ΕΣ 132/2011, ΙΙ τμ., ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ, ΔΙΑΖΕΥΓΜΕΝΗ ΘΥΓΑΤΕΡΑ , προϋποθέσεις σύνταξιοδότησης διαζευγμένης θυγατέρας δημάρχου.

Ε.Σ

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ ΙΙ

ΑΠΟΦΑΣΗ 132/2011

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2010, με την ακόλουθη σύνθεση: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Δημήτριος Πέππας (εισηγητής), και Αντώνιος Κατσαρόλης, Σύμβουλοι, Βασιλική Πέππα και Ιωάννα Ρούλια, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο),

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας Κωνσταντίνος Τόλης, που αναπληρώνει νομίμως τον κωλυόμενο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας,

Γραμματέας: Σταύρος Χρονόπουλος, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΤΕ με βαθμό Α΄).

Για να δικάσει την από 7.12.2005 έφεση (κατάθεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο με ΑΒΔ 795/12.12.2005):

Της …, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Βαΐας Λάμπρου (Α.Μ./Δ.Σ.Α.: 17947).

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί νομίμως ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα και

κατά της 13/2004 αποφάσεως της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ένσταση της εκκαλούσας, διαζευγμένης θυγατέρας αποβιώσαντος τέως Δημάρχου, κατά της 15221/2002 πράξεως του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με την οποία απορρίφθηκε αίτησή της για κανονισμό σ’ αυτήν χορηγίας κατά μεταβίβαση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του ν.1654/1986.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :

Την πληρεξούσια δικηγόρο της εκκαλούσας, η οποία ζήτησε την παραδοχή της εφέσεως.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί η έφεση. Και

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Αποφάσισε τα εξής :

I. Με την υπό κρίση έφεση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το νομίμως κατατεθέν στις 4.3.2010 υπόμνημα, η εκκαλούσα, διαζευγμένη θυγατέρα του αποβιώσαντος τέως Δημάρχου …, …, ζητεί την ακύρωση της 13/2004 αποφάσεως της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία απορρίφθηκε ένστασή της κατά της 15221/2002 πράξεως του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Με την τελευταία αυτή πράξη απορρίφθηκε αίτηση της εκκαλούσας για κανονισμό σ’ αυτήν χορηγίας κατά μεταβίβαση, ως διαζευγμένης θυγατέρας αποβιώσαντος τέως Δημάρχου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 1654/1986, με την αιτιολογία ότι στις 31.12.1986 δεν είχε συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας της. Η έφεση αυτή, για την οποία έχει καταβληθεί το προσήκον παράβολο (βλ. τα ειδικά έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου 2572005, 850903 και 1789408 σειράς Α΄), έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και κατά τα λοιπά νομοτύπως. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία.

