ΕΣ 1674/12, Τμ. VII, Απαράδεκτοι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως μετά την πρώτη δικάσιμο άσχετο το πότε έγινε η πρώτη συζήτηση, Ο δήμαρχος όταν εκδίδει το ΧΕ είναι υπόλογος, μυστικά εξωταμειακά κονδύλια απο το κράτος για εθνικό σκοπό ήπια εισβολή ΣΟΥΛΕΙΜΑΝ

Ε.Σ

ΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΤΜΗΜΑ VΙΙ
ΑΠΟΦΑΣΗ 1674/2012
περιληψη : Έφεση– Δήμος – πρόσθετοι λόγοι έφεσης – έννοια δημοσίου υπολόγου – έννοια ελλείμματος – ο Δήμαρχος υπόλογος όταν ενεργεί πράξεις διαχείρισης των λογαριασμών του Δήμου – δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης – νομιμοποίηση δαπανών. Έφεση με την οποία ζητείται η ακύρωση απόφασης Οικονομικού Επιθεωρητή με την οποία καταλογίστηκαν οι εκκαλούντες, υπό την ιδιότητά τους ως Δήμαρχος και ως Πρόεδρος του δημοτικού Ν.Π.Δ.Δ.,αντίστοιχα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, υπέρ του Δήμου, με ποσό το οποίο φέρεται ότι αποτελεί έλλειμμα στη διαχείριση του ως άνω Δήμου. Δικόγραφο προσθέτων λόγων, που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου εκπρόθεσμα,μετά δηλαδή την ορισθείσα ως πρώτη δικάσιμο, ανεξάρτητα από το αν κατά την ημερομηνία αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε ή ματαιώθηκε, είναι απαράδεκτο και επομένως, οι προβαλλόμενοι με αυτό λόγοι εφέσεως είναι απορριπτέοι. Δημόσιοι υπόλογοι ή υπόλογοι Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου(Ν.Π.Δ.Δ.) ή Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) είναι οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.,καθώς και όσοι με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση,διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικά που ανήκουν στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. επίσης δε και κάθε άλλο πρόσωπο, που, εξαιτίας της φύσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων, θεωρείται από ειδική διάταξη νόμου ως δημόσιος υπόλογος ή υπόλογος Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.. Για τα διαπιστούμενα στη διαχείρισή του ελλείμματα,ο υπόλογος ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, απαλλάσσεται δε μόνον εάν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει καμία υπαιτιότητα, ως προς την επέλευση του ελλείμματος. Στην έννοια του ελλείμματος υπάγεται και η επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά που διαπιστώνεται μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μία δεδομένη στιγμή,σύμφωνα με τα εξαγόμενα από τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση τα νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία, και εκείνης που πράγματι υπάρχει. Ο δήμαρχος εντέλλεται με επιμέλεια της αρμόδιας δημοτικής υπηρεσίας την εκτέλεση των δαπανών του Δήμου ή εισηγείται την έγκρισή τους από το δημοτικό συμβούλιο, αν πρόκειται για θέμα που υπάγεται στην αρμοδιότητα του τελευταίου. Στη συνέχεια, προβαίνει στην εκκαθάριση της δαπάνης και, αφού ελέγξει τη νομιμότητά της, εκδίδει το σχετικό χρηματικό ένταλμα, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η αιτία της πληρωμής και επισυνάπτονται τα νόμιμα δικαιολογητικά, από τα οποία πρέπει να προκύπτει σαφώς το δικαίωμα του πιστωτή. Ακολούθως, αποστέλλει αυτά στο αρμόδιο ταμείο του Δήμου,προκειμένου να διενεργηθεί η πληρωμή. Συνεπώς, ο δήμαρχος, κατά το μέρος που ενεργεί πράξεις διαχείρισης των λογαριασμών του Δήμου, έχει την ιδιότητα του υπολόγου και ως εκ τούτου ευθύνεται ως υπόλογος, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια,για κάθε διαπιστούμενο έλλειμμα, το οποίο και καταλογίζεται σε βάρος του από τα αρμόδια όργανα. Εμπίπτουν στην έννοια του ελλείμματος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η διενέργεια εισπράξεων χρηματικών ποσών, τα οποία ανήκουν στους Δήμους, πλην όμως δεν εισάγονται ως έσοδα στη διαχείρισή τους μέσω της ταμειακής υπηρεσίας που έχει συσταθεί στο Δήμο, καθώς και η διενέργεια πληρωμών, η οποία δεν στηρίζεται σε νόμιμα και πλήρη δικαιολογητικά και για την οποία δεν τηρήθηκε η προπεριγραφόμενη διαδικασία για την εκταμίευση χρημάτων Ο.Τ.Α. Σε περίπτωση διαπίστωσης από τον αρμόδιο οικονομικό επιθεωρητή της ύπαρξης ελλείμματος, ο υπόλογος ή κάθε άλλο προς καταλογισμό πρόσωπο καλείται,πριν την έκδοση της οικείας καταλογιστικής απόφασης, να το αναπληρώσει εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών, διαφορετικά αυτός καταλογίζεται με το ποσό του ελλείμματος. Νομιμοποιούνται εκείνες μόνο οι δαπάνες των Ο.Τ.Α. των οποίων οι πλημμέλειες στη διαδικασία ανάληψης και πραγματοποίησής τους δεν είναι ουσιώδεις. Δέχεται εν μέρει την έφεση. Κρίνει ότι οι εκκαλούντες επέδειξαν βαρεία αμέλεια κατά την άσκηση των διαχειριστικών τους καθηκόντων, ήτοι επέδειξαν σοβαρή εκτροπή από τη στοιχειώδη επιμέλεια, την οποία καλείται να επιδείξει ο μέσος συνετός διαχειριζόμενος δημοτικό χρήμα, με συνέπεια τη μη απαλλαγή τους από τις επιβληθείσες προσαυξήσεις εκ του λόγου τούτου και μόνο.Περαιτέρω ο καταλογισμός, τον οποίο νομίμως επισύρει η εξωταμειακή διαχείριση δημοτικού χρήματος, συνιστά οικονομικό βάρος για τον υπόλογο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2011, με την ακόλουθη σύνθεση: Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη και Σταμάτιος Πουλής, Σύμβουλοι, Νεκταρία Δουλιανάκη και Ευφροσύνη Παπαδημητρίου (εισηγήτρια), Πάρεδροι, που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας Αντώνιος Νικητάκης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα.
Γραμματέας: Μαρία Εξαρχουλάκου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με βαθμό Γ΄ της κατηγορίας ΤΕ.
Για να δικάσει την από 23 Οκτωβρίου 2008 (Α.Β.Δ. 116/24.10.2008) έφεση και τους από 4 Φεβρουαρίου 2010 (Α.Β.Δ. 5/8.2.2010) πρόσθετους λόγους των: α) … και β) …, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Χαράλαμπου Μπουκουβάλα (Α.Μ./Δ.Σ.Α.20161).
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη. Kαι
Κατά: α) της 3307/22.4.2008 καταλογιστικής απόφασης του Οικονομικού Επιθεωρητή … της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Αθηνών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, β) της 2750/4.4.2008 πορισματικής έκθεσης του ίδιου ως άνω Επιθεωρητή και γ) κάθε άλλης συναφούς πράξης προγενέστερης ή μεταγενέστερης.
Ο Δήμος … παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κωνσταντίνου Μακρή (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 2315).
Με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση καταλογίστηκαν οι εκκαλούντες, υπό την ιδιότητά τους ως Δήμαρχος του Δήμου … ο πρώτος και ως Πρόεδρος του δημοτικού ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «… Πνευματικό Κέντρο Δήμου …» ο δεύτερος, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, υπέρ του Δήμου …, με το ποσό των 44.512,75 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι αποτελεί έλλειμμα στη διαχείριση του ως άνω Δήμου κατά τα οικονομικά έτη 1997-1998, πλέον προσαυξήσεων ποσού 68.327,03 ευρώ, ήτοι με το συνολικό ποσό των 112.839,82 ευρώ.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλούντων, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης.
