1728/2016 ΤΜΗΜΑ V
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2015, με την ακόλουθη σύνθεση: Μαρία Βλαχάκη, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Ελένη Λυκεσά και Δημήτριος Πέππας, Σύμβουλοι, Χριστίνα Κούνα και Άννα Παπαπαναγιώτου (εισηγήτρια), Πάρεδροι, που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, Κωνσταντίνος Τόλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα.
Γραμματέας: Ιωάννα Ευθυμίου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΔΕ με βαθμό Γ΄).
Για να δικάσει την από 31 Μαΐου 2013 (αριθμ. κατάθ. στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου: 389/3.6.2013, αριθμ. βιβλ. δικογρ. V Τμ. Ελ.Συν. 5/21.1.2014) ανακοπή του Δημητρίου Κολώνη του Αριστείδη, κατοίκου Βόλου Μαγνησίας (οδός 54ου Συντάγματος 63), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Χαρμάνη (Α.Μ. Δ.Σ. Βόλου: 160),
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη εκτελεστική δίκη από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου που επισπεύδει την εκτέλεση, ο οποίος παραστάθηκε δια του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου,
κατά του Υπουργού Εθνικής Άμυνας και
κατά των α) 3181/25.4.2013 πράξης ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, β) 3831/2.5.2013 ατομικής ειδοποίησης χρεών του Προϊσταμένου της ίδιας Δ.Ο.Υ., γ) Φ. 861/76/691598/Σ.2890/ 6.4.2011 καταλογιστικής πράξης του Υπουργού Εθνικής Άμυνας (Διεύθυνση Οικονομικού 3α του Γενικού Επιτελείου Στρατού) και δ) κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης που επέδρασε στην έκδοση των ανωτέρω.
Κατά τη συζήτηση, που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε :
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της ανακοπής.
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της ανακοπής. Και
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία και
Σκέφθηκε κατά το νόμο
Αποφάσισε τα ακόλουθα :
Ι. Με την υπό κρίση ανακοπή, η οποία παραπέμφθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, με την 92/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου (2ο Μονομελές) και για την άσκησή της έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (με τα 3398835 και 3534941 Σειράς Α΄ έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου), όπως οι λόγοι της αναπτύσσονται με το από 22.4.2015 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα,ζητείται η ακύρωση της 3181/25.4.2013 πράξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακά σε βάρος του ανακόπτοντος, Εθελοντή Μακράς Θητείας Αρχιλοχία (ΤΘ), το ποσό των 356.673,76 ευρώ, προερχόμενο από καταλογισμό του, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με άλλους πέντε συναδέλφους του, δυνάμει της συμπροσβαλλόμενης Φ. 861/76/691598/ Σ.2890/6.4.2011 πράξης του Υπουργού Εθνικής Άμυνας (Διεύθυνση Οικονομικού 3α του Γενικού Επιτελείου Στρατού), λόγω της κατά το χρονικό διάστημα από 14.1. έως 4.5.2008 δημιουργίας ελλείμματος ποσού 348.314,22 ευρώ στο Στρατιωτικό Πρατήριο Ρόδου, στο οποίο ο ανωτέρω υπηρετούσε ως Τμηματάρχης Τμήματος Μονάδων, καθώς και της 3831/2.5.2013 ατομικής ειδοποίησης χρεών του Προϊσταμένου της ίδιας Δ.Ο.Υ., με την οποία κλήθηκε αυτός να καταβάλει το ως άνω ταμειακά βεβαιωθέν ποσό.
