άρθρου 20 παρ. 3 του ν. 2084/1992 «Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (Α΄, 165) ορίζεται ότι: «Στις συντάξεις και χορηγίες που καταβάλλονται από το Δημόσιο επιβάλλεται από 1ης Ιανουαρίου 1993 προσωρινή ειδική μηνιαία εισφορά υπέρ του Δημοσίου, η οποία παρακρατείται
133/2016 ΤΜΗΜΑ Ι
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Άννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του I Τμήματος, Μαρία Αθανασοπούλου (εισηγήτρια) και Δημήτριος Τσακανίκας, Σύμβουλοι, Ιωάννα Ευθυμιάδου και Αθηνά Σιγάλα, Πάρεδροι, με συμβουλευτική ψήφο. Γραμματέας: Θεοδώρα Τακιτζίδου, Γραμματέας του I Τμήματος.
Για να δικάσει την από 24 Μαΐου 2013 (Α.Β.Δ. 208/11.6.2013) έφεση:
ΤουΕλληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
Κατά του Ιωάννη Ουσταμανωλάκη του Παντελή, κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης (οδός Άρβης αρ. 17), ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Με την υπό κρίση έφεση επιδιώκεται η ακύρωση της 8572/2012 πράξης του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ευάγγελο Καραθανασόπουλο, ο οποίος ανέπτυξε την από 1.12.2015 έγγραφη γνώμη του και πρότεινε, επίσης, την παραδοχή της έφεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου.
Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Μαρίας Αθανασοπούλου. Και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το νόμο
Ι. Με την υπό κρίση έφεση, για την οποία δεν απαιτείται κατά νόμο (άρθρο 73 παρ. 1 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, Α΄ 52), η καταβολή παραβόλου, ζητείται η ακύρωση της 8572/2012 Πράξης του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά το μέρος αυτής που, κατά μερική παραδοχή ένστασης του ήδη εφεσίβλητου κατά της σιωπηρής άρνησης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών να επιστρέψει σε αυτόν τα ποσά της ειδικής μηνιαίας εισφοράς των άρθρων 20 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και 26 του ν. 2592/1998, που παρακρατήθηκαν αχρεώστητα από τη σύνταξή του υπέρ του Δημοσίου, κρίθηκε ότι κατ’ εφαρμογή της γενικής πενταετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/199, δικαιούται την επιστροφή της εν λόγω εισφοράς που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2000. Η έφεση αυτή, παραδεκτώς εισάγεται για συζήτηση και πρέπει να εξεταστεί κατά την ουσιαστική βασιμότητα αυτής, παρά την απουσία του εφεσιβλήτου, ο οποίος δεν παραστάθηκε, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, σύμφωνα με την από 16.7.2015 έκθεση επίδοσης της υπαλλήλου του Δήμου Ηρακλείου Πόπης Λασηθιωτάκη (βλ. άρθρα 27, 38 παρ. 4 και 65 του π.δ/τος 1225/1981).
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου» συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη χειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 3,4/2007, 1,2/2012).
ΙΙΙ.1 Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης «Δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε μαζί με το εν λόγω Πρωτόκολλο με το ν.δ. 53/1974 (Α΄, 256) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπέρτερη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζει ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων», και το άρθρο 14 της εν λόγω Σύμβασης ότι: «Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως».
1.1 Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο επιτρέπεται να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια δε της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, επομένως, με τις διατάξεις αυτές και τα ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε έχουν αναγνωρισθεί με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε έχουν απλώς γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον μέχρι το χρόνο της προσφυγής στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (βλ. ΕΔΔΑ, PressosCompaniaNavieraS.A. και λοιποί κατά Βελγίου, απόφ. της 20.11.1995, σκ. 28 επόμ., Draon κατά Γαλλίας, απόφ. της 6.10.2005, σκ. 65 επόμ., ΕΣ Ολομ. Πρακτικά 10ης Γεν.Συν./24.2.1999, Απόφ. 2705/2014, 3023, 441/2012, 1031/2011, 2274/1997, ΣτΕ 3613/2013, 1285/2012 Ολομ., 730/2010, 6/2010, 2031/2009, 3428/2006, ΑΠ 40/1998). Τέτοιες είναι και οι απαιτήσεις για σύνταξη και οι κοινωνικοασφαλιστικές εν γένει παροχές. Περαιτέρω, εναπόκειται στον εθνικό νομοθέτη να αξιολογήσει τους λόγους δημοσίας ωφέλειας, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, κατόπιν στάθμισης παραμέτρων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσης, αρκεί η εκτίμηση αυτή να μην στερείται προδήλως λογικής βάσης (βλ. ΕΔΔΑ, James κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 21.2.1986, σκ. 43, National & ProvincialBuildingSociety, LeedsPermanentBuildingSocietyetYorkshireetYorkshireBuildingSociety κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφ. της 23.10.1997, σκ. 80, SudParisiennedeConstruction κατά Γαλλίας, απόφ. της 11.2.2010, σκ. 36, ΣτΕ 3613/2013). Σε κάθε όμως περίπτωση επέμβασης στην περιουσία, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της απαίτησης σεβασμού της περιουσίας των προσώπων, ενώ απαιτείται να πληρούνται και οι όροι της αρχής της αναλογικότητας (βλ. ΕΔΔΑ, SporrongetLönnroth κατά Σουηδίας, απόφαση της 23.9.1982, σκ. 69, SudParisiennedeConstruction κατά Γαλλίας, σκ. 41, Αποστολάκης κατά Ελλάδας, σκ. 37, Ε.Σ. Ολ. 2705/2014).
2. Υπό την έννοια του άρθρου 14 της Ε.Σ.Δ.Α., τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση Κράτη απολαμβάνουν μια ορισμένη διακριτική ευχέρεια, προκειμένου να καθορίσουν, εάν και σε ποιο βαθμό διαφορές μεταξύ ανάλογων, ως προς άλλα σημεία, καταστάσεων δικαιολογούν μια διαφορετική μεταχείριση από τον εθνικό νομοθέτη. Καθίσταται δε ανεπίτρεπτη, κατά την έννοια του άρθρου 14, μια τέτοια νομοθετική διάκριση εάν «στερείται αντικειμενικής και λογικής αιτιολογίας», αν δηλαδή δεν επιδιώκει «νόμιμο σκοπό» ή αν δεν υπάρχει «εύλογη σχέση αναλογίας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού» (βλ. ΕΔΔΑ Zeïbek κατά Ελλάδας, απόφ. 9.7.2009, σκ. 46, Γιαβή κατά Ελλάδας, απόφ. της 3.10.2013, σκ. 38).
IV.1 Με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 3 του ν. 2084/1992 «Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (Α΄, 165) ορίζεται ότι: «Στις συντάξεις και χορηγίες που καταβάλλονται από το Δημόσιο επιβάλλεται από 1ης Ιανουαρίου 1993 προσωρινή ειδική μηνιαία εισφορά υπέρ του Δημοσίου, η οποία παρακρατείται κατά την καταβολή τους ως εξής: Για τμήμα σύνταξης άνω των 100.000 δραχμών, ποσοστό 1%. Για το τμήμα σύνταξης από 100.001-200.000 δραχμών, ποσοστό 2%. Για το τμήμα σύνταξης από 200.001-300.000 δραχμών, ποσοστό 3%. Για το τμήμα σύνταξης από 300.001-400.000 δραχμών, ποσοστό 4% και για το τμήμα σύνταξης άνω των 400.000 δραχμών, ποσοστό 5%. Από την παρακράτηση αυτή εξαιρούνται οι συντάξεις μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών (…) Η ημερομηνία λήξης της ανωτέρω ειδικής εισφοράς δεν μπορεί να γίνει ενωρίτερα της 31ης Δεκεμβρίου 1997 και ορίζεται με προεδρικό διάταγμα που προτείνεται από τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων». Στη συνέχεια, οι ανωτέρω διατάξεις αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 26 του ν. 2592/1998 «Αναπροσαρμογή συντάξεων πολιτικών συνταξιούχων του Δημοσίου, ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων και άλλες διατάξεις» (Α΄, 57), με το οποίο ορίστηκε ότι: «Στις συντάξεις και χορηγίες που καταβάλλονται από το Δημόσιο επιβάλλεται από 1ης Ιανουαρίου 1998 προσωρινή ειδική μηνιαία εισφορά υπέρ του Δημοσίου, η οποία παρακρατείται κατά την καταβολή τους ως εξής: Για το τμήμα σύνταξης άνω των 120.000 δραχμών, ποσοστό 1%. Για το τμήμα σύνταξης από 120.001 – 200.000 δραχμές, ποσοστό 2%. Για το τμήμα σύνταξης από 200.001 – 300.000 δραχμές, ποσοστό 3%. Για το τμήμα σύνταξης από 300.001- 400.000 δραχμές, ποσοστό 4% και για το τμήμα σύνταξης άνω των 400.000 δραχμών, ποσοστό 5%. Από την παρακράτηση αυτή εξαιρούνται οι συντάξεις μέχρι του ποσού των 120.000 δραχμών (…) Η ημερομηνία λήξης της ανωτέρω ειδικής εισφοράς δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα της 31ης Δεκεμβρίου 2001 και ορίζεται με προεδρικό διάταγμα που προτείνεται από τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων». Περαιτέρω, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3234/2004 (Α΄, 52) ορίσθηκε ότι: «Η ειδική μηνιαία εισφορά υπέρ του Δημοσίου, που θεσπίστηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του ν. 2084/1992 και τις όμοιες του άρθρου 26 του ν. 2592/1998, καταργείται από 1ης Ιανουαρίου 2008», ενώ με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3245/2004 (Α΄, 110) ορίσθηκε ότι η ως άνω εισφορά καταργείται από 1ης Ιουλίου 2004. Τέλος δε, με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3408/2005 (Α΄, 272) ρυθμίστηκε η επιστροφή σε δόσεις των ποσών της ειδικής μηνιαίας εισφοράς υπέρ του Δημοσίου που παρακρατήθηκαν από 1.1.2001 έως 30.6.2004.
2. Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίστηκε προσωρινού χαρακτήρα ειδική μηνιαία εισφορά υπέρ του Δημοσίου, κλιμακούμενου ποσοστού ανά ύψος σύνταξης, η οποία παρακρατείται κατά την καταβολή των συντάξεων των συνταξιούχων του Δημοσίου που πληρώνονται από το Δημόσιο Ταμείο. Με την επιβολή της εισφοράς αυτής από 1.1.1993 (ημερομηνία θέσπισής της) έως 30.6.2004 (ημερομηνία κατάργησής της) περιορίζεται για την κατηγορία αυτή των συνταξιούχων το αναγνωριζόμενο από το άρθρο 9 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα, το οποίο προστατεύεται, κατά τα ανωτέρω, από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., χωρίς στην εισηγητική έκθεση είτε του ν. 2084/1992 (με τον οποίο θεσπίστηκε για πρώτη φορά η εισφορά αυτή) είτε του ν. 2592/1998 (με τον οποίο παρατάθηκε η επιβολή της) να αναφέρεται το δημόσιο συμφέρον ή η δημόσια ωφέλεια που εξυπηρετείται ή να συνδέεται η επιβολή της εισφοράς με κάποιο στοιχείο ανταποδοτικότητας, συγκεκριμένου δηλαδή οφέλους που πρόκειται να απολαύσουν οι υφιστάμενοι τον περιορισμό, ώστε να δικαιολογείται η κατ’ εξαίρεση του κανόνα της προστασίας της περιουσίας επιβολή του εν λόγω περιορισμού. Σε κάθε περίπτωση, η ραγδαία επιδείνωση της σχέσης ασφαλισμένων συνταξιούχων και η ανάγκη αντιμετώπισης των ελλειμμάτων του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος κατά τρόπο υγιή και βιώσιμο που αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του ν. 2084/1992, ακόμα και αν θεωρηθεί ως λόγος δημόσιας ωφέλειας που δικαιολογεί την επιβολή της επίμαχης εισφοράς, δεν αφορά τους ασφαλισμένους – συνταξιούχους του Δημοσίου αλλά τους αντίστοιχους των ασφαλιστικών ταμείων, τα ελλείμματα των οποίων αποσκοπεί να αντιμετωπίσει, με συνέπεια να μην συνδέεται άμεσα η ανωτέρω δημόσια ωφέλεια με τα πρόσωπα που υποχρεούνται στην καταβολή της εισφοράς αυτής. Άλλωστε, ούτε η διατήρηση του τρόπου υπολογισμού των συντάξεων με τριακοστά πέμπτα, που αναγράφεται στην εισηγητική έκθεση του ν. 2084/1992, ούτε η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, λόγος που, εκτός των άλλων, καθιστά την επιβληθείσα εισφορά κατ’ ουσίαν πόρο υπέρ τρίτων, συνιστούν ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές ή επάγονται άμεσα συνταξιοδοτικά οφέλη για τους συγκεκριμένους συνταξιούχους που υφίστανται τον ως άνω περιορισμό. Ενόψει αυτών, οι προεκτιθέμενες διατάξεις τόσο του άρθρου 20 παρ. 3 του ν. 2084/1992, όσο και του άρθρου 26 του ν. 2592/1998 αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και για τον λόγο αυτό τυγχάνουν ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες απορριπτομένων ως αβασίμων του πρώτου και δεύτερου λόγου της έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
V.1 Περαιτέρω, ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄, 247), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 119 αυτού, από 1.1.1996, και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, επαναλαμβάνοντας, κατ’ αρχήν, παρόμοιες ρυθμίσεις, που περιέχονταν στο ν.δ. 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού» σχετικά με την παραγραφή, θεσπίζει στην παράγραφο 5 του άρθρου 90, η οποία διέπει τις αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου έναντι αυτού από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα ή βοηθήματα, ειδική βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη η σχετική αξίωσή τους και διακόπτεται με την υποβολή αίτησης προς πληρωμή στην αρμόδια υπηρεσία (βλ άρθρο 91 και 93 αντίστοιχα του ίδιου νόμου). Στην έννοια δε των αξιώσεων από καθυστερούμενες συντάξεις εμπίπτουν και οι αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου έναντι αυτού προς επιστροφή ποσών συντάξεων που παρακρατήθηκαν κατά την καταβολή της σύνταξής τους, κατ’ εφαρμογή ανίσχυρων διατάξεων, όπως εν προκειμένω των διατάξεων που θέσπισαν την επίδικη ειδική μηνιαία εισφορά (βλ. αποφ. Ε.Σ. Ολ. 3097/2010, Ι Τμ. 2448/2011, 1776, 1777/2012).
2.Η βραχυπρόθεσμη αυτή διετής παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 για άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου (πενταετία), όσο και από τις παραγράφους 2 (πενταετία) και 3 (εικοσαετία) του άρθρου 86 του ίδιου νόμου για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις ως άνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία αφενός μεν προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στο σχεδιασμό της οργάνωσης και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, καθώς και στην πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού (βλ. εισηγητική έκθεση του ν. 2362/1995), και αφετέρου προς αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγεται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του υπερβολικού ύψους των σχετικών απαιτήσεων, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των διαφορών που ανακύπτουν από την άσκηση ενστάσεων και αγωγών των συνταξιούχων του Ελληνικού Δημοσίου κατ’ αυτού. Ο ως άνω στόχος του Κράτους να προγραμματίζει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικού ύψους ανεξόφλητα χρέη παρελθόντων ετών, δικαιολογεί την θέσπιση ευλόγου χρόνου παραγραφής των σχετικών αξιώσεων.
2.2 Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, δεν αντίκειται i) στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ Α.Ε.Δ. 9/2009, 1, 2/2012), ii) στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., iii) ούτε στο άρθρο 14 της Σύμβασης αυτής. Και τούτο, διότι η διαφύλαξη της δημοσιονομικής ισορροπίας και η προστασία της δημόσιας περιουσίας συνιστούν, ενόψει των δημοσιονομικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα, λόγους δημόσιας ωφέλειας που δικαιολογούν τον περιορισμό που εισάγεται με την προαναφερόμενη διάταξη στις περιουσιακές αξιώσεις των συνταξιούχων, καθόσον με αυτήν δεν εξυπηρετείται το στενώς εννοούμενο ταμειακό συμφέρον του κράτους (βλ. ΕΔΔΑ Μεϊδάνης κατά Ελλάδος απόφ. της 22.5.2008, σκ. 31, Ε.Σ. Ολομ. 3023, 441/2012), αλλά το ευρύτερο δημοσιονομικό συμφέρον σε συνδυασμό με την αποτελεσματική διαχείριση των δημοσίων εσόδων και τη συνέχεια της δημόσιας υπηρεσίας (βλ. ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας, απόφ. της 3.10.2013, σκ. 48, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, σκ 38 και 39, πρβλ απόφ. Ολ.Ε.Σ. 2705/2014, βλ. Ε.Σ. Ι Τμ. 4148/2015).
2.3 Εξάλλου, η διετία, που προβλέπεται στο άρθρο 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995 ως χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των συνταξιούχων του Δημοσίου κατ’ αυτού, είναι επαρκής και δεν περιορίζει υπερβολικά την επιδίωξη των σχετικών αξιώσεών τους, και ως εκ τούτου, ο περιορισμός αυτός τελεί σε αναλογία (δίκαιη ισορροπία) προς τον επιδιωκόμενο με τη ρύθμιση σκοπό, ενώ η επέμβαση στο συγκεκριμένο περιουσιακό δικαίωμα είναι πρόσφορη για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών δημοσίου συμφέροντος και δεν υπερβαίνει το μέτρο που απαιτείται για την επίτευξη των σκοπών αυτών (βλ. Ολ.Ε.Σ. 996/2015, 4325, 4333, 4334, 4335/2014, Ι Τμ. 632, 4148/2015).
VI. Στην υπό κρίση υπόθεση από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Στη σύνταξη του εφεσίβλητου, στρατιωτικού συνταξιούχου από 5.6.1988, επιβλήθηκε αρχικά κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και μεταγενέστερα του άρθρου 26 του ν. 2592/1998, η προβλεπόμενη από αυτές ειδική μηνιαία εισφορά υπέρ του Δημοσίου. Ακολούθως, ο εφεσίβλητος, με την από 26.8.2005 (αριθμ. πρωτ. Γ.Λ.Κ. 82540) αίτηση προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, ζήτησε την επιστροφή των παρακρατηθέντων από τη σύνταξή του ποσών της εισφοράς αυτής για το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 30.6.2004. Η αίτησή του απορρίφθηκε σιωπηρώς μετά την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή της, κατά δε της σιωπηρής αυτής απόρριψης, ο εφεσίβλητος άσκησε στη συνέχεια την από 19.12.2005 (αριθμ. πρωτ. Γ.Λ.Κ. 145139/21.12.2005) ένσταση ενώπιον του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέσω του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αιτούμενος την έντοκη επιστροφή της παρακρατηθείσας ως άνω εισφοράς για το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 και εντεύθεν.
2. Το Κλιμάκιο με την προσβαλλόμενη Πράξη του δέχθηκε αφενός ότι οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και 26 του ν. 2592/1998, κατ’ εφαρμογή των οποίων έγινε η παρακράτηση της ειδικής μηνιαίας εισφοράς, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, και αφετέρου έκανε εν μέρει δεκτή την ένστασή του ακυρώνοντας την παραπάνω σιωπηρή άρνηση για επιστροφή των ποσών της ως άνω εισφοράς, μόλις για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2000, ενώ απέρριψε την ένστασή του κατά τα λοιπά, με την αιτιολογία ότι η αξίωσή του για μεν το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 30.6.2004, ημερομηνία κατά την οποία καταργήθηκε η επιβολή της εν λόγω ειδικής μηνιαίας εισφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3245/2004 (Α΄, 110), ικανοποιήθηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 3408/2005 (Α΄, 272), δυνάμει του οποίου προβλέφθηκε η επιστροφή στους συνταξιούχους των παρακρατηθέντων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ποσών, για δε το χρονικό διάστημα πριν από την 1.1.2000 είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη στο άρθρο 90 παρ.1 του ν. 2362/1995, πενταετή παραγραφή.
3. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση το εκκαλούν ζητεί, περαιτέρω, την ακύρωση της ως άνω πράξης του Κλιμακίου, κατά το μέρος της, με το οποίο έγινε δεκτή η ένσταση του ήδη εφεσίβλητου και ακυρώθηκε η σιωπηρή άρνηση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών να επιστρέψει σ’ αυτόν τα παρακρατηθέντα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2000, από τη σύνταξή του, ποσά της ειδικής μηνιαίας εισφοράς των άρθρων 20 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και 26 του ν. 2592/1998, προβάλλοντας διετή παραγραφή.
VII. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου έναντι αυτού με αντικείμενο την επιστροφή των εισφορών, που παρακρατήθηκαν κατά την καταβολή της σύνταξής τους, κατ’ εφαρμογή των κατά τα ανωτέρω ανίσχυρων, ως αντίθετων προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και 26 του ν. 2592/1998, εμπίπτουν στην έννοια των αξιώσεων από καθυστερούμενες συντάξεις και, συνεπώς, ως προς αυτές ισχύει η διετής παραγραφή που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 (Ε.Σ. Ι Τμ. 4611/2014, 4148/2015). Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εφεσίβλητος υπέβαλε σχετική αίτηση στις 26.8.2005, η αξίωσή του για το αιτηθέν χρονικό διάστημα, από 1.1.2000 έως 31.12.2000, έχει υποπέσει σε παραγραφή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 90 παρ. 5, 91 και 93 του ν. 2362/1995. Επομένως, εσφαλμένως το Κλιμάκιο, με την προσβαλλόμενη πράξη του, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί πενταετούς παραγραφής διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, δοθέντος ότι εν προκειμένω, ως εκ της φύσης των επίδικων αξιώσεων, εφαρμοστέα τυγχάνει η προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, διετής παραγραφή, η θέσπιση της οποίας δεν αντίκειται σε συνταγματικές ή άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την ένδικη έφεση.
VΙΙΙ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η 8572/2012 πράξη του Α΄ Κλιμακίου κατά το μέρος που με αυτή κρίθηκε ότι η αξίωση του εφεσίβλητου για επιστροφή των ποσών της ειδικής μηνιαίας εισφοράς του άρθρου 20 παρ. 3 του ν.2084/1992, που παρακρατήθηκαν από τη σύνταξή του υπέρ του Δημοσίου, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως και 31.12.2000, δεν είχε παραγραφεί και να απορριφθεί, στη συνέχεια, κατά το ίδιο μέρος η ένστασή του κατά της σιωπηρής άρνησης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών να επιστρέψει τα επίδικα ποσά για το ως άνω χρονικό διάστημα.
Δια ταύτα
Δέχεται την έφεση.
Ακυρώνει την 8572/2012 πράξη του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά το μέρος που κρίθηκε ότι η αξίωση του εφεσίβλητου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως και 31.12.2000, δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή.
Απορρίπτει την από 19.12.2005 ένσταση του εφεσίβλητου κατά της σιωπηρής απόρριψης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, κατά το μέρος που με αυτή απορρίφθηκε σχετικό αίτημά του να επιστραφούν τα ποσά της ειδικής μηνιαίας εισφοράς των άρθρων 20 παρ. 3 του ν.2084/1992 και 26 του ν. 2592/1998, που παρακρατήθηκαν από τη σύνταξή του, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2000.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΑΚΙΤΖΙΔΟΥ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΑΚΙΤΖΙΔΟΥ
