200/2007 ΔΕΦ ΑΘ (ΑΚΥΡ)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Πειθαρχικά αδικήματα εκπαιδευτικών. Πειθαρχική ποινή της επίπληξης σε διευθυντές σχολικών μονάδων ανεξάρτητα από το αν υπηρετούν στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό κατ΄ απόσπαση. Αρμόδια όργανα να επιβάλλουν την ποινή. Επιβολή ποινής επίπληξης από τον Γενικό Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ σε διευθυντή σχολείου του Λονδίνου κατόπιν Ε.Δ.Ε. Ορθώς στην Ε.Δ.Ε. κλήθηκε ως μάρτυρας κι όχι ως εγκαλούμενος. Ο Διευθυντής, ακόμα κι αν διαφωνεί με τον Προϊστάμενό του, οφείλει να τον υπακούει, με δικαίωμα μόνο να κάνει αναφορά. Περιστατικά.
Αριθμός απόφασης: 200/2007
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ Τμήμα Η`
Με μέλη τους: Δημητρούλα Μαυρομμάτη, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Φώτιο Ντζίμα και Αγγελική Συντελή-Πιστοφίδου, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα το Δημήτριο Μενιάδη, δικαστικό υπάλληλο,
συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Δεκεμβρίου 2006, για να δικάσει την από 20 Ιανουαρίου 2005 (αριθμ. καταχ. ΑΒΕΜ 265/1.2.2006) αίτηση,
του ……., κατοίκου Λονδίνου (………, ……., London), που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Δημήτριο Πανταρώτα, τον οποίο διόρισε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο
κατά του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που παραστάθηκε με την Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Βασιλική Παπαθεοδώρου.
Κατά τη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:
την εισηγήτρια της υπόθεσης, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων, Αγγελική Συντελή-Πιστοφίδου, που διάβασε τη σχετική έκθεσή της εξέθεσε τα ζητήματα που προκύπτουν και ανέπτυξε την γνώμη της γι` αυτά,
τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, που ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους ακύρωσης, και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, καθώς και
την εκπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε, αντίθετα, να απορριφθεί η αίτηση.
Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και, αφού
μελέτησε τη δικογραφία και τις σχετικές διατάξεις,
αποφασίζει τα εξής:
Επειδή, με το κρινόμενο δικόγραφο που επιγράφεται «προσφυγή», για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ τα 968173 και 1320061/2006 έντυπα γραμμάτια παραβόλου), επιδιώκεται η ακύρωση της 217α /23-11-2005 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα η πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης για τα πειθαρχικά αδικήματα της παρέλκυσης και άρνησης εκτελέσεως υπηρεσίας και της αμελούς εκτέλεσης αυτής.
Επειδή, στο άρθρο 121 του ν 2683/1999 «Υπαλληλικός Κώδικας» (φ 19 Α`) όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της περ β` αυτού με την παρ 2 του άρθρου 15 του ν 2839/2000 (φ 196 Α`) και εφαρμόζεται και στις πειθαρχικές υποθέσεις των εκπαιδευτικών σύμφωνα με το άρθρο 6 του πδ 429/1987 (φ 192 Α`), ορίζεται ότι: «Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων: α) του υπουργού, του προϊσταμένου ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, του Διοικητή του Αγίου Ορους, καθώς και του διοικητή ή του προέδρου συλλογικού οργάνου … β) του δευτεροβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου … γ) των συλλογικών οργάνων του άρθρου 119». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, κατά της αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ, με την οποία επιβάλλεται πειθαρχική ποινή σε Διευθυντή σχολικής μονάδας, δεν προβλέπεται προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, στο οποίο μεταφέρθηκε η αρμοδιότητα εκδίκασής τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας δυνάμει του άρθρου 4 του ν 2944/2001. Τούτο δε διότι ο Γενικός Γραμματέας Υπουργείου, ο οποίος είναι πειθαρχικός προϊστάμενος και για τους λοιπούς διοικητικούς υπαλλήλους κατ` άρθρο 117 Υ.Κ., δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των απαριθμούμενων στο άρθρο 121 του Υ.Κ. πειθαρχικώς προϊσταμένων, κατά των αποφάσεων των οποίων προβλέπεται η άσκηση προσφυγής. Επομένως, ένδικο μέσο στρεφόμενο κατά αποφάσεως Γενικού Γραμματέα υπουργείου, με την οποία επιβάλλεται πειθαρχική ποινή, έχει τον χαρακτήρα αιτήσεως ακυρώσεως και όχι προσφυγής ουσίας (πρβλ ΣτΕ 2813/2001).
Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το κρινόμενο δικόγραφο, το οποίο στρέφεται κατά αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ, με την οποία επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της επίπληξης, δεν αποτελεί προσφυγή ουσίας, αλλά αίτηση ακυρώσεως, η οποία παραδεκτώς ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, το οποίο είναι αρμόδιο να δικάσει τη διαφορά αυτή, αφού πρόκειται για θέμα υπηρεσιακής κατάστασης υπαλλήλου, ο οποίος δεν χαρακτηρίζεται ανώτατος με νόμο (ν 702/1977 άρθρο 1 περ α`).
Επειδή, στο άρθρο 1 του πδ 429/1987 (φ 192 Α`) «Οργανα πειθαρχικής δίωξης εκπαιδευτικού προσωπικού πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», το οποίο ίσχυε πριν από τη δημοσίευση του πδ 47/2006 (φ 48/2-3-2006 Α`) και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, λόγω του ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε πριν από την ισχύ του πδ 47/2006, ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται: α) Στο εκπαιδευτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δημόσιας και ιδιωτικής, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι υπηρετούντες στη δημόσια εκπαίδευση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με ωριαία αντιμισθία και οι προσωρινοί αναπληρωτές. β) Στους διευθυντές σχολικών μονάδων και σχολικών εργαστηριακών κέντρων, τους υποδιευθυντές σχολικών μονάδων και υπεύθυνους τομέων σχολικών εργαστηριακών κέντρων. γ) Στους προϊσταμένους των τμημάτων εκπαιδευτικών θεμάτων των διευθύνσεων εκπαίδευσης. δ) Στους προϊσταμένους διευθύνσεων και γραφείων εκπαίδευσης και γραφείων φυσικής αγωγής. ε) Στο εκπαιδευτικό προσωπικό του άρθρου 21 παρ 2 του ν 1304/1982. στ) Στους σχολικούς συμβούλους της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», ενώ στο άρθρο 3 αυτού ορίζεται ότι: «Πειθαρχικοί προϊστάμενοι για του προσωπικό του άρθρου 1 είναι: α) Ο Υπουργός ή Υφυπουργός του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για όλο το προσωπικό του άρθρου 1 ανεξάρτητα από βαθμό. β) Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας για το προσωπικό υπό στοιχεία α`, β` και γ` του άρθρου 1. γ) Ο Νομάρχης … δ) Ο προϊστάμενος της διεύθυνσης πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για το προσωπικό … των στοιχείων α`, β` και γ` του άρθρου 1…» και τέλος στο άρθρο 4 ορίζεται ότι: «Οι πειθαρχικοί προϊστάμενοι, που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 3, μπορούν να επιβάλλουν την ποινή της επίπληξης και την ποινή του προστίμου. Την ποινή του προστίμου την επιβάλλουν με τις εξής διακρίσεις…». Εξάλλου, στο άρθρο 14 παρ 8 του ν 2413/1996 (φ 124 Α`): «Η ελληνική παιδεία στο εξωτερικό, η διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις», ορίζεται ότι: «8. Οι συντονιστές εκπαίδευσης ασκούν πειθαρχικές αρμοδιότητες στους αποσπασμένους στο εξωτερικό εκπαιδευτικούς και τους εκπαιδευτικούς που προσλαμβάνονται από τις τοπικές αρχές…, αντίστοιχες με τις πειθαρχικές αρμοδιότητες των προϊσταμένων των διευθύνσεων εκπαίδευσης του εσωτερικού».
Επειδή, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, όλοι οι αναφερόμενοι στο άρθρο 3 του πδ 429/1987 πειθαρχικοί προϊστάμενοι, μεταξύ των οποίων και ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ, είναι αρμόδιοι και μάλιστα κατά συντρέχουσα αρμοδιότητα, να επιβάλουν την πειθαρχική ποινή της επίπληξης στους διευθυντές σχολικών μονάδων (περ β του άρθρου 1) που υποπίπτουν σε πειθαρχικά παραπτώματα, ανεξάρτητα από το εάν υπηρετούν στο εσωτερικό ή είναι αποσπασμένοι σε σχολεία του εξωτερικού, αφού δεν γίνεται καμία διάκριση ως προς τον τόπο παροχής της υπηρεσίας. Εξ άλλου, η αρμοδιότητα αυτή παρέμεινε και μετά την ισχύ του ν 2413/1996, αφού κατά την παρ 8 του άρθρου 16 αυτού, οι συντονιστές εκπαίδευσης ορίζονται μεν πειθαρχικοί προϊστάμενοι των αποσπασμένων στο εξωτερικό εκπαιδευτικών, έχοντας όμως τις αρμοδιότητες των προϊσταμένων των διευθύνσεων εκπαίδευσης του εσωτερικού, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, για την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της επίπληξης, έχουν συντρέχουσα αρμοδιότητα με τους υπόλοιπους πειθαρχικούς προϊσταμένους που ορίζει το πδ 429/1987, άρα και με τον Γενικό Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ. Επομένως, ο λόγος που προβάλλεται από τον αιτούντα περί ελλείψεως αρμοδιότητας του Γενικού Γραμματέα για την επιβολή της επίδικης ποινής, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος.
Επειδή, στο άρθρο 25 του άνω ν 2683/1999 (Υ.Κ.), ορίζεται ότι: «1… 2. Ο υπάλληλος οφείλει να υπακούει στις διαταγές των προϊσταμένων του. Οταν όμως εκτελεί διαταγή την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει πριν την εκτελέσει, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει τη διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση… 4. Αν ο υπάλληλος έχει αντίθετη γνώμη για εντελλόμενη ενέργεια, για την οποία είναι αναγκαία η προσυπογραφή ή η θεώρησή του, οφείλει να τη διατυπώσει εγγράφως για να απαλλαγεί από την ευθύνη. Εάν παραλείπει την προσυπογραφή ή θεώρηση, θεωρείται ότι προσυπέγραψε ή θεώρησε…». Περαιτέρω, στο άρθρο 107 ορίζεται ότι: «1. Πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν ιδίως: α)… ε) Η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας… στ) Η αμέλεια, καθώς και η ατελής ή μη έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος…».
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών, εκπαιδευτικός του κλάδου ΠΕ 03, κατά το σχολικό έτος 2004-2005 υπηρέτησε με απόσπαση, ως Διευθυντής στο Ελληνικό Γυμνάσιο και Λύκειο του Λονδίνου. Εν όψει προβλημάτων που δημιουργήθηκαν κατά το άνω σχολικό έτος, διενεργήθηκε Ενορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ), στα πλαίσια της οποίας κατέθεσαν ως μάρτυρες διάφοροι εκπαιδευτικοί του άνω σχολείου και ο αιτών. Ακολούθως συντάχθηκε η 19/25-8-2005 έκθεση, η οποία κατέληξε στο εξής πόρισμα αναφορικά με τον αιτούντα: 1) Δεν εφάρμοσε παρά μόνο μετά από επίμονη επανάληψη των προς εκείνον εντολών, τις οδηγίες και τις εντολές που του δόθηκαν ιεραρχικά για την καταβολή μηνιαίων αποδοχών ύψους 1900 λιρών Αγγλίας της εκπαιδευτικού …….., κλάδου ΠΕ 02, η οποία είχε προσληφθεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας με μηνιαίες αποδοχές το άνω ποσό, αντίθετα υπέγραφε την καταβολή 1800 λιρών που κατά τις απόψεις του έπρεπε να λάβει. Παράλληλα, δεν είχε ενημερώσει έγκαιρα και πλήρως τα μέλη της Σχολικής Επιτροπής (ΣΕ) του σχολείου για τα ισχύοντα επί του θέματος έτσι ώστε ευθύς εξαρχής να λάβουν τη σωστή απόφαση, που τελικά έλαβαν, δηλαδή την καταβολή στην άνω εκπαιδευτικό των μηνιαίων αποδοχών των 1900 και όχι 1800 λιρών Αγγλίας. 2) Δεν απέστειλε καθ` όλο άνω το διδακτικό έτος προς επικύρωση στο Γραφείο του Συντονιστή Εκπαίδευσης Λονδίνου, παρά τις επανειλημμένες επισημάνσεις, οποιοδήποτε ωρολόγιο πρόγραμμα, ώστε να ελεγχθεί η κάλυψη του υποχρεωτικού ωραρίου των εκπαιδευτικών, μονίμων και συμβασιούχων και. 3) Δεν εκτέλεσε τις εντολές του Γενικού Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ (έγγραφα 2649/30-12-2004 και 83/19-1-2005), σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση της εκπαιδευτικού ……., δηλαδή την μερική αποδέσμευσή της από το πρόγραμμα του σχολείου για να απασχοληθεί ορισμένες ώρες και με διδασκαλία σε Αγγλικό Πανεπιστήμιο. Οι συμπεριφορές αυτές, κατά το πόρισμα συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα του άρθρου 107 παρ 1 περ ε` και στ` του Υ.Κ.
Με βάση το πόρισμα αυτό, ο αιτών κλήθηκε σε απολογία, με την από 7-9-2005 κλήση, αναφορικά με τα άνω παραπτώματα. Σχετικά, κατέθεσε το με αριθ. πρωτ. 3276/19-9-2005 απολογητικό υπόμνημα, με το οποίο υποστήριξε τα εξής: 1) Για την υπόθεση της εκπαιδευτικού …….., ότι όλοι οι συμβασιούχοι καθηγητές Αγγλικής γλώσσας, έπαιρναν ως αμοιβή 1800 λίρες μηνιαίως γι` αυτό, της εκκαθάριζε αμοιβή 1800 λιρών, ενώ με έκπληξη του ενημερώθηκε με το από 21-1-2005 έγγραφο της αναπληρώτρια συντονίστριας κ. ……… ότι η σύμβασή της προέβλεπε αμοιβή 1900 λιρών, ποσό που κατά την άποψή του ήταν υπέρογκο και αδικαιολόγητο γεγονός που το γνωστοποίησε σ` αυτή, έπειτα δε από αλληλογραφίες και ανταλλαγή απόψεων αποφάσισε η σχολική επιτροπή στις 23-2-2005 να της καταβάλει το ποσό των 1900 λιρών με ευθύνη της κ. ……. για οποιονδήποτε οικονομικό έλεγχο. 2) Για την αποστολή των ωρολογίων προγραμμάτων, ότι απέστειλε το πρόγραμμα στις 23-11-2004 και η κ. …… με το Φ.20/133/24-11-2004 απάντησε με παρατηρήσεις, τις οποίες διευκρίνισε με το 370/25-11-2004 έγγραφό του, ζητώντας περαιτέρω λύση στο πρόβλημα με την έλλειψη καθηγητών που είχε το σχολείο, ζήτημα για το οποίο είχε καταστήσει κοινωνό και το Διευθυντή ΠΟΔΕ κ. …….. Επίσης απέστειλε και πάλι νέο πρόγραμμα στις 22-2-2005 εντάσσοντας σ` αυτό εξ ολοκλήρου του καθηγήτρια ……., και ότι το πρόγραμμα αυτό εγκρίθηκε από το Σύλλογο Διδασκόντων. Και 3) Για την υπηρεσιακή κατάσταση της καθηγήτριας …….., ότι κατά το επίδικο έτος είχε αποσπαστεί στο εν λόγω σχολείο για να διδάξει με πλήρες ωράριο και αφού είχε ξεκινήσει το σχολικό έτος η κ. …….. την τοποθέτησε για 6 ώρες στην αρχή και 10 στη συνέχεια σε Αγγλικό Πανεπιστήμιο, μειώνοντας τις ώρες στο σχολείο με συνέπεια να δημιουργηθεί πρόβλημα το οποίο δεν μπορούσε να λυθεί με τους υπάρχοντες καθηγητές, γι` αυτό και δεν την αποδέσμευε, παρά τα 2649/31-12-2004 και 83/19-1-2005 έγγραφα του Γενικού Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ (με τα οποία εντέλλετο να την αποδεσμεύσει για τις προαναφερόμενες ώρες), αφού, κατά τις απόψεις του, δεν επιτρέπεται απόσπαση της απόσπασης και μάλιστα με περισσότερες ώρες σε άλλη υπηρεσία.
Κατόπιν αυτών, ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ με την προσβαλλόμενη πράξη, αφού έλαβε υπόψη την έκθεση της ΕΔΕ και το απολογητικό υπόμνημα του αιτούντος, επέβαλε σε βάρος του την πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης με την αιτιολογία ότι: «1. Δεν εφάρμοζε παρά μόνο μετά από επίμονη επανάληψη των προς εκείνον εντολών, τις οδηγίες και τις εντολές που του δόθηκαν ιεραρχικά για την καταβολή των αποδοχών της εκπαιδευτικού ……. (ΠΕ02) οι οποίες υπολείπονταν κατά 100 λίρες Αγγλίας μηνιαία. Παράλληλα, δεν είχε ενημερώσει έγκαιρα και πλήρως τα Μέλη της Σχολικής Επιτροπής του Ε.Γ.Λ. Λονδίνου για τα ισχύοντα επί του θέματος έτσι ώστε ευθύς εξαρχής να λάβουν τη σωστή απόφαση, δηλαδή την καταβολή στην εκπαιδευτικό ……. των μηνιαίων αποδοχών των 1900 αντί των 1800 λιρών Αγγλίας. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να εγκριθεί με καθυστέρηση η καταβολή του ορθού ποσού, αφού είχε απασχοληθεί αδικαιολόγητα η Κεντρική Υπηρεσία και αφού η ενδιαφερόμενη εκπαιδευτικός είχε προσφύγει στα βρετανικά δικαστήρια για δικαίωσή της. 2. Καθυστέρησε αδικαιολόγητα την αποστολή του ωρολογίου προγράμματος του σχολείου για το διδακτικό έτος 2004-2005 προς επικύρωση στο Γ.Σ.Ε, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο επισημάνσεις, ώστε να ελεγχθεί η ορθότητα στη σύνταξή του και η κάλυψη του υποχρεωτικού ωραρίου των εκπαιδευτικών, μόνιμων και συμβασιούχων. Το πρόγραμμα τελικά στάλθηκε στο Γραφείο Συντονιστή Εκπαίδευσης μέσω της Ειδικής Γραμματείας ΠΟΔΕ, αφού ο κ. …….. δεν το έστελνε απευθείας στο Γ.Σ.Ε. ως όφειλε, απασχολώντας και πάλι αδικαιολογήτως την Κεντρική Υπηρεσία. 3. Δεν εκτέλεσε τις εντολές του Γενικού Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ, σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση της εκπαιδευτικού, …….., όπως αυτές αναφέρονται στα έγγραφα του Γ.Γ. ΥΠΕΠΘ με αριθμ. πρωτ. 2649/30-12-2004 και 83/19-1-2005. 4. Αγνόησε τις εντολές και επισημάνσεις, σύμφωνα με το αριθμ. πρωτ. ΕΠ 29/ 9-2-2005 έγγραφό του προς τον κ. Γ.Γ. του ΥΠΕΠΘ, εκφράστηκε δε με τρόπο που δεν συνάδει προς τον οφειλόμενο προς ιεραρχικά ανώτερο σεβασμό και απάδει της συμπεριφοράς που οφείλει να έχει ο δημόσιος υπάλληλος. Επειδή, όλες οι παραπάνω περιγραφείσες ενέργειες συνιστούν πράξεις παρέλκυσης και άρνησης εκτέλεσης υπηρεσίας καθώς και αμελούς εκτέλεσης αυτής και κατά συνέπεια στοιχειοθετούν πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ 1, εδ ε` και στ` του νόμου 2683/1999, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί».
Επειδή, ο αιτών προβάλλει με το με χρονολογία 14-12-2006 υπόμνημα, ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι μη νόμιμη γιατί δεν εξετάστηκαν πέντε μάρτυρες που είχε προτείνει. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως γιατί απαράδεκτα προβάλλεται για πρώτη φορά με το υπόμνημα, αφού δεν είναι από εκείνους που ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Επειδή, περαιτέρω, με την αίτηση υποστηρίζει ότι μη νομίμως λήφθηκε υπόψη από τον Γενικό Γραμματέα κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης η έκθεση της διενεργηθείσης ΕΔΕ, δεδομένου ότι κλήθηκε ως μάρτυρας και όχι ως εγκαλούμενος, άρα η ΕΔΕ δεν τον αφορούσε. Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί, δεδομένου ότι η ΕΔΕ, κατ` άρθρο 127 του Υ.Κ. αποτελεί διαδικασία διαφορετική από την πειθαρχική, γι` αυτό κλήθηκε ως μάρτυρας και όχι ως εγκαλούμενος. Με την ιδιότητα αυτή κλήθηκε στις 7-9-2005, οπότε και άρχισε η πειθαρχική δίωξη (άρθρο 123 Υ.Κ.). Εξάλλου, η ΕΔΕ διεξήχθη για την διευκρίνιση των αιτίων των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί στο Ελληνικό Γυμνάσιο – Λύκειο στο Λονδίνο κατά το σχολικό έτος 2004-2005 και κατέληξε στο πόρισμα ότι ο αιτών, με τις ενέργειες που περιγράφει, ενήργησε κατά παράβαση των μνημονευόμενων διατάξεων του Υ.Κ. Συνεπώς, νομίμως η έκθεση αυτή λήφθηκε υπόψη από τον πειθαρχικό προϊστάμενό του με την προσβαλλόμενη πράξη.
Επειδή, περαιτέρω, καθ` ερμηνεία του δικογράφου, προβάλλει ότι με μη νόμιμη αιτιολογία κρίθηκε ότι υπέπεσε στις αποδιδόμενες παραβάσεις, αφού όλοι οι εκπαιδευτικοί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου λάμβαναν ως αμοιβή 1800 λίρες μηνιαίως, άρα για λόγους ισότητας έπρεπε και η …….. να λάβει την άνω αμοιβή, γεγονός που γνωστοποίησε στην αναπληρώτρια συντονίστρια κ. ….., η οποία μη νομίμως επέμενε στην καταβολή της αυξημένης αμοιβής των 1900 λιρών. Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί, δεδομένου ότι ο αιτών, ως Διευθυντής του άνω σχολείου όφειλε να υπακούσει, κατ` άρθρο 25 του Υ.Κ., στην εντολή της προϊσταμένης του κ. …… (άρθρο 14 ν 2413/1996 – φ 124 Α`) για καταβολή του ποσού των 1900 λιρών ακόμα και αν διαφωνούσε, ενώ για την διαφωνία του είχε απλώς δικαίωμα αναφοράς στον προϊστάμενό του, ανεξαρτήτως του ότι και επί της ουσίας, αφού η σύμβαση που συνήψε η άνω εκπαιδευτικός προέβλεπε την εν λόγω αμοιβή, ούτε ο ίδιος ούτε η Σχολική Επιτροπή μπορούσαν να την αμφισβητήσουν ακόμα και αν δεν αρκούσαν τα χρήματα που διαχειρίζονταν για τη μισθοδοσία του προσωπικού, γεγονός για το οποίο όφειλαν να ζητήσουν αρμοδίως, επί πλέον χρηματοδότηση. Επομένως με νόμιμη αιτιολογία κρίθηκε ότι η μη πληρωμή της συμβατικής αμοιβής της …….. παρά τις εντολές της προϊσταμένης του συνιστά το πειθαρχικό παράπτωμα της άρνησης εκτέλεσης υπηρεσίας.
Επειδή, περαιτέρω προβάλλει ότι με μη νόμιμη αιτιολογία κρίθηκε ότι καθυστέρησε αδικαιολόγητα την αποστολή του ωρολογίου προγράμματος του σχολείου εκείνο το σχολικό έτος (2004-2005). Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης, δεν αξιολογήθηκαν τα όσα υποστήριξε με το απολογητικό του υπόμνημα για τα οποία είχε επισυνάψει και σχετικά έγγραφα, δηλαδή ότι είχε αποστείλει ωρολόγιο πρόγραμμα τον Νοέμβριο επί του οποίου έγιναν παρατηρήσεις από την κ. ……. και ότι υπήρχε αδυναμία έγκαιρης συντάξεως οριστικού προγράμματος λόγω ελλείψεως εκπαιδευτικών, γεγονός για το οποίο ήταν ενήμερη και η αναπληρώτρια συντονίστρια και η Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου. Τούτο δε διότι αν τα γεγονότα αυτά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, τότε η καθυστέρηση δεν θα ήταν αδικαιολόγητη.
Επειδή, περαιτέρω υποστηρίζει, σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση της εκπαιδευτικού …….., ότι δεν μπορούσε να την αποδεσμεύσει από τις ώρες που είχε ζητήσει η κ. ……., γιατί δεν μπορούσε να καλύψει τις ώρες με άλλους εκπαιδευτικούς και ότι στο 2649/30-12-2004 έγγραφο του Γ.Γ. του ΥΠΕΠΘ απάντησε με το 1/11-1-2005 έγγραφό του εμμένοντας στην άποψή του ότι η εν λόγω εκπαιδευτικός δεν έπρεπε να αποσπαστεί για διδασκαλία σε Αγγλικό Πανεπιστήμιο. Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, ο αιτών όφειλε να εκτελέσει τις εντολές του προϊσταμένου του, ανεξάρτητα αν τις θεωρούσε ορθές ή μη νόμιμες, επομένως με νόμιμη αιτιολογία θεωρήθηκε ότι αρνήθηκε υπηρεσία.
Επειδή, από τα άνω προκύπτει ότι με νόμιμη αιτιολογία κρίθηκε ότι υπέπεσε στο παράπτωμα της περ ε` της παρ 1 του άρθρου 107 του Υ.Κ. ενώ με μη νόμιμη για την περίπτωση της περ στ` της άνω διάταξης. Επομένως η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Διοίκηση για να ερευνηθεί εκ νέου η επιβολή πειθαρχικής ποινής σε βάρος του αιτούντος, αφού για την επιβολή – επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής της επίπληξης, με την προσβαλλόμενη πράξη θεωρήθηκε ότι υπέπεσε και στα δύο παραπτώματα (άρθρο 111 παρ 2 Υ.Κ.) κατά μερική αποδοχή της αίτησης. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αιτούντα, ενώ η δικαστική δαπάνη, εν όψει των άνω περιστάσεων πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αιτούντα.
Ακυρώνει την 217α /23-11-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, κατά το μέρος που αφορά στο παράπτωμα του άρθρου 107 παρ 1 περ στ` του ν 2683/1999.
Αναπέμπει την υπόθεση στον Γενικό Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ για να ενεργήσει τα νόμιμα σύμφωνα με το σκεπτικό.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2007.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΝΙΑΔΗΣ
Δημοσιεύθηκε στην ίδια πόλη στις 31 Ιανουαρίου 2007 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΦΛΥΝΤΖΑΝΗ
Ε.Φ.
