ΕΣ 1626/13,iv, ΣΕΥΥΠ, ΑΠΩΛΕΙΑ, ΥΠΟΛΟΓΟΣ Ο ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΝΠΔΔ, ΥΠΟΛΟΓΟΙ ΝΠΔΔ, Η ΠΡΟΣΟΧΗ : ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΚΡΟΑΣΕΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΛΗΦΘΕΙ ΥΠΟΨΗ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΑΥΤΟ.

Ε.Σ

1626/2013, ΤΜΗΜΑ  IV          

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την ακόλουθη σύνθεση: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Γεωργία Μαραγκού και Μαρία Αθανασοπούλου, Σύμβουλοι, Κωνσταντίνος Κρέπης (εισηγητής) και Αικατερίνη Σπηλιοπούλου, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας Ιωάννης Κάρκαλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου, ο οποίος είχε κώλυμα.

Γραμματέας: Ασπασία Μπαμπαρούτση, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΔΕ με βαθμό Β΄), που αναπληρώνει νόμιμα την ελλείπουσα Γραμματέα του  Τμήματος.

Για να δικάσει την από 29.11.2011 (αριθ. κατάθ. 191/2011) έφεση και το από 23.1.2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής (κατάθεση 31.1.2012) του Βασιλείου Αναγνωστόπουλου του Γεωργίου, κατοίκου Ριζομύλου Αιγίου, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κουλουρά (Α.Μ. 7912/ΔΣΑ).

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα,

κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο Αιγίου», το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλκιβιάδη Οικονόμου,

κατά της εδρεύουσας στην Πάτρα 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου – Ιονίων Νήσων – Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδος, η οποία δεν παραστάθηκε και

κατά της ΕΜΠ ΟΙΚ 1607/17.10.2011 καταλογιστικής απόφασης του επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γενικού Νοσοκομείου Αιγίου, που ζήτησε την απόρριψή της.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Και

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, που πρότεινε την απόρριψη αυτής.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, με την παρουσία και της Γραμματέως του Ολυμπίας Κωνσταντακοπούλου.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα:

Ι. Με την υπό κρίση έφεση και το από 23.1.2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής, όπως αναπτύσσονται με το από 15.3.2012 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της ΕΜΠ ΟΙΚ 1607/17.10.2011 απόφασης του επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.) του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του εκκαλούντος και υπέρ του Γενικού Νοσοκομείου Αιγίου το ποσό των 96.635 ευρώ, που φέρεται ότι συνιστά έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του ανωτέρω νομικού προσώπου, προκληθέν λόγω κλοπής του χρηματοκιβωτίου.

II. Η έφεση αυτή απαραδέκτως στρέφεται κατά της 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου – Ιονίων Νήσων – Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδος, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, καθόσον από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επέρχονται συνέπειες υπέρ ή σε βάρος αυτής. Κατά τα λοιπά, η ίδια έφεση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το 17068/30.11.2011 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄ της Δ΄ Δ.Ο.Υ. Αθήνας), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

III. Το ν.δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (ΦΕΚ Α΄204) ορίζει, στο άρθρο 32 παρ. 1 ότι «Υπόλογοι ν.π.δ.δ. είναι πάντες οι έστω και άνευ νομίμου εξουσιοδοτήσεως διαχειριζόμενοι χρήματα, αξίας, ένσημα ή υλικόν ανήκοντα εις ν.π. ως και πας άλλος εκ του νόμου θεωρούμενος ως υπόλογος ν.π.», στο άρθρο 37  ότι «Οι υπόλογοι είναι υπεύθυνοι για την ασφάλειαν των εν τη διαχειρίσει των χρημάτων, ενσήμων, αξιών και υλικού εν γένει του ν.π.. Ούτοι οφείλουν να τηρούν τους οικείους κανονισμούς ασφαλείας κατά την αποστολήν και παραλαβήν χρημάτων, ενσήμων, αξιών και υλικού, ευθυνόμενοι δια πάσαν εκ της μη τηρήσεως των κανονισμών τούτων ζημίαν του ν.π.» και στο άρθρο 38 ότι «Δια των υπό του άρθρ. 13 του παρόντος προβλεπομένων Π.Δ/των, ορίζονται τα των υποχρεώσεων, ευθυνών και καταλογισμών, των κυρίων και δευτερευόντων διατακτών, των διαχειριστών εν γένει, του προϊσταμένου οικονομικής υπηρεσίας ή ετέρων υπαλλήλων κεκτημένων οικονομικήν αρμοδιότητα (…)». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε το π.δ. 656/1975 «Περί των υποχρεώσεων, ευθυνών και καταλογισμών των οργάνων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.)» (ΦΕΚ Α΄ 217), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει καίτοι δυνάμει του άρθρου 1 του ν. 578/1977 (ΦΕΚ Α΄106) αναβλήθηκε η ισχύς της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης (αρθρ. 38 ν.δ. 496/74), καθόσον η απλή αναβολή της εξουσιοδοτικής διάταξης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως και την αναβολή ισχύος των κανονιστικών πράξεων, που εκδόθηκαν βάσει αυτής, εφόσον δεν απαγγέλλεται από το νόμο ρητά και η αναβολή ισχύος αυτών (IV Τμ. 962, 2795/2009, ΣτΕ 3023/1990, 2412/1992 κ.ά). Το εν λόγω π.δ. ορίζει, στο άρθρο  6 παρ. 1 και 2, ότι «1. Ο προϊστάμενος της οικονομικής υπηρεσίας ευθύνεται προσωπικώς δια την νόμιμον, έγκυρον και ακριβή εκπλήρωσιν των δι’ αυτόν καθοριζομένων υποχρεώσεων δια των άρθρων 3 και 5 (παράγραφος 2) του παρόντος, ως και δια του βάσει της παρ. 6 του άρθρου 24 του Ν.Δ. 496/ 1974 εκδιδομένου κανονισμού ταμιακής και λογιστικής υπηρεσίας. 2. Ο προϊστάμενος της οικονομικής υπηρεσίας ευθύνεται προσωπικώς και εις ολόκληρον έναντι του νομικού προσώπου δια παν, εν τη διαχειρίσει χρηματικού ή υλικού του νομικού τούτου προσώπου ως και των λογοδοτούντων εις το διοικούν αυτό συλλογικόν όργανον λοιπών επί της εισπράξεως εσόδων οργάνων, διαπιστωθέν έλλειμμα, ένεκα δόλου αυτού ή δι΄ επιδειχθείσαν υπ’ αυτού αμέλειαν (…)».  Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 2920/2001 (ΦΕΚ Α΄ 131) συνεστήθη στο τότε Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας (ήδη Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) υπηρεσία υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό, με τον τίτλο Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.), ενώ  με το άρθρο 3 αυτού ορίστηκε ότι: «1. Το Σ.Ε.Υ.Υ.Π. διαρθρώνεται στους εξής τομείς: α) (…) β) Τομέας Διοικητικού – Οικονομικού Ελέγχου. γ) (…) 3. Στην αρμοδιότητα του Τομέα Διοικητικού – Οικονομικού Ελέγχου ανήκει, ιδίως: α) (…) δ) Η διενέργεια τακτικών και έκτακτων διαχειριστικών και οικονομικών ελέγχων των δημοσίων υπηρεσιών και των κρατικών νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, που υπάγονται στην αρμοδιότητα ή την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. ε) Ο έλεγχος της διαχείρισης των υπόλογων διαχειριστών χρημάτων και υλικών. στ) Ο καταλογισμός, με αιτιολογημένη απόφαση, των ελλειμμάτων, τα οποία διαπιστώνονται από τους ελέγχους, σε βάρος των υπεύθυνων υπολόγων, υπαλλήλων του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και των υπαγόμενων σε αυτό κρατικών νομικών προσώπων δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 56 του Ν. 2362/1995 (…)». Στο δε τελευταίο αυτό άρθρο 56 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 247) ορίζεται ότι «1. Έλλειμμα δημοσίου υπολόγου είναι οποιαδήποτε έλλειψη χρημάτων, αξιών και υλικού που διαπιστώνεται με τη νόμιμη διαδικασία στη διαχείρισή του, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση διαχειρίσεως που θεωρείται έλλειμμα από το νόμο (…) 2. Οποιοδήποτε έλλειμμα αναπληρώνεται από τον υπόλογο μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες, διαφορετικά αυτός απομακρύνεται από τη διαχείριση και καταλογίζεται με το ποσό του ελλείμματος (…) 3. Το έλλειμμα που παρουσιάζουν οι δημόσιοι υπόλογοι (…) καταλογίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση από τους διαπιστώσαντες αυτό οικείους διατάκτες και επιθεωρητές (…)». Τέλος, στο άρθρο 43 παρ.1 του π.δ/τος 774/1980 (Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου) ορίζεται ότι «Το Ελεγκτικόν Συνέδριον αποφαίνεται περί της απαλλαγής από της ευθύνης των ενώπιόν του λογοδοτούντων υπολόγων δια πάσαν απώλειαν, έλλειψιν ή φθοράν χρημάτων ή υλικού ή δικαιολογητικών και παραστατικών πληρωμής πάσης φύσεως, επί τη αιτήσει του υπολόγου ή και αυτεπαγγέλτως, δια πράξεώς του, είτε κατά τον έλεγχον των ετησίων λογαριασμών και δια της επί τούτων εκδιδομένης πράξεως, είτε και πρότερον δι’ ιδιαιτέρας πράξεως. Ο αιτούμενος την απαλλαγήν υπόλογος υποχρεούται ν’ αποδείξη την επελθούσαν απώλειαν, έλλειψιν, φθοράν κ.λπ. προς δε  ότι δεν βαρύνει αυτόν υπαιτιότης, εφ’ όσον συμμορφωθή πλήρως προς τα κεκανονισμένα και επιδείξη την εν τοις ιδίοις επιμέλειαν».

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα όργανα του ν.π.δ.δ., που διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικά που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο, έχοντας φυσική εξουσίαση επ’ αυτών, είναι υπόλογοι αυτού και φέρουν την ευθύνη του υπολόγου, δηλαδή την ειδική αστική ευθύνη βάσει της οποίας υποχρεούνται να αποκαταστήσουν κάθε έλλειμμα που ανέκυψε και ανάγεται είτε στη διαχείριση που άσκησαν, είτε στη διαφύλαξη και ασφάλεια των χρημάτων, αξιών και υλικών, για τα οποία είναι υπεύθυνοι.

Την ιδιότητα του υπολόγου φέρει πάντοτε,σύμφωνα ιδίως με το προαναφερόμενο άρθρο 6 του π.δ/τος 656/1975, εξαιτίας της φύσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων, ο προϊστάμενος  της οικονομικής υπηρεσίας του Ν.Π.Δ.Δ., ο οποίος έχει την πρωταρχική ευθύνη για τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση του αντικειμένου της διαχείρισης που ασκείται εντός της υπηρεσίας στην οποία προΐσταται. Ευθύνεται μάλιστα ο ίδιος προσωπικά και εις ολόκληρο με τον εκάστοτε υπόλογο, έναντι του νομικού προσώπου, για κάθε έλλειμμα που διαπιστώνεται στη διαχείρισή του, η επέλευση του οποίου συνδέεται με την εκ μέρους του υπαίτια αθέτηση των υποχρεώσεών του ως προϊστάμενος της οικονομικής υπηρεσίας, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με πράξεις ή παραλείψεις του (IV Τμ. 2795/2009, Ολ. Ε.Σ. 1717/2009). Άλλωστε, έλλειμμα, δηλαδή έλλειψη χρημάτων, αξιών ή υλικού, για την αποκατάσταση του οποίου ευθύνεται ο υπόλογος, είναι τόσο το διαχειριστικό, εκείνο δηλαδή που δημιουργείται στο πλαίσιο των διαχειριστικών ενεργειών, ήτοι των δοσοληψιών – εισπράξεων και πληρωμών – που διενεργεί ο υπόλογος, όσο και εκείνο που δημιουργείται ως αποτέλεσμα εξωγενών προς τη διαχείριση παραγόντων, όπως είναι η απώλεια χρημάτων, αξιών ή υλικού της οικείας διαχείρισης λόγω κλοπής. Στην τελευταία περίπτωση, για την απαλλαγή του υπολόγου από την ευθύνη πρέπει αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει, με κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, αφενός ότι συμμορφώθηκε πλήρως με τους κανονισμούς της υπηρεσίας του και αφετέρου ότι επέδειξε την επιμέλεια που συνήθως επιδεικνύει στις προσωπικές του υποθέσεις (ευθύνη για συγκεκριμένη ελαφρά αμέλεια, βλ. άρθρο 333 ΑΚ). Το κριτήριο, όμως, της συγκεκριμένης ελαφράς αμέλειας έχει εφαρμογή μόνον όταν ο υπόλογος είναι αμελέστερος από το μέσο συνετό άνθρωπο του κύκλου του και, επομένως, αν ο υπόλογος δεν επικαλεσθεί και αποδείξει το γεγονός αυτό, θα  ευθύνεται με μέτρο την αφηρημένη ελαφρά αμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ). Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, εάν αποδειχθεί ότι ο υπόλογος δεν επέδειξε, ως προς τη φύλαξη των απολεσθέντων (χρημάτων, αξιών, υλικού κ.λπ.), την επιμέλεια του κινούμενου εντός του οικείου κύκλου επαγγελματικής δραστηριότητας μέσου συνετού ανθρώπου, λαμβάνοντας όλα τα πρόσφορα και εφικτά, κατά τις περιστάσεις, μέτρα για την αποτροπή της απώλειας, δεν δύναται να τύχει απαλλαγής από την ευθύνη για την αποκατάσταση του προκληθέντος, λόγω αυτής, ελλείμματος. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης του υπολόγου (παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά) και της δημιουργίας του ελλείμματος. Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος όταν η αιτία που προκάλεσε το έλλειμμα είχε γενικά την τάση, κατά την κοινή πείρα και λογική, να οδηγήσει σε αυτό κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (πρόσφορη αιτιότητα). Τέλος, η καταλογιστική απόφαση που εκδίδεται από τους επιθεωρητές του Σ.Ε.Υ.Υ.Π., σε βάρος των υπαγομένων στην ελεγκτική αρμοδιότητα του Σώματος ελλειμματιών υπολόγων, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, δηλαδή να περιλαμβάνει στο σώμα της, έστω και συνοπτικά, την αναγκαία ιστορική και νομική αιτία που δικαιολογεί την υφιστάμενη δημοσιονομική ενοχή, χωρίς να απαιτείται η παράθεση, υπό το σχήμα του δικανικού συλλογισμού, των πραγματικών και νομικών όρων του επιβληθέντος καταλογισμού. Ειδικότερα, για τη νόμιμη αιτιολογία της ως άνω πράξης πρέπει (και αρκεί) να εκτίθενται στο σώμα αυτής τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αξίωση του δικαιούχου κατά του υποχρέου ως δημοσίου υπολόγου ή συνευθυνομένου, το έλλειμμα και τον τρόπο που προέκυψε, το χρόνο δημιουργίας του και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ανάμειξης του υπολόγου στη διαχείριση και της δημιουργίας του ελλείμματος, καθώς και τα στοιχεία που θεμελιώνουν το ύψος του καταλογιζόμενου ποσού (Ολ. Ε.Σ. 1396/2000, 1308/2001, 1456/2008, 2325/2012 κ.ά.).

ΙV. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας και ιδίως τo ΕΜΠ 1356/18.8.2011 πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης των επιθεωρητών του Σ.Ε.Υ.Υ.Π. Κωνσταντίνου Μαυρίκη και Χρήστου Κυριαζή, εκτιμώμενα το καθένα χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Κατά το χρονικό διάστημα από 8.7.2011 (ημέρα Παρασκευή) έως 10.7.2011 (ημέρα Κυριακή) εκλάπη από το Γ.Ν. Αιγίου το χρηματοκιβώτιο που βρισκόταν στο γραφείο του εκκαλούντος, Υποδιευθυντή της Διοικητικής και Οικονομικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου. Ένεκα του βάρους του χρηματοκιβωτίου, που υπερέβαινε τα διακόσια (200) κιλά, εκτιμάται ότι η μεταφορά του έγινε από τουλάχιστον τέσσερα (4) άτομα, με την ίδια τακτική (μεταφορά με πλατφόρμα καρότσι, χρήση ασανσέρ, φυγή από την πίσω πόρτα του Νοσοκομείου) που είχε ακολουθηθεί και σε πρόσφατη κλοπή, που είχε λάβει χώρα στις 22.4.2011 (Μεγάλη Παρασκευή), κατά την οποία είχε αφαιρεθεί το ευρισκόμενο σε χώρο πλησίον των γραφείων της Οικονομικής Υπηρεσίας ΑΤΜ της Τράπεζας PROBANK, που περιείχε  περίπου 77.000,00 ευρώ. Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο πρόγραμμα θυρωρών (από 4.7 έως 10.7.2011), υπογεγραμμένο από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Επιστασίας και τον εκκαλούντα, το βράδυ της Παρασκευής προς Σάββατο (8-9 Ιουλίου) τη νυκτερινή βάρδια (10:00 μ.μ. – 6:00 π.μ.) δεν κάλυπτε ούτε τηλεφωνητής, ούτε θυρωρός του Νοσοκομείου, με αποτέλεσμα χρέη τηλεφωνητή να ασκεί, κατά την πρακτική που είχε διαμορφωθεί, ο ένας και μοναδικός υπάλληλος της ιδιωτικής εταιρίας, στην οποία το Νοσοκομείο είχε αναθέσει τη φύλαξη των χώρων του, ο οποίος δεχόταν τις κλήσεις από το θυρωρείο του Νοσοκομείου, όπου επέστρεφαν οι γραμμές, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να διενεργήσει περιπολίες στους υπόλοιπους χώρους αυτού. Καθήκοντα δε φύλαξης άσκησε το επόμενο βράδυ (Σάββατο προς Κυριακή), χωρίς, όμως, να διαπιστώσει κάτι επιλήψιμο. Η κλοπή έγινε αντιληπτή από υπάλληλο του Νοσοκομείου το απόγευμα της Κυριακής και, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις των αρμοδίων υπαλλήλων στο χρηματοκιβώτιο πιθανόν να ήταν τοποθετημένο ένα ιδιαιτέρως υψηλό χρηματικό ποσό, διατάχθηκε η διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ) για τις συνθήκες της κλοπής και την απόδοση τυχόν ευθυνών για την επελθούσα απώλεια. Όπως καταγράφεται, περαιτέρω, στο συνταχθέν πόρισμα της ΕΔΕ, το περιεχόμενο του κλαπέντος χρηματοκιβωτίου αποτυπώθηκε αρχικά στο 6188/12.7.2011 ενημερωτικό σημείωμα που συνέταξε ο εκκαλών, υπογράφεται, όμως, όχι από αυτόν, αλλά από την ταμία Αναστασία Καρλέση και την προϊσταμένη του Οικονομικού Τμήματος Αλεξάνδρα Πλευρίτη, οι οποίες, ωστόσο, δεν φαίνεται να γνώριζαν επακριβώς το ύψος του ευρισκόμενου στο χρηματοκιβώτιο χρηματικού ποσού, αφού η μεν πρώτη απουσίαζε με αναρρωτική άδεια στις 7 και 8 Ιουλίου (τελευταίες δύο εργάσιμες πριν την κλοπή), η δε δεύτερη, σε αντίθεση τόσο με την ταμία όσο και με τον εκκαλούντα, δεν διέθετε κλειδί και κλειδάριθμο και, κατά συνέπεια, δεν είχε πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο, ώστε να γνωρίζει κάθε φορά το ακριβές περιεχόμενο αυτού. Ενόψει, λοιπόν, της περιορισμένης γνώσης του φυσικού περιεχομένου του χρηματοκιβωτίου, αυτό προσδιορίσθηκε τελικώς οριστικά – κατόπιν διασταυρώσεων με τα έγγραφα στοιχεία που τηρούσε η Υπηρεσία σχετικά με τα μη κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό του Νοσοκομείου μετρητά – στο συνολικό ποσό των 96.635 ευρώ, το οποίο ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον – έχοντα, πάντως, συνεχώς πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο – εκκαλούντα και για το οποίο ενημερώθηκε τελικώς η Διοίκηση του Νοσοκομείου με το 6383/20.7.2011 έγγραφο του ιδίου. Σύμφωνα, λοιπόν, με αμφότερα τα ανωτέρω έγγραφα (6188 και 6383), στο εν λόγω χρηματοκιβώτιο φέρεται να είχαν τοποθετηθεί τα εξής ποσά: 1) Ποσό 5.037,73 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε έσοδα του Νοσοκομείου, αποδεικνυόμενα από γραμμάτια είσπραξης, τα οποία εκδόθηκαν από τις 6 (Τετάρτη) έως τις 8 Ιουλίου (Παρασκευή) 2011. Εκ του ανωτέρω ποσού, ποσό 2.277,31 ευρώ αφορούσε σε εισπράξεις της 6ης και 7ης Ιουλίου 2011, ενώ 2.760,42 ευρώ αντιστοιχούσαν σε έσοδα της 8ης Ιουλίου (Παρασκευή), ως προς τα οποία δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί η ακριβής ώρα είσπραξης.  Το προϊόν των εν λόγω γραμματίων δεν είχε, μέχρι 8 Ιουλίου (Παρασκευή), κατατεθεί σε τράπεζα, καθώς η μεν ταμίας Αναστασία Καρλέση απουσίαζε δικαιολογημένα με αναρρωτική άδεια, η δε αναπληρώτριά της Παναγιώτα Κατσιβάλη είχε ρεπό. Ο εκκαλών θεωρήθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για την απώλεια του παραπάνω ποσού,  με την αιτιολογία ότι δε μερίμνησε ώστε να κληθεί στην εργασία της η αναπληρώτρια ταμίας, προκειμένου να λειτουργήσει το ταμείο του Νοσοκομείου. 2) Ποσό 1.083,11 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μη καταβληθείσα μισθοδοσία δύο καθαριστριών Περιφερειακών Ιατρείων του Νοσοκομείου, οι οποίες, κατά πάγια πρακτική, μισθοδοτούνταν ανά τρίμηνο με μετρητά και όχι μέσω τραπέζης και, παρόλο που είχαν κληθεί προς τούτο τηλεφωνικά, εντούτοις δεν είχαν προσέλθει να εισπράξουν τα χρήματα. Για την απώλεια του ποσού αυτού θεωρήθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος και καταλογιστέος ο εκκαλών, με την αιτιολογία ότι «δεν εισηγήθηκε, είτε από τη θέση του Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας είτε από τη θέση του Υποδιευθυντή του Νοσοκομείου την αλλαγή της συγκεκριμένης πρακτικής». 3) Ποσό 10.336,21 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μέρος των μισθωμάτων του Περιφερειακού Ιατρείου Δάφνης, που οφείλονταν από τον Απρίλιο 2003 έως τον Ιούνιο 2011. Το ποσό αυτό είχε συγκεντρωθεί σταδιακά και προοριζόταν να αποδοθεί στους κληρονόμους του αποβιώσαντος αρχικού δικαιούχου μετά την έκδοση σχετικού κληρονομητηρίου. Το συγκεκριμένο ζήτημα είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου ο εκκαλών, ο οποίος φύλασσε τα χρήματα εντός του χρηματοκιβωτίου, καθ’ υπόδειξη, όπως υποστήριξε, του κατά το έτος 2003 νομικού συμβούλου του Γ.Ν. Αιγίου δικηγόρου Β. Στρατάκου. Για την απώλεια του ποσού αυτού θεωρήθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος ο εκκαλών, με την αιτιολογία ότι επέλεξε να κρατάει τα χρήματα ως μετρητά, αντί να τα καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. 4) Ποσό 775 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε εισπράξεις του Γραφείου Κίνησης (προκαταβολές έναντι λογαριασμού ανασφάλιστων ασθενών), οι οποίες του παραδόθηκαν στις 7.7.2011 (Πέμπτη) προς φύλαξη. Το ποσό αυτό είχε συγκεντρωθεί τμηματικά στα χέρια της υπαλλήλου του Γραφείου Κίνησης Αντωνίας Ζωγράφου, εν γνώσει της Προϊσταμένης της Ωραιάνθης Παπαλέξη, χωρίς νόμιμα παραστατικά (με χειρόγραφες αποδείξεις). Ο εκκαλών θεωρήθηκε συνυπεύθυνος με τις ως άνω υπαλλήλους για την απώλεια του ποσού αυτού και καταλογίσθηκε αλληλεγγύως μ’ αυτές, με την επάλληλη αιτιολογία ότι δεν φρόντισε ούτε για την έκδοση των νόμιμων παραστατικών στοιχείων ούτε για την κατάθεση των χρημάτων στην τράπεζα. 5) Ποσό 533,70 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε εισπράξεις του Κέντρου Υγείας Ακράτας, αφορώσες στο χρονικό διάστημα από 27.6.2011 έως 1.7.2011, οι οποίες παραδόθηκαν στις 7.7.2011 από τον Επιστημονικό Υπεύθυνο του ανωτέρω Κέντρου Υγείας στον εκκαλούντα και τοποθετήθηκαν από αυτόν στο χρηματοκιβώτιο. Για την απώλεια του παραπάνω ποσού θεωρήθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος ο εκκαλών, με την αιτιολογία ότι, λόγω της μη κάλυψης του Νοσοκομείου με ταμία, τα χρήματα αυτά δεν κατατέθηκαν στην τράπεζα αλλά παρέμειναν στο χρηματοκιβώτιο του Νοσοκομείου. 6) Ποσό 692,40 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε υπόλοιπο του χρηματικού εντάλματος προπληρωμής (ΧΕΠ) 20/14.2.2011, του οποίου υπόλογος είχε ορισθεί η αναπληρώτρια ταμίας Παναγιώτα Κατσιβάλη. Ο εκκαλών και η εν λόγω ταμίας θεωρήθηκαν από κοινού υπεύθυνοι και καταλογιστέοι για την απώλεια του παραπάνω ποσού, με την αιτιολογία ότι δεν εισηγήθηκαν τη διαχείριση του ΧΕΠ μέσω τραπεζικού λογαριασμού και έκδοσης επιταγών. 7) Ποσό 78.176,85 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε εισπραχθείσες, αλλά μη αποδοθείσες, κρατήσεις υπέρ ΙΚΑ και ΤΣΑΥ, της χρονικής περιόδου από το Νοέμβριο 2010 έως τον Μάιο 2011, οι οποίες τοποθετούνταν σε φακέλους εντός του χρηματοκιβωτίου (σε μετρητά). Το ποσό αυτό – το ύψος του οποίου δεν αμφισβητείται – προέκυψε μετά από αντιπαραβολή των χρηματικών ενταλμάτων και των αντίστοιχων επιταγών, τις οποίες, κατά τη διαμορφωθείσα πρακτική, εισέπραξαν υπάλληλοι του Νοσοκομείου, προσκομίζοντας, στη συνέχεια, τα εισπραχθέντα ποσά στο ταμείο. Συγκεκριμένα, κατά την πρακτική αυτή, μετά τη θεώρηση των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων, εκδιδόταν συγκεντρωτική επιταγή, αρχικά στο όνομα της ταμία και, ακολούθως, στο όνομα του Νοσοκομείου, μετά την είσπραξη της οποίας μεταφέρονταν τα μετρητά στο ταμείο του Νοσοκομείου. Κι ενώ από τον Οκτώβριο του έτους 2010 διεκόπη η απόδοση των κρατήσεων στα οικεία ταμεία, εντούτοις συνεχίστηκε η ενταλματοποίηση των οικείων δαπανών και, εντεύθεν, η είσπραξη των σχετικών ποσών, τα οποία συσσωρεύονταν σε πληθώρα φακέλων εντός του χρηματοκιβωτίου, εν γνώσει της ταμία Αναστασίας Καρλέση, της προϊσταμένης του Οικονομικού Τμήματος Αλεξάνδρας Πλευρίτη και του εκκαλούντος. Για την απώλεια του παραπάνω ποσού θεωρήθηκε συνυπεύθυνος – μαζί με τις ανωτέρω υπαλλήλους – και ο εκκαλών, με την αιτιολογία ότι, αν και γνώριζε την ως άνω εσφαλμένη διαδικασία της μη άμεσης απόδοσης των κρατήσεων, εντούτοις με τις πράξεις και τις παραλείψεις του τη διατηρούσε, καθώς ουδέποτε έδωσε εντολές για τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων, παρά το γεγονός ότι είχε πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο (και, ως εκ τούτου, γνώριζε το ύψος των εκκρεμοτήτων προς πληρωμή), επιδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό εν γένει έλλειψη υπηρεσιακού ενδιαφέροντος, που είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει το ποσό αυτό για μεγάλο διάστημα στο χρηματοκιβώτιο.

V. Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εκκαλών προβάλλει παραβίαση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασής του, που κατοχυρώνεται στα άρθρα 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 2 του ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας), καθόσον ουδέποτε κλήθηκε, προ της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, να εκφράσει τις απόψεις του αναφορικά με το διαπιστωθέν έλλειμμα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον με την ΕΜΠ ΟΙΚ 1412/6.9.2011 πρόσκληση για αναπλήρωση του ελλείμματος, η οποία είναι αρκούντως αναλυτική και κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν στις 9.9.2011 (βλ. το από 9.9.2011 επιδοτήριο), σύμφωνα με το άρθρο 56 του ν. 2362/1995, γνωστοποιήθηκαν στον εκκαλούντα, πριν από την επιβολή του ένδικου καταλογισμού, όλες οι ελεγκτικές διαπιστώσεις των επιθεωρητών του Σ.Ε.Υ.Υ.Π. σχετικά με το ύψος και τις αιτίες δημιουργίας του ελλείμματος, χωρίς ουδέποτε ο ίδιος να ζητήσει την υποβολή οποιουδήποτε συμπληρωματικού στοιχείου για την αποτελεσματική προάσπιση των συμφερόντων του (Ολ. Ε.Σ. 2445/2007, 3093/2010). Επιπλέον, από το από 16.9.2011 (αριθ. πρωτ. ΕΜΠ 45/2011) απολογητικό υπόμνημά του προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου συνάγεται ότι γνώριζε επαρκώς την ακριβή  αιτία και το ποσό του ελλείμματος που του αποδίδεται. Με τον τρίτο λόγο έφεσης και το από 23.1.2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων ο εκκαλών προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, αόριστη και ασαφής, καθόσον στο σώμα της δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία εκείνα που τον καθιστούν υπόλογο, ο χρόνος και το αντικείμενο της διαχείρισής του και τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν την ανάμειξή του – έστω ως συνυπεύθυνου – στη δημιουργία του ελλείμματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση δημιουργήθηκε από την κλοπή του χρηματοκιβωτίου και όχι από άτακτη ή πλημμελή διαχείριση. Ο λόγος αυτός είναι ομοίως αβάσιμος, καθόσον στο σώμα της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθενται άπαντα τα παραπάνω στοιχεία και συγκεκριμένα αναφέρεται  η ιδιότητά του ως επικεφαλής (Υποδιευθυντής) της Διοικητικής – Οικονομικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου, που τον καθιστά σε κάθε περίπτωση υπόλογο, λόγω της φύσεως των αρμοδιοτήτων του (βλ. ιδίως το άρθρο 6 του π.δ/τος 656/1975, σε συνδυασμό με τα άρθρα 11 και 16 της Υ4α/123094/04/5.6.2007 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Οργανισμός του Γενικού Νοσοκομείου Αιγίου», ΦΕΚ Β΄ 987), καθώς και το γεγονός της με υλικό τρόπο ανάμειξής του στη διαχείριση του ταμείου, καθόσον «είχε πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο», το οποίο άλλωστε βρισκόταν εντός του γραφείου του, ενώ ήταν και αποδέκτης τουλάχιστον μέρους των καταλογισθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση κονδυλίων (υπ’ αριθ. 1, 3, 4 και 5), τα οποία του είχαν παραδοθεί από τρίτα πρόσωπα. Επίσης, στην ίδια απόφαση αναφέρεται ο τρόπος δημιουργίας του ελλείμματος (κλοπή του χρηματοκιβωτίου), καθώς και ότι κατά το χρόνο επέλευσης αυτού ο εκκαλών έφερε την ανωτέρω ιδιότητα (του επικεφαλής της Διοικητικής – Οικονομικής Υπηρεσίας), ενώ παρατίθενται, έστω συνοπτικά, οι αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις και παραλείψεις αναφορικά με την επέλευση του ελλείμματος, ήτοι το γεγονός ότι δεν μερίμνησε για την κατάθεση των σχετικών ποσών στην τράπεζα (κονδύλια υπ’ αριθ. 1, 4, 5 και 7) ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (κονδύλι υπ’ αριθ. 3), ενώ παρέλειψε να εισηγηθεί την πληρωμή των καθαριστριών μέσω τράπεζας (κονδύλι υπ’ αριθμ. 2) ή τη διαχείριση του υπολοίπου του ΧΕΠ μέσω τραπεζικού λογαριασμού και επιταγών (κονδύλι υπ’ αριθμ. 6). Η αιτιολογία δε αυτή νομίμως συμπληρώνεται, κατά τα λοιπά, από το ΕΜΠ 1356/18.8.2011 πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης, στο οποίο η προσβαλλομένη παραπέμπει. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο έφεσης και το από 23.1.2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων ο εκκαλών προβάλλει, το μεν έλλειψη υπαιτιότητάς του αναφορικά με το προκληθέν, λόγω απώλειας, έλλειμμα, το δε ότι οι όποιες πράξεις ή παραλείψεις του δεν συνδέονται αιτιωδώς με αυτό, καθώς οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας (κλοπή). Παρατηρείται, ωστόσο, ότι ο εκκαλών είχε άμεση αντίληψη της ποσότητας των χρημάτων που ήταν τοποθετημένα εντός του χρηματοκιβωτίου, το οποίο βρισκόταν στο γραφείο του, ενώ γνώριζε τόσο το πολύ πρόσφατο γεγονός της  κλοπής του ΑΤΜ της Τράπεζας PROBANK από παρακείμενο γραφείο, όσο και το ότι τα μέτρα φύλαξης των χώρων της Οικονομικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου ήταν ελλιπή. Ενόψει αυτών, στοιχειώδης υποχρέωσή του, ένεκα και της ιδιότητάς του ως Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου και κατ’ εξοχήν υπεύθυνου για την ασφάλεια αυτών, ήταν να μεριμνήσει ώστε τα χρήματα που βρίσκονταν εντός του χρηματοκιβωτίου να κατατεθούν την Παρασκευή (8.7.2011) σε τράπεζα, καθώς μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο. Αυτό μπορούσε ευχερώς να το πράξει, είτε ανακαλώντας την άδεια της αναπληρώτριας ταμία Παναγιώτας Κατσιβάλη, είτε προβαίνοντας ο ίδιος στη σχετική κατάθεση, καθώς το χρηματοκιβώτιο βρισκόταν στο γραφείο του και είχε άμεση πρόσβαση σε αυτό. Με τον τρόπο αυτό, κατά την κλοπή, οι δράστες, έστω και αν αφαιρούσαν το χρηματοκιβώτιο, δεν θα έβρισκαν εντός αυτού: 1) από το κονδύλι υπ’ αριθμ. 1 (5.033,73 ευρώ), τις εισπράξεις της 6ης και 7ης Ιουλίου 2011 (Τετάρτη και Πέμπτη), που ανέρχονταν σε 2.277,31 ευρώ, 2) το ποσό των 775 ευρώ (κονδύλι υπ’ αριθμ. 4), που αφορούσε εισπράξεις του Γραφείου Κίνησης, που του παραδόθηκαν στις 7.7.2011 (Πέμπτη). Την κατάθεση του εν λόγω ποσού στην τράπεζα δεν εμπόδιζε η μη έκδοση των νόμιμων παραστατικών, αφού σε κάθε περίπτωση επρόκειτο για οριστικά έσοδα του Νοσοκομείου (προκαταβολές έναντι λογαριασμού ανασφάλιστων ασθενών) και 3) το ποσό των 533,70 ευρώ (κονδύλι υπ’ αριθμ. 5), που αφορούσε εισπράξεις του Κέντρου Υγείας Ακράτας, που του παραδόθηκαν στις 7.7.2011 (Πέμπτη). Επιπλέον, ως προς το ποσό των 10.336,21 ευρώ (κονδύλι υπ’ αριθμ. 3), που αντιστοιχούσε σε μέρος των μισθωμάτων του Περιφερειακού Ιατρείου Δάφνης, που οφείλονταν από τον Απρίλιο 2003 έως τον Ιούνιο 2011, προοριζόμενο να αποδοθεί στους κληρονόμους του αρχικού δικαιούχου μετά την έκδοση σχετικού κληρονομητηρίου, ζήτημα που χειριζόταν προσωπικά ο ίδιος, όφειλε, ενόψει της σοβαρής καθυστέρησης περάτωσης της όλης διαδικασίας (προσδιορισμός των νόμιμων κληρονόμων), να προβαίνει σε δημόσια κατάθεση των οφειλομένων (στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων). Τέλος, αναφορικά με το ποσό των 78.176,85 ευρώ (κονδύλι υπ’ αριθμ. 7), που αφορούσε κρατήσεις υπέρ ΙΚΑ και ΤΣΑΥ, όφειλε, μετά τη θεώρηση των οικείων χρηματικών ενταλμάτων, να δώσει εντολή στην ταμία του Νοσοκομείου ή να μεριμνήσει ο ίδιος ώστε να εκδοθούν, χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, αντίστοιχες επιταγές υπέρ των δικαιούχων ασφαλιστικών ταμείων. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση της έκδοσης επιταγών στον όνομα του Νοσοκομείου, αντιστοιχούντων στις οφειλόμενες εισφορές, τις οποίες εισέπρατταν υπάλληλοι του Νοσοκομείου, όφειλε να δώσει εντολή ώστε αμέσως μετά την είσπραξη των οικείων ποσών να κατατίθενται τα χρήματα στους λογαριασμούς των οικείων ασφαλιστικών φορέων. Σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να ανεχθεί την πρακτική συσσώρευσης των οικείων ποσών σε μετρητά εντός του χρηματοκιβωτίου, αφού ουδείς λόγος προς τούτο υπήρχε, αντίθετα μάλιστα, όπως αποδείχθηκε, η πρακτική αυτή εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των χρημάτων. Οι ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις του εκκαλούντος, οφειλόμενες σε βαρεία αυτού αμέλεια, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το έλλειμμα που επήλθε συνεπεία της κλοπής, καθώς αν ενεργούσε κατά τρόπο υπεύθυνο και με συναίσθηση των στοιχειωδών υποχρεώσεών του ως υπολόγου, τα παραπάνω ποσά, ανερχόμενα συνολικά σε 92.099,07 ευρώ, δεν θα βρίσκονταν εντός του χρηματοκιβωτίου κατά την ημέρα της κλοπής. Επίσης, η τυχόν συντρέχουσα ευθύνη και άλλων προσώπων αναφορικά με την επελθούσα απώλεια (των υπηρετούντων στη Διεύθυνση Επιστασίας, της Διοίκησης του Νοσοκομείου κ.λπ.) δεν συνιστά – και αληθής υποτιθέμενη – λόγο απαλλαγής από τη δική του ευθύνη, η οποία είναι αυτοτελής. Κατά τα λοιπά, ο εκκαλών δεν βαρύνεται με οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα: 1) για το ποσό των 2.760,42 ευρώ (μέρος του κονδυλίου υπ’ αριθμ. 1), που αφορούσε εισπράξεις του Νοσοκομείου της 8ης Ιουλίου 2011 (Παρασκευή), καθώς δεν προκύπτει ο ακριβής χρόνος είσπραξης και δεν καθίσταται βέβαιο ότι ήταν εφικτή η κατάθεση του ανωτέρω ποσού σε τράπεζα, λαμβανομένου υπόψη και του ωραρίου λειτουργίας των τραπεζικών ιδρυμάτων, 2) για το ποσό των 1.083,11 ευρώ, που αφορούσε στη μισθοδοσία δύο (2) καθαριστριών Περιφερειακών Ιατρείων του Νοσοκομείου, το μεν διότι δεν επιβάλλεται από τις οικείες διατάξεις η καταβολή της μισθοδοσίας μέσω τραπεζών, το δε διότι αυτές είχαν κληθεί τηλεφωνικά να μεταβούν στο Νοσοκομείο ώστε να εισπράξουν την αμοιβή τους και, συνακόλουθα, τα χρήματα αυτά ήταν λογικό να παραμένουν στο χρηματοκιβώτιο, καθώς οι ανωτέρω θα μπορούσαν να προσέλθουν προς τούτο ανά πάσα στιγμή και 3) για το ποσό των 692,40 ευρώ, που αφορούσε υπόλοιπο του ΧΕΠ 20/14.2.2011, καθόσον υπόλογος αυτού και  συνακόλουθα υπεύθυνη  κατά νόμο ήταν η αναπληρώτρια ταμίας Παναγιώτα Κατσιβάλη, η οποία όφειλε, εφόσον δεν παρίστατο ανάγκη άμεσης χρησιμοποίησης των χρημάτων, να προβεί στην κατάθεση του σχετικού ποσού σε τράπεζα (άρθρο 1 π.δ/τος 470/1975). Επομένως, ο ως άνω λόγος έφεσης είναι εν μέρει βάσιμος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Συνακόλουθα, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει εν μέρει δεκτή, να μεταρρυθμιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να περιοριστεί το ποσό του καταλογισμού σε εκείνο των 92.099,07 (96.635 μείον 4.535,93) ευρώ και να επιστραφεί στον εκκαλούντα μέρος του κατατεθέντος παραβόλου, ανερχόμενο σε 100 ευρώ (άρθρο 56 του π.δ/τος 774/1980, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 57 του ν. 3659/2008). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται εν μέρει την έφεση.

Μεταρρυθμίζει την ΕΜΠ ΟΙΚ 1607/17.10.2011 καταλογιστική απόφαση του επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και περιορίζει το ποσό του καταλογισμού σε αυτό των 92.099,07 ευρώ.

Διατάσσει την απόδοση στον εκκαλούντα μέρους του κατατεθέντος παραβόλου, ανερχόμενο σε 100 ευρώ. Και

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2013.

               Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                          Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΠΑΡΕΔΡΟΣ

          ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΛΔΗ                                    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΚΡΕΠΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 9 Απριλίου 2013.

               Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

         ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΛΔΗ                 ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