ΙΙ. Α. Η υπό κρίση ανακοπή αρμοδίως εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθόσον οι διαφορές από τη διοικητική εκτέλεση καταλογισμών δημοσιονομικού χαρακτήρα, όπως εν προκειμένω, υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφού σ’ αυτήν υπάγονται και οι διαφορές από τις καταλογιστικές πράξεις, βάσει των οποίων επισπεύδεται η εκτέλεση (V Τμ. Ελ. Συν. 2120/2015, 4911, 3816, 2161/2013, 1178/2012, 2720, 88/2011 κ.ά.). Η ανακοπή αυτή, παραδεκτώς στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη εκτελεστική δίκη από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου που επισπεύδει την εκτέλεση -άρθρα 217 παρ. 1 εδ. β΄ και 219 παρ. 2 εδ. α΄ του Κ. Διοικ. Δικ. (V Τμήμα Ελ. Συν. 4202/2014, 2176/2013, 1178/2012, 2034/2011, 266/2010, 1852/2009), απαραδέκτως στρέφεται και κατά του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, ο οποίος δεν νομιμοποιείται παθητικά να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο, και ως εκ τούτου, πρέπει κατά το μέρος αυτό να απορριφθεί. Περαιτέρω κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω ατομικής ειδοποίησης χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, είναι απαράδεκτη, διότι το επέχον θέση πρόσκλησης καταβολής του χρέους του προς το Δημόσιο και ενημέρωσης του ανακόπτοντος για το ύψος της οφειλής του αυτό έγγραφο, δεν συνιστά εκτελεστή πράξη, αλλά μη υποκείμενο σε ανακοπή πληροφοριακό έγγραφο (V Τμ. Ελ. Συν. 4911/2013, 3044, 2034/2011, 2519, 1275/2010). Ομοίως ως απαράδεκτη πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση ανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης της διοίκησης που επέδρασε στην έκδοση των προαναφερθεισών συμπροσβαλλόμενων πράξεων, αφού η αόριστη μνεία τους στο δικόγραφο είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (άρθρο 53 του π.δ/τος 1225/1981, V Τμήμα Ελ. Συν. 2994, 2648, 2017, 603/2014, 1627/2011 κ.ά.).
Β. Το ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (Κ.Ε.Δ.Ε.) (ΦΕΚ Α΄ 90) ορίζει, στο άρθρο 1 παρ. 1, ότι: «Η είσπραξις των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος» και στο άρθρο 2, ότι: «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, (…), ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου (…). 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται (…)». Εξάλλου, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97), ο οποίος κατά το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), εφαρμόζεται αναλόγως και στη δίκη ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ορίζει στο άρθρο 217, που περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο Β΄, που επιγράφεται «Ανακοπή», του πρώτου Τίτλου «Διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημόσιων εσόδων» του Πρώτου Τμήματος «Διαδικασία διαφορών διοικητικής εκτέλεσης» του Δεύτερου Μέρους, που τιτλοφορείται «Ειδικές Διαδικασίες», ότι: «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης». Εξ ετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 80 παρ. 1 του Κώδικα νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (ΦΕΚ Α΄ 52/28.2.2013) (βλ. και ταυτοσήμου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 15 παρ. 13 του π.δ/τος 774/1980, που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης καταλογιστικής πράξεως), οι καταλογιστικές πράξεις των Υπουργών υπόκεινται σε έφεση.
Γ. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και ενόψει όσων ευθέως συνάγονται από τον τίτλο και το γράμμα της διάταξης του άρθρου 217 αλλά και από την αιτιολογική έκθεση του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, κατά τα οποία -και κατ’ εξαντλητική ρύθμιση- με την ανακοπή προσβάλλονται όλες οι πράξεις που εκδίδονται από την ταμειακή βεβαίωση της οφειλής έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκτέλεσης, συνάγεται ότι η προηγηθείσα αυτής και συνιστώσα τον νόμιμο τίτλο της βεβαιούμενης προς άμεση είσπραξη απαίτησης του Δημοσίου καταλογιστική πράξη απαραδέκτως προσβάλλεται ευθέως με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής, δύναται δε να προσβληθεί παραδεκτώς με έφεση.
Δ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά και λαμβάνοντας υπόψη ότι, ανεξαρτήτως της επιγραφής του ως ανακοπής, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα στρέφεται ρητώς και κατά της Φ. 861/76/691598/ Σ.2890/6.4.2011 καταλογιστικής πράξης του Υπουργού Εθνικής Άμυνας (Διεύθυνση Οικονομικού 3α του Γενικού Επιτελείου Στρατού), κατά της νομιμότητας της οποίας προβάλλει συγκεκριμένους λόγους, το Δικαστήριο κρίνει, κατ’ ορθή εκτίμηση του οικείου δικογράφου (βλ. Ολ.Ελ.Συν. 1510/2005, ΣτΕ 3593/2013), ότι, παραδεκτώς κατ’ άρθρο 227 παρ. 2 του αναλογικώς εφαρμοστέου εν προκειμένω (βλ. άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σωρεύεται σ’ αυτό και έφεση κατά της ως άνω, συνιστώσας τον νόμιμο τίτλο, βάσει του οποίου εχώρησε η ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση, καταλογιστικής πράξης. Κατ’ ακολουθίαν δε τούτου η έφεση αυτή πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμό της.
ΙΙΙ. Α. Ο Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (ΦΕΚ Α΄ 52/28.02.2013), ορίζει στο άρθρο 73, ότι: «1. Το ένδικο βοήθημα ή μέσο, πλην αυτού που ασκείται από τους Υπουργούς, τα ΝΠΔΔ και το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν, έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, δεν προσκομισθεί το προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Το δικαστήριο, αν μέχρι την πρώτη συζήτηση δεν καταβληθεί παράβολο ή αυτό που καταβλήθηκε είναι ελλιπές, κατ’ αίτηση του υπόχρεου για την καταβολή, χορηγεί σ’ αυτόν προθεσμία μέχρι πέντε ημερών, η οποία αρχίζει από την επομένη της συζήτησης της υπόθεσης, για την καταβολή ή τη συμπλήρωση του παραβόλου και την προσκόμιση του αποδεικτικού καταβολής τους. Σε περίπτωση που η συζήτηση διεξαχθεί χωρίς να παρασταθεί ο υπόχρεος, το παράβολο μπορεί να καταβληθεί και να προσκομισθεί το αποδεικτικό καταβολής του εντός της ως άνω προθεσμίας των πέντε ημερών. 2. (…). 3. Το παράβολο ορίζεται: α) (…), δ) για τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα κατά καταλογιστικών πράξεων ή αποφάσεων και για τις χρηματικού αντικειμένου διαφορές σε ποσοστό ένα τοις εκατό του αμφισβητούμενου ποσού, χωρίς τις τυχόν προσαυξήσεις. Το αναλογικό παράβολο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριάντα ευρώ. Αν υπερβαίνει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό και το τυχόν επιπλέον οφειλόμενο παράβολο καταλογίζεται με την απόφαση, σε περίπτωση απόρριψης ή εν μέρει αποδοχής του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου. (…). 4. Το παράβολο, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο γίνει δεκτό ή υποβληθεί παραίτηση ή καταργηθεί η δίκη για οποιονδήποτε λόγο, αποδίδεται σε αυτόν που το κατέβαλε. Αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορριφθεί, καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου, ενώ αν γίνει δεκτό εν μέρει, το παράβολο αποδίδεται κατά ένα μέρος του, το οποίο καθορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου. (…). 5. (…)».
Β. Το π.δ. 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α΄ 304) ορίζει στο άρθρο 71, ότι: «Το δικαστήριο δύναται να διατάξη και την εκ νέου συζήτησιν της υποθέσεως, προς πληρεστέραν αυτής διερεύνησιν, εάν αύτη είναι απαραίτητος, προς διάγνωσιν της διαφοράς. Η ούτω επαναλαμβανομένη συζήτησις θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης».
Γ. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο ιδιώτης διάδικος, που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έχει την υποχρέωση να καταβάλει μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσής του στο ακροατήριο, το προβλεπόμενο από τον νόμο παράβολο, την καταβολή του οποίου αποδεικνύει, με την προσκόμιση του αποδεικτικού καταβολής. Σε περίπτωση που ως τη δημοσία συζήτηση της υπόθεσης δεν έχει καταβάλει ή έχει καταβάλει ελλιπές παράβολο, παρέχεται σ’ αυτόν η δυνατότητα να ζητήσει από το δικαστήριο και να λάβει προθεσμία μέχρι πέντε ημερών, αρχομένη από την επόμενη της συνεδρίασης, εντός της οποίας οφείλει να καταβάλει ή να συμπληρώσει το παράβολο και να προσκομίσει στο δικαστήριο το σχετικό αποδεικτικό κατάθεσης, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (βλ. αποφ. Ελ.Συν. Ι Τμ. 1443/2006, 1169, 312/2003, IV Τμ. 480 Α/2007). Υπό το φως δε της αρχής της δικονομικής επιείκειας, που πηγάζει από το κατοχυρωμένο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα δικαστικής προστασίας, η τήρηση της ανωτέρω δικονομικής προϋπόθεσης, που έχει τεθεί για την παροχή του δικαιώματος αυτού, ως αποβλέπουσα στην αποτροπή άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων εφέσεων χάριν της εύρυθμης λειτουργίας του δικαστηρίου και της ανάγκης αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης (βλ απόφ. Ελ.Συν. Ολ. 2006/2008, VII Τμ. 1749/2007), διασφαλίζεται με την επανάληψη της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος, στην περίπτωση που ο από το Δικαστήριο ορθός νομικός χαρακτηρισμός του ως έφεσης εχώρησε, κατ’ εκτίμηση του εισαγωγικού δικογράφου, μετά την πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση. (IV Τμ. 1531/2010).
IV. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τα αναφερθέντα στη σκέψη Ι της παρούσας, προσαρτημένα στο εισαγωγικό δικόγραφο αποδεικτικά, ναι μεν προσκομίστηκε το προσήκον για το βοήθημα της ανακοπής παράβολο ποσού 100 ευρώ, πλην όμως τούτο υπολείπεται εκείνου που κατά νόμο απαιτείται επιπλέον για το σωρευόμενο ένδικο βοήθημα της έφεσης και το οποίο, ανερχόμενο σε ποσοστό ένα τοις εκατό του αμφισβητούμενου ποσού του καταλογισμού ύψους 348.314,22 ευρώ, υπερβαίνει το ποσό των 1.500 ευρώ, το οποίο έπρεπε μεν να προκαταβληθεί κατ’ άρθρο 73 παρ. 3 εδάφ. γ΄ του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά για την καταβολή του οποίου δεν ζητήθηκε προθεσμία από τον παραστάντα, κατά τα ανωτέρω, διάδικο. Το Δικαστήριο, όμως, λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρώτον με την παρούσα απόφασή του προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό του ενδίκου βοηθήματος ως έφεσης κατά της Φ. 861/76/691598/ Σ.2890/6.4.2011 καταλογιστικής πράξης του Υπουργού Εθνικής Άμυνας σωρευόμενης μετά της ανακοπής κατά της επ’ αυτής ερειδόμενης 3181/25.4.2013 πράξης ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, κρίνει ότι για τη διασφάλιση του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας του ανακόπτοντος και εκκαλούντος, όπως τούτο ερμηνεύεται υπό το φως της αρχής της δικονομικής επιείκειας, πρέπει να παρασχεθεί σ’ αυτόν η ευχέρεια της συμπλήρωσης του ελλείποντος παραβόλου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, συντρέχει νόμιμος λόγος επανάληψης της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της σωρευόμενης έφεσης κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας. Περαιτέρω δε, για το ενιαίο της κρίσης του Δικαστηρίου, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της σωρευόμενης ανακοπής. Ακολούθως, πρέπει να οριστεί νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της ένδικης έφεσης κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Διατάσσει την εκ νέου συζήτηση της από 31.3.2013 ανακοπής-έφεσης σε δικάσιμο που θα ορισθεί αρμοδίως με την εγγραφή της στο οικείο πινάκιο και την κατ’ αυτήν νόμιμη κλήτευση των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου και 4 Δεκεμβρίου 2015.
| Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΠΑΡΕΔΡΟΣ |
| ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΑΚΗ | ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΙΩΑΝΝΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 17 Ιουλίου 2016.
| Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΑΚΗ | ΠΕΛΑΓΙΑ ΚΡΗΤΙΚΟΥ |
