ΕΣ Ι τμ. Σ.2/19.1.2016 πρακτικό, ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ, ΜΗ ΑΡΣΙΜΕΣ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ, 28 %6 ΚΝΕΣ, ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΛΟΓΩ ΜΗ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΝΔΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

Ε.Σ

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

             ΤΜΗΜΑ Ι

———————————–

Συνεδρίαση 2η/19.1.2016

Π Ρ Α Κ Τ Ι Κ Α

Αποτελούμενο από την Πρόεδρο του Τμήματος Άννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδρο, τους Συμβούλους, Μαρία Αθανασοπούλου και Δημήτριο Τσακανίκα και τους Παρέδρους, Αριστοτέλη Σακελλαρίου και Λήδα Χαραλαμπίδου, συνήλθε στις 19 Ιανουαρίου 2016 στην αίθουσα διασκέψεων του Καταστήματός του, που βρίσκεται στην Αθήνα.

Κατά τη συνεδρίαση αυτή εξέτασε την εξής υπόθεση:

ΘΕΜΑ  Α΄

Την από 17.12.2015 έκθεση του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Αμαρουσίου, με την οποία αμφιβάλλει ως προς το ουσιαστικό μέρος της δαπάνης που πληρώθηκε με το 17, οικονομικού έτους 2015, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ» του Δήμου Κηφισιάς, ποσού 425,80 ευρώ, που αντιστοιχεί στην πρώτη μισθοδοσία της υπαλλήλου αυτού Δάφνης -Τατιάνας Παπανικολάου.

Στην υπόθεση αυτή ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ευάγγελος Καραθανασόπουλος, με την 138/23.12.2015 έγγραφη γνώμη πρότεινε να προβεί το Τμήμα σε ανακοίνωση της υπό κρίση περίπτωσης στον Υπουργό Οικονομικών και τον αρμόδιο Υπουργό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 28 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013.

Η Σύμβουλος Μαρία Αθανασοπούλου, που ορίστηκε εισηγήτρια της υπόθεσης, εξέθεσε τα ακόλουθα:

Ι. Με την από 17.12.2015 έκθεσή του ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Αμαρουσίου αναφέρει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 6 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, τις αμφιβολίες του ως προς το ουσιαστικό μέρος της δαπάνης που πληρώθηκε με το 17, οικονομικού έτους 2015, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ» του Δήμου Κηφισιάς, ποσού 425,80 ευρώ και αφορούσε στην καταβολή της πρώτης μισθοδοσίας σε  εργαζόμενη, η οποία κατετάγη σε προσωποπαγή θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άνω δημοτικού νομικού προσώπου, σε συμμόρφωση προς την 453/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών Διαφορών), η οποία κατέστη τελεσίδικη λόγω μη άσκησης ενδίκων μέσων κατ’ αυτής, μετά την 14/20.2.14 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ίδιου νομικού προσώπου, με την οποία αποφασίσθηκε η μη άσκηση περαιτέρω ενδίκων μέσων κατά της ανωτέρω απόφασης, που μετατρέπει τη σύμβαση της ως άνω εργαζόμενης στο ν.π.δ.δ. «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ», από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, ο Επίτροπος αμφιβάλλει ως προς το ουσιαστικό μέρος της δαπάνης που πληρώθηκε με το προαναφερόμενο χρηματικό ένταλμα, καθόσον έχει τη γνώμη ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 72 του ν. 3852/2010, παραιτήθηκε από την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της ανωτέρω απόφασης, με αποτέλεσμα  αυτή να τελεσιδικήσει και, περαιτέρω, να καταστεί αμετάκλητη. Με την ενέργειά του αυτή δημιουργήθηκε υποχρέωση του άνω ν.π.δ.δ. να προσλάβει έναν επιπλέον υπάλληλο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε προσωποπαγή θέση, με αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση αυτού (ν.π.δ.δ.).

ΙΙ. Α. Το άρθρο 98 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζει ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α) Ο έλεγχος των  δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό. (…) 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει». Περαιτέρω, το άρθρο 28 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (Α΄ 52/28.2.2013), ορίζει ότι: «1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο: α) (…) β) Ασκεί, κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος, τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των Ο.Τ.Α. ή άλλων νομικών προσώπων που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στον έλεγχό του, με σκοπό τη βεβαίωση ότι υπάρχει γι’ αυτές πίστωση που έχει νόμιμα χορηγηθεί και ότι κατά την πραγματοποίησή τους τηρήθηκαν οι διατάξεις του νόμου για το δημόσιο λογιστικό ή κάθε άλλη διάταξη νόμου, διατάγματος ή κανονιστικής απόφασης (…) 3. Κατά τον έλεγχο που ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο επιτρέπεται η εξέταση και των ζητημάτων που αναφύονται παρεμπιπτόντως, με την επιφύλαξη των διατάξεων για το δεδικασμένο (…) 5. Ο έλεγχος της σκοπιμότητος των διοικητικών πράξεων εκφεύγει της αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 6. Σε περίπτωση αμφιβολιών του Επιτρόπου, που αναφέρονται στο ουσιαστικό μέρος της δαπάνης, θεωρείται μεν το ένταλμα, αναφέρεται δε συγχρόνως η περίπτωση στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο ύστερα από αξιολόγηση την ανακοινώνει στον Υπουργό Οικονομικών και στον αρμόδιο κατά περίπτωση Υπουργό (…)».

Β. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι:

1. Ο συνταγματικός νομοθέτης ανέθεσε στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ως ανώτατο δικαστήριο, τον δικαστικής φύσεως έλεγχο των δημοσίων δαπανών, αρμοδιότητα καίριας σημασίας για την πλήρη και αποτελεσματική προστασία του δημοσίου χρήματος. Ως «έλεγχος των δαπανών» νοείται τόσο ο «τυπικός» έλεγχος, δηλαδή η διαπίστωση της τήρησης κατά τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος των υπό των υφιστάμενων διατάξεων επιβαλλόμενων προϋποθέσεων (έλεγχος «νομιμότητας και κανονικότητας της διαχείρισης») όσο και ο «ουσιαστικός» έλεγχος, δηλαδή η εξακρίβωση της αλήθειας των αναφερομένων γεγονότων ή στοιχείων στα δικαιολογητικά για την πληρωμή της δαπάνης, και, περαιτέρω, η διαπίστωση εάν οι διαχειριστικές πράξεις των αρμοδίων οργάνων έγιναν βάσει των αρχών της χρηστής δημόσιας διαχείρισης και με σκοπό την εξασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, αποκλειομένου, πάντως, του ελέγχου της σκοπιμότητας των οικείων διοικητικών πράξεων, η οποία εκτός του ότι απαγορεύεται ρητά, δεν είναι νοητή λόγω της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών και αποτελεί συνέπεια της δικαστικής φύσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

2. Αν κατά τον ανωτέρω έλεγχο γεννηθούν βάσιμες αμφιβολίες ως προς το ουσιαστικό μέρος της εντελλόμενης με το χρηματικό ένταλμα δαπάνης, δηλαδή αμφιβολίες ως προς την αλήθεια των στοιχείων που περιλαμβάνονται στα υποβληθέντα δικαιολογητικά ή ζητήματα αμφισβήτησης ως προς το κατά πόσο οι πράξεις των αρμοδίων οργάνων έγιναν κατά παράβαση των αρχών της χρηστής δημόσιας διαχείρισης και για βλάβη του δημοσίου συμφέροντος, τότε ο αρμόδιος Επίτροπος, αν δεν υφίσταται άλλος νόμιμος λόγος που να επιβάλει τη μη θεώρηση, θεωρεί μεν το χρηματικό ένταλμα, αναφέρει δε συγχρόνως την περίπτωση στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

3. Το Τμήμα, μετά από αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, εφ’ όσον κρίνει ότι είναι βάσιμες οι αμφιβολίες του Επιτρόπου, προβαίνει σε ανακοίνωση του θέματος στον Υπουργό Οικονομικών και τον αρμόδιο κατά περίπτωση Υπουργό (βλ. ομοίου περιεχομένου διατάξεις του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου-π.δ. 774/1980, πρβλ. Ε.Σ. Πρακτικά 8ης Συν./06.05.2008, 5ης  Συν./19.2.2004 Ι Τμ. και βλ. Πρακτικά 12ης Συν/5.7.2013 Ι Τμ.).

   ΙΙΙ. Α. 1 Ο ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α΄ 87) ορίζει στο άρθρο 103 ότι: «1. Κάθε δήμος μπορεί να συνιστά ή να έχει: α) Έως δύο (2) νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ένα για τους τομείς αρμοδιοτήτων κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης και παιδείας και ένα για τους τομείς πολιτισμού, αθλητισμού και περιβάλλοντος (…). 2. Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που περιέρχονται στο νέο δήμο σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο, συγχωνεύονται υποχρεωτικά σε ένα νομικό πρόσωπο για καθέναν από τους τομείς αρμοδιότητας που προβλέπονται στην περίπτωση α΄ της προηγούμενης παραγράφου (…). 4. Με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την εγκατάσταση των νέων δημοτικών αρχών ορίζονται το όνομα, ο σκοπός, η διοίκηση, η περιουσία και οι πόροι του νομικού προσώπου που προκύπτει από τη συγχώνευση. (…) Στην ίδια συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου ορίζεται το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 240 του ν. 3463/2006, όπως ισχύει (…). 5.  Από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το νέο νομικό πρόσωπο που δημιουργείται, υποκαθιστά αυτοδικαίως τα νομικά πρόσωπα που συγχωνεύθηκαν σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (…) εξομοιούμενο με καθολικό διάδοχο. (…)».

   2. Περαιτέρω, ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α’ 114), ορίζει στο άρθρο 240 ότι: «1. Τα δημοτικά ή κοινοτικά νομικά πρόσωπα διοικούνται από το διοικητικό συμβούλιο, που αποτελείται από πέντε έως δεκαπέντε μέλη, τα οποία μαζί με τους αναπληρωτές τους ορίζονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της κοινότητας, δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβουλοι (…). 2. Οι διατάξεις των άρθρων 227 παράγραφος 5, 234, 235 και των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 236 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα αυτά. Τα θέματα, τα σχετικά με τη λειτουργία του νομικού προσώπου ρυθμίζονται με κανονισμούς που εγκρίνουν τα δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια.  (…)».

2.1  Εξάλλου, με την 57/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κηφισιάς (Β΄ 1130/3.6.2011) εγκρίθηκε, κατ’ εφαρμογή του άνω άρθρου 103 του ν. 3852/2010, η συγχώνευση των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) του Δήμου: α) ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ και β) ΔΡΥΜΠΕΤΕΙΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ ΥΓΕΙΑΣ και η σύσταση νέου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ», το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 103 του ν. 3852/2010, καθώς και από τα άρθρα 239-240 του ν. 3463/2006, ορίστηκε δε ότι διοικείται από δεκαπενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, που θα ορίζεται από το Δημοτικό Συμβούλιο, μαζί με τους αναπληρωτές του.

   3. Τέλος, το άρθρο 72 του άνω ν. 3852/2010, υπό τον τίτλο «Οικονομική επιτροπή – Αρμοδιότητες», το οποίο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εφαρμόζεται και για τα όργανα διοίκησης (Διοικητικό Συμβούλιο ή τριμελή εκτελεστική επιτροπή, σε περίπτωση σύστασης αυτής, βλ. άρθρα 240Α και 233 του ν. 3463/2006) των δημοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, λόγω της, κατά τα ανωτέρω, άμεσης συνάρτησης και του λειτουργικού δεσμού τους με τους οικείους δήμους στην εδαφική περιφέρεια των οποίων συνιστώνται, ορίζει ότι: «1. Η οικονομική επιτροπή είναι όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας του δήμου. Ειδικότερα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) (…) ιγ) αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων, ιδ) (…) 2. Για τις περιπτώσεις ιβ΄, ιγ΄ και ιδ΄ της προηγούμενης παραγράφου, η απόφαση λαμβάνεται ύστερα από γνωμοδότηση δικηγόρου, η ανυπαρξία της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης. Προκειμένου για μισθολογικές απαιτήσεις, κάθε μορφής, περιλαμβανομένων και των επιδομάτων, δεν είναι δυνατή η παραίτηση από την άσκηση ενδίκων μέσων, ο δικαστικός ή εξώδικος συμβιβασμός και η κατάργηση δίκης, εκτός από τις περιπτώσεις που το νομικό ζήτημα έχει κριθεί με απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου».

Β. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι είναι δυνατή η παραίτηση από την άσκηση ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων, οι οποίες αφορούν μισθολογικές απαιτήσεις, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) Δήμου, κατόπιν γνωμοδότησης δικηγόρου αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι το νομικό ζήτημα έχει κριθεί με απόφαση ανώτατου δικαστηρίου (βλ. Ε.Σ. Ι Τμ. Πρακτικά 15ης Συν/.17.10.2014).

ΙV. Στην υπό κρίση υπόθεση, από τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν το ανωτέρω χρηματικό ένταλμα πληρωμής, προκύπτουν τα ακόλουθα:    Η Δάφνη–Τατιάνα Παπανικολάου, εργαζόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης για τα χρονικά διαστήματα από 10.2.2006 έως 10.8.2007 και από 6.5.2008 έως 5.11.2009, καθώς και με τρεις διαδοχικές συμβάσεις: i. από 23.6.2010 έως 23.7.2010 για κάλυψη εποχικών αναγκών, ii. με σύμβαση μίσθωσης έργου διάρκειας από 6.10.2010 έως 5.10.2011 και iii. σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 25.1.2012 έως 24.9.2012, αρχικά στο Δήμο Κηφισιάς και στη συνέχεια στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου του ιδίου Δήμου με την επωνυμία «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ», κατέθεσε, στις 26.10.2012, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2.10.2012 αγωγή της (αριθμ. καταθ. δικογρ. 4941/2012) κατά του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ βαθμού με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ» και του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ» του Δήμου Κηφισιάς, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί το μεν ότι συνδέεται με το ανωτέρω νομικό πρόσωπο, άλλως με το Δήμο Κηφισιάς, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το δε η ακυρότητα της απόλυσής της που έλαβε χώρα με την παύση αποδοχής της εργασίας της στην ημερομηνία λήξης της τελευταίας ως άνω σύμβασης, καθώς και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της στην ίδια θέση και ειδικότητα (Ψυχολόγου), καταβάλλοντάς της τις νόμιμες αποδοχές. Σχετικώς, εκδόθηκε η 453/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών Διαφορών), με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της εν λόγω εργαζόμενης. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι, δεδομένου ότι η ίδια «…τοποθετήθηκε το 2006 στις διοικητικές υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως διοικητική υπάλληλος και συγκεκριμένα ως ψυχολόγος, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα έως σήμερα, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δεύτερου εναγομένου, αφού οι ως άνω υπηρεσίες, όπου εργαζόταν, χρειαζόταν, για την ομαλή λειτουργία τους, σε σταθερή και καθημερινή βάση…», αναγνώρισε δε ότι η ενάγουσα συνδέεται με το δεύτερο εναγόμενο ν.π.δ.δ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες της ενάγουσας όπως πριν, και αυτό μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής, άλλως το νομικό αυτό πρόσωπο για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του προς την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου θα καταβάλει το ποσό των 300,00 ευρώ, ως χρηματική ποινή.  Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, λόγω μη άσκησης ενδίκων μέσων κατ’ αυτής (βλ. το αριθμ. 4296/11.4.2014 πιστοποιητικό Γραμματέα Πρωτοδικείου  Αθηνών), καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο του άνω νομικού προσώπου, με την 14/21.2.2014 απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη το με αρ. πρωτ. 8544/19.2.2014 γνωμοδοτικό σημείωμα του νομικού συμβούλου του Δήμου Κηφισιάς, δικηγόρου Λεωνίδα Λώρα, σύμφωνα με το οποίο «… δεν είναι δυνατή η παραίτηση από την άσκηση ενδίκων μέσων εκ μέρους του Δήμου, εκτός αν η αντίδικος παραιτηθεί ρητά από κάθε περαιτέρω αξίωση και απαίτησή της οικονομικής, χρηματικής, περιουσιακής φύσης, που αφορά την εργασιακή της σχέση με το Ν.Π.Δ.Δ. και τον Δήμο Κηφισιάς μέχρι σήμερα…  . Τούτο γιατί στην περίπτωση αυτή…….. θα ικανοποιείται πλήρως ο σκοπός του νομοθέτη ως προς τη μη οικονομική επιβάρυνση  του Δήμου και των Νομικών Προσώπων αυτού, λόγω της πλήρους απαλλαγής τους από την καταβολή κάθε χρηματικού ποσού» και την από 18.2.2014 σχετική υπεύθυνη δήλωση παραίτησης της ανωτέρω εργαζομένης, ενέκρινε ομόφωνα την εισήγηση της Προέδρου του περί μη ασκήσεως περαιτέρω ενδίκων μέσων κατά της προαναφερθείσας πρωτόδικης απόφασης. Ακολούθως, με την 31/30.5.2014 απόφασή του, η οποία εγκρίθηκε με την οικ. 82781/54381/16.12.2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης (Β΄3527/30.12.2014), το Διοικητικό Συμβούλιο του άνω νομικού προσώπου, αποφάσισε, σε συμμόρφωση προς την προμνησθείσα (τελεσίδικη) δικαστική απόφαση, τη σύσταση αντίστοιχης (ΠΕ Ψυχολόγος) προσωποπαγούς θέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο προαναφερόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ««ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ» του Δήμου Κηφισιάς. Τέλος, κατόπιν της ΔΙΠΑΑΔ/Φ.Κ/2/4958 απόφασης κατανομής προσωπικού σε εκτέλεση αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων στους ΟΤΑ α΄και β΄ βαθμού (Β΄ 544/6.4.2015), με την 26/300/24.4.2015 απόφαση του Προέδρου του άνω ν.π.δ.δ. διορίστηκε η εν λόγω εργαζόμενη στην προσωποπαγή αυτή θέση (βλ. σχετ. αποφ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης, Β΄ 1177/18.11.2015). Για την καταβολή δε στην ανωτέρω της πρώτης μισθοδοσίας της (18.11.2015 έως 30.11.2015) εκδόθηκε το 17, οικονομικού έτους 2015, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του προαναφερόμενου ν.π.δ.δ., ποσού 425,80 ευρώ, το οποίο υποβλήθηκε στην Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Αμαρουσίου προς θεώρηση. Ο Επίτροπος, ενόψει του απορρέοντος από την ανωτέρω δικαστική απόφαση δεδικασμένου (βλ. σχετ. Πρακτικά Ολομ. Ε.Σ. 3ης Γεν.Συν./17.2.2010), θεώρησε το εν λόγω χρηματικό ένταλμα, ανέφερε δε με την από 17.12.2015 έκθεσή του, λόγω αμφιβολιών του ως προς το ουσιαστικό μέρος της δαπάνης, την περίπτωση στο Τμήμα τούτο.

V. Με δεδομένα αυτά τα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη, η μη άσκηση από μέρους του αρμοδίου οργάνου (Διοικητικού Συμβουλίου) του άνω δημοτικού νομικού προσώπου έφεσης κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν παρίσταται δικαιολογημένη, καθόσον το νομικό ζήτημα της πρωτόδικης αυτής απόφασης δεν έχει κριθεί με απόφαση ανώτατου δικαστηρίου, δεδομένου ότι η ανωτέρω εργαζόμενη προσλήφθηκε από το νομικό πρόσωπο μετά τις 19.7.2004, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 «Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα» (Α΄ 134/19.7.2004-Διόρθωση σφαλμάτων στο Α 135/19.7.2004), βάσει του οποίου έκρινε ο Άρειος Πάγος ότι «επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργείς και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου» (σχετ. ΑΠ 19, 20/2007, 7/2011, 455/12, 79/2013). Επομένως, εν προκειμένω, δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της προεκτεθείσας παραγράφου 2 του άρθρου 72 του ν. 3852/2010, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι προηγήθηκε η προβλεπόμενη κατά τη διάταξη αυτή γνωμοδότηση, κατά συνέπεια, τα μέλη του Δ.Σ. του νομικού προσώπου με την επωνυμία «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ» του Δήμου Κηφισιάς ενήργησαν κατά παράβαση των αρχών της χρηστής δημόσιας διαχείρισης και προς βλάβη των οικονομικών συμφερόντων αυτού (νομικού προσώπου), καθόσον αυτό έπρεπε να ασκήσει ένδικο μέσο και όχι αντιθέτως να καταστήσει με τη μη άσκηση αυτού αμετάκλητη την ως άνω πρωτόδικη δικαστική απόφαση, με περαιτέρω συνέπεια την ένταξη στο προσωπικό του επιπλέον προσωπικού με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση ιδιωτικού δικαίου, και την αντίστοιχη πρόκληση δαπάνης σε βάρος του προϋπολογισμού του (Κ.Α.15.6021.01 και 15.6052.01), συντρέχει δε περίπτωση ανακοίνωσης της υπόθεσης αυτής στους Υπουργούς Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 28 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (βλ. Ε.Σ. Πρακτικά Ι Τμ. 12ης Συν/5.7.2013).

VI. Το Τμήμα, ύστερα από συζήτηση μεταξύ των μελών του, δέχεται ομόφωνα την εισήγηση της Συμβούλου Μαρίας Αθανασοπούλου και αποφασίζει την κοινοποίηση αντιγράφου του παρόντος πρακτικού στους Υπουργούς Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

          Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

      ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ                                 ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΑΚΙΤΖΙΔΟΥ