16/2015 Α΄ ΚΛΙΜΑΚΙΟ
Αποτελούμενο από τα μέλη του: Mαρία Αθανασοπούλου, Σύμβουλο, ως Πρόεδρο, Εριέττα Πίσχου, Πάρεδρο, και Χριστίνα Μωυσιάδου (εισηγήτρια), Εισηγήτρια.
Συνεδρίασε στο Κατάστημά του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως του Αντωνίας Σαρλά, υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να αποφασίσει επί της με αριθμ. πρωτ. Γ.Λ.Κ. 78724/6.5.2003 ένστασης της Πηνελόπης Γούναρη – Βλαχοχριστοπούλου του Αναστασίου, πολιτικής συνταξιούχου του Δημοσίου (Α.Μ. 46339361), κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (οδός Μεγ. Αλεξάνδρου αριθμ. 54, Τ.Κ. 15124).
Κ α τ ά της σιωπηρής άρνησης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών να της χορηγήσει την οικογενειακή παροχή.
Αφού έλαβε υπόψη
Την από 22.2.2007 έγγραφη γνώμη του ασκούντος καθήκοντα Αντεπιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Συμβούλου Αντωνίου Νικητάκη, με την οποία προτείνεται η αναβολή έκδοσης οριστικής κρίσης για να συμπληρωθούν τα στοιχεία του φακέλου.
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
Ι. Με την υπό κρίση ένσταση, η οποία νομίμως επανεισάγεται προς εξέταση μετά την έκδοση της 15098/2011 πράξης του Κλιμακίου, ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής άρνησης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών να χορηγήσει στην ενιστάμενη, κατόπιν της 155754/31.12.2002 αίτησής της, την προβλεπόμενη από το άρθρο 12 του ν. 2470/1997 οικογενειακή παροχή. Η ανωτέρω αίτηση δεν περιέχεται στα στοιχεία του φακέλου, πλην όμως στο 78724/03/27.5.2005 διαβιβαστικό έγγραφο της 45ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) αναφέρεται ότι η ενισταμένη υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση οικογενειακής παροχής συζύγου από 30.3.2001 (ημερομηνία συνταξιοδότησής της), η οποία έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 155754/2002 (βλ. και το αντίγραφο ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου αίτησης που προσκομίσθηκε από την ενισταμένη μετά την έκδοση της 15098/2011 πράξης του Κλιμακίου στο οποίο αναφέρεται ότι η αίτηση κατατέθηκε στις 31.12.2002). Η ένσταση αυτή, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της.
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΠΑΡΟΧΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ ΜΙΣΘΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΒΑΡΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ
ΙΙ. Η οικογενειακή παροχή που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2470/1997 (Α΄ 40), όπως έχει γίνει παγίως δεκτό (βλ. Α.Ε.Δ. 3/2001, Ολομ. Ελ. Συν. 1591/2002, 153/2003 κ.ά.), χορηγείται στους έγγαμους υπαλλήλους του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ως μέρος της αντιπαροχής για την προσφερόμενη εργασία τους και αποτελεί προσαύξηση του μισθού που λαμβάνουν για την αντιμετώπιση των πρόσθετων οικογενειακών βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας. Οι δε διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 4 και 5 του ν. 2470/1997, οι οποίες θέτουν περιορισμούς στη χορήγηση της οικογενειακής παροχής και στους δύο συζύγους, όταν αυτοί είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος και για το λόγο αυτό είναι ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Κατά συνέπεια, ισχύει και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, μαζί με τη σχετική προσαύξηση λόγω τέκνων, εφόσον στην τελευταία περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνουν οι ανωτέρω κρινόμενες ως αντισυνταγματικές διατάξεις. Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου εν γένει, αφού κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 6 του ν. 2592/1998 (Α΄ 57), η οικογενειακή παροχή χορηγείται και σ’ αυτούς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που χορηγείται και στους εν ενεργεία υπαλλήλους του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. Άλλωστε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 3016/2002 (Α΄ 110), οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997 έπαυσαν να ισχύουν από 1.7.2002 και καταβάλλεται έκτοτε η οικογενειακή παροχή και στους δύο συζύγους, υπαλλήλους ή συνταξιούχους του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, χωρίς τις διακρίσεις και τους περιορισμούς που έθεταν οι καταργηθείσες διατάξεις. Επίσης, με την οικ.2/3013/0022/20.1.2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 70), η οποία εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 26 του ν. 3205/2003 (Α΄ 297), ρυθμίστηκε ο τρόπος και ο χρόνος εξόφλησης (τμηματικά σε τρεις ετήσιες δόσεις) των απαιτήσεων των συνταξιούχων του Δημοσίου οι οποίες απορρέουν από τη μη σύγχρονη καταβολή και στους δύο συζύγους της οικογενειακής παροχής του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2001 μέχρι 30.6.2002.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Η ενισταμένη, πολιτική συνταξιούχος του Δημοσίου από 30.3.2001 και έγγαμη από το έτος 1984, με αίτησή της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (αριθμ. πρωτ. Γ.Λ.Κ. 155754/31.12.2002), ζήτησε να της καταβληθεί παράλληλα με το σύζυγό της το ποσό της οικογενειακής παροχής συζύγου που δικαιούται με βάση το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 2592/1998, σε συνδυασμό προς το άρθρο 12 του ν. 2470/1997 από την ημερομηνία συνταξιοδότησής της (30.3.2001). Η αίτηση αυτή, μετά την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της, τεκμαίρεται ότι απορρίφθηκε σιωπηρώς. Ήδη, με την υπό κρίση ένσταση, η ενισταμένη στρέφεται κατά της σιωπηρής απόρριψης της αίτησής της, ζητώντας την ακύρωση αυτής και την καταβολή της οικογενειακής παροχής, αναφέροντας ότι είναι έγγαμη με δύο ανήλικα τέκνα. Εξάλλου στο 78724/03/27.5.2005 διαβιβαστικό έγγραφο της 45ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. βεβαιώνεται ότι έχει καταβληθεί σε αυτήν η οικογενειακή παροχή τέκνων και όχι συζύγου για το χρονικό διάστημα από 30.3.2001 έως 30.6.2002, ενώ από 1.7.2002 γίνεται η καταβολή της οικογενειακής παροχής και στους δύο συζύγους σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 3016/2002. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, η ενισταμένη δικαιούται την οικογενειακή παροχή συζύγου για το χρονικό διάστημα από 30.3.2001 έως 30.6.2002. Επομένως, κατά μερική παραδοχή της κρινόμενηςένστασης, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη άρνηση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών να καταβάλει στην ενισταμένη την αιτούμενη οικογενειακή παροχή συζύγου για το χρονικό διάστημα από 30.3.2001 έως 30.6.2002.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται εν μέρει την ένσταση. Και
Ακυρώνει την προσβαλλόμενη άρνηση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών να καταβάλει στην ενισταμένη την οικογενειακή παροχή συζύγου κατά το μέρος που αφορά στο χρονικό διάστημα από 30.3.2001 έως 30.6.2002.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΩΥΣΙΑΔΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΤΩΝΙΑ ΣΑΡΛΑ
