ΕΣ Ολομ.23/2010
Συντάξεις δημοσίου ΣύνταξηθανάτουΑΣΥΕ -. ΗχήρακαιταανήλικατέκνατακτικούυπαλλήλουτουΔημοσίου, θανόντοςστηνυπηρεσία, δικαιούνταιναλάβουντηναυξημένη, κατάτουςόρουςτουάρθρου 20 τουΣυνταξιοδοτικού Κώδικα (Σ.Κ.), σύνταξη από το Δημόσιο, εφόσον ο θάνατος του συζύγου και πατέρα τους οφείλεται σε τραύμα ή νόσο που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του. Διαδικασία για την εξακρίβωση των περιστάσεων του παθήματος και της σχέσης του με την υπηρεσία. Η γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε. νομίμως εκφερόμενη, στην περίπτωση θανάτου που οφείλεται σε νόσο, είναι υποχρεωτική για τα αποφασίζοντα ή δικαιοδοτούντα συνταξιοδοτικά όργανα, συνεπώς και για το Ελεγκτικό Συνέδριο, εφόσον είναι ομόφωνη.
——————————————————————————–
Κείμενο Απόφασης
ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
23/2010
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την ακόλουθη σύνθεση : Γεώργιος – Σταύρος Κούρτης, Πρόεδρος, Ευστάθιος Ροντογιάννης, Ιωάννης Καραβοκύρης, Χρήστος Ντάκουρης, Νικόλαος Αγγελάρας, Ελένη Φώτη, Κωνσταντίνος Κανδρής και Γεώργιος Κωνσταντάς, Αντιπρόεδροι, Ηλίας Αλεξανδρόπουλος,Θεοχάρης Δημακόπουλος, Διονύσιος Λασκαράτος, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου (εισηγήτρια), Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Ευάγγελος Νταής, Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα και Αγγελική Μυλωνά, Σύμβουλοι (η Αντιπρόεδρος Φλωρεντία Καλδή και οι Σύμβουλοι Χρυσούλα Καραμαδούκη, Σωτηρία Ντούνη, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Γεωργία Μαραγκού, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη και Δημήτριος Πέππας, απουσίασαν δικαιολογημένα).
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας Γεώργιος Σχοινιωτάκης.
Γραμματέας : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Επίτροπος, Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει τη από 3 Ιουνίου 2008 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 209/4.6.2008) αίτηση, για αναίρεση της 756/2008 οριστικής απόφασης του II Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της …., χήρας …, για την ίδια ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της α) … και β) …, κατοίκων Αθηνών (…), η οποία εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και ζήτησε να εκδικαστεί η υπόθεσή της,
κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη,
Με την 9154/15.6.2005 πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) απορρίφθηκε αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων για κανονισμό σαυτούς (χήρακαιανήλικατέκνα), μετάαπόεπανεξέτασητηςυπόθεσηςσύμφωναμετοάρθρο 53 τουπ.δ.166/2000, σύνταξης από μεταβίβαση, λόγω θανάτου του συζύγου και πατέρα τους Παναγιώτη Μπίμπα, εν ζωή δικαστικού υπαλλήλου, κατά τις διατάξεις περί παθόντων εξαιτίας της υπηρεσίας, με την αιτιολογία ότι με βάση τις οικείες γνωματεύσεις της Ανωτάτης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Σ.Υ.Ε.) ο θάνατος του ανωτέρω δεν προήλθε εξαιτίας της υπηρεσίας.
Μετά την από 24-6-2006 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ως άνω πράξης του Γ.Λ.Κ., το ΙΙ Τμήμα, με τη 2753/2006 προδικαστική απόφαση, ανέβαλε να κρίνει οριστικά την υπόθεση και παρέπεμψε το συνταξιοδοτικό φάκελο στην Ανωτάτη Στρατού Υγειονομική Επιτροπή, προκειμένου να διενεργηθούν όσα ορίζονται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη 756/2008 απόφαση του ΙΙ Τμήματος απορρίφθηκε η ως άνω έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ανωτέρω απορριπτικής πράξης του Γ.Λ.Κ.. Με την αίτηση που κρίνεται και για τους λόγους που αναφέρονται σαυτήζητείταιηαναίρεσητηςπροαναφερόμενηςαπόφασηςτουΙΙΤμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε :
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Αντιπροέδρους Ευστάθιο Ροντογιάννη και Νικόλαο Αγγελάρα και το Σύμβουλο Νικόλαο Μηλιώνη, που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και τη Σύμβουλο Αγγελική Μυλωνά, που αποχώρησε από τη συνεδρίαση, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :
Ι. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 756/2008 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 1544349, 680553, 216269 και 216270 ειδικά έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου, σειράς Α΄), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα. Επομένως, είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, χωρίς να επηρεάζεται η πρόοδος της δίκης από τη δικονομική απουσία της αναιρεσείουσας … και των εκπροσωπουμένων απαυτήαναιρεσειόντωνανηλίκωντέκνωντης, ηοποία, έχοντας κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. την από 2.9.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Ελεγκτικού Συνεδρίου …), εμφανίστηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο και ζήτησε να συζητηθεί η υπόθεσή της (άρθρα 16, 27, 65 παρ. 3 και 117 π.δ. 1225/1981).
ΙΙ. Με τη 18826/2001 πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., όπως τροποποιήθηκε με την 890/2003 όμοια, κανονίστηκε στην αναιρεσείουσα … και στα ανήλικα τέκνα της μηνιαία πολιτική σύνταξη από μεταβίβαση, με βάση την από έτη 12-2-11 υπηρεσία του αποβιώσαντος στην υπηρεσία συζύγου και πατέρα των τέκνων της …, εν ζωή δικαστικού υπαλλήλου. Αίτηση της αναιρεσείουσας να χορηγηθεί σαυτήνκαιστατέκνατηςσύνταξηκατάτιςδιατάξειςπερίπαθόντωνεξαιτίαςτηςυπηρεσίαςαπορρίφθηκε, μετά την τήρηση της οικείας διαδικασίας, με την 7861/2004 πράξη της ίδιας ως άνω υπηρεσίας. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα με την από 21.7.2004 αίτησή της ζήτησε την επανεξέταση της υπόθεσής της, κατεφαρμογήτωνδιατάξεωντουάρθρου 53 τουΣυνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ.166/2000). Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την 9154/2005 πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με τις 2997/17.12.2003 (αρχική) και 180/7.2.2005 (μεταγενέστερη) γνωματεύσεις της Ανωτάτης Στρατού Υγιεονομικής Επιτροπής (Α.Σ.Υ.Ε.), ο θάνατος του συζύγου της αναιρεσείουσας (και πατέρα των τέκνων της) επήλθε μεν ενώ αυτός τελούσε σε υπηρεσία, όχι όμως πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας. Μετά από έφεση των αναιρεσειόντων (χήρας συζύγου και ανήλικων τέκνων) κατά της ανωτέρω απορριπτικής πράξης, το II Τμήμα, με τη 2753/2006 προδικαστική απόφασή του, έκρινε ότι οι οικείες γνωματεύσεις της Α.Σ.Υ.Ε. δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένες και ανέπεμψε το συνταξιοδοτικό φάκελο στην ίδια Επιτροπή, για πληρέστερη αιτιολόγηση της εκφερθείσας κρίσης της. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε μετά την εκτέλεση των διαταχθέντων με την ως άνω προδικαστική απόφαση του Τμήματος, απορρίφθηκε η έφεση τούτων ως αβάσιμη στην ουσία της. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν την ακύρωση της πληττόμενης απόφασης και την παραδοχή της ασκηθείσας έφεσής τους, προβάλλοντας ως αναιρετικό λόγο την παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, με την ειδικότερη μορφή της ελλιπούς αιτιολογίας της οικείας γνωμάτευσης της Α.Σ.Υ.Ε., επί της οποίας θεμελιώνεται η απορριπτική κρίση του Τμήματος.
ΙΙΙ. Ο Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000, ΦΕΚ Α΄ 153), ορίζει, στο άρθρο 1 παρ.1 περ. στ΄, ότι: « 1. Ο τακτικός δημόσιος υπάλληλος που λαμβάνει κάθε μήνα μισθό από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους δικαιούται σε ισόβια σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο: α)
στ) Αναπομακρυνθείοπωσδήποτεαπότηνυπηρεσίαγιατίέγινεσωματικάήδιανοητικάανίκανοςαπότραύμαήνόσημαπουπροήλθεπρόδηλακαιαναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας .
», στοάρθρο 5 παρ. 1 περ. α΄εδάφιοπρώτο, ότι: «ΔικαίωμασεσύνταξηαπότοΔημόσιοΤαμείοέχουν: α) Ηχήρατουυπαλλήλου, απόαυτούςπουαναφέρονταισταάρθρα 1 και 2,
πουπέθανεστηνυπηρεσίαμετουςόρουςτηςπερίπτ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1
»καιστηνπερ. β΄εδάφιοπρώτοτουίδιουάρθρου, ότι: «Ταπαιδιάτουυπαλλήλουπουπέθανεέχονταςτιςπαραπάνωπροϋποθέσεις,
ανταμενκορίτσιαείναιάγαμα, ταδεαγόριαμέχριτησυμπλήρωσητου 18ουεφόσονείναιάγαμα
». Συναφώς, στο άρθρο 20 παρ. 2 και 3 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της απονεμόμενης κατά τις διατάξεις αυτές σύνταξης. Περαιτέρω, το άρθρο 23 του ίδιου ως άνω Κώδικα, στο οποίο περιγράφεται η τηρητέα διαδικασία για την αναγνώριση δικαιώματος σύνταξης παθόντος, ορίζει, στις παραγράφους 1, 2, 3, 4, 5, 6, 8 και 11, ότι: «1. Η αίτηση για άσκηση δικαιώματος σύνταξης για παθόντα εξαιτίας της υπηρεσίας υποβάλλεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον μετά τη γέννηση του δικαιώματος στο Υπουργείο που υπαγόταν ο υπάλληλος. 2. Το Υπουργείο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση υποχρεούται να διαβιβάσει αντίγραφό της στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και το πρωτότυπό της στον Πρόεδρο Πρωτοδικών του τόπου όπου έπαθε ο υπάλληλος για να ενεργηθούν όσα ορίζονται στις παρακάτω παραγράφους
3. ΟΠρόεδροςτωνΠρωτοδικώναναθέτεισεέναδικαστήτουΠρωτοδικείουναπροβείσεένορκεςανακρίσειςσύμφωναμετιςδιατάξειςτηςΠοινικήςΔικονομίαςγιατηνεξακρίβωσητωνπεριστάσεωντουπαθήματοςτουυπαλλήλου, της σχέσης του παθήματος με την υπηρεσία και του χρόνου που εκδηλώθηκαν οι συνέπειές του για πρώτη φορά
4. Οδικαστήςμετάτοτέλοςτωνανακρίσεωντιςυποβάλλειμαζίμεαιτιολογημένοπόρισμάτουγιατοανουπάλληλοςέπαθεπρόδηλακαιαναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του ή όχι στον Πρόεδρο Πρωτοδικών που έδωσε παραγγελία για την ενέργειά τους και αυτός διαβιβάζει το φάκελο των ανακρίσεων και το πόρισμα στην Επιτροπή Απαλλαγών που είναι πλησιέστερη στον τόπο διαμονής του παθόντος. 5. Η Επιτροπή Απαλλαγών, αφού λάβει γνώση των ανακρίσεων και εξετάσει τον παθόντα, γνωματεύει σύμφωνα με την ανεξέλεγκτη επιστημονική της κρίση με πλήρη και επαρκώς αιτιολογημένη γνωμάτευσή της για το είδος και τις συνέπειες του παθήματος, αν αυτό προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του υπαλλήλου ή όχι, για το χρόνο εκδήλωσης του παθήματος και για το βαθμό της ανικανότητας που αναφέρεται στο άρθρο 17. Η Επιτροπή Απαλλαγών γνωμοδοτεί με βάση τα παραπάνω έγγραφα αν δεν είναι δυνατή η εξέταση του παθόντος, είτε γιατί αυτός πέθανε, είτε από την κατάσταση της υγείας του
6. ΟφάκελοςτωνανακρίσεωνμαζίμετηγνωμάτευσητηςπιοπάνωΕπιτροπήςδιαβιβάζεταιστηνΑνωτάτηΣτρατούΥγειονομικήΕπιτροπή (Α.Σ.Υ.Ε.), ηοποίαύστερααπόεξέτασητουπαθόντος, εφόσον αυτή κρίνεται αναγκαία και είναι δυνατή, αποφαίνεται για τα θέματα της προηγούμενης παραγράφου
8
ΗγνωμάτευσητηςΑ.Σ.Υ.Ε. διαβιβάζεταιμεολόκληροτοσχετικόφάκελοστηνΥπηρεσίαΣυντάξεωνκαιμεβάσητηγνωμάτευσηαυτήκαιταάλλαστοιχείαεκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση
11. ΣεπερίπτωσηανικανότηταςπουοφείλεταισενόσοηγνωμάτευσητηςΑ.Σ.Υ.Εείναιυποχρεωτικήγιαταόργαναπουαποφασίζουνήδικαιοδοτούνανείναιομόφωνη». Απότιςπροεκτεθείσεςδιατάξειςπροκύπτουνταακόλουθα: Ηχήρακαιτα ανήλικα τέκνα τακτικού υπαλλήλου του Δημοσίου, ο οποίος πέθανε στην υπηρεσία, δικαιούνται να λάβουν την αυξημένη, κατά τους όρους του άρθρου 20 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (Σ.Κ.), σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, εφόσον ο θάνατος του συζύγου και πατέρα τους οφείλεται σε τραύμα ή νόσο που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του. Το τραύμα ή η νόσος, προέρχονται εξαιτίας της υπηρεσίας όταν προκαλούνται από αίτια που οφείλονται στην όλη κατάσταση στην οποία διατελεί ο υπάλληλος λόγω της ιδιότητάς του αυτής και των συναφών υπηρεσιακών του υποχρεώσεων. Μεταξύ δε της υπηρεσίας και του παθήματος πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος (σχέση πρόσφορης αιτίας και αποτελέσματος), κατά τρόπο μάλιστα πρόδηλο και μη επιδεχόμενο καμία αμφισβήτηση. Για την εξακρίβωση των περιστάσεων του παθήματος και της σχέσης αυτού προς την υπηρεσία, διενεργείται ανάκριση από δικαστή του Πρωτοδικείου του τόπου όπου συνέβη το κρίσιμο γεγονός, ο οποίος, ακολούθως συντάσσει αιτιολογημένο πόρισμα που διαβιβάζεται, μαζί με το σχετικό φάκελο, στην Επιτροπή Απαλλαγών και στη συνέχεια στην Α.Σ.Υ.Ε. Οι εν λόγω Επιτροπές αποφαίνονται, κατά την ανέλεγκτη επιστημονική τους κρίση, για το είδος και τις συνέπειες του παθήματος, το χρόνο εκδήλωσής του, τη σχέση αυτού προς την υπηρεσία, καθώς και για το βαθμό ανικανότητας του παθόντος. Η γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε., νομίμως εκφερόμενη, στην περίπτωση θανάτου που οφείλεται σε νόσο, είναι υποχρεωτική για τα αποφασίζοντα ή δικαιοδοτούντα συνταξιοδοτικά όργανα, συνεπώς και για το Ελεγκτικό Συνέδριο, εφόσον είναι ομόφωνη. Ειδικότερα, η γνωμάτευση πρέπει να αναφέρει τα στοιχεία που η Επιτροπή έλαβε υπόψη της, τα περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από αυτά, τη διαπιστούμενη πάθηση και τη σχέση αυτής, με βάση τα επιστημονικά δεδομένα που χρησιμοποίησε, προς την υπηρεσία του παθόντος, να παραθέτει δε και τις σκέψεις, οι οποίες σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης δικαιολογούν την κρίση της, χωρίς να απαιτείται και αναλυτικότερη έκθεση των επιστημονικών επιχειρημάτων που συνηγορούν υπέρ της θετικής ή αρνητικής γνωμάτευσής της, και, περαιτέρω, να τεκμηριώνει κατά τρόπο σαφή, όχι μόνο την προέλευση της νόσου, αλλά και την ενδεχόμενη δυσμενή επιρροή που επέφεραν στην εξέλιξή της τα υπηρεσιακά καθήκοντα του παθόντος. Το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά την εκδίκαση έφεσης κατά συνταξιοδοτικής πράξης του διοικητικού οργάνου, κρίνει εάν η απόφαση της οικείας Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, διαφορετικά οφείλει να παραπέμψει εκ νέου την υπόθεση στην ίδια Επιτροπή, αξιώνοντας νέα, πλήρως αιτιολογημένη γνωμάτευση και πληρέστερη διευκρίνηση των ιατρικής φύσης ζητημάτων που προκύπτουν. Δικαστική απόφαση, η οποία στηρίζεται σε μη επαρκώς αιτιολογημένη γνωμάτευση, δεν περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και για το λόγο αυτό είναι αναιρετέα (Ολομ. Ελεγκ. .Συν. 608/2001, 616/2001,1287/2002, 1242/1999). Επιπροσθέτως, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 53 του Σ.Κ., με την οποία παρέχεται δικαίωμα επανεξέτασης από την οικεία Υγειονομική Επιτροπή, ορίζεται ότι : «1. Όπου στον Κώδικα αυτό προβλέπεται εξέταση από την οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή, επιτρέπεται για μία μόνο φορά η επανεξέταση του παθόντος ή σε περίπτωση θανάτου του, του οικείου φακέλου από την ίδια Επιτροπή, με διαταγή του Υπουργού των Οικονομικών, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που συνοδεύεται υποχρεωτικά από το παράβολο
..». ΙV. Στηνυπόκρίσηπερίπτωση, τοΙΙΤμήμα, μετηνπληττόμενηαπόφασήτου, δέχτηκε, κατάτηνανέλεγκτηωςπροςταπράγματακρίσητου, ταακόλουθα: Ότιοσύζυγος της αναιρεσείουσας Παναγιώτης Μπίμπας διορίστηκε ως δικαστικός υπάλληλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο στις 30.7.1993 και υπηρέτησε στη θέση αυτή μέχρι τις 30.9.2001, που απεβίωσε, άφησε δε μόνους πλησιέστερους συγγενείς την αναιρεσείουσα και τα αναιρεσείοντα ανήλικα τέκνα τους. Με τη 18826/18.10.2001 πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. κανονίστηκε σαυτούςμηνιαίασύνταξηαπόμεταβίβαση, μεβάσητηναπόέτη 8-02-01 υπηρεσίατουθανόντοςστοΕλεγκτικόΣυνέδριο, πληρωτέααπό 1.1.2002. Ηπράξηαυτή τροποποιήθηκε με την 890/27.1.2003 όμοια, με την οποία συνυπολογίστηκε και η από έτη 4-00-10 προϋπηρεσία του θανόντος, κατεφαρμογήτωνδιατάξεωνπερίδιαδοχικήςασφάλισης. Ακολούθως, ηπρώτηαναιρεσείουσαυπέβαλετηναπό 7.5.2003 αίτηση, σύμφωναμετο άρθρο 23 του Σ.Κ., προκειμένου να κανονιστεί σαυτήνκαιταήδηαναιρεσείονταανήλικατέκνατηςσύνταξηκατάτιςδιατάξειςπερίπαθόντωνεξαιτίαςτηςυπηρεσίας. Μετάτηδιενέργειατηςένορκηςανάκρισης, ηαρμόδια 11ηΤακτικήΑνακρίτριατουΠρωτοδικείου Αθηνών, με το 346/20.11.2003 πόρισμά της αποφάνθηκε ότι «
απόκανέναστοιχείοδενπροέκυψεότιηασθένειατου … προκλήθηκεαπότηνυπηρεσίατου, αλλάπροέκυψεότιηκατάστασητηςυγείαςτουεπιδεινώθηκεαπότηφύσητηςαπασχόλησήςτου
». Κατόπιντούτου, ο φάκελος της υπόθεσης διαβιβάστηκε στην Επιτροπή Απαλλαγών, η οποία, με τη 19673/11.12.2003 γνωμάτευσή της, έκρινε ότι: «ο θάνατός του (…) συνέβη εν υπηρεσία, όχι όμως πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του…». Τέλος, σύμφωνα με τη 2997/17.12.2003 γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε. ο θάνατος του ανωτέρω επήλθε μεν ενώ αυτός τελούσε σε υπηρεσία, «όχι όμως πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας, διότι η πάθηση «αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια», από την οποία προήλθε ο θάνατος είναι ενδογενούς αιτιολογίας και κατουδένατρόποσχετίζεταιμετηνυπηρεσιακήτουδραστηριότητα». Μεβάσητηγνωμάτευσηαυτήεκδόθηκεη 7861/25.4.2004 πράξητουΔιευθυντήτης 42ηςΔιεύθυνσηςτουΓ.Λ.Κ., μετηνοποίααπορρίφθηκετοσχετικόαίτηματηςαναιρεσείουσαςκαιορίστηκε να εξακολουθήσει η καταβολή της σύνταξης σύμφωνα με την 890/27.1.2003 συνταξιοδοτική πράξη. Περαιτέρω, η πρώτη αναιρεσείουσα, με την από 21.7.2004 αίτησή της, ζήτησε την επανεξέταση της υπόθεσης κατεφαρμογήτουάρθρου 53 τουΣ.Κ. καιμετην 105619/04/20.10.2004 πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. ο συνταξιοδοτικός φάκελος διαβιβάστηκε εκ νέου στην Α.Σ.Υ.Ε., η οποία, με την 180/7.2.2005 γνωμάτευσή της, ενέμεινε στην 2997/17.12.2003 όμοια «και σε όλη αυτής την έκταση», η δε αίτηση της αναιρεσείουσας για κανονισμό σύνταξης κατά τις περί παθόντων διατάξεις απορρίφθηκε με την 9154/15.6.2005 πράξη της ίδιας Διεύθυνσης. Ύστερα από έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ως άνω απορριπτικής πράξης, εκδόθηκε η 2753/2006 προδικαστική απόφαση του II Tμήματος, με την οποία κρίθηκε ότι η αιτιολογία της οικείας γνωμάτευσης, αναφορικά με την κρίση της Επιτροπής ότι ο θάνατος του συζύγου της αναιρεσείουσας δεν προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του, δεν ήταν επαρκής, καθόσον, αν και προβάλλεται η ενδογενής αιτιολογία της νόσου, δεν μνημονεύονται σαυτήν (γνωμάτευση) τααποδεικτικάστοιχείαπουεκτιμήθηκανγιατηδιαμόρφωσητηςκρίσηςτης, δενπαρατίθενταιταπορίσματατηςιατρικήςεπιστήμηςσταοποίαστηρίχθηκε, ούτεπροσδιορίζεταιεάνοι υπηρεσιακές συνθήκες απασχόλησηςτου αποβιώσαντος συνέβαλαν αποφασιστικά στην εκδήλωση της νόσου και στην εξέλιξή της, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατό του. Τούτο δε ενόψει ιδίως α) των ιατρικών συστάσεων προς το θανόντα (σχετικές οι από 4.2.1999 και 17.2.1999 ιατρικές βεβαιώσεις του Νομαρχιακού Κρατικού Νοσοκομείου Πατησίων και του Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Αθηνών, αντίστοιχα) να αποφεύγει κάθε σωματική κόπωση και παραμονή σε ανθυγιεινό περιβάλλον, β) της φύσης των υπηρεσιακών καθηκόντων του, που συνίσταντο κυρίως σε μεταφορά δεμάτων, σε εργασία στους υπόγειους χώρους του αρχείου του Δικαστηρίου (κατά τη διάρκεια της οποίας επήλθε και το μοιραίο καρδιακό επεισόδιο που οδήγησε στο θάνατό του, λίγες μέρες αργότερα, από έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανακοπή και ανοξαιμική εγκεφαλοπάθεια) και σε διεκπεραίωση αλληλογραφίας και επίδοση δικογράφων και γ) του πορίσματος της διενεργηθείσας ένορκης ανάκρισης, στο οποίο αναφέραται ότι «η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε από τη φύση της απασχόλησής του». Για το λόγο αυτό κρίθηκε περαιτέρω ότι έπρεπε να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης και να αναπεμφθεί ο φάκελος της υπόθεσης στην Α.Σ.Υ.Ε., προκειμένου αυτή να γνωματεύσει αιτιολογημένα με βάση τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης 1) για τα αίτια που προκάλεσαν τη νόσο από την οποία απεβίωσε ο σύζυγος της αναιρεσείουσας και 2) αν οι συνθήκες της υπηρεσιακής του απασχόλησης συνέβαλαν στην εκδήλωση της νόσου καθώς και στην εξέλιξη αυτής, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατό του. Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης προδικαστικής απόφασης, η Α.Σ.Υ.Ε., με την 307/27.2.2007 γνωμάτευσή της, αποφάνθηκε ότι «ο θάνατος του Υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Μπίμπα Παναγιώτη από «1. ΄Εμφραγμα μυοκαρδίου, 2. Καρδιακή ανακοπή και 3. Ανοξαιμική εγκεφαλοπάθεια σε έδαφος γνωστής βαρείας αποφρακτικής μυοκαρδιοπάθεισας», με τις συνθήκες που περιγράφονται στα προανακριτικά έγγραφα της αλληλογραφίας, επήλθε την 30η Σεπτεμβρίου 2001, ενώ αυτός τελούσε σε υπηρεσία, όχι όμως πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας, διότι, σύμφωνα με τα διεθνή Ιατρικά δεδομένα: 1. Τα αίτια που προκάλεσαν την εκδήλωση της νόσου από την οποία απεβίωσε ο ανωτέρω κατουδένατρόποσχετίζονταιμετιςυπηρεσιακέςυποχρεώσειςκαισυνθήκες, αλλάσχετίζονταιμεσυνδυασμόπαραγόντων (γεννετικοί, έξεις, βάρος σώματος, συνυπάρχουσες παθήσεις κ.λπ) και η πορεία της νόσου χαρακτηρίζεται από μακροχρόνια εξέλιξη (συγκεκριμένα στην περίπτωση αυτή τουλάχιστον από το 1995) και 2. Οι υπηρεσιακές υποχρεώσεις και συνθήκες δεν συνέβαλαν πρόδηλα και αναμφισβήτητα δυσμενώς στην εξέλιξη της νόσου, καθόσον δεν υπάρχει αδιαμφισβήτητος αιτιώδης σύνδεσμος (δεν υπάρχει αναμφισβήτητη σχέση πρόσφορης αιτίας και αποτελέσματος)». Με βάση τα περιστατικά αυτά το II Τμήμα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ανωτέρω ομόφωνη γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε. ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και ως εκ τούτου υποχρεωτική για το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 7 του Σ.Κ.. Ακολούθως δε έκρινε ότι εφόσον, κατά τη γνωμάτευση αυτή, ο θάνατος του συζύγου της αναιρεσείουσας δεν προκλήθηκε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του στο Ελεγκτικό Συνέδριο, δεν πληρούνται οι όροι των άρθρων 1 παρ. 1 περ. στ΄ και 5 παρ. 1 περ. α΄ του Σ.Κ. και συνεπώς η ίδια και τα τέκνα της δεν δικαιούνται σύνταξη κατά τις διατάξεις αυτές. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, έτσι που έκρινε το Τμήμα και ακολούθως απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, έσφαλε, καθόσον στήριξε την απορριπτική κρίση του στην προεκτεθείσα 307/27.2.2007 γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε., η οποία, όμως, δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Ειδικότερα, η ως άνω γνωμάτευση είναι αόριστη τόσο ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία που εκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση της κρίσης τής Επιτροπής, όσο και ως προς τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης στα οποία στηρίχθηκε. Περαιτέρω, η οικεία Επιτροπή δεν προσδιορίζει στη γνωμάτευσή της τους παράγοντες που σχετίζονται με τα αίτια εκδήλωσης της νόσου ειδικώς στην περίπτωση του θανόντος υπαλλήλου Παναγιώτη Μπίμπα και δεν αιτιολογεί με σαφήνεια τη γνώμη ότι «Οι υπηρεσιακές υποχρεώσεις και συνθήκες δεν συνέβαλαν πρόδηλα και αναμφισβήτητα δυσμενώς στην εξέλιξη της νόσου, καθόσον δεν υπάρχει αδιαμφισβήτητος αιτιώδης σύνδεσμος», παρά το γεγονός ότι η κρίση αυτή είναι αντίθετη προς τις προσκομισθείσες, με επίκληση, ενώπιον του Τμήματος από 4.2.1999 και 17.2.1999 ιατρικές βεβαιώσεις του Νομαρχιακού Κρατικού Νοσοκομείου Πατησίων και του Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Αθηνών, αντίστοιχα, με τις οποίες παρέχονται συστάσεις προς το θανόντα να αποφεύγει κάθε σωματική κόπωση και παραμονή σε ανθυγιεινό περιβάλλον, σε συνδυασμό με τη φύση των υπηρεσιακών καθηκόντων αυτού, που ήταν μεταφορά βαρέων δεμάτων και συναφής (μη συνάδουσα με τη βεβαρημένη και συνακόλουθα ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του και τις ιατρικές συστάσεις) εργασία στον ανθυγιεινό χώρο του υπογείου του Δικαστηρίου κατά την ημέρα του θανάτου του. Τα ανωτέρω στοιχεία καθώς, επίσης, και το σχετικό ανακριτικό πόρισμα, στο οποίο διαλαμβάνεται ότι «η κατάσταση της υγείας του (θανόντος) επιδεινώθηκε από τη φύση της απασχόλησής του..» είχαν μάλιστα επισημανθεί προς την Α.Σ.Υ.Ε. με τη 2753/2006 προδικαστική απόφαση του II Τμήματος. Ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος αναίρεσης για παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, με την ειδικότερη αιτίαση της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση. Συνεπώς, πρέπει ναναιρεθείηπροσβαλλόμενηαπόφασηκαιναδιαταχθείηαπόδοσητουπαραβόλουπουκατατέθηκεγιατηναναίρεσηστηναναιρεσείουσαΌλγαΣέρρη (άρθρα 61 παρ. 3 και 117 του π.δ. 1225/1981).
V. Μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης η Ολομέλεια κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει ναναπεμφθείγιανέακρίσηστοαρμόδιοΙΙΤμήμα, μεδιαφορετικήσύνθεση, καθόσοναυτήχρειάζεταιδιευκρίνισηκατάτοπραγματικότηςμέρος (άρθρα 58 παρ. 4 του π.δ. 774/1980 και 116 του π.δ. 1225/1981), με την αναπομπή του συνταξιοδοτικού φακέλου των αναιρεσειόντων στην Α.Σ.Υ.Ε., προκειμένου ναποφανθεί, μενέαπλήρωςαιτιολογημένηγνωμάτευσήτης, σχετικάμετηνύπαρξηαιτιώδουςσυνδέσμουμεταξύτου εκτελούμενου ως άνω έργου της μεταφοράς βαρέων δεμάτων και του θανάτου τού Παναγιώτη Μπίμπα, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες ιατρικές συστάσεις και την ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του, και συνεπώς αν ο θάνατος αυτού επήλθε λόγω της επιδείνωσης της υγείας του που προκλήθηκε από τα βαρέα καθήκοντα και το ανθυγιεινό περιβάλλον άσκησης αυτών.
Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει ερήμην των αναιρεσειόντων.
Δέχεται την από 3.6.2008 αίτηση αυτών, για αναίρεση της 756/2008 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση.
