήματά τους ο Υ.Κ. του έτους 1977 (Βλ. Ολ.Α.Π. 798/1982 για τους υπαλλήλους αρμοδιότητας του Υπουργείου Εξωτερικών και ειδική διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ/τος 2998/1954 περί επέκτασης του ανευθύνου των στρατιωτικών εν γένει των ενόπλων δυνάμεων, των ανηκόντων στα σώματα ασφαλείας και στο λιμενικό σώμα, κατ` άρθρο 57 παρ. 1 του ν.1811/1957, ταυτοσήμου με το άρθρο 85 παρ. 1 του Υ.Κ. του έτους 1977, που εξακολουθούσε να ισχύει και με την ισχύ του προαναφερομένου Υ.Κ., παρά την στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του Κώδικα αυτού επανάληψη της στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ν.1811/1951 διάταξης ότι δεν υπάγονται στις διατάξεις του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα τα στρατιωτικώς οργανωμένα έγγραφα των σωμάτων ασφαλείας (χωροφυλακής κ.λ.π.). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος “οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου”. Από τη διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, των οποίων την ύπαρξη ελέγχουν τα δικαστήρια (Βλ. Ολ.Α.Π. 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005). Επομένως ο νόμος μπορεί να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας. Πλέον συγκεκριμένα η μη υπαγωγή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, λόγω της έλλειψης ρητής ρύθμισης, των πανεπιστημιακών καθηγητών στην ευνοϊκή νομοθετική ρύθμιση για το ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων ν.π.δ.δ. έναντι των τρίτων για τη ζημία που προκάλεσαν σ` αυτούς από παράνομη πράξη ή παράλειψή τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους είτε στο δημόσιο είτε σε ν.π.δ.δ., κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο κωδικοποιημένος με το π.δ/γμα 611/1977 Υπαλληλικός Κώδικας (από 15-7-1977 έως 9-4-1999), συνάδει προς την ιδιότητα αυτών ως ανωτάτων δημοσίων λειτουργών με αυξημένο κύρος και με την απ` αυτήν απορρέουσα πρόσθετη ευθύνη από εκείνη του απλού δημοσίου υπαλλήλου, κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, καίτοι παράλληλα και ταυτόχρονα ασκούν και το λειτούργημα του ιατρού του Ε.Σ.Υ., με την επισήμανση ότι με δική τους επιλογή και ευθύνη και για δικό τους όφελος κατείχαν τη θέση του Καθηγητή σε Α.Ε.Ι. παράλληλα με τη θέση του ιατρού υπαγομένου στο Ε.Σ.Υ. Επιπλέον σημειώνεται ότι κατά το χρόνο της διενέργειας κάποιας χειρουργικής επέμβασης σε τρίτο ή ιατρικής παρακολούθησής του η πανεπιστημιακή ιδιότητα που έχει ο θεράπων ιατρός δεν παύει να υφίσταται, δεν κάμπτεται ούτε υποβαθμίζεται από αυτήν του ιατρού, αλλά τότε πρέπει πρόδηλα να αποδεικνύεται ως υπερέχουσα οιασδήποτε άλλης, καθόσον τότε πρέπει να επιβεβαιώνονται οι αυξημένες γνώσεις του (πανεπιστημιακού Καθηγητή) της επιστήμης ή (και) της τέχνης του που οφείλει να έχει και να τις εφαρμόζει στην πράξη και με προσωπική ευθύνη του, χωρίς σφάλματα. Τότε θα υφίστατο άνιση μεταχείριση, εάν μεταξύ των ιατρών με διαφορετικά προσόντα κάποια ευνοϊκή ρύθμιση ως προς την υπηρεσιακή τους ευθύνη υπήρχε μόνον υπέρ εκείνων που είχαν τα πρόσθετα προσόντα, όπως είναι και η κατοχή της θέσης του πανεπιστημιακού καθηγητή, και δεν είχε επεκταθεί και στους έχοντες μόνο την ιδιότητα του απλού ιατρού του Ε.Σ.Υ. Αν αντίθετα επεκτεινόταν η υφισταμένη ευνοϊκή μόνον υπέρ των ιατρών του Ε.Σ.Υ. ρύθμιση και στους έχοντες πρόσθετα προσόντα ιατρούς, χωρίς να συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος, προς το συμφέρον μόνο των τελευταίων και σε βάρος των δικαιωμάτων εκείνων που ζημιώθηκαν από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις τους, η τοιαύτη επέκταση της ευνοϊκής ρύθμισης και στην ανώτατη τάξη των δημοσίων λειτουργών – καθηγητών Πανεπιστημίου, ήτοι σε διαφορετική κατ` ουσίαν κατηγορία προσώπων, θα οδηγούσε στην πραγματικότητα σε ανισότητα του νόμου έναντι των πολιτών, που είναι ανεπίτρεπτη από την ίδια ως άνω Συνταγματική διάταξη. Υπέρ της τελευταίας αυτής κρίσης συνηγορεί το ότι δεν επιχειρήθηκε ποτέ κατά τη διάρκεια της πολυετούς ισχύος του Υ.Κ. του έτους 1977 τοιαύτη νομοθετική ρύθμιση για επέκταση, είτε ευθέως είτε κατά παραπομπή, του άρθρου 85 παρ. 1 του ως άνω υπαλληλικού Κώδικα και στην τάξη των Καθηγητών Πανεπιστημίου, οι οποίοι ως ανώτατοι δημόσιοι λειτουργοί δεν υπάγονταν ως προς τα λοιπά ζητήματά τους (υπηρεσιακή εξέλιξη, αποδοχές, πειθαρχικό δίκαιο) στις διατάξεις του ως άνω Υ.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 2690/2004 απόφασή του, δέχθηκε, καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα με την υπ` αριθμ. 12552/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία είχε προσβάλει με την από 25-6-2003 έφεσή του ο αναιρεσείων, την αυτοτελή ευθύνη και συνακόλουθα την υποχρέωση του αναιρεσείοντος για καταβολή στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 44.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης του, που υπέστη ο τελευταίος από την αναφερόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης άδικη και παράνομη παράλειψη του αναιρεσείοντος, ως ιατρού- καρδιοχειρούργου, αναπληρωτή Καθηγητή τότε του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και οργάνου του παρακάτω νοσοκομείου-ν.π.π.δ., κατά τη χειρουργική επέμβαση ανοικτής καρδιάς (BY PASS) που έγινε στον αναιρεσίβλητο απ`αυτόν στις 13-9-1995, στην εγκατεστημένη στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ καρδιοχειρουργική κλινική του εν λόγω Πανεπιστημίου, και ειδικότερα με την από αμέλεια του εγκατάλειψη μετά την εγχείρηση μιας βελόνας εντός του σώματος του αναιρεσιβλήτου, κατ`εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 330, 914, 926 και 932 ΑΚ, 105-106 Εισ.ΝΑΚ και 24 του α.ν. 1565/1939 “περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος” που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 Εισ. ΝΑΚ και μη εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 85 παρ.1 του ΥΚ του έτους 1977 για τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο στην από 15-12-2000 ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και συνακόλουθα απέρριψε ως κατ`ουσίαν αβάσιμη την από 26-6-2003 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ`αριθμ. 12552/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος (για το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό) η ως άνω αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, Εισ.ΝΑΚ, του ν.1565/1939 και του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος εκ της μη εφαρμογής για τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 85 παρ.1 του ΙΚ του έτους 1977. Επίσης η μη εφαρμογή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της προαναφερομένης διάταξης του ΥΚ του έτους 1977 για τον αναιρεσείοντα με την παραδοχή της παθητικής νομιμοποίησής του στην ένδικη αγωγή, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, καθόσον απ`όλα τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι αυτός (αναιρεσείων) ουδαμώς στερήθηκε της παροχής έννομης προστασίας από όλα τα δικαστήρια, στα οποία παρέστη και ανέπτυξε κατά την εξέλιξη της διαδικασίας σε όλους τους βαθμούς της δικαιοδοσίας, χωρίς κάποιο περιορισμό, τις απόψεις του, ο έλεγχος όμως της βασιμότητάς του ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου. Γι` αυτό είναι απορριπτέα ως αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων σχετικά με την παραβίαση της ως άνω Συνταγματικής διάταξης. Συνεπώς ο παραπεμφθείς στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια της παραβίασης των άνω διατάξεων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης έχει ήδη απορριφθεί με την υπ`αριθμ 2208/2007 παραπεμπτική απόφαση του Α1 Τμήματος, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων να καταβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου για όλη την αναιρετική δίκη, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρο 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-11-2004 αίτηση του …… , για αναίρεση της υπ`αριθμ. 2690/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
