ΕΣ 120/2011, ΙΙτμ.,ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ, ΑΓΩΓΗ, ΤΟΚΟΣ, Οικογενειακό επίδομα, αγωγή , τοκοφορία άρθ.60 ΚΣΣ, οχι αναπομπη του αρ.12 ΚΔΔ απο το ΕΣ στα ΤΔΔ

Ε.Σ

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ ΙΙ

ΑΠΟΦΑΣΗ 120/2011

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2010, με την ακόλουθη σύνθεση: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Χρυσούλα Καραμαδούκη και Κωνσταντίνος Κωστόπουλος (εισηγητής), Σύμβουλοι, Νικολέτα Ρένεση και Ιωάννης Βασιλόπουλος, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας Κωνσταντίνος Τόλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα,

Γραμματέας: Σταύρος Χρονόπουλος, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΤΕ με βαθμό Α΄),

Για να δικάσει την από 27.12.2001 (αριθμός κατάθεσης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών 3374/27.12.2001) αγωγή:

Των: 1) … και 3) …, οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Στάμου (ΑΜ/ΔΣΑ 18552),

κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα.

Με την υπό κρίση αγωγή, η οποία παραπέμφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την 3855/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες, πολιτικοί συνταξιούχοι του Δημοσίου ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει, σε καθένα από αυτούς νομιμοτόκως, το ποσό των 915,62 ευρώ, που αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, η οποία δεν τους καταβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 28.2.2001.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Την πληρεξουσία δικηγόρο των εναγόντων, η οποία ζήτησε την παραδοχή της αγωγής καθώς και προθεσμία για να καταθέσει υπόμνημα και νομιμοποίηση.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή. Και

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Αποφάσισε τα εξής:

Ι. Με την ένδικη αγωγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με τα από 14.5.2004 και 11.5.2010 νομίμως κατατεθέντα υπομνήματα, η οποία ασκήθηκε αρχικά ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και παραπέμφθηκε με την 3855/2005 απόφαση αυτού, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως έχοντος δικαιοδοσία προς εκδίκασή της, οι ενάγοντες, πολιτικοί συνταξιούχοι του Δημοσίου, στους οποίους έχει κανονισθεί μηνιαία σύνταξη καταβλητέα, στην πρώτη από 23.11.1995, στη δεύτερη από 30.12.2000 και στον τρίτο από 8.6.2000, ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει νομιμοτόκως σε καθένα από αυτούς το ποσό των 915,62 ευρώ, που αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου (άρθρο 12 του ν. 2470/1997) και παρανόμως, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν τους καταβλήθηκε κατά το από 1.1.1999 έως 28.2.2001 χρονικό διάστημα – όπως το τελευταίο περιορίσθηκε με το ως άνω κατατεθέν στις 14.05.2004 ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών υπόμνημά τους. Με την κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος, που με αυτή ζητείται από τους δεύτερη και τρίτο ενάγοντες να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει οικογενειακή παροχή, πριν την ημερομηνία έναρξης καταβολής της μηνιαίας σύνταξής τους, ήτοι πριν τις 30.12.2000 για τη δεύτερη ενάγουσα και πριν τις 8.6.2000 για τον τρίτο ενάγοντα (βλ. αντιστοίχως τις 21957/2000 και 7039/2000 πράξεις κανονισμού συντάξεως της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους) δεν αναφύεται συνταξιοδοτική διαφορά, αλλά διοικητική διαφορά ουσίας για την εκδίκαση της οποίας αρμόδια, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 περ. θ΄ του ν. 1406/1983 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2721/1999, καθίστανται τα Διοικητικά Δικαστήρια. Κατά το μέρος λοιπόν αυτό, που αφορά τους δεύτερη και τρίτο ενάγοντες και το αίτημά τους για το προγενέστερο της συνταξιοδότησής τους χρονικό διάστημα, η ένδικη αγωγή, ενόψει του ότι δεν μπορεί να «αναπεμφθεί» προς εκδίκαση στο αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, όπως έχει αντικατασταθεί από 4.7.2006 με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006, συμπληρωματικά προς την υφιστάμενη δικονομία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 1225/1981) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Και τούτο, διότι με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα παραπομπής στο αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο ενδίκων βοηθημάτων, που ανήκουν στην αρμοδιότητά του, αλλά εισάγονται (ασκούνται) ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όχι «αναπομπής» στα Διοικητικά Δικαστήρια ενδίκων βοηθημάτων, που κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων περί δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας διατάξεων παραπέμφθηκαν προς εκδίκαση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΙΙ Τμ. ΕΣ 855/2008, 1555/2009). Κατά τα λοιπά η αγωγή αυτή, για την οποία καταβλήθηκε το προσήκον δικαστικό ένσημο (βλ. ειδικά έντυπα γραμμάτια δικαστικού ενσήμου 147697, 147699 και 147698, Σειράς Α΄) αποτελεί, κατ΄ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ευθεία αγωγή, της οποίας η υποκείμενη αιτία αφορά σε παρακολούθημα του δημόσιου δικαιώματος της σύνταξης (άρθρο 98 παρ.1 Συντάγματος, Α.Ε.Δ. 4/2001), που καθορίζεται και οφείλεται απευθείας από το νόμο και του οποίου την πληρωμή αρνείται το Ελληνικό Δημόσιο. Συνεπώς, παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (Α.Ε.Δ. 4/2001, Ολ.Ελ.Συν. 96/2002, ΙΙ Τμ. Ε.Σ. 273/2002, 1318/2003, ΣτΕ 303/1998, 2976/1994, ΑΠ 1406/1984) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.

ΙΙ. Οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 4 και 5 του ν. 2470/1997, όπως είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, οι οποίες απαγορεύουν την καταβολή στο ακέραιο του επιδόματος οικογενειακών βαρών ή της οικογενειακής παροχής, αντίστοιχα, και στους δύο συζύγους, όταν αυτοί είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., αντίκεινται, όπως έχει γίνει παγίως δεκτό (βλ. σχετ. Α.Ε.Δ. 3/2001, Ολομ. Ελ. Συν. 1591/2002, 153/2003, ΙΙ Τμ. 1318/2003, 2560/2004 κ.ά.), στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Κατά συνέπεια, ισχύει και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας που περιέχεται στην παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, σύμφωνα με τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, μαζί με τη σχετική προσαύξηση λόγω τέκνων, εφόσον υπάρχουν, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνουν οι ως άνω κρινόμενες ως αντισυνταγματικές διατάξεις. Τα ίδια ισχύουν αναφορικά και με τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου εν γένει, αφού κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 6 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ Α΄ 57) η οικογενειακή παροχή χορηγείται και σ’ αυτούς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που χορηγείται και στους εν ενεργεία υπαλλήλους του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. Άλλωστε, με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α΄ 110) έπαυσαν να ισχύουν από 1.7.2002 οι ανωτέρω αντισυνταγματικές ρυθμίσεις του άρθρου 12 του ν. 2470/1997 και άρχισε να καταβάλλεται από την ημερομηνία αυτή η οικογενειακή παροχή στο ακέραιο σε όλους τους έγγαμους συνταξιούχους του Δημοσίου, χωρίς τις διακρίσεις και τους περιορισμούς που προέβλεπαν οι διατάξεις αυτές.

IΙΙ. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Η πρώτη ενάγουσα, …, πολιτική συνταξιούχος είναι έγγαμη από το έτος 1959 με τον … (βλ. την …/1995 πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους περί συνταξιοδότησής της και το υπ΄ αριθμόν πρωτοκόλλου …/7.2.2002 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου …). Η δεύτερη ενάγουσα, …, πολιτική συνταξιούχος είναι έγγαμη από το έτος 1972 με τον … (βλ. την 21957/2000 πράξη της 42ης Διεύθυνσης περί συνταξιοδότησής της και το υπ’ αριθμόν πρωτοκόλλου …/13.2.2002 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου …). Ο τρίτος ενάγων, …, πολιτικός συνταξιούχος είναι έγγαμος από το έτος 1969 με την … (βλ. την 7039/2000 πράξη της 42ης Διεύθυνσης περί συνταξιοδότησής του και το υπ΄ αριθμόν πρωτοκόλλου …/4.2.2002 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αθηναίων). Με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν με τη σύνταξή τους την οικογενειακή παροχή λόγω γάμου κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 28.2.2001 η πρώτη, από 30.12.2000 έως 28.2.2001 η δεύτερη και από 8.6.2000 έως 28.2.2001 ο τρίτος και ζητούν, προβάλλοντας την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 4 και 5 του ν. 2470/1997 να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής τους την οικογενειακή αυτή παροχή, που δεν τους καταβλήθηκε κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Με βάση τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη που προηγήθηκε, οι ενάγοντες δικαιούνται την ένδικη προσαύξηση επί της συντάξεώς τους για το κρίσιμο, για τον καθένα από αυτούς χρονικό διάστημα, κατά οποίο πράγματι δεν έλαβαν την παροχή αυτή, όπως τούτο προκύπτει από τις υπ΄ αριθμόν πρωτοκόλλου 54387/10.5.2010, 54531/10.5.2010 και 54485/ 10.5.2010 βεβαιώσεις της 45ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και για το οποίο οι σχετικές αξιώσεις τους δεν είχαν υποπέσει, ενόψει του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής τους (27.12.2001) στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 (Ολ. Ελ. Συν. 2442/2008). Συνεπώς, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει, ως οικογενειακή παροχή λόγω γάμου (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2470/1997) στην πρώτη ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως και 28.2.2001 (26 μήνες Χ 12.000 δρχ.) το συνολικό ποσό των 312.000 δραχμών ή 915,62 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 30.12.2000 έως και 28.2.2001 (2 μήνες και 2 ημέρες Χ 12.000 δρχ.) το συνολικό ποσό των 24.774,18 δραχμών ή 72,70 ευρώ και τέλος στον τρίτο ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 8.6.2000 έως και 28.2.2001 (8 μήνες και 23 ημέρες Χ 12.000) το συνολικό ποσό των 105.200 δραχμών ή 308,73 ευρώ.

ΙV. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 915,62 ευρώ. Επίσης, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους δεύτερη και τρίτο ενάγοντες και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στη μεν δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 72,70 ευρώ, στον δε τρίτο ενάγοντα το ποσό των 308,73 ευρώ. Όλα δε τα παραπάνω ποσά, οφείλει το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής τους σε αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 «περί Κώδικος Δικών του Δημοσίου», χωρίς τούτο να κωλύεται από τη διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 εδαφ. β΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, αφού, ανεξάρτητα από τη φύση τους ως συνταξιοδοτικού περιεχομένου αξιώσεις, πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις, οι οποίες επιδιώκεται να ικανοποιηθούν με την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της αγωγής (βλ. σχετ. Ολ. Ελ. Συν. 27/2008). Τέλος, ενόψει του ότι τα δικαστικά έξοδα κρίνονται με βάση το νόμο, που ισχύει κατά την πρώτη συζήτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το ν. 2717/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, όπως αντικαταστάθηκε από 4.7.2006 με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι το εναγόμενο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα της πρώτης ενάγουσας, ενώ σε ό,τι αφορά τη δίκη που έχει ανοιγεί ως προς τους δεύτερη και τρίτο ενάγοντες κρίνει ότι τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών.

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα, …. και υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό των εννιακοσίων δεκαπέντε ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (915,62 ευρώ), νομιμοτόκως από επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στο σκεπτικό.

Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα αυτής.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς τη δεύτερη ενάγουσα … για το από 30.12.2000 έως και 28.2.2001 χρονικό διάστημα και ως προς τον τρίτο ενάγοντα … για το από 8.6.2000 έως και 28.2.2001 χρονικό διάστημα.

Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει