ΤΜΗΜΑ Ι 1439/2006
Αποτελούμενο από τον Πρόεδρο του Τμήματος, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο-Σταύρο Κούρτη τις Συμβούλους Σωτηρία Ντούνη και Ελένη Λυκεσά (εισηγήτρια) και τις Παρέδρους Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη και Κωνσταντίνα Ζώη, οι οποίες μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο και τη Γραμματέα Αλεξάνδρα Ηλιοπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριο του Καταστήματός του στις 6 Ιουνίου 2006, με την παρουσία του ασκούντος καθήκοντα Αντεπιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, Συμβούλου Αντωνίου Νικητάκη, που αναπληρώνει νόμιμα το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος κωλύεται.
Για να δικάσει την από 12.7.05 (αριθμ.κατάθ.17/2006) αίτηση αναστολής εκτέλεσης του Νικολάου Πανταζή, του Δήμου κατοίκου Αθηνών, (οδός Δυρραχίου 15) ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο και ζήτησε την εκδίκαση της αίτησής του.
Το Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
Με την αίτηση αυτή ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεση α) της υπ’ αριθμ. ΑΤΒ2967/14.6.2005 πράξης Ταμειακής Βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄ Αθηνών, β) της υπ’ αριθμ. 2451/1.7.2005 ατομικής ειδοποίησης του ως άνω Προϊσταμένου και γ) κάθε άλλης συναφούς εκτελεστής ή προπαρασκευαστικής πράξης της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄ Αθηνών.
Αφού άκουσε
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και
Τον ασκούντα καθήκοντα Αντεπιτρόπου Σύμβουλο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία και
Σκέφθηκε κατά το νόμο με την παρουσία όλων των Δικαστών, οι οποίοι συμμετείχαν στη σύνθεση του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και της Γραμματέα.
Αποφάσισε τα ακόλουθα:
1. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναστολή εκτέλεσης α) της υπ’ αριθμ. ΑΤΒ2967/14.6.2005 πράξης Ταμειακής Βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄ Αθηνών ποσού 11.363,81 ευρώ σε βάρος του αιτούντος, πολιτικού συνταξιούχου του δημοσίου, το οποίο φέρεται να έλαβε αχρεώστητα ως διαφορά σύνταξης και το οποίο καταλογίστηκε σε βάρος του με την 156110/04/22-4-03 απόφαση της 45ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, β) της 2451/1-7-2005 ατομικής ειδοποίησης του ως άνω Προϊσταμένου, με την οποία κλήθηκε να καταβάλλει το εν λόγω ποσό και γ) κάθε άλλης συναφούς εκτελεστής ή προπαρασκευαστικής πράξης της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄ Αθηνών.
2. Επειδή στο άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. …». Περαιτέρω, οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ορίζονται ρητά στο άρθρο 98 του Συντάγματος και σ’ αυτές ανήκουν κατά την παρ. 1 αυτού, μεταξύ άλλων, ο έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς του προληπτικού ελέγχου, αλλά και η εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιτάσσει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια στα οποία συγκαταλέγονται το Συμβούλιο της Επικρατείας, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και το Ελεγκτικό Συνέδριο, και τα οποία εκδικάζουν το σύνολο των διοικητικών διαφορών σύμφωνα με τις διακρίσεις της δικαιοδοσίας τους.
3. Ενόψει αυτών, ο νομοθέτης, στα πλαίσια της συνταγματικής επιταγής για την υπαγωγή των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, όρισε στο άρθρο 1 του ν. 1406/1983 ( ΦΕΚ 182, Α) ότι: «1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ’ αυτή. 2. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α) … ια) την είσπραξη των δημόσιων εσόδων (ΝΔ 356/1974 ΦΕΚ 90)…». Επίσης, κατά το άρθρο 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και ιδίως κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου. …». Παράλληλα όμως, με το νόμο 2362/1995 ( ΦΕΚ Α΄247) « περί Δημόσιου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» και ειδικότερα με το άρθρο 33 αυτού ορίζεται ότι « Μη νόμιμες δαπάνες που πληρώθηκαν με οποιονδήποτε τίτλο πληρωμής καταλογίζονται…β) στο λαβόντα εφόσον έχει συντελέσει υπαίτια στη μη νόμιμη πληρωμή και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα αυτού».
Ατα ανωτέρω σε συνδυασμό ερμηνευόμενα συνάγονται τα εξής: Ενόψει του ότι το Σύνταγμα κατανέμει τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων όσον αφορά την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, χωρίς να καθιερώνει γενική αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στη δικαιοδοσία των τελευταίων, με το ν. 1406/1983, δεν υπήχθησαν όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, δηλαδή και κάθε διαφορά που ανακύπτει κατά τη διαδικασία είσπραξης των δημόσιων εσόδων σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, αλλά μόνο αυτές στις οποίες ο νόμιμος τίτλος, δυνάμει του οποίου διενεργείται η είσπραξη στηρίζεται σε υποκείμενη σχέση δημοσίου δικαίου της οποίας η εκδίκαση ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Αντίθετα, όταν η υποκείμενη σχέση στην οποία στηρίζεται ο ως άνω νόμιμος τίτλος είναι σχέση δημοσίου δικαίου που ανέκυψε από την απονομή συντάξεων ή από τον έλεγχο των λογαριασμών από αρμόδιο όργανο της διοίκησης ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πρόκειται δηλαδή, για διαφορά που ανήκει στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τότε η διοικητική διαφορά ουσίας από την αμφισβήτηση του κύρους του νόμιμου τίτλου ή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε, ανήκει στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. (Πράξη Ι Τμ. ΕΣ 994/2006)
4. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναστολής, ο αιτών, πολιτικός συνταξιούχος του δημοσίου ζητά την αναστολή εκτέλεσης: α) της υπ’ αριθμ. ΑΤΒ2967/14-6-2005 πράξης Ταμειακής Βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄ Αθηνών με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος του το ποσό των 11.363,81 ευρώ το οποίο έλαβε αχρεώστητα ως διαφορά σύνταξης και το οποίο του καταλογίστηκε με την 156110/04/22.4.03 απόφαση της 45ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους β) της 2451/1.7.2005 ατομικής ειδοποίησης του ως άνω Προϊσταμένου, με την οποία κλήθηκε να καταβάλει το ανωτέρω ποσό και γ) κάθε άλλης συναφούς εκτελεστής ή προπαρασκευαστικής πράξης της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄ Αθηνών. Ενόψει του ότι η υποκείμενη σχέση στην οποία στηρίζεται ο νόμιμος τίτλος δυνάμει του οποίου διενεργείται η είσπραξη είναι σχέση δημοσίου δικαίου που ανέκυψε από την απονομή σύνταξης, η διοικητική διαφορά ουσίας που προκαλείται από την αμφισβήτηση του κύρους του νομίμου τίτλου, υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για το λόγο αυτό και η κρινόμενη αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 73 παρ. 3 του ν.δ. 356/1974 νόμιμα φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο μετά την έκδοση της 3586/2005 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, το οποίο, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του, την παρέπεμψε στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ως αρμόδιο για την εκδίκασή της.
5. Επειδή στο άρθρο 73 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (ΚΕΔΕ), ορίζεται ότι: «1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ’ ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Δια ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ’ ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου εφ’ όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθεί εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. … 3. Η ασκηθείσα ανακοπή εν ουδεμία περιπτώσει αναστέλλει την εκτέλεσιν. Ασκηθείσης όμως ανακοπής κατά της διοικητικής εκτέλεσης ο οφειλέτης δύναται … να αιτήσηται την αναστολήν της εκτελέσεως. Προϋπόθεση για την χορήγηση αναστολής από το Δικαστήριο είναι η πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της ανακοπής. …». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για την παραδεκτή άσκηση αίτησης αναστολής κατά ταμειακής βεβαίωσης ή ατομικής ειδοποίησης απαιτείται να έχει προηγουμένως κατ’ αυτών ασκηθεί και να είναι εκκρεμής ανακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών άσκησε κατά της υπ’ αριθμ. ΑΤΒ2967/14-6-2005 πράξης Ταμειακής Βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄ Αθηνών και της 2451/1.7.2005 ατομικής ειδοποίησης του ίδιου την από 12.7.2005 ανακοπή, η οποία εξακολουθεί να είναι εκκρεμής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας. Επομένως η ένδικη αίτηση κατά των ως άνω πράξεων, για την οποία δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της παρά τη δικονομική απουσία του αιτούντος, αφού αυτός εμφανίσθηκε κατά την παρούσα συζήτηση και ζήτησε την εκδίκασή της.
6. Περαιτέρω η ίδια αίτηση αναστολής κατά το μέρος που στρέφεται αόριστα και κατά «κάθε άλλης συναφούς εκτελεστής ή προπαρασκευαστικής πράξης της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄ Αθηνών», χωρίς να προσδιορίζει τις προσβαλλόμενες πράξεις, είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και επομένως κατά το μέρος αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
7. Εξάλλου, στο προαναφερόμενο ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (ΚΕΔΕ), ορίζονται και τα εξής: Άρθρο 2: «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, … ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου. 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται, β) …». Άρθρο 4: «1. `Αμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτη ατομικήν ειδοποίησιν …». Σύμφωνα με τα παραπάνω, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στο άρθρο 73 του ίδιου ν.δ/τος, προϋπόθεση για τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής κατά ταμειακής βεβαίωσης και ατομικής ειδοποίησης είναι η πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της ανακοπής. Με την ανακοπή δε επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου όπως και η αμφισβήτηση του κατ’ ουσία βασίμου της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον όμως η εκδίκασή της δεν έχει ανατεθεί σε άλλα δικαστήρια με δύναμη δεδικασμένου.
8. Παράλληλα, το π.δ. 774/1980 «Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου» ορίζει στο άρθρο 63 παρ. 1 ότι: «Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού των Οικονομικών εν τη ασκήσει της αρμοδιότητός του προς εκτέλεσιν των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως εις βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμήν των συντάξεων εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και των αφορωσών καταλογισμόν αχρεωστήτως ληφθείσης συντάξεως δύναται να ασκηθή ένστασις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός προθεσμίας ενός έτους, αφ’ ης ο ενιστάμενος έλαβε γνώσιν της προσβαλλομένης πράξεως … Η ένστασις κρίνεται παρά του … αρμοδίου Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφαρμοζομένων περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 28-31 (…) αυτού» και στο άρθρο 30 παρ. 1, στο οποίο, μεταξύ άλλων, παραπέμπει η ως άνω διάταξη, ότι «Κατά των εις τα άρθρα 27 και 29 πράξεων, επιτρέπεται … έφεσις ενώπιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός, προθεσμίας ενός έτους από της … κοινοποιήσεως της πράξεως…» Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι κατά των πράξεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ή των νομίμως εξουσιοδοτημένων απ’ αυτόν οργάνων, που αφορούν, καταλογισμό αχρεωστήτως ληφθείσας σύνταξης προβλέπεται από το άρθρο 63 παρ. 1 του π.δ. 774/1980 η άσκηση ένστασης ενώπιον Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τότε που ο ενδιαφερόμενος έλαβε πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης και στη συνέχεια, κατά της πράξης του Κλιμακίου που εκδίδεται κατ’ ένσταση, έφεση ενώπιον του οικείου Τμήματος του Δικαστηρίου εντός προθεσμίας ενός έτους από την κοινοποίηση αυτής στον ενδιαφερόμενο. Η πρόβλεψη ένστασης και έφεσης κατά των ως άνω πράξεων έχει ως συνέπεια ότι με την κατά το άρθρο 73 του Κ.Ε.Δ.Ε. ανακοπή που ασκείται κατά της ταμειακής βεβαίωσης και κατά της ατομικής ειδοποίησης για καταβολή του ταμειακώς βεβαιουμένου αχρεωστήτως ληφθέντος ποσού σύνταξης δεν επιτρέπεται να προβληθούν λόγοι με τους οποίους αμφισβητείται το κατ’ ουσία βάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου. Ενόψει των δικονομικών ρυθμίσεων των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευόμενων σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, δεν αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση της ένστασης ενώπιον του Κλιμακίου, και κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται ούτε η ταμειακή βεβαίωση του καταλογισθέντος ποσού αχρεωστήτως ληφθείσας σύνταξης, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο είσπραξης της οφειλής, εάν προηγουμένως ο υπόχρεος δεν έχει λάβει πλήρη γνώση της κατά τα ανωτέρω πράξης καταλογισμού του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ή των νομίμως εξουσιοδοτημένων απ’ αυτόν οργάνων (προβλ. Απόφ. 2282/2000 Ολ. Σ.τ.Ε., 1620/2005 ΣτΕ).
9. Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων της δικογραφίας αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την 156110/04/22.4.05 καταλογιστική πράξη του Υπουργού Οικονομικών (45η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους) καταλογίστηκε σε βάρος του αιτούντος πολιτικού συνταξιούχου του Δημοσίου το ποσό των 11.363, 81 ευρώ το οποίο φέρεται να έχει εισπράξει αχρεώστητα ως διαφορά σύνταξης κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.99 ως 30.5.05, σύμφωνα με την 3987/2004 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων. Ειδικότερα με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή ένσταση της Διευθύντριας της 45ης Δ/σης του Γ.Λ.Κ. κατά της 427766/99 πράξης κανονισμού σύνταξης με την οποία είχε αναπροσαρμοστεί η σύνταξη του αιτούντος, πρώην ειδικού παρέδρου παιδαγωγικού ινστιτούτου με βάση το βασικό μισθό που αντιστοιχούσε στο βαθμό του επίκουρου καθηγητή Α.Ε.Ι. και συνακόλουθα αναπροσαρμόστηκε η σύνταξή του με βάση το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στη βαθμίδα του ειδικού παρέδρου του παιδαγωγικού ινστιτούτου. Στη συνέχεια, με την ΑΤΒ2967/14.6.2005 πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄ Αθηνών βεβαιώθηκε σε βάρος του αιτούντος το πιο πάνω ποσό και με την 2451/1.7.2005 ατομική ειδοποίηση του ίδιου Προϊσταμένου, αυτός κλήθηκε να το καταβάλει. Κατά της παραπάνω 156110/04/22.4.05 καταλογιστικής πράξης ο αιτών άσκησε ενώπιον του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου την από 16.6.05 αίτηση αναστολής εκτέλεσης, η οποία έγινε ήδη δεκτή με την 60/23.1.06 πράξη του. Εξάλλου, κατά της ως άνω πράξης ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄ Αθηνών, ο αιτών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12.7.05 ανακοπή, που εκκρεμεί ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και την κρινόμενη αίτηση αναστολής. Όμως από τα υφιστάμενα στο φάκελο έγγραφα δεν πιθανολογείται ότι ο αιτών είχε λάβει πλήρη γνώση της ως άνω 156110/04/22.4.05 πράξης καταλογισμού πριν από 14.6.2005, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης. Ακολούθως, εφόσον δεν πιθανολογείται ότι επιδόθηκε στον αιτούντα η καταλογιστική πράξη, πριν από τη σε βάρος του ταμειακή βεβαίωση, η πράξη ταμειακής βεβαίωσης του καταλογισθέντος σε βάρος του ποσού καθώς και η ατομική ειδοποίηση πιθανολογούνται μη νόμιμες, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της κρινόμενης αίτησης ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ασκηθείσας, από 12.7.05 ανακοπής κατά της προσβαλλόμενης ΑΤΒ2967/14-6-2005 ταμειακής βεβαίωσης και της 2451/1-7-2005 ατομικής ειδοποίησης του Προϊσταμένου της ΚΒ’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία και να ανασταλεί η εκτέλεση των προσβαλλομένων πράξεων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, στην από 12.7.05, ανακοπή του αιτούντος κατ’ αυτών. Τέλος, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου, το οποίο κατέβαλε ο αιτών (βλ. παράβολο με αριθ. 913187 και 1971411, Α΄ Σειρά) καθόσον, αυτό, δεν απαιτείται για τη συζήτηση της επίμαχης αίτησης αναστολής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου
Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει ερήμην του αιτούντος .
Απορρίπτει ότι κρίθηκαν ως απορριπτέα
Δέχεται τυπικά και στην ουσία την από 12.7.05 (αριθμ.κατάθ.17/2006) αίτηση αναστολής εκτέλεσης του Νικολάου Πανταζή, του Δήμου κατοίκου Αθηνών (οδός Δυρραχίου 15)
Αναστέλλει την διαδικασία της εκτέλεσης 1) της υπ’ αριθμ. 2967/14.6.2005 πράξης ταμειακής βεβαίωσης και 2) της υπ’ αριθμ. 2451/1.7.2005 ατομικής ειδοποίησης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΚΒ΄Αθηνών μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση στην από 12.7.05 (αριθ. κατάθ. 9785/20-7-2005 Διοικ. Πρωτ. Αθηνών) ανακοπή του αιτούντος κατά των ως άνω πράξεων.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που καταβλήθηκε, στον αιτούντα
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ ΕΛΕΝΗ ΛΥΚΕΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, σε δημόσια συνεδρίαση, στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
