1046/2017 ΤΜΗΜΑ V
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2016, με την ακόλουθη σύνθεση: Μαρία Βλαχάκη, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Βασιλική Ανδρεοπούλου (εισηγήτρια) και Ελένη Λυκεσά, Σύμβουλοι, Νικολέτα Ρένεση και Χριστίνα Κούνα, Πάρεδροι, που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Κωνσταντίνος Τόλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα.
Γραμματέας: Ιωάννα Ευθυμίου, Γραμματέας του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 14 Ιουλίου 2015 (ΑΒΔ 2695/1.10.2015) αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο για καταλογισμό του Αριστείδη Τσιπλάκου του Ιωάννη, κατοίκου Αθηνών (οδός Ασκληπιού 109), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζαχαρία Μέλεγου (Α.Μ. ΔΣΑ 12819).
Το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Λαμπρόπουλου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε :
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού η αίτηση, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη αυτής και
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
Αποφάσισε τα ακόλουθα
1. Με την υπό κρίση αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, που ασκήθηκε κατόπιν του 932/23.12.2014 εγγράφου του Β΄ Αντιπροέδρου της Βουλής και Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων και συνασπισμών κομμάτων, των υποψήφιων βουλευτών και των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών, με το οποίο (έγγραφο) διαβιβάσθηκε σε αυτόν η από 19.11.2014 έκθεση της εν λόγω Επιτροπής, ζητείται, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 3213/2003, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3849/2010 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 228 του ν. 4281/2014, ο καταλογισμός σε βάρος του καθ’ ου η αίτηση, πρώην Υπουργού και βουλευτή, και υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, του ποσού των εκατόν πενήντα πέντε χιλιάδων εκατόν ογδόντα επτά ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (155.187,95 €), που αντιστοιχεί σε ισόποσο περιουσιακό όφελος, που φέρεται ότι απέκτησε ο καθ’ ου (μαζί με τη σύζυγό του) κατά το οικονομικό έτος 1995 (χρήση 1994) και η προέλευση του οποίου δεν δικαιολογείται από τα δηλωθέντα εισοδήματα αυτού. Η αίτηση αυτή, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρο 73 παρ. 1 Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013), έχει ασκηθεί νομότυπα και συνεπώς είναι δεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της. Περαιτέρω, προς αντίκρουση της αίτησης αυτής έχουν παραδεκτώς κατατεθεί τα από 18.10.2016 (κατατεθέν στις 24.10.2016) και 8.12.2016 υπομνήματα του καθ’ ου.
2. Με τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες αλληλοδιαδόχως ισχυσάντων νόμων (ν. 1738/1987, ν. 2429/1996 και ν. 3213/2003) καθορίστηκαν οι κατηγορίες πολιτικών προσώπων, δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, οι οποίοι υποχρεούνται σε ετήσια υποβολή δηλώσεων περί της περιουσιακής τους κατάστασης, ορίστηκε δε περαιτέρω ότι, αν κατά τον έλεγχο των οικείων δηλώσεων διαπιστωθεί ότι ο ελεγχόμενος, ο/η σύζυγος ή ανήλικο τέκνο του απέκτησε «περιουσιακό όφελος του οποίου η προέλευση δεν δικαιολογείται» (άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 1738/1987, άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2429/1996, άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3213/2003 και ήδη άρθρο 12 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3849/2010 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 228 του ν. 4281/2014), ο ανωτέρω καταλογίζεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ύστερα από σχετική αίτηση που κατατίθεται ενώπιόν του από το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο (άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 1738/1987, άρθρο 26 παρ. 6 του ν. 2429/1996, άρθρα 3 παρ. 4 και 6 παρ. 3 του ν. 3213/2003 και ήδη άρθρο 12 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3849/2010 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 228 του ν. 4281/2014). Ειδικότερα, το άρθρο 6 του ν. 1738/1987 «Σύσταση Συμβουλίου Πρόληψης της Εγκληματικότητας, τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, των Κωδίκων Ποινικής και Πολιτικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 200), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, όριζε ότι: «1. Τα παρακάτω πρόσωπα έχουν την υποχρέωση να υποβάλουν, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7, δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, καθώς και της περιουσιακής κατάστασης του συζύγου ή των ανήλικων τέκνων τους, μέσα σε ενενήντα ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους: α. Ο Πρωθυπουργός. β. Οι αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων. γ. Οι υπουργοί και υφυπουργοί δ. Οι βουλευτές… 2. Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 επαναλαμβάνουν τη δήλωση κάθε Απρίλιο εφ’ όσον διατηρούν την ιδιότητά τους και επί τρία έτη μετά την απώλεια της ιδιότητας αυτής. … 5. Ελεγχόμενοι, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, είναι τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, …» και το άρθρο 7 του ίδιου νόμου ότι: «1. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα τόσο κατά το χρόνο ανάληψης των καθηκόντων, όσο και κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης περιουσιακά στοιχεία … 5. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχ. α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 υποβάλλονται στον κατά το επόμενο άρθρο αρμόδιο αντιπρόεδρο της Βουλής …».
3. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις, που σκοπό έχουν την ενίσχυση της διαφάνειας, τον περιορισμό της διαφθοράς στον πολιτικό και εν γένει δημόσιο βίο και την πάταξη των αθέμιτων επί ζημία του Δημοσίου συναλλαγών από πολιτικά πρόσωπα, δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους, που κατέχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες στο πλαίσιο του κρατικού μηχανισμού, αλλά και από πρόσωπα εκτός αυτού, τα οποία ασκούν δραστηριότητες που επηρεάζουν αποφασιστικά το δημόσιο βίο, θεσπίστηκε και οργανώθηκε μια διαδικασία ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των προσώπων αυτών, τα οποία δύνανται, επωφελούμενα της ως άνω κρίσιμης ιδιότητάς τους, να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε τρίτους αθέμιτο περιουσιακό όφελος. Για το λόγο αυτό, επιβλήθηκε στα πρόσωπα αυτά η υποχρέωση για ετήσια υποβολή δήλωσης περί των κατεχόμενων από αυτά και από τα μέλη της οικογένειάς τους (σύζυγο και ανήλικα τέκνα) περιουσιακών στοιχείων, ενώ περαιτέρω θεσπίστηκαν όργανα ελέγχου και επαλήθευσης των δηλώσεων αυτών (Ε.Σ. αποφ. V Τμ. 2173/2013, 3479, 757, 53/2012, 3040, 2704/2011, 1558/2008). Ειδικότερα, σε υποβολή ετήσιας δήλωσης περί της περιουσιακής τους κατάστασης υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, οι υπουργοί και οι βουλευτές, οι οποίοι υπάγονταν, ως εκ τούτου, στις ρυθμίσεις του εκάστοτε ισχύσαντος περί πόθεν έσχες νόμου (ν. 1738/1987, ν. 2429/1996 και ν. 3213/2003). Σε περίπτωση δε που κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι κατά τη διάρκεια ή και εντός τριετίας από τη λήξη της θητείας του ελεγχομένου στην αντίστοιχη κρίσιμη θέση αποκτήθηκε από τον ίδιο ή τα ως άνω μέλη της οικογενείας του περιουσιακό όφελος, η προέλευση του οποίου δεν δύναται να δικαιολογηθεί, με βάση τις γνωστές στα ελεγκτικά όργανα νόμιμες πηγές εσόδων του ιδίου και των υπόλοιπων ως άνω προσώπων, επιβάλλεται σε βάρος του ελεγχομένου, πλην της ποινικής, χρηματική (αστικής φύσης) κύρωση, συνιστάμενη στον υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου καταλογισμό αυτού, κατόπιν απόφασης του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με χρηματικό ποσό ίσης αξίας προς το αδικαιολόγητο περιουσιακό όφελος, το οποίο τεκμαίρεται μαχητά ότι προέρχεται από την, κατ’ εκμετάλλευση της θέσης του, διάπραξη αθέμιτων σε βάρος και επί ζημία του Δημοσίου συναλλαγών (Ε.Σ. αποφ. Ολομ. 1/2013, 2825/2006 και V Τμ. 757/2012, 926/2010, 3346/2009 κ.ά.).
4. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 4065/2012 «Τροποποίηση του ν. 3213/2003 “Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών, ιδιοκτητών ΜΜΕ και άλλων κατηγοριών προσώπων” και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 77), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 143 του ν. 4251/2014 (ΦΕΚ Α΄ 80/1.4.2014), ορίστηκε ότι: «1. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 21 του ν. 3023/2002 (Α΄ 146) Επιτροπή διευρύνεται με τη συμμετοχή … και συμμετέχουν σε αυτή μέχρις ολοκληρώσεως του αναφερόμενου στη συνέχεια έργου, … Σκοπός της Επιτροπής με την ειδική αυτή σύνθεση είναι ο επανέλεγχος ή και ο αρχικός έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης ετών 1974 έως και 2012 των εν ζωή ευρισκόμενων πολιτικών (κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών) που διετέλεσαν ή διατελούν, από το έτος 1974 έως και το 2012 Πρωθυπουργοί, Αρχηγοί πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Εθνικό Κοινοβούλιο, Υπουργοί, Αναπληρωτές Υπουργοί και Υφυπουργοί Κυβερνήσεων, καθώς και των συζύγων και των ανηλίκων τέκνων τους. 2. Ο επανέλεγχος ή και ο αρχικός έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης από την Επιτροπή του άρθρου 21 του ν. 3023/2002 (Α΄ 146) περιλαμβάνει, πέραν της διαπίστωσης του αληθούς περιεχομένου αυτών, τη συγκριτική ανάλυση της εν γένει οικονομικής κατάστασης των ανωτέρω προσώπων, καθώς και των συζύγων και ανηλίκων τέκνων τους, καθ’ όλη τη διάρκεια κτήσης της ιδιότητας, καθώς και για δύο (2) έτη μετά την, για οποιονδήποτε λόγο, παύση της ιδιότητας, καθώς και τη διακρίβωση, εάν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, η απόκτηση νέων ή η επαύξηση υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων από τα ανωτέρω πρόσωπα, δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων τους, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσής τους. Ο έλεγχος γίνεται με βάση τις υποβληθείσες δηλώσεις, τα εκάστοτε προσκομισθέντα παραστατικά και τις διαθέσιμες φορολογικές δηλώσεις, … 5. Για την εκπλήρωση της αποστολής της αυτής, η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει τη διενέργεια λογιστικής ή οικονομικής πραγματογνωμοσύνης ή άλλων ελεγκτικών πράξεων σε ορκωτούς ελεγκτές …, οι οποίοι εξετάζουν λεπτομερώς τις υποβληθείσες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης και τα συνοδεύοντα δικαιολογητικά και συντάσσουν αναλυτική έκθεση που υποβάλλεται στην Επιτροπή για την υποβοήθηση του έργου της … 12. α) Ο έλεγχος της Επιτροπής ολοκληρώνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014. β) Μετά το πέρας του ελέγχου συντάσσεται αναλυτική έκθεση … γ) Ειδικότερα, εφόσον από τον έλεγχο προκύψει αδικαιολόγητη απόκτηση ή επαύξηση περιουσιακών στοιχείων, συντάσσεται σχετική έκθεση, η οποία αποστέλλεται στον Γενικό Επίτροπο της Επικράτειας για το ενδεχόμενο συνδρομής περίπτωσης καταλογισμού κατά τις κείμενες διατάξεις …».
5. Εξάλλου, η ευθύνη του κατά τις διατάξεις περί πόθεν έσχες υπόχρεου, αν και συναφής με την αστική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων, αποτελεί ειδική μορφή ευθύνης, που ρυθμίζεται από ίδιο πλέγμα διατάξεων και, ως εκ τούτου, εφόσον δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου άλλη συντομότερη παραγραφή, υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Αστικού Κώδικα, η οποία αρχίζει από το χρόνο κτήσης του αδικαιολόγητου περιουσιακού οφέλους (Ε.Σ. απόφ. V Τμ. 757/2012, 3479/2012). Περαιτέρω, δια της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής δημιουργείται γνήσια ανατρεπτική ένσταση, η οποία δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 277 Α.Κ.), αλλά πρέπει να προταθεί από τον καθ’ ου η αίτηση καταλογισμού φερόμενο ως υπόχρεο κατά τις περί πόθεν έσχες διατάξεις μέχρι την πρώτη επί της ουσίας συζήτηση της υπόθεσης (πρβλ. V Τμ. 3029/2010, 2355/2009).
6. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με το 932/23.12.2014 έγγραφο του Β΄ Αντιπροέδρου της Βουλής και Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων και συνασπισμών κομμάτων, των υποψήφιων βουλευτών και των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών, η οποία συγκροτήθηκε με την 12374/8602/5.10.2012 (ΦΕΚ 480 ΥΟΔΔ) απόφαση του Προέδρου της Βουλής, όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, διαβιβάσθηκε στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 12 περ. γ΄ του ν. 4065/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 143 παρ. 4 του ν. 4251/2014, η από 19.11.2014 έκθεση της προαναφερόμενης Επιτροπής Ελέγχου, η οποία συντάχθηκε μετά την εξέταση του από 30.10.2014 πορίσματος του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή Ευθυμίου Αναγνώστου, επιληφθέντος με απόφαση της ίδιας Επιτροπής του επανελέγχου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω ν. 4065/2012 (ΦΕΚ Α΄ 77), των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης οικονομικών ετών 1990 έως 1995 (ήτοι χρήσεις 1989 έως 1994) του καθ’ ου, τέως Υπουργού και βουλευτή. Σύμφωνα προς το ανωτέρω πόρισμα, κατά το οικονομικό έτος 1995 (ήτοι χρήση 1994) προέκυψε αύξηση της περιουσιακής κατάστασης του καθ’ ου κατά το ποσό των εκατόν πενήντα πέντε χιλιάδων εκατόν ογδόντα επτά ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (155.187,95 € ή 52.880.292 δραχμές), η οποία δεν δικαιολογείται από τα δηλωθέντα εισοδήματα αυτού, μη συμπεριλαμβανομένων των δαπανών διαβίωσης. Κατόπιν της έκθεσης της ως άνω Επιτροπής Ελέγχου, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο άσκησε ενώπιον του Τμήματος τούτου την ένδικη, από 14.7.2015 και με ημερομηνία κατάθεσης 1.10.2015, αίτηση, με την οποία ζητείται ο καταλογισμός υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου του καθ’ ου με το συνολικό ποσό των 155.187,95 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο προαναφερόμενο ισόποσο συνολικό περιουσιακό όφελος, που φέρεται ότι απέκτησε αυτός (μαζί με τη σύζυγό του), χωρίς να δικαιολογείται η νόμιμη προέλευσή του. Πλην όμως, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 5 της παρούσας και εφόσον το προαναφερόμενο άρθρο 1 του ν. 4065/2012, δυνάμει του οποίου διενεργήθηκε ο επανέλεγχος της περιουσιακής κατάστασης του καθ’ ου ή άλλη διάταξη έχουσα εφαρμογή επί του ως άνω επανελέγχου, δεν διαλαμβάνουν κάποια ειδικότερη πρόβλεψη, η αξίωση του Ελληνικού Δημοσίου για καταλογισμό του καθ’ ου έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Αστικού Κώδικα, που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον από του χρόνου κτήσης (1994) του φερόμενου ως αδικαιολόγητου περιουσιακού οφέλους, οπότε γεννήθηκε η αξίωση αυτή, μέχρι του χρόνου υποβολής (1.10.2015) της ένδικης αίτησης του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικώς προβαλλόμενης με το από 8.12.2016 υπόμνημα ένστασης του καθ’ ου. Κατόπιν αυτού, συμπληρωθείσας της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο για καταλογισμό του Αριστείδη Τσιπλάκου του Ιωάννη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2017.
| Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΑΚΗ | ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΙΩΑΝΝΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 8 Ιουνίου 2017.
| Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΑΚΗ | ΙΩΑΝΝΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ |
