ΕΣ Ολομ. 471/2010, ΥΠΟΛΟΓΟΣ EX LEGE ΚΑΙ DE FACTO, ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΕΥΘΥΝΗ, Ο υπόλογος δεν απαλλάσσεται της δημοσιολογιστικής του ευθύνης εάν υποκατασταθεί παράνομα στην άσκηση των καθηκόντων του από τρίτο πρόσωπο, στο οποίο δίδει εντολή να ασκήσει αντ’ αυτο

ΕΣ Ολομ

ΕΣ Ολομ. 471/2010
Περίληψη

Δημόσιοι Υπόλογοι – Στρατιωτικοί -. Ο Διαχειριστής Τροφών Σμήνους Τροφοδοσίας της Αεροπορίας, που είναι εκ του νόμου δημόσιος υπόλογος, αναπληρώνεται στα καθήκοντά του από το Βοηθό Διαχειριστή,ή από κατάλληλο όργανο, επιλεγόμενο από τον ίδιο τον υπόλογο και εγκρινόμενο από το Διοικητή της Μονάδος. Ο εν λόγω υπόλογος δεν απαλλάσσεται της δημοσιολογιστικής του ευθύνης εάν υποκατασταθεί παράνομα στην άσκηση των καθηκόντων του από τρίτο πρόσωπο, στο οποίο δίδει εντολή να ασκήσει αντ’ αυτού τις πράξεις, που ανάγονται στη διαχειριστική του εξουσία. Τούτο, δε, διότι η ευθύνη του δεν αίρεται με τη μη νόμιμη υποκατάστασή του αλλά συνυπάρχει με την τυχόν προκύπτουσα ευθύνη του προσώπου, που αναμείχθηκε παράνομα στη διαχείριση και κατέστη εξ αυτού του λόγου δημόσιος εν τοις πράγμασι (de facto) υπόλογος.
————-
……Το ν.δ. 721/1970 «Περί Οικονομικής Μερίμνης και Λογιστικού των Ενόπλων Δυνάμεων» (ΦΕΚ 251 Α΄) ορίζει, α) στο άρθρο 21 στις παραγράφους 1 και 2 αυτού ότι : «1. Όργανα των Ενόπλων Δυνάμεων, δυνάμενα ως εκ της υπηρεσίας των να υπέχωσιν οικονομικής ευθύνης είναι: α. Το κεκτημένον στρατιωτικήν ιδιότητα προσωπικόν. 2. Παν όργανον εκ των εν τη προηγουμένη παραγράφω εις ο ανετέθη μονίμως ή προσκαίρως η διαχείρισις, κατόπιν διαταγής αρμοδίως εκδοθείσης ή ανέλαβε και άνευ διαταγής τινός την διαχείρισιν χρημάτων, υλικών, εφοδίων … καθίσταται δημόσιος υπόλογος, ευθυνόμενος κατά τας διατάξεις περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού, του παρόντος και των εις εκτέλεσιν αυτού εκδιδομένων Β. Διαταγμάτων και Γενικών και Ειδικών Κανονισμών» και β) στο άρθρο 90 ότι : «Παν έλλειμμα χρημάτων δέον να αναπληρωθή υπό του υπολόγου εντός της καθοριζόμενης προθεσμίας υπό των διατάξεων περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού, άλλως καταλογίζεται εις βάρος αυτού, εξαιρέσει της περιπτώσεως συνδρομής ανωτέρας βίας ή άλλων γεγονότων, ένεκα των οποίων δεν θα ηδύνατο να υποστηριχθή υπαιτιότης του υπολόγου. (…)». Περαιτέρω, στο άρθρο 24 του ν. 5163/1938 «Περί οικονομικών υπηρεσιών Αεροπορίας» (άρ. 20 β.δ/τος 24-11/ 5-12-1938 Α΄ 456) ορίζεται ότι οι Διαχειριστές Χρηματικού καθώς και οι Διαχειριστές Υλικού και Τροφών έχουν τις ευθύνες, καθήκοντα και υποχρεώσεις του δημοσίου υπολόγου. Επίσης, ο εκδοθείς κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 του ανωτέρω ν.δ/τος 721/1970 Γενικός Κανονισμός Ανεφοδιασμού και Διαχειρίσεως Υλικού Ενόπλων Δυνάμεων (Γ.Κ.Α.Δ.Υ.Ε.Δ.), που εγκρίθηκε με την Φ.092/5/333820/4.10.1974 απόφαση του Υπουργού Εθνικής ʼμυνας (ΦΕΚ 1114 Β΄), ορίζει στο μεν άρθρο 30 ότι : «Η εκ της ασκήσεως του διαχειριστικού λειτουργήματος ευθύνη των υπολόγων … μεταβιβάζεται … 2. Δια της παραδόσεως της διαχειρίσεως …», στο δε άρθρο 230 ότι : «… 2. Εις τους δημοσίους υπολόγους δύναται να χορηγηθεί υπό της Μονάδος των συνεχής άδεια απουσίας μέχρι δέκα πέντε (15) ημερών. Κατά την διάρκειαν της επ’ αδεία απουσίας του ο υπόλογος Διαχειριστής αναπληρούται υπό του υπευθύνου Βοηθού Διαχειριστού, εφ’ όσον υφίσταται τοιούτος, άλλως υπό καταλλήλου οργάνου επιλεγομένου υπό του ιδίου και εγκρινομένου υπό του Διοικητού της Μονάδος. Οι ανωτέρω ορίζονται δια της Ημερησίας Διαταγής της Μονάδος …». Τέλος, στο Τμήμα 24 παρ. 3 του εκδοθέντος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του ν.δ/τος 721/1970, με την από 11.8.1975 απόφαση του Αρχηγού του (τότε) Αρχηγείου Αεροπορίας, Εγχειριδίου Τροφοδοσίας Αεροπορίας (ΕΤΡΑ) ορίζεται ότι : «Εκ των ανωτέρω οργάνων τα κάτωθι τυγχάνουσι Δημόσιοι υπόλογοι υλικού α. Γενικός Διαχειριστής τροφών. β. …» και στην παρ. 4 ότι : «Η αντικατάστασις ή η αναπλήρωσις των ως άνω οργάνων τροφοδοσίας ενεργείται ως κάτωθι α. … β. … γ. Δια χρονικόν διάστημα μέχρι 15 ημερών των Δημοσίων υπολόγων υπό αντικαταστάτου οριζομένου υπό του ιδίου του υπολόγου και εγκρινομένου υπό του Διοικητού της Μονάδος. Ο αντικαταστάτης ενεργεί τας δοσοληψίας διά λογαριασμόν του υπολόγου όστις επανερχόμενος αποδέχεται ταύτας, δια της προσυπογραφής των δικαιολογητικών δοσοληψιών». Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στρατιωτικός στον οποίο νομίμως έχει ανατεθεί η διαχείριση χρημάτων ή υλικού των Ενόπλων Δυνάμεων καθίσταται δημόσιος υπόλογος και για κάθε χρηματικό έλλειμμα που διαπιστώνεται στη διαχείρισή του ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά ακόμα αμέλεια, η δε υπαιτιότητά του τεκμαίρεται, πλην μαχητώς εκ μέρους του υπολόγου, ο οποίος απαλλάσσεται από την ευθύνη του, μόνο αν ο ίδιος επικαλεστεί και αποδείξει ότι το έλλειμμα δημιουργήθηκε χωρίς να συντρέχει οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητά του. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Διαχειριστής Τροφών Σμήνους Τροφοδοσίας της Αεροπορίας, ο οποίος είναι εκ του νόμου δημόσιος υπόλογος, αναπληρώνεται στα καθήκοντά του κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις ανωτέρω διατάξεις, δηλαδή από το Βοηθό Διαχειριστή, εφόσον υπάρχει, διαφορετικά από κατάλληλο όργανο, επιλεγόμενο από τον ίδιο τον υπόλογο και εγκρινόμενο από το Διοικητή της Μονάδος, ο ορισμός δε αυτός του αναπληρωτή του υπολόγου διαχειριστή γίνεται με την Ημερήσια Διαταγή της Μονάδος. Ο εν λόγω υπόλογος δεν απαλλάσσεται της δημοσιολογιστικής του ευθύνης εάν υποκατασταθεί παράνομα στην άσκηση των καθηκόντων του από τρίτο πρόσωπο, στο οποίο δίδει εντολή να ασκήσει αντ’ αυτού τις πράξεις, που ανάγονται στη διαχειριστική του εξουσία. Τούτο, δε, διότι η ευθύνη του δεν αίρεται με τη μη νόμιμη υποκατάστασή του αλλά συνυπάρχει με την τυχόν προκύπτουσα ευθύνη του προσώπου, που αναμείχθηκε παράνομα στη διαχείριση και κατέστη εξ αυτού του λόγου δημόσιος εν τοις πράγμασι (de facto) υπόλογος.

IV. Στην προκειμένη υπόθεση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, δεκτά τα ακόλουθα : Ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων Σμηνίας (ΥΛΚ) της Μονάδος 124 ΠΒΕ Τριπόλεως …, Διαχειριστής Τροφών του Σμήνους Τροφοδοσίας της ως άνω Μονάδος, επρόκειτο να μεταβεί κατόπιν εντολής, στις 16.11.2001, στο ΚΒΙΕΣ, προκειμένου να παραδώσει δείγματα φαγητού για εξέταση. Την παραμονή της ανωτέρω ημερομηνίας και αφού είχε ολοκληρωθεί το κλείσιμο του Ταμείου, με υπόλοιπο 4.561.094 δραχμές ο αναιρεσείων, παρουσία μάρτυρος, τοποθέτησε τα χρήματα στο χρηματοκιβώτιο, το ασφάλισε και ακολούθως μετέβη στο Τμήμα Οικονομικού, όπως του ζητήθηκε από το Διοικητή του Σμήνους Τροφοδοσίας Ανθ/σγό … να του παραδώσει το μοναδικό, αλλά δυνάμενο να αναπαραχθεί στο εμπόριο, κλειδί του χρηματοκιβωτίου, για να πληρωθούν, όπως ισχυρίστηκε, κάποιοι προμηθευτές της Μονάδος. Το κλειδί πράγματι παραδόθηκε στον ως άνω Ανθ/σγό, αν και κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν από τους οικείου κανονισμούς, ενώ δεν συντάχθηκε σχετικό έγγραφο παράδοσης – παραλαβής, μολονότι το ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων από τον Ανθ/σγό …, λόγω άρνησης του τελευταίου. Επιπλέον, δεν εκδόθηκε η προβλεπόμενη ημερήσια διαταγή για την αναπλήρωση του ήδη αναιρεσείοντος. Την επόμενη μέρα, ο ανωτέρω Ανθ/σγός ανοίγοντας, παρουσία μαρτύρων, το χρηματοκιβώτιο, διαπίστωσε ότι σε αυτό υπήρχε μόνο το ποσό των 500.000 δραχμών, ενώ ο χώρος που βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο δεν έφερε ίχνη παραβίασης. Στη συνέχεια ο Σμηναγός Γιαννούσης διατάχθηκε να μεταβεί στο γραφείο του Διαχειριστή Τροφών και να κάνει απογραφή ταμείου, όπου εκεί διαπιστώθηκε ότι υπήρχε έλλειμμα 3.999.980 δραχμών ή 11.738,75 ευρώ. Ακολούθως, συντάχθηκε φύλλο ελέγχου, το οποίο παραδόθηκε στον ήδη αναιρεσείοντα στις 18:26 της 16ης Νοεμβρίου 2001 και με το οποίο του ζητήθηκε να αναπληρώσει το έλλειμμα μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, πράγμα που αυτός δεν έπραξε. Κατόπιν αυτών, εκδόθηκε η Φ.860/ΑΔ 937/10.6.2002 πράξη του Διοικητή της Διεύθυνσης Αεροπορικής Εκπαίδευσης, με την οποία το ως άνω ποσό του ελλείμματος που διαπιστώθηκε στη διαχείριση του αναιρεσείοντος (11.738,75 ευρώ) καταλογίσθηκε σε βάρος του. Εξάλλου, σύμφωνα με την 6/2002 Πράξη του Εισαγγελέα του Αεροδικείου Αθηνών και κατόπιν διενέργειας κύριας ανάκρισης, από την οποία δεν προέκυψε η ταυτότητα δράστη ορισμένου εγκλήματος, η ποινική δικογραφία κατ’ αγνώστων στρατιωτικών της Πολεμικής Αεροπορίας, οι οποίοι κατηγορούνται για κλοπή πραγμάτων που ανήκουν στο Κράτος σε καιρό παρατεταμένης γενικής επιστράτευσης, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στο στρατόπεδο της 124 ΠΒΕ κατά το διήμερο 15 – 16/11/2001, τέθηκε στο αρχείο. Με τις παραδοχές αυτές κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο επιβληθείς σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος καταλογισμός είναι νόμιμος, αφού όντως έφερε την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου (Διαχειριστής Τροφών) και ευθύνεται τουλάχιστον με ελαφρά αμέλεια για τη δημιουργία του ελλείμματος, καθόσον δεν τήρησε τα «κεκανονισμένα», ήτοι δεν προέβη σε ορισμό αντικαταστάτη του για την ημέρα της απουσίας του, παρέδωσε δε παρανόμως τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου του στον Ανθ/σγό …, χωρίς αυτός να έχει οριστεί νόμιμα αντικαταστάτης του, ενώ περαιτέρω δεν προέβη σε καταμέτρηση των χρημάτων ενώπιον του τελευταίου, ούτε στην έκδοση χρεωστικής απόδειξης. Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος άρσης της ευθύνης του, μη αρκούντος του ισχυρισμού ότι τα χρήματα υπήρχαν στο χρηματοκιβώτιο κατά το χρόνο παράδοσης των κλειδιών, αφού δεν αποδείχθηκε η συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας ή τυχηρών γεγονότων που να τον απαλλάσσουν από τη δημοσιολογιστική ευθύνη του. Τέλος, κρίθηκε ότι η δημοσιολογιστική ευθύνη του δεν ήρθη με τη μη νόμιμη υποκατάστασή του, αλλά συνυπήρχε με την τυχόν προκύπτουσα ευθύνη του προσώπου που αναμείχθηκε στη διαχείριση και κατέστη εκ του λόγου αυτού δημόσιος εν τοις πράγμασι υπόλογος και ότι σε κάθε περίπτωση είχε υποχρέωση να καταμετρήσει τα χρήματα του χρηματοκιβωτίου ενώπιον του προσώπου στο οποίο θα παρέδιδε το κλειδί και να συντάξει σχετική έκθεση για την παράδοση, έστω και προσωρινά, της διαχείρισής του, απέρριψε δε όλους τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος. Κρίνοντας έτσι το δικάσαν Τμήμα ορθά τις διέπουσες την επίδικη υπόθεση διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε, όλοι δε οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, οι λόγοι αναιρέσεως, σύμφωνα με τους οποίους ο αναιρεσείων δεν φέρει ευθύνη για τη δημιουργία του ελλείμματος, καθόσον παρέδωσε τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου στον Προϊστάμενό του Ανθ/σγό Χρονάκη κατόπιν διαταγής του, ο οποίος επομένως κατέστη πλέον δια της παραδόσεως αυτής δημόσιος εν τοις πράγμασι (de facto) υπόλογος, ευθυνόμενος αποκλειστικά για την αποκατάσταση του ελλείμματος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη τον καθιστούν υπόλογο, αφού, όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο ως άνω Ανθ/σγός δεν είχε ορισθεί νομίμως ως αναπληρωτής του αναιρεσείοντος, ουδεμία δε διαταγή αυτού ήταν ικανή να απαλλάξει τον αναιρεσείοντα της ευθύνης του, η οποία δεν αίρεται με τη μη νόμιμη υποκατάστασή του αλλά συνυπάρχει με την τυχόν προκύπτουσα ευθύνη του προσώπου που αναμείχθηκε στη διαχείρισή του (de facto υπολόγου).

V. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να διαταχθεί η υπέρ του Δημοσίου κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης (άρθρα 61 παρ. 3 και 117 του π.δ. 1225/1981).

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την από 14.12.2006 (με αριθ. καταθ. 688/14.12.2006) αίτηση του … για αναίρεση της 656/2006 οριστικής αποφάσεως του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και

Διατάσσει την κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του κατατεθέντος παραβόλου.