ΙΙ. Το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 91/1943 Περί χορηγίας Δημάρχων (Φ.Ε.Κ. Α΄ 129), όπως τροποποιήθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1770/1944 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 195) και αντικαταστάθηκε εν συνεχεία, από 1.1.1951, από την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 293/1976 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 82), ορίζει ότι: «Οι από της 1ης Ιανουαρίου 1925 διατελέσαντες ή εφ’ εξής διατελούντες δήμαρχοι, έχοντες οκταετή πραγματικήν υπηρεσίαν δημάρχου, απομακρυνόμενοι οπωσδήποτε της υπηρεσίας δικαιούνται, ισοβίως, μηνιαίας χορηγίας». Περαιτέρω, το άρθρο 21 του ν. 4505/1966 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 56) στην παρ. 1 ορίζει ότι: «Η χήρα και τα νόμιμα ή νομιμοποίητα τέκνα του δικαιωθέντος ή δικαιουμένου χορηγίας δημάρχου έχουσι δικαίωμα χορηγίας εκ του οικείου δημοτικού ταμείου υπό τας εκάστοτε προϋποθέσεις υφ’ ας έχουσι δικαίωμα συντάξεως η χήρα και τα τέκνα του τακτικού δημοτικού υπαλλήλου εφαρμοζομένων αναλόγως των περί συντάξεως δημοτικών υπαλλήλων διατάξεων». Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. γ΄ του ν.δ. 1827/1942 «Περί συντάξεως των Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων» (κύρωση με την υπ’ αριθμ. 154 της 22/26 Μαρτίου πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και με το άρθρο 1 του α.ν. 796/1943, Φ.Ε.Κ. Α΄ 255), όπως η διάταξη αυτή, αντικατασταθείσα αρχικώς με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. γ΄ του ν. 1974/1952 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 3), συμπληρώθηκε εν συνεχεία με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν.δ. 1069 της 20/23.12.1971 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 270) και τελικώς αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1654/1986 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 177) «1. Δικαίωμα εις σύνταξιν εκ του Δημοτικού Ταμείου έχουν: α) … β) … γ) Η διαζευγμένη θυγατέρα, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: αα) Ο γάμος να λύθηκε με κοινή υπαιτιότητα ή με υπαιτιότητα του συζύγου … ββ) Να μην έχει μηνιαίο εισόδημα από το Δημόσιο ή το δημόσιο τομέα μεγαλύτερο από το κατώτατο όριο συντάξεως του Δημοσίου, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά … γγ) Να μην παίρνει άλλη σύνταξη και να μην έχει ασφαλιστεί για σύνταξη σε οποιοδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας συντάξεως. δδ) Κατά την 31 Δεκεμβρίου 1986 να έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας της». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1518/1985, οι χορηγίες των Δημάρχων και Προέδρων Κοινοτήτων από 1.1.1985 βαρύνουν το Δημόσιο Ταμείο και καταβάλλονται από αυτό. Από το συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι διαζευγμένες θυγατέρες των δικαιωθέντων ή δικαιουμένων χορηγίας αποβιωσάντων τέως Δημάρχων δικαιούνται χορηγίας εκ μεταβιβάσεως από το Δημόσιο Ταμείο, υπό τις προϋποθέσεις οι οποίες ισχύουν για τη συνταξιοδότηση των διαζευγμένων θυγατέρων των δημοτικών υπαλλήλων, και ειδικότερα, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι κατά την 31η Δεκεμβρίου 1986 έχουν συμπληρώσει το τεσσαρακοστό (40ο) έτος της ηλικίας τους. Ο ανωτέρω χρονικός περιορισμός για τη συμπλήρωση του τεσσαρακοστού (40ου) έτους της ηλικίας τίθεται ρητώς από το νομοθέτη ενόψει της προθέσεώς του να καταργηθεί εφεξής το δικαίωμα συντάξεως των διαζευγμένων θυγατέρων αποβιωσάντων πολιτικών συνταξιούχων, συνταξιούχων δημοτικών υπαλλήλων, τέως δημάρχων κλπ. Από το μέτρο αυτό εξαιρέθηκαν μόνο όσες από τις ανωτέρω είχαν υπερβεί στις 31.12.1986 το 40ό έτος της ηλικίας τους, στις οποίες απονέμεται σύνταξη ή χορηγία, υπό την προϋπόθεση βέβαια της συνδρομής στο πρόσωπό τους και των λοιπών προϋποθέσεων, ανεξαρτήτως του χρόνου θανάτου αυτού από τον οποίο έλκουν το συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Η ευμενής αυτή διάκριση υπέρ των τελευταίων αυτών διαζευγμένων θυγατέρων σε σχέση με εκείνες που κατά την 31.12.1986 δεν είχαν συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας τους και οι οποίες αποκλείονται από τη χορήγηση συντάξεως ή χορηγίας, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), καθόσον δεν είναι αυθαίρετη και αδικαιολόγητη, αλλά θεσπίστηκε βάσει γενικού και αντικειμενικού κριτηρίου (ηλικία) για λόγους ευρύτερου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο συνίσταται στην ανάγκη προστασίας των διαζευγμένων εκείνων γυναικών, που δεν έχουν τη δυνατότητα από βιολογικής απόψεως, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των κοινωνικών δεδομένων που επικρατούσαν κατά το χρόνο θεσπίσεως της ανωτέρω διατάξεως, να αποκατασταθούν επαγγελματικά και να εξασφαλίσουν σύνταξη από ίδιο δικαίωμα, είτε από το Δημόσιο, είτε από άλλο φορέα κύριας ασφαλίσεως. Αντιθέτως, οι διαζευγμένες θυγατέρες ηλικίας κάτω των σαράντα (40) ετών, κατά τον κρίσιμο, σύμφωνα με το νόμο, χρόνο, έχουν κατά βάσιμο τεκμήριο τη βιολογική ικανότητα επαγγελματικής και κοινωνικής αποκαταστάσεως και συντηρήσεως, χωρίς την ανάγκη της κρατικής οικονομικής προστασίας και, συνεπώς, δεν συντρέχει στην περίπτωσή τους ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευμενούς μεταχειρίσεως. Η άνω διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1654/1986 δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 22 παρ. 5 (πρώην 4) του Συντάγματος που κατοχυρώνει το θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, καθόσον κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού ο κοινός νομοθέτης έχει ευρεία εξουσία για τη ρύθμιση των σχετικών θεμάτων υποκείμενος μόνο σε περιορισμούς που επιβάλλουν άλλες συνταγματικές διατάξεις. Ειδικότερα, με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη δεν θεσπίζεται αξίωση των εργαζομένων, ούτε, κατά μείζονα λόγο, των μελών των οικογενειών τους, και μάλιστα των ενηλίκων, για ορισμένο είδος ή συγκεκριμένης εκτάσεως ασφαλιστική προστασία, αλλά παρέχεται ευχέρεια στο νομοθέτη να ρυθμίζει ελεύθερα τα θέματα αυτά, με γνώμονα πάντοτε την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την προαγωγή της κοινωνικής ασφαλίσεως προς εξυπηρέτηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Ενόψει δε αυτού ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη να καταργήσει για το μέλλον ευνοϊκές συνταξιοδοτικές διατάξεις που χορηγούν σε ορισμένη κατηγορία το δικαίωμα συντάξεως, όταν μάλιστα πρόκειται για δικαίωμα από μεταβίβαση που αφορά σε ενήλικα τέκνα μικρής όμως σχετικά ηλικίας που έχουν κατά τεκμήριο την ικανότητα αυτοδύναμης αντιμετώπισης των βιοποριστικών τους αναγκών και κατά συνέπεια δεν χρήζουν ειδικής και δικαιολογημένης προστασίας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται περαιτέρω ούτε στην από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρούμενη αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία επιβάλλεται να υπάρχει εύλογη σχέση μεταξύ επιδιωκόμενου σκοπού και λαμβανομένων μέτρων, δεδομένου ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν ο εξορθολογισμός του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος υπέρ του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, η κατάργηση δε συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ατόμων ικανών για αυτόνομη οικονομική και επαγγελματική αποκατάσταση, όπως οι κάτω των σαράντα ετών διαζευγμένες θυγατέρες, δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με αυτόν μέτρο (Ελ. Συν. Ολομ. 176/2007, 1483, 1607, 852/2006, 1977/2005, 448/2002, ΙΙ Τμ. 3170, 2492, 1001/2009, 701/2005, 1055, 719/2002, ΙΙΙ Τμ. 3591/2009 κ.α., ΣτΕ 29/2004).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα γεννήθηκε στις 28.11.1950 και είναι θυγατέρα του αποβιώσαντος στις 16.12.1975 τέως Δημάρχου … …. Το έτος 1969 η εκκαλούσα συνήψε νόμιμο γάμο με τον …, ο οποίος λύθηκε με την 2081/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 23.7.1997 (βλ. και το από 1.8.1997 Διαζευκτήριο της Ιεράς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος). Ακολούθως, στις 3.7.2002, με αίτησή της στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ζήτησε να κανονιστεί σ’ αυτήν χορηγία κατά μεταβίβαση ως διαζευγμένη θυγατέρα αποβιώσαντος τέως Δημάρχου. Η αίτησή της απορρίφθηκε με την 15221/2002 πράξη του Διευθυντή της 43ης Διευθύνσεως του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με την αιτιολογία ότι γεννήθηκε το έτος 1950 και συνεπώς στις 31 Δεκεμβρίου 1986 δεν είχε συμπληρώσει το 40ο έτος της ηλικίας της. Ένσταση της εκκαλούσας (κατατεθείσα στις 2.7.2003) κατά της ανωτέρω πράξεως απερρίφθη με την προσβαλλομένη 13/2004 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, με την ίδια ως άνω αιτιολογία. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το νομίμως κατατεθέν στις 4.3.2010 υπόμνημα, η εκκαλούσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής και τη χορήγηση σε αυτήν της προβλεπομένης από το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1654/1986 συντάξεως. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη στο πρόσωπο της εκκαλούσας των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, εφόσον στις 31.12.1986 αυτή δεν είχε συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας της (ήταν 36 ετών), δεν μπορεί να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1654/1986. Επομένως, ορθώς με την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων απορρίφθηκε η υποβληθείσα στις 2.7.2003 ένστασή της κατά της 15221/2002 πράξεως της 43ης Διευθύνσεως του Γενικού Λογιστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εκκαλούσας για συνταξιοδότησή της, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με την ένδικη έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ειδικότερα, οι προβαλλόμενοι με την ένδικη έφεση λόγοι περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 1654/1986, λόγω αντιθέσεώς τους προς τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, καθώς και στο δικαίωμα της κοινωνικής ασφαλίσεως, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, ο προβαλλόμενος με το υπόμνημα λόγος ότι οι εν λόγω διατάξεις αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κατοχυρώνει την προστασία της περιουσίας του ατόμου, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαραδέκτως προβαλλόμενος το πρώτον με το υπόμνημα. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι η διατήρηση του συστήματος απονομής συντάξεως σε διαζευγμένες θυγατέρες δεν αποτελεί δικαίωμα εμπίπτον στην έννοια της ιδιοκτησίας και της, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., περιουσίας και συνεπώς η δια το μέλλον μεταβολή του συστήματος τούτου, που θεσπίστηκε από νεότερες κοινωνικοοικονομικές καταστάσεις, όταν μάλιστα αποσκοπεί στη θεραπεία υγιών κοινωνικοασφαλιστικών αρχών, με πρόβλεψη του νομοθέτη για διατήρηση των αναγνωρισθέντων κατά το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς δικαιωμάτων και εφαρμογή της εισαχθείσας ρύθμισης και για διαζευγμένες θυγατέρες, των οποίων το δικαίωμα γεννήθηκε πριν από την ισχύ της, δεν παραβιάζει τη διάταξη αυτή από την οποία καλύπτονται περιουσιακά δικαιώματα και απαιτήσεις που υφίστανται κατά το εθνικό δίκαιο και όχι ανύπαρκτες (Ολομ. Ελ. Συν. 176/2007, 1483/2006, ΙΙ Τμήμα 3170/2009, 701/2005, 719/2002).

IV. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση ως αβάσιμη και να διαταχθεί η υπέρ του Δημοσίου κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 61 παρ. 3 π.δ. 1225/1981).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την έφεση. Και

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2011.