1161/2015 ΣΕ ΕΛΛΑΣOΝA ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Ιωάννης Σαρμάς, Σωτηρία Ντούνη, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Μαρία Βλαχάκη, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου, Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Χριστίνα Ρασσιά, Βιργινία Σκεύη, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου και Δημήτριος Τσακανίκας μετείχαν ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ιωάννα Αντωνογιαννάκη.
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Διονύσιος Λασκαράτος
Για να δικάσει την από 30 Οκτωβρίου 2012 αίτηση:
του Νικολάου Βερούτη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Άνω Λιοσίων (οδός Μανδηλαρά, 4), ο οποίος παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Χρυσανθάκη (ΑΜ ΔΣΑ 11855).
Κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Νικόλαο Καραγιώργη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και του Δήμου Άνω Λιοσίων Αττικής και ήδη Δήμου Φυλής, ο οποίος παρέστη δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Όλγας Ρεκουνιώτη (ΑΜ ΔΣΑ 14063).
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει την αναίρεση της 2859/2012 απόφασης του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Τον αντιπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών και την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμου Φυλής, οι οποίοι ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 2.4.2014 γνώμη του και πρότεινε, επίσης, την απόρριψη αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τη Σύμβουλο Μαρία Αθανασοπούλου, που απουσίασε λόγω κωλύματος, τον Πρόεδρο Ιωάννη Καραβοκύρη και τους Αντιπροέδρους Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Ευάγγελο Νταή, που αποχώρησαν από την Υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης. Για τη νόμιμη συγκρότηση της Ελάσσονος Ολομέλειας, στη διάσκεψη μετείχαν, επίσης, οι Σύμβουλοι Χριστίνα Ρασσιά, Βιργινία Σκεύη και Αγγελική Μαυρουδή (αναπληρωματικά μέλη).
Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Γεωργίας Μαραγκού. Και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφτηκε κατά το νόμο
1. Για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης έχει καταβληθεί το κατά νόμο προβλεπόμενο ελάχιστο παράβολο ύψους 1.500 ευρώ (βλ. το 6549264/1.4.2014, Σειράς Η΄, διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων).
2. Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει παραδεκτώς την αναίρεση της 2859/2012 απόφασης του VII Τμήματος, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή έφεσή του κατά της 2571/5.7.2004 καταλογιστικής απόφασης των Οικονομικών Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Δυτικής Αττικής μεταρρυθμίστηκε η απόφαση αυτή και περιορίστηκε το καταλογισθέν σε βάρος του ποσό στα 5.659.155,65 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής). Με την ως άνω απόφαση της Οικονομικής Επιθεώρησης Δυτικής Αττικής καταλογίστηκε ο αιτών, ως Προϊστάμενος της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου Άνω Λιοσίων, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τους Νικόλαο Παπαδήμα, Δήμαρχο, και Κωνσταντίνο Μπράβο, Ελεγκτή Εξόδων του Γραφείου Ο.Τ.Α. στη Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων και ήδη Άνω Λιοσίων, με το ποσό των 2.786.275.175 δραχμών (ήδη 8.176.889,73 ευρώ), πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 1.951.112.375 δραχμών (ήδη 5.725.935,07 ευρώ), ήτοι συνολικά με το ποσό των 4.737.387.550 δραχμών (ήδη 13.902.824,80 ευρώ), το οποίο περιορίστηκε με την ως άνω δικαστική απόφαση και φέρεται ότι συνιστά έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του Δήμου κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι 31.5.2003.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15, 17, 22, 25, 27 και 33 του π.δ/τος 774/1980 «Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου» (Α΄ 189), 54 παρ. 1 και 56 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247), που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνάγεται ότι υπόλογοι Ο.Τ.Α. είναι οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Ο.Τ.Α., καθώς και όσοι με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικά του Ο.Τ.Α. και κάθε άλλο πρόσωπο, που ειδικώς από το νόμο θεωρείται ως δημόσιος υπόλογος. Για κάθε διαπιστούμενο στη διαχείρισή του χρηματικό έλλειμμα ο υπόλογος ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, η δε ύπαρξη της υπαιτιότητας αυτής τεκμαίρεται, πλην μαχητώς από πλευράς του υπολόγου, απαλλάσσεται δε, εάν επικαλεστεί και αποδείξει ότι το έλλειμμα δημιουργήθηκε χωρίς να συντρέχει οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητά του. Εξάλλου, ως έλλειμμα νοείται η επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει, σε μία δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με τα εξαγόμενα από τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση τα νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία, και εκείνης που πράγματι υπάρχει, καθώς και κάθε «ανοίκειος» πληρωμή, η οποία δεν στηρίζεται σε νόμιμα και πλήρη δικαιολογητικά, ή εκείνη για τη διενέργεια της οποίας δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία (ΕΣ Ολομ. 4318/2013, 1584, 2293/2011, 1745/2010).
Ο ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΛΟΓΟΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΠΑΛΛΑΣΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟς ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΕΓΡΑΨΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΑΛΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΘΥΝΗ, ΝΑ ΑΡΝΗΘΕΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΑ ΤΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ
3.1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11, 12, 13, 22, 23 του β.δ/τος της 17.5/15.6.1959 «περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των δήμων και κοινοτήτων» (Α΄, 114) συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο προϊστάμενος της λογιστικής υπηρεσίας του Δήμου οφείλει, με προσωπική του ευθύνη, να αρνηθεί αιτιολογημένα τη θεώρηση της έκθεσης ανάληψης της δαπάνης, καθώς και την προσυπογραφή της πράξης εκκαθάρισης σε περίπτωση που η εντελλόμενη δαπάνη προδήλως δεν είναι νόμιμη, απαλλάσσεται δε της ευθύνης του μόνο εάν ενεργήσει κατόπιν σχετικής εγγράφου διαταγής του δημάρχου. Μόνη δηλ. η παράλειψή του να υπογράψει το χρηματικό ένταλμα, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη αιτιολογημένη άρνηση θεώρησης της έκθεσης ανάληψης της δαπάνης και της προσυπογραφής της πράξης εκκαθάρισης, δεν τον απαλλάσσει της ευθύνης του (ΕΣ Ολομ. 4328/2014, όπου και μειοψηφία, 4318/2013).
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ
Περαιτέρω, η υπογραφή της έκθεσης ανάληψης δαπάνης και της πράξης εκκαθάρισης της δαπάνης αποτελούν διαχειριστικές πράξεις και καθιστούν τον διενεργούντα αυτές προϊστάμενο λογιστικής υπηρεσίας υπόλογο (ΕΣ Ολομ. 4328/2014). Οι ως άνω πράξεις και παραλείψεις του προϊσταμένου της λογιστικής υπηρεσίας και αυτοτελώς ενεργούμενες συνδέονται αιτιωδώς με το προκαλούμενο έλλειμμα στη διαχείρισή του, καθόσον κάθε μια από αυτές, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την πρόκληση του ελλείμματος. Τούτο δε, ανεξαρτήτως της υπάρξεως τυχόν παράλληλης ευθύνης άλλων προσώπων. Και η μεν κρίση περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι οι ως άνω πράξεις και παραλείψεις μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ελλείμματος υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου, η περαιτέρω όμως κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του ελλείμματος, περί του ότι δηλαδή οι μη νόμιμες πράξεις και παραλείψεις του προϊσταμένου της λογιστικής υπηρεσίας σε σχέση με το έλλειμμα βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΕΣ Ολομ. 4328/2014).
ΓΕΝΙΚΗ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΛΟΓΙΣΤΙΚΟΥ Η ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΑ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΑ
3.2.Kατά πάγια αρχή του δημοσιολογιστικού δικαίου (πρβλ. και άρθρα 21 παρ. 4 του β.δ. της 17.5/15.6.1959 και 34 παρ. 3 ν. 2362/1995, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), τα έξοδα του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης αναγνωρίζονται και εκκαθαρίζονται με βάση τα νόμιμα δικαιολογητικά, τα οποία πρέπει να είναι πρωτότυπα, με σκοπό να αποτρέπεται η πληρωμή οφειλής που έχει ήδη εξοφληθεί.
ΕΠΙ ΑΠΩΛΕΙΑΣ: ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ ΑΛΛΆ ΚΑΙ ΕΔΕ +ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΚΔΟΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΚΡΙΒΕΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
Σε περίπτωση απώλειας των πρωτότυπων δικαιολογητικών, πριν από την ενταλματοποίηση δαπάνης, είναι δυνατή η αναγνώριση και εκκαθάριση αυτής με βάση φωτοτυπημένα αντίγραφα αυτών, θεωρημένα από το διατάκτη, αφού προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση από Οικονομικό Επιθεωρητή για τη διερεύνηση των συνθηκών απώλειας των πρωτοτύπων. Επιπλέον, απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του εκδότη τους που θα επιβεβαιώνει το ακριβές του περιεχομένου τους (ΕΣ Ολομ. Πρακτ. 27ης Γεν. Συν./27.7.1978, και 24ης Γεν. Συν./27.6.1979).
3.3. Κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 3274/2004, όπως αυτές αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν με εκείνες της παρ. 8 του άρθρου 29 του ν. 3448/2006, μια μη νόμιμη δαπάνη Ο.Τ.Α. καθίσταται νόμιμη με βάση τις διατάξεις αυτές, εφόσον, μεταξύ των άλλων σωρευτικώς απαιτουμένων προϋποθέσεων, αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο μέσο ότι ο σκοπός για τον οποίο διενεργήθηκε η δαπάνη αυτή έχει επιτελεσθεί. Επομένως, δαπάνες που έχουν εξοφληθεί στο παρελθόν και εξοφλούνται για δεύτερη φορά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω νομιμοποιητικών διατάξεων (ΕΣ Ολομ. 4328/2014).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του ν. 3801/2009 παρέχεται η ευχέρεια στους δικαστικούς σχηματισμούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά την εκδίκαση διαφορών από καταλογιστικές πράξεις, που αναφέρονται στο χρονικό διάστημα μέχρι την 1.7.2005 και οι οποίες έχουν εκδοθεί σε βάρος αιρετών οργάνων πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α. και υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισης τούτων, να μειώσουν το ποσό του καταλογισμού μέχρι το ένα δέκατο (1/10) της οφειλής, καθώς και να απαλλάξουν τον καταλογισθέντα από προσαυξήσεις ή τόκους, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως του βαρυνόμενου. Η μείωση αυτή ή η απαλλαγή γίνεται μετά από συνεκτίμηση του βαθμού υπαιτιότητας του καταλογισθέντος, της βαρύτητας της δημοσιονομικής παράβασης, των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε και του επελθόντος αποτελέσματος καθώς και της προσωπικής και οικογενειακής οικονομικής του κατάστασης (εφαρμογή της αρχής της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης). Παρέχεται, ακόμα, η ευχέρεια στο δικαστήριο να απαλλάξει τον καταλογισθέντα από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, εάν κρίνει ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχε συγγνωστή πλάνη κατά την πρόκληση του ελλείμματος (ΕΣ Ολομ. 1810, 2236/2014, 1983, 1989, 4317, 4318/2013, 719, 726, 2978, 2979/2012) .
4. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Τμήμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η Οικονομική Επιθεώρηση Δυτικής Αττικής διενήργησε το 2003 οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο στο Δήμο Άνω Λιοσίων (ήδη Δήμο Φυλής) Αττικής, για την περίοδο από 1.1.2000 έως 31.5.2003. Σύμφωνα με την ΕΜΠ. 93/14.11.2003 συνταχθείσα πορισματική έκθεση στα 1252, 1260, 1264, 1266, 1292, 1343, 1427, 1431, 1441 1428 και 1533, οικονομικού έτους 2000, χρηματικά εντάλματα πληρωμής που εκδόθηκαν από τον ως άνω Δήμο και αφορούσαν στην καταβολή ποσών, 70.352.752 δρχ., 553.859.850 δρχ., 220.639.089 δρχ., 234.689.857 δρχ., 187.789.539 δρχ., 638.169.195 δρχ., 180.994.850 δρχ., 451.640.995 δρχ., 14.571.724 δρχ., 91.041.316 δρχ. και 142.526.008 δρχ. αντίστοιχα, στη Δημοτική Επιχείρηση Τεχνικών Έργων Δήμου Άνω Λιοσίων Αττικής, για την εξόφληση απαιτήσεων αυτής σε βάρος Δήμου από την εκτέλεση τεχνικών έργων, ως συνημμένα δικαιολογητικά αναγραφόταν «κατ. πληρ. δημοτ. δαπάνης – δανειστικό συμβόλαιο – διαβιβαστικό – κατάσταση». Ειδικότερα, στα 1252, 1266, 1292 και 1343, οικονομικού έτους 2000,χρηματικά εντάλματα επισυνάπτονταν η κατάσταση πληρωμής της δαπάνης, μια συγκεντρωτική κατάσταση των τιμολογίων που εξοφλούντο με κάθε χρηματικό ένταλμα (όχι τα ίδια τα σώματα των τιμολογίων), το οικείο διαβιβαστικό προς τη Δ.Ο.Υ. έγγραφο του Δήμου για την εξόφληση των χρηματικών ενταλμάτων και αντίγραφο της 3812/31.5.2000 συμβάσεως που συνήψε ο Δήμος Άνω Λιοσίων με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Αντικείμενο της εν λόγω συμβάσεως ήταν η παροχή τοκοχρεολυτικού δανείου από το Ταμείο προς το Δήμο, ποσού πέντε δισεκατομμυρίων εννιακοσίων ενενήντα επτά εκατομμυρίων διακοσίων εβδομήντα έξι χιλιάδων (5.997.276.000) δραχμών, με αποκλειστικό σκοπό την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και συγκεκριμένα για οφειλές μέχρι 30.6.1999 προς ιδιώτες για την εκτέλεση έργων. Περαιτέρω, όσον αφορά στα λοιπά χρηματικά εντάλματα (1260, 1264, 1427, 1431, 1441 1426 και 1533/2000) ως παραστατικό στοιχείο δικαιολογητικό κάθε δαπάνης ήταν μόνο μια συγκεντρωτική κατάσταση των τιμολογίων που εξοφλούντο με κάθε χρηματικό ένταλμα (όχι τα σώματα των τιμολογίων), με την υπογραφή του Δημάρχου Νικολάου Παπαδήμα. Από τον έλεγχο των ως άνω καταστάσεων διαπιστώθηκε ότι μέρος των απαριθμούμενων στις καταστάσεις αυτές τιμολογίων είχαν ήδη πληρωθεί σε προγενέστερο χρόνο με χρηματικά εντάλματα πληρωμής παρελθόντων οικονομικών ετών του Δήμου Άνω Λιοσίων. Ως εκ τούτου, η εκ νέου έκδοση χρηματικών ενταλμάτων για την πληρωμή ήδη εξοφληθεισών απαιτήσεων της δημοτικής επιχείρησης συνιστούσε κατά τον έλεγχο διπλή πληρωμή. Τα ποσά δε, που καταβλήθηκαν με τον τρόπο αυτό ανά χρηματικό ένταλμα είναι τα εξής: με το 1252/6.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 70.352.752 δρχ., με το 1260/8.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 553.859.850 δρχ., με το 1264/8.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 220.639.089 δρχ., με το 1266/12.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 234.689.857 δρχ., με το 1292/13.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 187.789.539 δρχ., με το 1343/14.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 638.169.195 δρχ., με το 1427/4.7.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 180.994.850 δρχ., με το 1431/6.7.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 451.640.995 δρχ., με το 1441/11.7.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 14.571.724 δρχ., με το 1426/25.7.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 91.041.316 δρχ. και με το 1533/25.7.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 142.526.008 δρχ., ήτοι διενεργήθηκαν διπλοπληρωμές συνολικού ύψους 2.786.275.175 δρχ. ή 8.176.889,73 ευρώ. Ακολούθως, οι Οικονομικοί Επιθεωρητές, αφού προηγουμένως κάλεσαν με την 42024/21.5.2004 πρόσκληση τον εκκαλούντα να καταθέσει, εντός 48 ωρών, υπέρ του Δήμου Άνω Λιοσίων, το συνολικό ποσό των 4.737.387.550 δρχ. ή 13.902.824,80 ευρώ (πλέον προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής συνολικού ποσού 1.951.112.375 δρχ. ή 5.725.935,07 ευρώ), εξέδωσαν την 2571/5.7.2004 καταλογιστική απόφαση, σε βάρος του Δημάρχου, Νικολάου Παπαδήμα, του Ελεγκτή εξόδων στη Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων, Κωνσταντίνου Μπράβου και του εκκαλούντος, οι οποίοι ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις κατά τα ανωτέρω μη νόμιμες πληρωμές δαπανών.
4.1. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι οι δαπάνες που εξοφλήθηκαν με τα 1252, 1266, 1292 και 1343, οικονομικού έτους 2000, χρηματικά εντάλματα πληρωμής, στην εκκαθάριση των οποίων συμμετείχε ο εκκαλών, που είχε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου, υπογράφοντας τις επισυναπτόμενες σε αυτά από 6.6.2000, 8.6.2000, 12.6.2000 και 14.5.2000 καταστάσεις πληρωμής δημοτικής δαπάνης, στις οποίες ως αιτιολογία πληρωμής αναγράφεται «εξόφληση οφειλής ΔΑΛ προς ΔΕΤΕΑΛΑ σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση και την κατ/ση τιμ/γίων», είναι μη νόμιμες και συνιστούν έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του Δήμου, καθόσον τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα δεν στηρίζονταν σε πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά, αφού δεν συνοδεύονταν από τα οικεία πρωτότυπα τιμολόγια, σε κάθε δε περίπτωση τα αναφερόμενα στις οικείες καταστάσεις τιμολόγια, που εξοφλήθηκαν με αυτά τα χρηματικά εντάλματα, είχαν ήδη εξοφληθεί με χρηματικά εντάλματα του Δήμου σε προγενέστερο χρόνο. Κατά συνέπεια, ο εκκαλών, ο οποίος ενήργησε διαχειριστικές πράξεις, υπέχει ευθύνη υπολόγου, τόσο ένεκα της θέσης την οποία κατείχε (προϊστάμενος της οικονομικής υπηρεσίας), όσο και λόγω των συγκεκριμένων ενεργειών που του αποδίδονται, δηλαδή της συμμετοχής του στη διαδικασία της ανάληψης και εκκαθάρισης των ανωτέρω δαπανών και της συναφούς υποχρέωσής του, κατά τις κείμενες διατάξεις, να προβεί σε έλεγχο των δικαιολογητικών που είχαν επισυναφθεί στα χρηματικά εντάλματα. Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι ο εκκαλών συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της εκκαθάρισης των δαπανών, που διενεργήθηκαν με τα 1260, 1264, 1427, 1431, 1441, 1426 και 1533, οικονομικού έτους 2000, χρηματικά εντάλματα πληρωμής, συνολικού ποσού 2.809.030.261 δραχμών (συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής), καθόσον κανένα από τα χρηματικά αυτά εντάλματα δεν συνοδεύεται από κατάσταση πληρωμής δαπανών, την οποία να έχει υπογράψει ο εκκαλών, ενώ οι συνημμένες σε αυτά συγκεντρωτικές καταστάσεις, στις οποίες καταχωρούνται αριθμοί τιμολογίων φέρουν μόνο την υπογραφή του Δημάρχου. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, έκρινε το Τμήμα ότι μη νομίμως καταλογίστηκε ο εκκαλών με το ποσό των 2.809.030.261 δραχμών (πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής), ενώ νομίμως καταλογίστηκε με το ποσό των 1.928.357.289 δρχ. (και ήδη 5.659.155,66 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής), καθόσον, επιδεικνύοντας τουλάχιστον βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, προέβη σε εκκαθάριση των 1252, 1266, 1292 και 1343, οικονομικού έτους 2000, χρηματικών ενταλμάτων χωρίς να ελέγξει την πληρότητα των δικαιολογητικών τους και ότι οι δαπάνες αυτές δεν είχαν πληρωθεί κατά το παρελθόν, γεγονός άλλωστε που ούτε ο ίδιος αμφισβητούσε με την έφεσή του. Οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος περί αοριστίας της αιτιολογίας και αναιτιολογήτου της καταλογιστικής απόφασης, αφού δεν προσδιορίζονταν οι πλημμέλειες των χρηματικών ενταλμάτων, δεν αναφερόταν σε ποια δικαιολογητικά στηρίχθηκε η έκδοσή τους, ώστε να ελεγχθεί η νομιμότητά τους, ούτε σε τι συνίσταται ενδεχομένως η μη νομιμότητά τους, και δεν προσδιοριζόταν σε τι έλεγχο έπρεπε αυτός να προβεί ούτε ποιες ενέργειες παρέλειψε κατά τον έλεγχο των χρηματικών ενταλμάτων, απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, καθόσον η καταλογιστική απόφαση ως αιτιολογητέα εκ του νόμου περιείχε τη νομική και ιστορική αιτία του καταλογισμού – συνισταμένη στη συμμετοχή του εκκαλούντος στη διαδικασία της εκκαθάρισης των συγκεκριμένων χρηματικών ενταλμάτων, τα οποία δεν συνοδεύονταν από πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά -, το ύψος του ελλείμματος, την ευθύνη του εκκαλούντος ως υπολόγου καθώς και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων αυτού και του δημιουργηθέντος ελλείμματος, ενώ νομίμως αυτή συμπληρώνεται από την πορισματική έκθεση. Εξάλλου, ο εκκαλών όφειλε και μπορούσε, ως Προϊστάμενος της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου, να γνωρίζει τα δικαιολογητικά που, κατά το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο, επιβάλλεται να συνοδεύουν τα εκδιδόμενα από το δήμο χρηματικά εντάλματα, καθώς και να διαπιστώνει την ύπαρξη και την πληρότητά τους πριν από προσυπογραφή της πράξης εκκαθάρισης των δαπανών. Η μη αναγραφή δε, στην πορισματική έκθεση των διατάξεων που παραβιάσθηκαν κατά τη μη νομότυπη έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του επιβληθέντος σε βάρος του εκκαλούντος καταλογισμού. Απορρίφθηκαν επίσης οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος περί μη προσδιορισμού στην καταλογιστική απόφαση της θετικής ζημίας που προκλήθηκε στο Δήμο, καθώς και περί αναρμοδιότητας του εκδόσαντος αυτήν οργάνου, με την αιτιολογία ότι από την καταλογιστική απόφαση προκύπτει με σαφήνεια ότι το ποσό που καταβλήθηκε με τα κρίσιμα χρηματικά εντάλματα, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που δίδεται από το καταλογίζον όργανο, συνιστά έλλειμμα, το οποίο νομίμως και αρμοδίως καταλογίζεται σε βάρος του εκκαλούντος από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές, χωρίς να πλήττεται η νομιμότητα του καταλογισμού από την αναφορά σε αυτή περί θετικής ζημίας του Δήμου, αφού η αναφορά αυτή δεν είναι προσδιοριστική του είδους της δημοσιολογιστικής ευθύνης του εκκαλούντος, αλλά δηλωτική της παράνομης εκταμίευσης του δημόσιου χρήματος. Αλυσιτελώς δε προέβαλε ο εκκαλών ότι στην καταλογιστική απόφαση δεν προσδιορίζεται ο βαθμός της υπαιτιότητάς του, δεδομένου ότι για τον καταλογισμό σε βάρος υπολόγου αρκεί η διαπίστωση ελλείμματος στη διαχείρισή του και δεν είναι αναγκαίο, ένεκα της συνδρομής νόθου αντικειμενικής ευθύνης του ως προς το έλλειμμα, να αναφέρεται ο βαθμός υπαιτιότητάς του. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί συνδρομής συγγνωστής πλάνης υπό την έννοια ότι αυτός αδυνατούσε να γνωρίζει ότι τα τιμολόγια που εξοφλήθηκαν με τα ως άνω χρηματικά εντάλματα, είχαν ήδη εξοφληθεί στο παρελθόν, δεδομένου ότι οι συναλλαγές με τη δημοτική επιχείρηση ήταν πάμπολλες και η εργασία του γινόταν βεβιασμένα λόγω του ότι οι δαπάνες του Δήμου αφορούσαν σε αποκαταστάσεις ζημιών από τους σεισμούς, απορρίφθηκε επίσης ως αβάσιμος, καθώς αν ο εκκαλών, όπως όφειλε εκ της θέσεώς του και μπορούσε να πράξει, απαιτούσε τα δικαιολογητικά εξόφλησης των χρηματικών ενταλμάτων να είναι πρωτότυπα και όλα όσα προβλέπονται, κατά περίπτωση, από το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, θα αποτρεπόταν η διπλή εξόφληση και η δημιουργία του επίδικου ελλείμματος. Τέλος, ο προβληθείς με το υπόμνημα ισχυρισμός περί παραβίασης με την καταλογιστική απόφαση της αρχής της αναλογικότητας, πέραν του απαραδέκτου της προβολής του το πρώτον με υπόμνημα, απορρίπτεται και ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται αφενός μεν σε τί συνίσταται η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος, αφετέρου δε η διάταξη νόμου που παραβιάζει την αρχή αυτή, δοθέντος ότι η αρχή της αναλογικότητας, η οποία οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο, δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο παρά μόνο για τον έλεγχο της συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου. Ακολούθως, το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι οι επίμαχες δαπάνες δεν εμπίπτουν στις νομιμοποιητικές διατάξεις των άρθρων 26 του ν. 3274/2004 και 29 παρ. 8 του ν. 3448/2006, καθόσον δεν επιτελέσθηκε ο σκοπός για τον οποίο διενεργήθηκαν οι δαπάνες αυτές, αφού με τα ως άνω χρηματικά εντάλματα εξοφλήθηκαν δαπάνες έργων που είχαν ήδη εξοφληθεί κατά το παρελθόν. Τέλος, το δικάσαν Τμήμα, συνεκτιμώντας την έκταση και τη βαρύτητα των παραβάσεων στις οποίες υπέπεσε ο εκκαλών, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκαν αυτές, το ύψος του ελλείμματος και τη συνδρομή στο πρόσωπό του τουλάχιστον βαρείας αμελείας, λόγω ευθείας παράβασης των καθηκόντων του με την εκκαθάριση των ανωτέρω δαπανών χωρίς δικαιολογητικά, έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι φέρεται να μη διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους, δεν συντρέχει περίπτωση μείωσης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 παρ. 1 του ν. 3801/2009, του ποσού του καταλογισμού (με τις προσαυξήσεις που επιβλήθηκαν).
5. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην τρίτη σκέψη της παρούσας το Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε νόμιμη και πλήρη αιτιολογία, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων αναίρεσης ως αβασίμων, ως προς τη θεμελίωση της δημοσιολογιστικής ευθύνης του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ως προς την ύπαρξη στο πρόσωπό του υπαιτιότητας σε βαθμό βαρείας αμέλειας, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων ή και των παραλείψεών του και του δημιουργηθέντος ελλείμματος, ως προς την απορρέουσα από τη θέση του ως Προϊσταμένου Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου υποχρέωσή του να γνωρίζει τα δικαιολογητικά που, σύμφωνα με το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο, συνοδεύουν τα χρηματικά εντάλματα του δήμου, καθώς και να ελέγχει την ύπαρξή τους πριν από την προσυπογραφή της πράξης εκκαθάρισης των δαπανών. Ειδικότερα, παρατίθενται στην πληττόμενη απόφαση τα στοιχεία εκείνα που δικαιολογούν την ιδιότητά του ως υπολόγου της χρηματικής διαχείρισης του Δήμου Άνω Λιοσίων, τόσο ένεκα της θέσης που κατείχε ως Προϊστάμενος της Οικονομικής Υπηρεσίας του ως άνω δήμου, όσο και λόγω των συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων, στις οποίες προέβη κατά τη συμμετοχή του στη διαδικασία της ανάληψης και εκκαθάρισης των ανωτέρω δαπανών και της συναφούς υποχρέωσής του να ελέγχει τα δικαιολογητικά που είχαν επισυναφθεί στα επίμαχα χρηματικά εντάλματα. Περαιτέρω, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι μη νόμιμες ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος συνίσταντο στο ότι υπέγραψε τις επίμαχες καταστάσεις πληρωμής δαπάνης, που επισυνάπτονταν στα 1252, 1265, 1266, 1292 και 1343, οικονομικού έτους 2000, χρηματικά εντάλματα πληρωμής, τα οποία δεν στηρίζονταν σε πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά, καθώς δεν συνοδεύονταν από τα οικεία πρωτότυπα τιμολόγια, σε κάθε δε περίπτωση τα αναφερόμενα στις οικείες καταστάσεις τιμολόγια, που εξοφλήθηκαν με αυτά τα χρηματικά εντάλματα, είχαν ήδη εξοφληθεί με χρηματικά εντάλματα του δήμου σε προγενέστερο χρόνο. Περαιτέρω, το δικάσαν Τμήμα διέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος υπαιτιότητας με τη μορφή τουλάχιστον της βαρείας αμέλειας με αναλυτική παράθεση των συγκεκριμένων πράξεων και παραλείψεών του, οι οποίες συνιστούν ευθεία παράβαση των καθηκόντων του και των νομίμων υποχρεώσεών του. Κατά συνέπεια, ο λόγος αναιρέσεως ότι το Τμήμα δεν εξέτασε αν υπό τις συνθήκες που δημιουργήθηκε το έλλειμμα δεν υφίσταται βαρεία αμέλεια ή δόλος παρά μόνο ελαφρά αμέλεια, η οποία απαλλάσσει από τις προσαυξήσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, το Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε αφενός μεν τις διατάξεις των άρθρων 26 του ν. 3274/2004 και 29 παρ. 8 του ν. 3448/2006 και έκρινε ότι οι επίμαχες δαπάνες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, αφού με τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα εξοφλήθηκαν δαπάνες έργων, που ήδη κατά το παρελθόν είχαν εξοφληθεί, αφετέρου δε τις διατάξεις του άρθρου 37 παρ. 1 του ν.3801/2009 και συνεκτιμώντας την έκταση και τη βαρύτητα των παραβάσεων στις οποίες ο αναιρεσείων υπέπεσε, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκαν αυτές, το ύψος του ελλείμματος και τη συνδρομή στο πρόσωπό του τουλάχιστον βαρείας αμέλειας, λόγω ευθείας παράβασης των καθηκόντων του με την εκκαθάριση δαπανών χωρίς δικαιολογητικά, έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι φέρεται να μη διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους, δεν συντρέχει περίπτωση μείωσης του ποσού του καταλογισμού. Περαιτέρω, προβάλλεται το πρώτον κατ’ αναίρεση η παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, υπό την έννοια ότι η τελική πορισματική έκθεση εκδόθηκε στις 27.10.2004, δηλ. μετά την έκδοση της καταλογιστικής απόφασης, παραδεκτώς μεν, εφόσον το πραγματικό, στο οποίο στηρίζεται η επικαλούμενη παραβίαση προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΕΣ Ολομ. 2333/2011, 717/2010, όπου και μειοψηφία), αβασίμως δε, καθόσον η 2571/5.7.2004 καταλογιστική απόφαση της Οικονομικής Επιθεώρησης Δυτικής Αττικής στηρίζει την αιτιολογία της μόνο στην 93/14.11.2003 πορισματική έκθεση και όχι στην 224/27.10.2004 όμοια συμπληρωματική αυτής, την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη διηγηματικώς απλώς αναφέρει. Τέλος, όλες οι λοιπές προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις κατά το μέρος που πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.
6. Κατ’ ακολουθία αυτών που προηγουμένως κρίθηκαν η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθε, να μην καταλογιστεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, ενόψει των περιστάσεων, το επιπλέον παράβολο (άρθρο 57 παρ. 5 ν. 3659/2008) και να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με την αναλόγως εφαρμοστέα εν προκειμένω (βλ. άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως ισχύει μετά το ν. 3472/2006) διάταξη του άρθρου 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτησή του. Και
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2015.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ | ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 11 Φεβρουαρίου 2015.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ | ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ |
