1246/14 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος,Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Άννα Λιγωμένου (εισηγήτρια), Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Koυλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι (οι Σύμβουλοι Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Αγγελική Μυλωνά, Βιργινία Σκεύη και Δέσποινα Τζούμα απουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ :Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 20 Οκτωβρίου 2011 περί αναιρέσεως της 1569/2011 οριστικής αποφάσεως του I Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση του Χαράλαμπου Μπέσσα του Ελευθερίου, κατοίκου Μεταξιατών Φθιώτιδας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Τζουμάκα (Α.Μ. 9411 Δ.Σ.Α.).
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
Με την 7174/992/30.1.2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, καταλογίστηκε σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος, πρώην υπαλλήλου του Δασαρχείου Λαμίας, το ποσό των 33.166,60 ευρώ, που φέρεται ότι εισέπραξε αχρεώστητα ως αποδοχές κατά το χρονικό διάστημα από 17.1.2006 έως 31.12.2007, λόγω αυτοδίκαιης έκπτωσής του από την υπηρεσία συνεπεία αμετάκλητης ποινικής καταδίκης του.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη 1569/2011 απόφαση του Ι Τμήματος απορρίφθηκε η έφεση που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατά της ως άνω καταλογιστικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας.
Με την αίτηση που κρίνεται και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή ζητείται η αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως του Ι Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε την παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως,
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την απόρριψή της και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε επίσης να απορριφθεί η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως εκτός από τις Συμβούλους Χρυσούλα Καραμαδούκη και Χριστίνα Ρασσιά που απουσίασαν λόγω κωλύματος.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :
Ι. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 1569/2011 οριστικής αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (βλ. το 6199677 Σειράς Η΄ έντυπο γραμμάτιο του Ελληνικού Δημοσίου) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξετασθεί κατά το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων μ’ αυτή λόγων.
Με την 7174/992/30-1-2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας καταλογίστηκε εις βάρος του ήδη αναιρεσείοντος, πρώην υπαλλήλου του Δασαρχείου Λαμίας, το ποσό των 33.166,60 ευρώ, που φέρεται ότι εισέπραξε αχρεώστητα ως αποδοχές κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-2006 έως 31-12-2007, λόγω αυτοδίκαιης έκπτωσής του από την υπηρεσία συνεπεία αμετάκλητης ποινικής καταδίκης του.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη 1569/2011 απόφαση του Ι Τμήματος απορρίφθηκε έφεση του ιδίου κατά της ως άνω αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας ως αβάσιμη στην ουσία.
Ήδη, με την ένδικη αίτησή του ο αναιρεσείων επιδιώκει την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προβάλλοντας ότι, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, το δικάσαν Τμήμα απέρριψε τον ισχυρισμό του ιδίου ότι ο επίδικος καταλογισμός αντίκειται στις αρχές της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης, κρίνοντας ότι παρέλκει η εξέταση της καλοπιστίας του ως προς την είσπραξη των καταλογισθεισών αποδοχών του, επειδή δεν προσκόμισε στοιχεία προς απόδειξη της οικονομικής του αδυναμίας. Τα στοιχεία όμως αυτά, κατά τον ισχυρισμό του, είχαν συμπροσκομιστεί στο δικαστήριο με την αίτηση αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης καταλογιστικής απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η 2398/2008 απόφαση του I Τμήματος και συνεπώς το δικάσαν Τμήμα έπρεπε να λάβει υπόψη του τα προαναφερθέντα στοιχεία για την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση και σε περίπτωση που δεν ήταν επαρκή, το δικάσαν Τμήμα όφειλε να εκδώσει προδικαστική απόφαση, προκειμένου να προσκομιστούν εκ νέου τα στοιχεία αυτά καθώς και νεότερα.
II. Kατά πάγια νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου(βλ. αποφ. Ολομ. ΕλΣυν.1680/2009, 2438/2008, 1453/2006, 1428/2005, 246/2003, 1142/2002, 154/1996, κ.ά.), η αναζήτηση, κατόπιν καταλογισμού, χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν αχρεώστητα για αποδοχές ή συντάξεις αντίκειται στις αρχές της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης, όταν συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) να έχει παρέλθει ικανός χρόνος από την είσπραξη αυτών, β) να έχουν ληφθεί καλόπιστα και γ) να υφίσταται, από την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ενόψει της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης του λαβόντα, κίνδυνος δημιουργίας ανυπέρβλητων οικονομικών δυσχερειών σ’ αυτόν, με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του. Η τελευταία προϋπόθεση (οικονομική αδυναμία) πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο παροχής της αιτούμενης έννομης προστασίας, δηλαδή κατά την πρώτη επί της ουσίας συζήτηση της υποθέσεως στο Τμήμα (πρβλ. αποφ. Ολομ. Ελ. Συν. 807/1997 και 2438/2008), απαιτείται δε οι ανωτέρω προϋποθέσεις να συντρέχουν σωρευτικά και δεν αρκεί η συνδρομή της μιας από αυτές (βλ. αποφ. Ολομ. Ελ. Συν. 607/1991). Περαιτέρω, στο π.δ.1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α΄ 304), ορίζεται: α) στο[tp1] άρθρο 70[tp2] ότι: «1. Οι διάδικοι υποχρεούνται όπως τα αποδεικτικά αυτών στοιχεία προσκομίζουν εις την γραμματείαν του δικαστηρίου εντός των εν άρθρω 29 του παρόντος προθεσμιών υποβολής υπομνημάτων…», β) στο άρθρο 29 ότι: «1. … 2. Μέχρι προτεραίας της συζητήσεως επιτρέπεται εις τους διαδίκους να καταθέσουν εις την Γραμματείαν του Δικαστηρίου υπομνήματα προς απόδειξιν των ισχυρισμών τους…», γ) στο άρθρο 96 ότι: «1. Επιφυλασσομένων των διατάξεων του ουσιαστικού νόμου, έκαστος διάδικος υποχρεούται να αποδείξη τα πραγματικά γεγονότα, εφ’ ών ερείδονται οι ισχυρισμοί αυτού. Ο έτερος διάδικος δικαιούται εις ανταπόδειξιν…» και δ) στο άρθρο 97 ότι: «1. Το Συνέδριον, ασκούν την δικαιοδοσίαν αυτού, δικαιούται προς μόρφωσιν πεποιθήσεως να κάμη χρήσιν κατά την απόλυτον αυτού κρίσιν παντός αποδεικτικού μέσου…». Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 1225/1981 συνάγεται ότι οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίζουν τα αποδεικτικά των ισχυρισμών τους μέσα μέχρι την προηγούμενη ημέρα της συζητήσεως της υποθέσεώς τους, το δε Δικαστήριο έχει απλώς ευχέρεια και όχι υποχρέωση να προβεί στην έκδοση προδικαστικής απόφασης για τη συμπλήρωση των αποδείξεων.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη υπόθεση το δικάσαν Τμήμα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι με την 155/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, καταδικάσθηκε ο εκκαλών, τέως υπάλληλος του Δασαρχείου Λαμίας, σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών με αναστολή για τα αδικήματα της ψευδούς βεβαίωσης και παράβασης καθήκοντος. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών άσκησε αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την 130/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε στις 17.1.2006. Ακολούθως, εκδόθηκε η 4695/06/6.12.2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, περίληψη της οποίας δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Γ΄ 21/16.1.2008), με την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη, από 17.1.2006, έκπτωση του εκκαλούντος από την υπηρεσία, λόγω αμετάκλητης καταδίκης του για παράβαση καθήκοντος. Με βάση την ως άνω διαπιστωτική απόφαση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταλογίστηκε ο εκκαλών, με το ποσό των 33.166,60 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι εισέπραξε αχρεώστητα κατά το χρονικό διάστημα από 17.1.2006, ημερομηνία δημοσίευσης της 130/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου, έως 31.12.2007.
IV. Με τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα δεχόμενο ότι, εφόσον η υπαλληλική σχέση του ήδη αναιρεσείοντος λύθηκε αυτοδικαίως στις 17.1.2006, οπότε και δημοσιεύθηκε η 130/2006 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, νομίμως καταλογίσθηκε σε βάρος αυτού το ποσό των 33.166,60 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές που εισέπραξε αχρεώστητα από το Δημόσιο από την ημερομηνία αυτή και μέχρι 31.12.2007, έκρινε περαιτέρω ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του ότι ο επίδικος καταλογισμός του αντίκειται προς τις αρχές της εύρυθμης και χρηστής διοίκησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι αυτός δεν επικαλέστηκε αλλά ούτε και προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι συντρέχει στο πρόσωπό του οικονομική αδυναμίαγια την επιστροφή του καταλογιζόμενου ποσού και ως εκ τούτου παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας του ισχυρισμού του ότι ήταν καλόπιστος ως προς την είσπραξη του καταλογιζόμενου ποσού. Τέλος, σύμφωνα με τα ανωτέρω έκρινε ότι, εφόσον στο πρόσωπο του εκκαλούντος (νυν αναιρεσείοντος) δεν συνέτρεχαν σωρευτικά η καλή πίστη και η οικονομική αδυναμία επιστροφής του καταλογισθέντος ποσού, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής η αρχή της χρηστής και εύρυθμης διοικήσεως και να αρθεί (μερικώς ή ολικώς) ο επίδικος καταλογισμός. Ο δε προβαλλόμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το δικάσαν Τμήμα έπρεπε να λάβει υπόψη του για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης οικονομικά στοιχεία που είχε προσκομίσει στο Δικαστήριο μαζί με την αίτηση αναστολής της ως άνω καταλογιστικής απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η 2398/2008 απόφαση του IΤμήματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τα προαναφερόμενα, η επικαλούμενη από τους διαδίκους οικονομική αδυναμία τους για επιστροφή αχρεωστήτως ληφθέντων αποδοχών πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο παροχής της αιτούμενης έννομης προστασίας, δηλαδή κατά την πρώτη επί της ουσίας συζήτηση της υπόθεσης στο Τμήμα και εν προκειμένω την 1η Φεβρουαρίου 2011 που συζητήθηκε στο ακροατήριο του δικάσαντος Τμήματος η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, πλην όμως τα οικονομικά στοιχεία που είχαν προσκομιστεί ενόψει της αίτησης αναστολής, που συζητήθηκε στη δικάσιμο της 7ης Οκτωβρίου 2008, είχαν καταστεί πλέον ανεπίκαιρα. Κατόπιν τούτων, εφόσον κατά τη συζήτηση της έφεσης την 1η Φεβρουαρίου 2011 δεν προσκομίστηκαν επίκαιρα στοιχεία προς απόδειξη της οικονομικής αδυναμίας του αναιρεσείοντος, ορθά το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της καλοπιστίας του και απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο έφεσης, δεδομένου ότι για την εφαρμογή των αρχών της χρηστής και εύρυθμης διοικήσεως, που οδηγεί στην μερική ή ολική άρση του καταλογισμού, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις της καλόπιστης είσπραξης και της οικονομικής αδυναμίας επιστροφής. Επίσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το δικάσαν Τμήμα όφειλε να εκδώσει προδικαστική απόφαση για να προσκομιστούν εκ νέου στοιχεία για την οικονομική αδυναμία του, καθόσον, κατά τα προαναφερόμενα, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να εκδώσει προδικαστική απόφαση για τη συμπλήρωση των αποδείξεων, οι δε διάδικοι οφείλουν να προσκομίζουν τα αποδεικτικά των ισχυρισμών τους μέσα.
V. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου το καταβληθέν παράβολο.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 20.10.2011 αίτηση του Χαράλαμπου Μπέσσα του Ελευθερίου κατά της 1569/2011 απόφασης του I Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2014.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ | ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ | ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ |