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δήμου …, ο οποίος δήλωσε ότι επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου. Και
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο και
Αποφάσισε τα ακόλουθα:

Ι. Με την κρινόμενη έφεση και τους από 4.2.2010 πρόσθετους λόγους, όπως συμπληρώνονται με το από 31.10.2011 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της 3307/22.4.2008 απόφασης του Οικονομικού Επιθεωρητή … της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Αθηνών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία καταλογίστηκαν οι εκκαλούντες, υπό την ιδιότητά τους ως Δήμαρχος (ο πρώτος) και ως Πρόεδρος του δημοτικού Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «… Πνευματικό Κέντρο Δήμου …» (ο δεύτερος), αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, υπέρ του Δήμου …, με το ποσό των 44.512,75 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι αποτελεί έλλειμμα στη διαχείριση του ως άνω Δήμου κατά τα οικονομικά έτη 1997-1998, πλέον προσαυξήσεων ποσού 68.327,07 ευρώ, ήτοι με το συνολικό ποσό των 112.839,82 ευρώ. Η έφεση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 2750/4.4.2008 πορισματικής έκθεσης, καθόσον η εν λόγω έκθεση στερείται εκτελεστού χαρακτήρα, αφού αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη για την έκδοση της ως άνω καταλογιστικής απόφασης. Κατά το μέρος δε που στρέφεται αόριστα και κατά κάθε άλλης συναφούς πράξης, χωρίς να την προσδιορίζει, η ένδικη έφεση είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και ως εκ τούτου, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η ίδια έφεση, για την οποία έχει καταβληθεί το προσήκον παράβολο (βλ. το 15745/4.11.2011 – σειράς ΣΤ΄ διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄ του Τμήματος Εσόδων της Δ.Ο.Υ. Δ´ Αθήνας, καθώς και τα 5377048 και 2086558 σειράς Α´ ειδικά έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου), κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 3307/22.4.2008 καταλογιστικής απόφασης, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα. Συνεπώς, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
ΙΙ. Το π.δ. 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α΄ 304) ορίζει, στο άρθρο 55, ότι: «1. Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως επιτρέπεται να υποβληθούν δι’ ιδίου δικογράφου, όπερ κατατίθεται παρά τη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συντασσομένης επ’ αυτού πράξεως καταθέσεως. 2. Η κατάθεσις του δικογράφου δύναται να γίνη τουλάχιστον 15 πλήρεις ημέρας προ της ορισθείσης πρώτης δικασίμου, αντιπεφωνημένον δε αντίγραφον αυτού επιδίδεται, επί ποινή απαραδέκτου των προσθέτων λόγων, επιμελεία του υποβάλλοντος τούτους και εντός οκτώ ημερών από της καταθέσεως του δικογράφου αυτών, εις τον εφεσίβλητον». Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, ως πρώτη δικάσιμος, πριν από την οποία δύναται παραδεκτώς να κατατεθεί δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης, νοείται αυτή, που ορίζεται αρχικά με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου (βλ. και άρθρο 56 του ανωτέρω π.δ/τος) και όχι εκείνη, που ορίζεται μετά από αναβολή ή ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, δικόγραφο προσθέτων λόγων, που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου εκπρόθεσμα, μετά δηλαδή την ορισθείσα ως πρώτη δικάσιμο, ανεξάρτητα από το αν κατά την ημερομηνία αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε ή ματαιώθηκε, είναι απαράδεκτο και επομένως, οι προβαλλόμενοι με αυτό λόγοι εφέσεως είναι απορριπτέοι (βλ. αποφ. Ολομ. Ελ.Συν. 854/1990, 1523/1991, 1049/1995, VII Τμ. 1716, 1743/2007, 796/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το από 4.2.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης κατά της προσβαλλόμενης 3307/22.4.2008 καταλογιστικής απόφασης κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 8.2.2010 (αριθμ. βιβλίου δικογράφων 5), ενώ η ορισθείσα, με τη σχετική πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, πρώτη δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης, ήταν η 23η.2.2010. Συνεπώς, οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι έφεσης υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα, καθόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την κατάθεση του οικείου δικογράφου έως την ορισθείσα ως άνω πρώτη δικάσιμο δεν αντιστοιχούσε σε 15 πλήρεις ημέρες, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΙΙI. Από τις διατάξεις των άρθρων 15, 17, 22, 25, 27 και 33 του π.δ/τος 774/1980 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων υπό τον τίτλον Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου» (ΦΕΚ Α΄ 189), προκύπτει ότι δημόσιοι υπόλογοι ή υπόλογοι Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ή Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) είναι οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και όσοι με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικά που ανήκουν στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. (εν τοις πράγμασι ή de facto υπόλογοι), επίσης δε και κάθε άλλο πρόσωπο, που, εξαιτίας της φύσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων, θεωρείται από ειδική διάταξη νόμου ως δημόσιος υπόλογος ή υπόλογος Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.. Ειδικότερα, η ιδιότητα του χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ενεργούντος (de facto) υπολόγου, ο οποίος έχει την ίδια ως άνω ευθύνη, θεμελιώνεται αποκλειστικά στο υλικό γεγονός της άσκησης διαχείρισης, στο οποίο εδράζεται αφενός η λογοδοτική του ευθύνη και αφετέρου η ιδιότητά του ως υποκειμένου καταλογισμού από τα όργανα που έχουν κατά νόμο καταλογιστική εξουσία (βλ. Απoφ. Ελ.Συν. Ολομ. 1396/2000, VII Τμ.393/2010). Για τα διαπιστούμενα στη διαχείρισή του ελλείμματα, ο υπόλογος ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, απαλλάσσεται δε μόνον εάν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει καμία υπαιτιότητα, ως προς την επέλευση του ελλείμματος. Σε βάρος του υπολόγου καταλογίζονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα και οι προσαυξήσεις, που ορίζονται από τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού και είσπραξης δημοσίων εσόδων. Ο υπόλογος απαλλάσσεται των προσαυξήσεων μόνο εάν επικαλεστεί και αποδείξει ότι το διαπιστωθέν έλλειμμα δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλειά του (αποφ. IV Τμ. 158, 159/2004). Βαρεία αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται όχι μόνο η στις συναλλαγές, αντικειμενικά και αφηρημένα, απαιτούμενη επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου, αλλά ούτε και η στοιχειώδης επιμέλεια, έτσι ώστε η αμελής συμπεριφορά να εμφανίζεται ως σοβαρή και ασυνήθιστη και να εκδηλώνεται ως ιδιαίτερα μεγάλη εκτροπή από τους κανόνες της καταβαλλόμενης από τον κοινό και συνήθη άνθρωπο κατά τις συναλλαγές επιμέλειας, ενώ ελαφρά αμέλεια υπάρχει, σύμφωνα με το άρθρο 330 Α.Κ., όταν δεν καταβάλλεται η αξιούμενη κατά τις περιστάσεις επιμέλεια του συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου (βλ. αποφ. Ελ.Συν. Ολομ. 765/1998, 1051/1995, IV Τμ. 1006/2005, 604/2001 και 1515/2000). Εξάλλου, ως έλλειμμα νοείται κάθε έλλειψη χρημάτων, αξιών, ενσήμων ή υλικού, που εμφανίζεται στις διαχειρίσεις του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή των Ο.Τ.Α και διαπιστώνεται κατά τη νόμιμη διαδικασία, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση διαχείρισης, που θεωρείται έλλειμμα από το νόμο, όπως κάθε πληρωμή που έγινε χωρίς τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις δικαιολογητικά, που αφορά σε δαπάνες για τις οποίες δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες εκ μέρους του υπολόγου, καθώς και κάθε πληρωμή που έχει γίνει αχρεωστήτως από υπαιτιότητα του υπολόγου. Διαχειριστικά στοιχεία, που δεν προέκυψαν βάσει νομίμων διαδικασιών και δεν στηρίζονται σε πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά, δεν συνιστούν νόμιμη διαχείριση, δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν δύνανται να δικαιολογήσουν τις αντίστοιχες δαπάνες, αλλά αποτελούν έλλειμμα. Στην έννοια του ελλείμματος υπάγεται και η επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά που διαπιστώνεται μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μία δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με τα εξαγόμενα από τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση τα νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία, και εκείνης που πράγματι υπάρχει (βλ. Αποφ. Ελ.Συν. Ολομ. 169/2005, VII Τμ. 1742/2007, 1840/2008, IV Τμ. 1421, 1708/2003, 158, 159/2004).
IV. Α. Το π.δ. 410/1995 «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας» (ΦΕΚ Α΄ 231), όπως οι διατάξεις αυτού ίσχυαν κατά την ελεγχθείσα διαχειριστική περίοδο, όριζε, στο άρθρο 114 παρ. 1, ότι: «Ο Δήμαρχος: α) (…) ε) διατάζει την είσπραξη των δημοτικών εσόδων και εκδίδει (υπογράφει) τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής σε βάρος των πιστώσεων που προβλέπονται στον προϋπολογισμό ή έχουν εγγραφεί σε αυτόν ύστερα από αναμόρφωση και έχουν διατεθεί (ψηφιστεί) με αποφάσεις του αρμόδιου οργάνου, αφού προηγουμένως έχουν ελεγχθεί τα σχετικά δικαιολογητικά από την αρμόδια υπηρεσία του δήμου (…)» και στο άρθρο 228, ότι: «1. (…) 2. Στους δήμους ο οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας μπορεί να προβλέπει ειδική ταμιακή υπηρεσία».
Β. Περαιτέρω, το β.δ/γμα της 17.5/15.6.1959 «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α΄ 114) ορίζει, στο άρθρο 3, ότι: «Βεβαίωσις εσόδου νοείται η κατά τους κειμένους νόμους παρά των αρμοδίων αρχών ή υπηρεσιών και οργάνων των δήμων εκκαθάρισις απαιτήσεώς τινος των δήμων και ο προσδιορισμός του ποσού αυτής, του προσώπου του οφειλέτου, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται», στο άρθρο 4, ότι: «1. Τίτλος βεβαιώσεως είναι παν έγγραφον αποδεικτικόν ή και απλώς βεβαιωτικόν της οφειλής προς τον δήμον (…)», στο άρθρο 11, ότι: «Πάσα ανάληψις δαπάνης εις βάρος των δια του προϋπολογισμού χορηγουμένων πιστώσεων, πραγματοποιείται υπό του δημάρχου, υπό τας εν τοις επομένοις άρθροις οριζομένας προϋποθέσεις και διατυπώσεις», στο άρθρο 12, ότι: «1. Η εκτέλεσις οιασδήποτε δαπάνης του δήμου ενεργείται υπό του δημάρχου δια των αρμοδίων δημοτικών υπηρεσιών (…)», στο άρθρο 13, ότι: «1. Προ πάσης ενεργείας δια την εκτέλεσιν οιασδήποτε δαπάνης του δήμου, η αρμοδία δημοτική υπηρεσία συντάσσει «΄Εκθεσιν αναλήψεως δαπάνης», εις ην δέον να καθορίζηται: α) το είδος και η αιτία της δαπάνης, β) το απαιτούμενον ποσόν της δαπάνης, αριθμητικώς και ολογράφως, γ) αι γενικαί ή ειδικαί διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων του δήμου, εις ας στηρίζεται η δαπάνη και δ) το οικον. έτος, το κεφάλαιον και άρθρον του προϋπολογισμού, όπερ βαρύνει η δαπάνη (…) 3. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον έκθεσις αναλήψεως δαπάνης υπογράφεται υπό του δημάρχου (…) 4. Μετά την κατά τ’ ανωτέρω καταχώρισιν της αναληφθείσης υποχρεώσεως ο δήμαρχος εντέλλεται, επιμελεία της αρμοδίας δημοτικής υπηρεσίας την εκτέλεσιν της σχετικής δαπάνης, εάν πρόκειται περί τοιαύτης αναγομένης εις την αρμοδιότητα αυτού ή εισηγείται την έγκρισιν ταύτης παρά του δημοτικού συμβουλίου ή της δημαρχιακής επιτροπής κατ’ εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος ή άλλων περί εκάστης δαπάνης ισχυουσών διατάξεων νόμων», στο άρθρο 16, ότι: «1. Εις πάσαν πράξιν δι΄ ης αναλαμβάνονται υποχρεώσεις εις βάρος του δήμου, δέον ν’ αναφέρηται ρητώς ότι ετηρήθησαν αι διατυπώσεις των άρθρων 12, 13 (…) του παρόντος (…)», στο άρθρο 20, ότι: «1. Εκκαθάρισις δαπάνης νοείται η πράξις, δι’ ης αναγνωρίζεται οφειλή του Δήμου ως νομίμως αναληφθείσα και υφισταμένη, και προσδιορίζεται το ποσόν αυτής. 2. Η εκκαθάρισις οιασδήποτε δαπάνης του Δήμου ανήκει κατά τας διατάξεις του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος εις τον δήμαρχον και διενεργείται δια των παρά τω δήμω συνιστωμένων, δια του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας ειδικών υπηρεσιών εκκαθαρίσεως και εντολής δαπανών (…)», στο άρθρο 22, ότι: «1. Η υπό της λογιστικής υπηρεσίας ενεργουμένη εκκαθάρισις εκάστης δαπάνης συνίσταται εις την επαλήθευσιν της προηγουμένης αναλήψεως της δαπάνης κατά τας διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14, 15 και 16 του παρόντος εις τον έλεγχον των λογαριασμών και της νομιμότητος των επισυναπτομένων κεκανονισμένων δικαιολογητικών και τον προσδιορισμόν του δικαιώματος του δικαιούχου, συντασσομένης επί των σχετικών καταστάσεων τιμολογίων, πιστοποιήσεων ή λογαριασμών πράξεως, εμφαινούσης αριθμητικώς και ολογράφως το εκκαθαριζόμενον ποσόν. 2. Η ως ανωτέρω πράξις εκκαθαρίσεως υπογράφεται παρά του δημάρχου και προσυπογράφεται υπό του προϊσταμένου της λογιστικής υπηρεσίας και του αρμοδίου προς διάθεσιν της πιστώσεως Διευθυντού (…)», στο άρθρο 23, ότι: «1. Μετά την εκκαθάρισιν εκάστης δαπάνης το αρμόδιον τμήμα ή γραφείον της λογιστικής υπηρεσίας του δήμου προκαλεί την πληρωμήν της εκκαθαρισθείσης δαπάνης συντάσσον χρηματικόν ένταλμα. 2. Τα χρηματικά εντάλματα υπογράφονται υπό του δημάρχου και του προϊσταμένου της λογιστικής υπηρεσίας, καθισταμένου προσωπικώς αλληλεγγύως συνυπευθύνου και σφραγίζονται δια της σφραγίδος του δήμου», στο άρθρο 25, ότι: «Εις παν χρηματικόν ένταλμα δέον να επισυνάπτεται υπ’ ευθύνη των επιτετραμμένων την εκκαθάρισιν και εντολήν της δαπάνης οργάνων του δήμου παν δικαιολογητικόν έγγραφον εξ ου να προκύπτη σαφώς το δικαίωμα του πιστωτού του δήμου κατά βάσιν και ποσόν». Περαιτέρω, το ίδιο ως άνω β.δ/γμα ορίζει, στο άρθρο 45, ότι: «Εν οις δήμοις συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος λειτουργεί ιδία ταμιακή υπηρεσία, αύτη διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις του κώδικος τούτου και του παρόντος Β.Δ/τος», στο άρθρο 46, ότι: «1. Παρ΄ εκάστω των του προηγουμένου άρθρου δήμων, συνιστάται διά του Οργανισμού της Εσωτερικής υπηρεσίας αυτού ιδία δημοτική υπηρεσία η γραφείον υπό την ονομασίαν Ταμείον, τελούν υπό την άμεσον εποπτείαν των αρμοδίων οργάνων του δήμου. 2. Το ούτω συνιστώμενον ταμείον διεξάγει υπό την διεύθυνσιν και προσωπικήν ευθύνην του δημοτικού ταμίου και δι΄ ειδικώς οριζομένων προς τούτο εισπρακτορικών και διαχειριστικών οργάνων την ταμιακήν υπηρεσίαν, κατά τα υπό των του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος διατάξεων και υπό των τοιούτων του παρόντος ειδικώτερον οριζόμενα. 3. Διά την είσπραξιν των εσόδων των δήμων υφ΄ εκάστου των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοτικών ταμείων, εφαρμόζονται αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις “περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων”, των ταμειακών οργάνων των δήμων ασκούντων αντιστοίχως πάσας τας υπό των ως άνω διατάξεων οριζομένας αρμοδιότητας», στο άρθρο 48, ότι: «Εκάστου των κατά το προηγούμενον άρθρον συνιστωμένων ταμείων των δήμων, προΐσταται ο δι΄ αποφάσεως του δημάρχου οριζόμενος δημοτικός Ταμίας ούτινος τα καθήκοντα και αι αρμοδιότητες ορίζονται ειδικώτερον ως εξής: Εισπράττει ο ίδιος και δι΄ ειδικώς διατιθεμένων προς τούτο εισπρακτορικών οργάνων πάντα τα έσοδα του δήμου (…) Ενεργεί ωσαύτως την είσπραξιν παντός άλλου δια λογαριασμόν του δήμου εσόδου ως και των υπέρ τρίτων εσόδων, ων η είσπραξις ήθελεν ανατεθή νομίμως τω δήμω. Εξοφλεί τα χρηματικά εντάλματα εντός των ορίων των δια του προϋπολογισμού ή δι’ ειδικών αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου κεχορηγημένων πιστώσεων κατά τας κειμένας περί αυτών διατάξεις του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος. (…)», στο άρθρο 54 παρ. 1, ότι: «Η υπό των δημοτικών ταμιών, δημοτικών εισπρακτόρων και γενικώς των εντεταλμένων την είσπραξιν πάσης φύσεως δημοτικών εσόδων είσπραξις τούτων ενεργείται αποκλειστικώς και μόνον δια της εκδόσεως διπλοτύπων αποδείξεων εκκοπτομένων εκ των αρμοδίως τεθεωρημένων και παραδιδομένων αυτοίς υπό της Υπηρεσίας βιβλίων διπλοτύπων εισπράξεως», στο άρθρο 56 παρ. 1, ότι: «Πάσα είσπραξις διά λογαριασμόν του δήμου θεωρείται ως μηδόλως γινομένη αν δεν γίνη υπό του αρμοδίου δημοτικού ταμίου ή εισπράκτορος δι΄ αποδείξεως αυτού κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου εκδιδομένης» και στο άρθρο 60, ότι: «1. Αι πάσης φύσεως πληρωμαί εκ του δημοτικού ταμείου ενεργούνται ως ακολούθως: 2. Τα εφ’εκάστου ταμείου εκδιδόμενα χρηματικά εντάλματα προς πληρωμήν εξόδων του δήμου ως και πας άλλος νόμιμος τίτλος πληρωμής παραδίδονται εις το λογιστικόν γραφείον του ταμείου. Ο δημοτικός ταμίας βοηθούμενος υπό του ελεγκτού ή λογιστού του γραφείου τούτου ενεργεί υπό προσωπικήν αυτού ευθύνην τον έλεγχον αυτών καθ’όσον αφορά το νόμιμον και έγκυρον της εντελλόμενης δαπάνης κατά τας κειμένας διατάξεις, μεθ’ό προβαίνει εις την πληρωμήν αυτών εις τους δικαιούχους (…)».
Γ. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο δήμαρχος εντέλλεται με επιμέλεια της αρμόδιας δημοτικής υπηρεσίας την εκτέλεση των δαπανών του Δήμου ή εισηγείται την έγκρισή τους από το δημοτικό συμβούλιο, αν πρόκειται για θέμα που υπάγεται στην αρμοδιότητα του τελευταίου. Στη συνέχεια, προβαίνει στην εκκαθάριση της δαπάνης και, αφού ελέγξει τη νομιμότητά της, εκδίδει το σχετικό χρηματικό ένταλμα, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η αιτία της πληρωμής και επισυνάπτονται τα νόμιμα δικαιολογητικά, από τα οποία πρέπει να προκύπτει σαφώς το δικαίωμα του πιστωτή. Ακολούθως, αποστέλλει αυτά στο αρμόδιο ταμείο του Δήμου, προκειμένου να διενεργηθεί η πληρωμή. Συνεπώς, ο δήμαρχος, κατά το μέρος που ενεργεί πράξεις διαχείρισης των λογαριασμών του Δήμου, έχει την ιδιότητα του υπολόγου και ως εκ τούτου ευθύνεται ως υπόλογος, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, για κάθε διαπιστούμενο έλλειμμα, το οποίο και καταλογίζεται σε βάρος του από τα αρμόδια όργανα. Απαλλάσσεται μόνο αν ο ίδιος επικαλεστεί και αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με οποιουδήποτε βαθμού υπαιτιότητα (βλ. Πρακτ. 27ης Γεν.Συν. Ολομ. Ελ.Συν. της 23.10.2002 όπου και μειοψηφία και αποφάσεις Ολομ. Ελ.Συν. 1/2007, 1461, 1604 και 2835/2006, VII Τμ. 3580/2009). Περαιτέρω, τόσο οι εισπράξεις των εσόδων όσο και οι πληρωμές των δαπανών των Δήμων διενεργούνται μέσω της ειδικής ταμειακής υπηρεσίας του Δήμου, που συνιστάται για το σκοπό αυτό, η οποία εφαρμόζει τις διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και του Λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων, τελεί δε υπό τη διεύθυνση και προσωπική ευθύνη του δημοτικού ταμία. Ειδικότερα, ως προς την είσπραξη των εσόδων, που διενεργείται από όργανα, τα οποία είτε έχουν ορισθεί αρμοδίως και ειδικώς (εισπρακτορικά όργανα Ο.Τ.Α.) είτε έχουν αναλάβει de facto την είσπραξη και την εν γένει διαχείριση εσόδων των Δήμων και, ως εκ της δράσης τους αυτής, αποκτούν την ιδιότητα υπολόγου, απαιτείται, κατόπιν της έκδοσης του προβλεπόμενου αποδεικτικού είσπραξης (διπλότυπου αποδεικτικού ή μηχανογραφικών αποδείξεων), η κατάθεση των εισπραχθέντων στο ταμείο του Δήμου. Όσον αφορά δε στη διενέργεια των δαπανών, αυτές εκτελούνται με τίτλους πληρωμής (χρηματικά εντάλματα κ.λπ.), που εκδίδονται σύμφωνα με την ειδικώς περιγραφόμενη στο νόμο διαδικασία. Επομένως, εμπίπτουν στην έννοια του ελλείμματος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η διενέργεια εισπράξεων χρηματικών ποσών, τα οποία ανήκουν στους Δήμους, πλην όμως δεν εισάγονται ως έσοδα στη διαχείρισή τους μέσω της ταμειακής υπηρεσίας που έχει συσταθεί στο Δήμο, καθώς και η διενέργεια πληρωμών, η οποία δεν στηρίζεται σε νόμιμα και πλήρη δικαιολογητικά και για την οποία δεν τηρήθηκε η προπεριγραφόμενη διαδικασία για την εκταμίευση χρημάτων Ο.Τ.Α. (Αποφ. Ολομ. 453/2008, VII Τμ. 1376/2006, 1006/2007, 3580/2009, 2176/2010, IV Τμ. 15/2003, 158, 159/2004).
V. Στο άρθρο 20 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο, που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του». Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν.δ. 1264/1942 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί οικονομικής επιθεωρήσεως» (ΦΕΚ Α΄ 100) ορίζεται ότι: «Αντικείμενα αρμοδιότητος της εν τω Υπουργείω των Οικονομικών Υπηρεσίας της Οικονομικής Επιθεωρήσεως είναι η επ’ ονόματι του Υπουργού των Οικονομικών: α) (…) γ) ενέργεια ελέγχου της διαχειρίσεως παντός δημοσίου υπολόγου, διαχειριζομένου οπωσδήποτε έστω και άνευ προσηκούσης εξουσιοδοτήσεως χρήματα, τίτλους ή υλικόν ανήκοντα εις το Δημόσιον (…)», στο άρθρο 12, ότι: «1. Ο Γενικός Οικονομικός Επιθεωρητής και οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Δημοσίων Υπολόγων (…) εφόσον κατά την ενέργειαν επιθεωρήσεως οιασδήποτε δημοσίας ή μη διαχειρίσεως εκ των εν άρθρω 1 παρ. 1 του παρόντος Νόμου διαλαμβανομένων διαπιστώσωσι την ύπαρξιν ελλείμματος προερχομένου εξ ελλείψεως χρημάτων υλικού ή αξιών εν γένει, προβαίνουσιν εις την έκδοσιν αιτιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως κατά του υπολόγου και των τυχόν αλληλεγγύως μετ’ αυτού συνευθυνομένων, εάν η εξακριβωθείσα έλλειψις δεν ήθελεν αναπληρωθεί εντός 24 ωρών (…)» και στο άρθρο 15, ότι: «Δια πληρωμάς απορριφθείσας υπό του Οικονομικού Επιθεωρητού ως μη στηριζομένας εις νόμιμον τίτλον καταλογίζονται μετά του υπολόγου κατά τους ορισμούς του άρθρ. 12 του παρόντος Νόμου και οι ανοικείως λαβόντες τα χρήματα δημόσιοι υπάλληλοι ή ιδιώται». Από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη θεσπίζεται υποχρέωση της Διοίκησης να παραχωρήσει στον υπόλογο και κάθε άλλο προς καταλογισμό πρόσωπο, αλληλεγγύως με τον υπόλογο ευθυνόμενο (ήτοι de facto υπόλογο, συνευθυνόμενο ή αχρεωστήτως λαβόντα), την ευχέρεια προηγούμενης ακρόασής του, πριν την έκδοση της δυσμενούς γι’ αυτόν διοικητικής πράξης του καταλογισμού. Έτσι, σε περίπτωση διαπίστωσης από τον αρμόδιο οικονομικό επιθεωρητή της ύπαρξης ελλείμματος, ο υπόλογος ή κάθε άλλο προς καταλογισμό πρόσωπο καλείται, πριν την έκδοση της οικείας καταλογιστικής απόφασης, να το αναπληρώσει εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών (όπως γίνεται δεκτό λόγω του άρθρου 56 παρ. 2 του ν. 2362/1995), διαφορετικά αυτός καταλογίζεται με το ποσό του ελλείμματος. Η εν λόγω κλήση αποτελεί, ενόψει του δικαιολογητικού αυτής λόγου και της βαρύτητας των συνεπειών που επιφέρει ο καταλογισμός στα έννομα συμφέροντα του υποχρέου ουσιώδη τύπο της οικείας διαδικασίας, η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση του οποίου επάγεται την ακυρότητα της καταλογιστικής απόφασης. Η πρόσκληση αυτή δεν απαιτείται να περιβληθεί ορισμένο πανηγυρικό τύπο, αλλά αρκεί η με κάθε τρόπο παραχώρηση στον ενδιαφερόμενο της ευχέρειας να εκθέσει τις απόψεις ή αντιρρήσεις του, πριν από τη λήψη του δυσμενούς για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του διοικητικού μέτρου. Τούτο συμβαίνει όχι μόνον όταν ο υπόλογος εξετάζεται από τον επιθεωρητή αναφορικά με το διαπιστούμενο έλλειμμα της διαχείρισής του, αλλά και όταν πριν από τον καταλογισμό του καλείται να αναπληρώσει το συγκεκριμένο έλλειμμα, οπότε μπορεί να λάβει γνώση όλων των εγγράφων του φακέλου και να προβάλει εξαντλητικά τις απόψεις του, τόσο ως προς την ύπαρξη, όσο και ως προς το ύψος του ελλείμματος, καθώς και για οποιοδήποτε άλλο κρίσιμο ζήτημα (βλ. Αποφ. Ελ.Συν. Ολομ. 1679/2006, όπου και μειοψηφία, VII Τμ. 1742/2007, 1836/2008, Ι Τμ. 1447/2000, 1502/2004, IV Τμ. 1591/2004, 1253/2005).
VI. Με τις διατάξεις των άρθρων 26 του ν. 3274/2004 (ΦΕΚ Α΄ 195) και 29 παρ. 8 του ν. 3448/2006 (ΦΕΚ Α΄ 57) νομιμοποιούνται οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από Δήμους μέχρι 31.12.2003, εφόσον αυτές: α) προβλέπονται από τις οικείς διατάξεις ή συνάδουν προδήλως με την αποστολή και τις αρμοδιότητες των δήμων, β) έχουν εγκριθεί και βεβαιωθεί από τα αρμόδια όργανα, γ) διενεργήθηκαν για σκοπό που έχει επιτελεσθεί και δ) δεν έχουν ακυρωθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Ακολούθως, με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ Α΄ 163) και 29 παρ. 3 του ν. 3838/2010 (ΦΕΚ Α΄ 49) νομιμοποιούνται οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από δήμους μέχρι 30.6.2005 ή και μετά την ημερομηνία αυτή, εφόσον αυτές αφορούν σε άσκηση αρμοδιοτήτων που δεν προβλέπονται ρητώς από την κείμενη νομοθεσία ή αν, παρά τη ρητή πρόβλεψή τους, συνέτρεξαν πλημμέλειες κατά τη διαδικασία ανάληψης της δαπάνης σε βάρος του προϋπολογισμού τους, υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις: α) να αφορούν έργα, εργασίες, προμήθειες, παροχή υπηρεσιών, μισθώματα και χρηματοδοτήσεις, που παρασχέθηκαν σε νομικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις των φορέων ή σε φορείς της περιοχής τους, β) να έχουν καταβληθεί οι οικείες δαπάνες ως την ημερομηνία κατάθεσης του παρόντος, γ) να έχει βεβαιωθεί από τις αρμόδιες επιτροπές και τα οικεία όργανα η εκτέλεση των έργων, εργασιών, προμηθειών και η απασχόληση των εργασθέντων και δ) να μην έχουν ακυρωθεί από τον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα της περιφέρειας οι σχετικές πράξεις. Από τις ως άνω διατάξεις, ερμηνευόμενες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 98 παρ. 1 εδ. γ΄ του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται ο κατασταλτικός έλεγχος των υπολόγων των Ο.Τ.Α. από το Ελεγκτικό Συνέδριο και του άρθρου 102 παρ. 5 του Συντάγματος, με το οποίο διασφαλίζεται η διαφάνεια κατά τη διαχείριση των οικονομικών πόρων των Ο.Τ.Α., προκύπτει ότι νομιμοποιούνται εκείνες μόνο οι δαπάνες των Ο.Τ.Α. των οποίων οι πλημμέλειες στη διαδικασία ανάληψης και πραγματοποίησής τους δεν είναι ουσιώδεις. Η αληθής δηλαδή βούληση του νομοθέτη είναι η κάλυψη των τυπικών παραλείψεων της διαδικασίας ανάληψης και πραγματοποίησης των δαπανών των Ο.Τ.Α. και όχι η νομιμοποίηση των εξωταμειακών διαχειρίσεων, οι οποίες διενεργούνται χωρίς καμία τήρηση των στοιχειωδών κανόνων του λογιστικού των Ο.Τ.Α.. Κατά συνέπεια, οι δαπάνες των Ο.Τ.Α., οι οποίες διενεργούνται στο πλαίσιο εξωταμειακών διαχειρίσεων, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω νομιμοποιητικών διατάξεων (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. 506, 2293/2011).
VII. Στην προκειμένη υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η διαχείριση του Δήμου …, καθώς και των Ν.Π.Δ.Δ. του Δήμου αυτού – μεταξύ των οποίων και το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «… Πνευματικό Κέντρο Δήμου …», το οποίο συστάθηκε με την 1219/1989 απόφαση του Νομάρχη …- διεξήχθη έως το έτος 1996 από το υποκατάστημα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων στη Δ.Ο.Υ. …, ενώ από το έτος 1997 και εντεύθεν διεξάγεται από ίδια ταμειακή υπηρεσία (βλ. την 5136/28.7.2004 βεβαίωση του Δημάρχου …), στην οποία υπάγονται τόσο το προαναφερόμενο νομικό πρόσωπο, αλλά και όλα τα Ν.Π.Δ.Δ. του Δήμου (βλ. τις σχετικές βεβαιώσεις 2058/1.4.2008 του Δημάρχου … και 112/1.4.2008 του Προέδρου του Δ.Σ. του …. Π.Κ.Δ.Χ.). Στις 14.5.1996 ανοίχθηκε από τη δημοτική υπάλληλο …, στην Εμπορική Τράπεζα …, λογαριασμός ταμιευτηρίου με αριθμό 39772051 «επ΄ ονόματι …», ο οποίος κινείτο από τους … (βλ. το ….έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας -Κατάστημα …). Σύμφωνα με το από 26.5.2005 κοινό υπόμνημα των εκκαλούντων και της υπαλλήλου … «ο λογαριασμός … της Εμπορικής Τράπεζας ήταν ιδιωτικός. Αυτός χρησιμοποιήθηκε εξ ανάγκης για να κατατεθούν επιχορηγήσεις της Ε.Ε. προς το Δήμο …, για τις δραστηριότητες της αδελφοποίησης ….. (…) Τα ποσά των επιχορηγήσεων αυτών κατατέθηκαν άμεσα στο Δήμο … και στο … Π.Κ.Δ…., μέσω του Τ.Π.Δ. (…) Τα υπόλοιπα ποσά αφορούν κίνηση ιδιωτικού λογαριασμού που διαχειρίζονταν οι δικαιούχοι και δεν πληρώθηκε κανένα ένταλμα του Δήμου …». Από τα επισυναπτόμενα στο προαναφερόμενο έγγραφο της Τράπεζας φωτοαντίγραφα των ενταλμάτων καταθέσεων και αναλήψεων, καθώς και τα παραστατικά κίνησης του ανωτέρω λογαριασμού, προκύπτει υπόλοιπο 1.621 δρχ. κατά την 31.12.1996 και, μεταξύ άλλων, κατάθεση την 7.7.1997 συνολικού ποσού 14.200.000 δρχ., απόδοση τόκων ποσού 225.767 δρχ. την 31.11.1997, ποσού 66.371 δρχ. την 30.6.1998 και ποσού 54.235 δρχ. την 31.12.1998, καθώς και κατάθεση την 18.12.1997 ποσού 15.000 δρχ.. Όσον αφορά ειδικά στο ποσό των 14.200.000 δρχ., σύμφωνα με το 2174/30.11.2005 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας (Κατάστημα οδού Πανεπιστημίου), από το με ημερομηνία 7.7.1997 ένταλμα πληρωμής της Τράπεζας, συνολικού ποσού 18.200.000 δραχμών, δεν προκύπτουν τα στοιχεία του καταθέτη του εν λόγω ποσού (από το οποίο το ανωτέρω ποσό των 14.200.000 δραχμών κατατέθηκε, στη συνέχεια, στο λογαριασμό 39772051 επ΄ ονόματι …), παρά μόνο η υπογραφή του και ο αριθμός τηλεφώνου που ο καταθέτης υπέδειξε. Περαιτέρω, με την 294/1999 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου … συγκροτήθηκε πενταμελής επιτροπή ελέγχου της διαχείρισης του «ανεπίσημου» ταμείου που τηρούνταν στο Δήμου …. Η ανωτέρω επιτροπή, στην έκθεση που συνέταξε και υπέβαλε ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου … αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «(…) 1ο Βιβλιάριο: Στο σχετικό βιβλιάριο της Εμπορικής τράπεζας επονόματη … υπάρχουν καταθέσεις από 17-5-96 δρχ. 60.000, 120.000, 280.000, 100.000, 734.920, από Ευρωπαϊκή Ένωση 280.000 και τόκοι α΄ εξαμήνου 1.621 δρχ. Αναλήψεις δε 734.920 και 840.000 δρχ., χρηματικό υπόλοιπο 1.621 το οποίο μεταφέρθηκε στο επόμενο βιβλιάριο. Το ποσό των 734.920 δρχ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης για φιλοξενία της χορωδίας … μετά την ανάληψη στις 18-7-96 κατετέθη αυθημερόν στο Δήμο …. Τα υπόλοιπα ποσά αφορούν καταθέσεις από εισφορές μαθητών που επρόκειτο να μεταβούν στο …, συνολικού ποσού 840.000 δρχ. (…) 2ο Βιβλιάριο: Οι καταθέσεις στο λογαριασμό αυτό, εκτός του υπολοίπου των 1.621 δρχ, είναι οι κατωτέρω: Ποσό 14.200.000 ως επιχορήγηση αγνώστου. Τόκοι συνολικά 346.373 δρχ και 600.000 δρχ από συμμετοχή στα σεμινάρια ελληνικής γλώσσας καθώς επίσης και 15.000. Σύνολο 15.162.994 δρχ. (…) Από άποψη τώρα των εξόδων διαπιστώθηκε πως αυτά ανταποκρίνονται προς τα έσοδα με την παρακάτω παρατήρηση. Ποσά 15.900, 8.000 και 11.000 δρχ ήτοι σύνολο 34.900 δεν έχουν αποδείξεις. Ποσά 1.800.000, 100.000, 896.000 και 350.000 ήτοι σύνολο 3.116.000 δαπανήθηκαν με απλές αποδείξεις είτε του … Πνευματικού Κέντρου Δήμου … είτε του γραφείου τουρισμού. (…)». Μετά από εκτίμηση του πορίσματος της ανωτέρω επιτροπής, το Δημοτικό Συμβούλιο …, με την 320/25.8.1999 απόφασή του με θέμα: «Συζήτηση επί του πορίσματος της επιτροπής για το ανεπίσημο ταμείο», διαπίστωσε «πλήρη αντιστοιχία των παραστατικών με τα ποσά που δαπανήθηκαν στο παράλληλο ταμείο και ότι στις 31.12.1998 υπήρχε υπόλοιπο το οποίο δεν παραδόθηκε στη νέα Δημοτική Αρχή κι έγιναν πράξεις επί νέας Δημ. Αρχής από την προηγούμενη Δημοτική Αρχή (ευρώ 320,99)». Μετά από την 1106806/30891370Α/22.6.2004 εντολή της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης-Διεύθυνσης Επιθεώρησης ΔΔ Ν.Π. και Δ.Ε.Κ.Ο. και αφού είχαν προηγηθεί καταγγελίες περί λειτουργίας ανεπίσημου-παράλληλου ταμείου στο Δήμο …, διενεργήθηκε διαχειριστικός-οικονομικός έλεγχος στον εν λόγω Δήμο. Μετά το πέρας του ελέγχου, συντάχθηκε από τον Οικονομικό Επιθεωρητή … η 2750/4.4.2008 πορισματική έκθεση. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, συνολικά έσοδα ποσού 15.167.721 δρχ. δεν εισήχθησαν στην επίσημη χρηματική διαχείριση του Δήμου …, αλλά έγιναν αντικείμενο εξωταμειακής διαχείρισης από τους εκκαλούντες είτε – όσον αφορά στο ποσό των 14.562.995 δρχ. -μέσω του ιδιωτικού λογαριασμού με αριθμό 39772051 της Εμπορικής Τράπεζας …, στον οποίο συνδικαιούχοι ήταν οι εκκαλούντες, καθώς και η δημοτική υπάλληλος … είτε –όσον αφορά στο ποσό των 600.000 δρχ. προερχόμενο από συμμετοχή σε σεμινάρια ελληνικής γλώσσας, – και εκτός του εν λόγω λογαριασμού. Ακολούθως, σύμφωνα με το πόρισμα του διενεργηθέντος ελέγχου, οι εκκαλούντες διαχειρίστηκαν το ως άνω ποσό των 15.167.721 δρχ., διενεργώντας ισόποσες πληρωμές δαπανών, τόσο του Δήμου … όσο και του … Πνευματικού Κέντρου, εξωταμειακά, ήτοι χωρίς την έκδοση χρηματικών ενταλμάτων συνοδευόμενων από νόμιμα και πλήρη δικαιολογητικά. Σημειωτέον ότι, με βάση την 2750/4.4.2008 πορισματική έκθεση, ως «τελικό ποσό εξωταμειακής διαχείρισης» ελήφθη το ανωτέρω ποσό των 15.167.721 δρχ., «το οποίο αναφέρεται ως έξοδα στη αρ.320/99 απόφαση του ΔΣ του Δήμου … και το αναγραφόμενο στο φωτοτυπημένο φύλλο στο σκέλος των εξόδων ποσό, που μας παρεδόθη από την Κα Λύκου» (βλ. σελ.11). Στο ανωτέρω ποσό κατέληξε ο Οικονομικός Επιθεωρητής, αφού έλαβε υπόψη του: α) το πόρισμα της ανωτέρω επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο τα έσοδα της εξωταμειακής διαχείρισης ανήλθαν στο ποσό των 15.162.994 δρχ. (1.621 + 14.200.000 + 225.767 + 66.371 + 54.235 + 15.000 + 600.000), οι δε δαπάνες (με βάση σχετικά παραστατικά που έλαβε υπόψη της η επιτροπή) στο ποσό των 15.167.721 δρχ. και β) δύο σελίδες Α4 σε φωτοτυπία, οι οποίες παραδόθηκαν στον Οικονομικό Επιθεωρητή από την … και στις οποίες φέρεται ότι καταχωρούνταν τα έσοδα – έξοδα της άτυπης αυτής διαχείρισης. Από τις ανωτέρω σελίδες προκύπτουν έσοδα ποσού 15.147.994 δρχ. (1.621 + 14.200.000 + 225.767 + 66.371 + 600.000 + 54.235), ήτοι υπολειπόμενα των αναφερομένων στο πόρισμα εσόδων κατά 19.727 δρχ. (δεν έχει υπολογιστεί κατάθεση στον προαναφερόμενο λογαριασμό 15.000 δρχ. την 18.12.1997, ενώ ποσό 4.727 δρχ. δεν ταυτοποιήθηκε από τον Οικονομικό Επιθεωρητή), τα δε έξοδα, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην ανωτέρω κατάσταση, ανήλθαν στο ποσό των 15.167.994 δρχ.. Εξάλλου, σύμφωνα με το από 3.8.2007 κοινό υπόμνημα των εκκαλούντων και της δημοτικής υπαλλήλου … -το οποίο κατατέθηκε στο πλαίσιο του διενεργηθέντος από τον Οικονομικό Επιθεωρητή ελέγχου- ο Δήμος …, ενόψει της έξαρσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων κατά τα έτη 1996-1997, είχε καταστρώσει ένα πλάνο κινήσεων και εκδηλώσεων τοπικής εμβέλειας, μέσω των οποίων θα προβαλλόταν η ελληνικότητα του νησιού και θα ενισχυόταν το πνεύμα φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στους γειτονικούς πληθυσμούς. Στο ίδιο ως άνω υπόμνημα αναφέρονται, επίσης, τα ακόλουθα: «Μας προσφέρθηκε ως ενίσχυση μια μικρή επιχορήγηση 14.200.000 δρχ., η οποία όμως δεν ήταν δυνατόν να γίνει απ΄ ευθείας προς τον Δήμο ή το νομικό πρόσωπο του … Πνευματικού Κέντρου του Δήμου …, αλλά μέσω προσωπικού λογαριασμού. Η ιδιαιτερότητα αυτή του φορέα χρηματοδότησης μας οδήγησε να χρησιμοποιήσουμε έναν λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας που είχαμε από κοινού, ο Δήμαρχος … κ. …, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του … και Πρόεδρος της Επιτροπής Αδελφοποίησης και Δημοτικός Σύμβουλος … και η προϊσταμένη του Γραφείου Τουρισμού και μέλος της Επιτροπής Αδελφοποίησης κα …, όπου εκεί κατ΄ ανάγκην μεταβιβάζονταν οι χρηματοδοτήσεις από την Ε.Ο.Κ. (…) Βέβαια αυθημερόν οι χρηματοδοτήσεις αυτές μεταβιβάζονταν προς Δήμο … (…) Παρόμοια πρακτική δεν μπορούσε να εφαρμοστεί για την συγκεκριμένη χρηματοδότηση, εφ΄ όσον ο φορέας της χρηματοδότησης αυτής δεν επιθυμούσε να γνωστοποιηθεί. Διαχειριστήκαμε (ο Δήμος … και το …) τα χρήματα αυτά με απόλυτη διαφάνεια, πράγμα που επιβεβαίωσε η συγκροτηθείσα κατ΄ εντολή του Δημοτικού Συμβουλίου ελεγκτική επιτροπή αλλά και η Δ.Ο.Υ. …. Πραγματοποιήθηκαν μέσω αυτής της χρηματοδότησης η φιλοξενία και παρακολούθηση σεμιναρίων ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού τόσο των δασκάλων ελληνικών σχολείων της Βόρειας Ηπείρου, όσο και των Ισπανών πανεπιστημιακών ελληνιστών καθηγητών. (…) Μεταφράστηκε στη ρωσική γλώσσα το βιβλίο «…, το …» για την ενίσχυση του θρησκευτικού Τουρισμού. Εκπονήθηκε μελέτη για την ίδρυση Ραδιοφωνικού σταθμού (…) Από τον τραπεζικό αυτό λογαριασμό ενισχύσαμε ως χορηγοί ή χρηματοδοτούσαμε εξ ολοκλήρου εκδηλώσεις και δράσεις του Δήμου … και του … Πνευματικού Κέντρου …, οι οποίες στόχευαν στην ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας και φιλίας των λαών της ευαίσθητης ευρύτερης περιοχής που ζούμε. (…)». Ακολούθως, ο Οικονομικός Επιθεωρητής κάλεσε τους εκκαλούντες, με την 2769/7.4.2008 πρόσκλησή του, η οποία επιδόθηκε σ΄ αυτούς στις 17 και 18.4.2008 (βλ. τα σχετικά αποδεικτικά του επιμελητή της Δ.Ο.Υ. … …), να καταβάλουν εντός 48 ωρών, υπέρ του Δήμου …, το συνολικό ποσό των 112.839,82 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο διαπιστωθέν κατά τα ανωτέρω έλλειμμα των 44.512,75 ευρώ, (ή 15.167.994 δρχ.), πλέον προσαυξήσεων 153% ποσού 68.327,07 ευρώ. Προηγουμένως, οι εκκαλούντες με το από 17.3.2008 έγγραφό τους προς τον αρμόδιο Οικονομικό Επιθεωρητή είχαν ζητήσει να πληροφορηθούν τους λόγους επί των οποίων τεκμηριώνεται ο εις βάρος τους καταλογισμός. Σε απάντηση του εγγράφου αυτού, εκδόθηκε το 3004/15.4.2008 έγγραφο του Οικονομικού Επιθεωρητή …, με το οποίο γνωστοποιείται στους εκκαλούντες ότι οι λόγοι, επί των οποίων τεκμηριώνεται τυχόν επικείμενος σε βάρος τους καταλογισμός, καταγράφονται στην 2750/4.4.2008 πορισματική έκθεση του ιδίου, η οποία είναι διαθέσιμη από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης. Τέλος, με την ήδη προσβαλλόμενη 3307/22.4.2008 απόφαση του Οικονομικού Επιθεωρητή της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Αθηνών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών καταλογίστηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρο οι εκκαλούντες με το ανωτέρω ποσό (112.839,82 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί στο έλλειμμα, που προκλήθηκε από την εξωταμειακή διαχείριση στην οποία προέβησαν κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, πλέον των νόμιμων προσαυξήσεων. Με τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα κρίνει ότι ο επίμαχος λογαριασμός (με αριθμό 39772051), που είχε ανοιχθεί από 14.5.1996 στην Εμπορική Τράπεζα …, στο όνομα των εκκαλούντων, δεν περιείχε προσωπικές καταθέσεις αυτών, αλλά χρηματικά ποσά, τα οποία προέρχονταν από διάφορες πηγές χρηματοδότησης του Δήμου … και συνεπώς, αποτελούσαν έσοδα αυτού. Έσοδο του Δήμου αποτελεί και το ποσό των 14.200.000 δρχ., που κατατέθηκε στον ανωτέρω λογαριασμό, από «άγνωστο» μεν κατά την Τράπεζα καταθέτη, ο οποίος, ωστόσο, όπως προκύπτει τόσο από τα διαμειφθέντα κατά τη λήψη της 320/1999 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου … (βλ. τα σχετικά πρακτικά), όσο και από την πορισματική έκθεση (βλ. σελ. 5 αυτής, όπου αποτυπώνεται η σχετική κρίση του συντάξαντος), αλλά όπως και οι ίδιοι οι εκκαλούντες ομολογούν (βλ. σελ. 4 της από 23.10.2008 έφεσης), είναι το Υπουργείο Εξωτερικών. Κατά συνέπεια, το προαναφερόμενο ποσό των 14.200.000 δρχ., αθροιζόμενο με τα ποσά των 343.373 δρχ. (που αποτελούν τους τόκους των καταθέσεων του ανωτέρω λογαριασμού μέχρι 31.12.1998), των 15.000 δρχ. (ποσό που κατατέθηκε στον ίδιο λογαριασμό την 18.12.1997), των 1.622 δρχ. (υπόλοιπο του λογαριασμού την 16.12.1996), πλέον ποσού 600.000 δρχ. (το οποίο δεν κατατέθηκε στον ανωτέρω λογαριασμό), ήτοι συνολικά ποσό 15.162.994 δρχ. αποτελούν έσοδα του Δήμου …, τα οποία δεν εισήχθησαν στην επίσημη διαχείριση αυτού με τη νόμιμη διαδικασία. Σύμφωνα, επομένως, με όσα αναπτύχθηκαν σε προηγούμενη σκέψη (υπό IV), οι εκκαλούντες, παραλείποντας να εισαγάγουν τα επίμαχα ως άνω έσοδα στη διαχείριση του Δήμου … – γεγονός που οι ίδιοι όχι μόνο δεν αμφισβητούν, αλλά αντιθέτως ομολογούν – διαχειρίστηκαν αυτά εξωταμειακά, με συνέπεια την πρόκληση ισόποσου ελλείμματος στη διαχείριση του ως άνω Δήμου, το οποίο ανέρχεται, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, στο ποσό των 15.162.994 δρχ. (44.498,88 ευρώ) και όχι, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ποσό των 15.167.721 δρχ., αφού το τελευταίο αυτό ποσό αντιστοιχεί – σύμφωνα με την πορισματική έκθεση- στο σύνολο των δαπανών, στις οποίες προέβησαν οι εκκαλούντες, οι οποίες (δαπάνες), πάντως, δεν αποδεικνύονται στο σύνολό τους από τα στοιχεία του φακέλου με αντίστοιχα παραστατικά. Για τη δημιουργία δε του ανωτέρω ελλείμματος ευθύνονται οι εκκαλούντες. Ειδικότερα, ο πρώτος των εκκαλούντων υπέχει ευθύνη υπολόγου Ο.Τ.Α., ως εκ των αρμοδιοτήτων που συνδέονται με τη θέση του, ήτοι ως Δήμαρχος του Δήμου …, αλλά και λόγω των συγκεκριμένων ενεργειών που του αποδίδονται, ήτοι της διαχείρισης εσόδων του Δήμου χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας. Όσον αφορά στο δεύτερο των εκκαλούντων, αυτός υπέχει ευθύνη de facto υπολόγου, αφού αναμείχθηκε στη διαχείριση των εσόδων του Δήμου, με την είσπραξη αυτών μέσω τραπεζικού λογαριασμού, χωρίς περαιτέρω να μεριμνήσει, όπως όφειλε, για τη νομότυπη εισαγωγή τους στη διαχείριση του Δήμου.
Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Σταμάτιος Πουλής, ο οποίος υποστήριξε ότι η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, διότι το καταλογισθέν εις βάρος των ήδη εκκαλούντων ποσό δεν αποτελεί δημοτικό χρήμα. Ειδικότερα, για να καταλογισθεί νομίμως εις βάρος των φερομένων ως υπολόγων δημοτικής διαχείρισης το ελλείπον ποσό, προϋποτίθεται ότι το ποσό αυτό εντάσσεται στην έννοια του δημοτικού χρήματος, ήτοι, εναλλακτικώς: α) ανήκε κατά κυριότητα στον οικείο δήμο, β) είχε μεταβιβασθεί η κυριότητά του (επιχορήγηση, χρηματοδότηση, δωρεά κ.ά.) στο δήμο για την επιτέλεση δημοτικών σκοπών και γ) είχε περιέλθει η κατοχή του (ενέχυρο, παρακαταθήκη) στο δήμο και δυνάμει νομοθετικών διατάξεων του είχε ανατεθεί η διαχείρισή του. Επομένως, σε περίπτωση που το καταλογισθέν ποσό δεν ανήκε ούτε είχε περιέλθει στην κυριότητα του δήμου ούτε είχε ανατεθεί στο δήμο νομίμως η διαχείρισή του, το ποσό αυτό ουδέποτε
απέκτησε την ιδιότητα του δημοτικού χρήματος και συνακολούθως ουδέποτε
δημιουργήθηκε έλλειμμα στη δημοτική διαχείριση ώστε, συντρεχούσης περιπτώσεως, να τίθεται ζήτημα καταλογισμού του. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της οικείας πορισματικής εκθέσεως και της πλειοψηφίας της παρούσης, το καταλογισθέν ποσό κατατέθηκε στον επίμαχο ιδιωτικό λογαριασμό των ήδη εκκαλούντων από άγνωστο καταθέτη και προδήλως για αγνώστους στον καταλογίσαντα επιθεωρητή σκοπούς. Εάν επρόκειτο για επιχορήγηση ή δωρεά προς το δήμο, το ποσό θα κατατίθετο, καταρχήν, από τον άγνωστο αποστολέα στο Ταμείο του Δήμου. Δοθέντος, επιπροσθέτως, ότι ως προς το ποσό αυτό δεν είχε γεννηθεί κάποια απαίτηση του δήμου ή ότι ο δήμος δεν είχε εκδώσει κάποιο νόμιμο τίτλο για την είσπραξή του, συνεπάγεται ότι το ποσό αυτό ούτε ανήκε ούτε περιήλθε ποτέ στην κυριότητα του δήμου ούτε του δόθηκε για την επιτέλεση δημοτικών σκοπών, αφού, εκτός των άλλων, οι σκοποί αυτοί δεν προσδιορίσθηκαν από τον άγνωστο καταθέτη, ενώ από τη μεταγενέστερη χρήση του ποσού αυτού (χρησιμοποιήθηκε πρωτίστως για την επίτευξη εθνικών-μη δημοτικών σκοπών, βλ. αναλυτικότερα στην πορισματική έκθεση) συνάγεται ότι το χρήμα αυτό ουδέποτε υπήρξε δημοτικό. Συνεπώς, εάν μεν το ποσό κατατέθηκε από ιδιώτη για την επίτευξη εθνικών ή άλλων σκοπών, δημιουργήθηκε σχέση εντολής και αφορά, αποκλειστικώς, στους ήδη εκκαλούντες και τον εντολέα τους. Εάν δε κατατέθηκε από μυστικά κονδύλια δημόσιου φορέα (π.χ. Υπουργείο Εξωτερικών κ.λπ.), όπως φαίνεται να υποθέτει ο καταλογίσας Επιθεωρητής, πρόκειται για δημόσιο και όχι δημοτικό χρήμα και δόθηκε για την επιδίωξη δημόσιων-εθνικών σκοπών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι ήδη εκκαλούντες κατέστησαν εν τοις πράγμασι (de facto) δημόσιοι (όχι δημοτικοί) υπόλογοι και είναι ελεγκτέοι ως προς την χρησιμοποίηση του δημοσίου χρήματος κατά τον προορισμό του, ήτοι για την επίτευξη των καθορισθέντων δημοσίων σκοπών. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται για δημοτικό χρήμα και αντιστοίχως για έλλειμμα σε δημοτική διαχείριση και επομένως μη νομίμως καταλογίζονται οι ήδη εκκαλούντες υπέρ του Δήμου … για ανύπαρκτο δημοτικό έλλειμμα. Τέλος, ενόψει του άρθρου 49 του π.δ/τος 1225/1981, είναι νομικώς αδιάφορο το γεγονός ότι οι ίδιοι οι εκκαλούντες δεν επικαλούνται ότι το καταλογισθέν εις βάρος τους ποσό δεν αποτελεί δημοτικό χρήμα. Τούτο διότι η ιδιότητα του καταλογισθέντος ποσού (δημοτικού, δημοσίου ή ιδιωτικού) προϋποθέτει όχι οντολογική, αλλά κατηγορική κρίση (πρόσδοση μιας ιδιότητας ή χαρακτηρισμού σε αντικείμενο της εμπειρικής πραγματικότητας). Επομένως, η ιδιότητα του επίμαχου ποσού αποτελεί νομικό χαρακτηρισμό-νομική έννοια, που ερευνάται και αποδίδεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, και όχι αποδεικτέο γεγονός. Η γνώμη όμως αυτή δεν ίσχυσε.
Ήδη, με την κρινόμενη έφεση και το από 31.10.2011 υπόμνημα, οι εκκαλούντες προβάλλουν ότι η διαχειρισθείσα από αυτούς χρηματοδότηση προήλθε από χρήματα που δόθηκαν από μυστικά κονδύλια του Υπουργείου Εξωτερικών για την εξυπηρέτηση εθνικών σκοπών και κατά συνέπεια δεν τηρήθηκαν, λόγω της ιδιαιτερότητας της χρηματοδότησης, οι διατυπώσεις του δημόσιου λογιστικού, πλην όμως, το σύνολο της χρηματοδότησης αυτής διατέθηκε για τους σκοπούς αυτούς μέσω εκδηλώσεων (ενδεικτικά αναφέρονται φεστιβάλ παραδοσιακών χορών με συγκροτήματα από βαλκανικές χώρες, συνάντηση ερασιτεχνικών θιάσων Θράκης-Αιγαίου-Κύπρου, φιλοτέχνηση γλυπτών μεταλλίων με το έμβλημα της νήσου …, προκειμένου αυτά να απονέμονται σε προσωπικότητες ή να δωρίζονται σε αποστολές, κάλυψη εξόδων παράστασης και φιλοξενίας προσωπικοτήτων από το εξωτερικό καθώς και ξένων δημοσιογράφων, αμοιβή μεταφραστών, οργάνωση σεμιναρίων ελληνικής γλώσσας κ.ά.), οι οποίες αποσκοπούσαν στην εθνική προβολή του τόπου, στην τόνωση του φρονήματος των κατοίκων και στην ενίσχυση των δεσμών τους με γειτονικούς λαούς και επιστήμονες από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον η πληρωμή από τα έσοδα αυτά αντίστοιχων δαπανών του Δήμου, δεν αίρει την ευθύνη των εκκαλούντων για τη μη εισαγωγή των προαναφερθέντων εσόδων στη δημοτική διαχείριση. Ο ίδιος λόγος, άλλωστε, ελέγχεται και ως αβάσιμος, διότι το γεγονός της ιδιαιτερότητας της επίμαχης χρηματοδότησης δεν απαλλάσσει τους εκκαλούντες από την υποχρέωση τήρησης των κανόνων του δημοσίου λογιστικού, οι διατάξεις του οποίου δεν διαλαμβάνουν εξαιρέσεις ως προς τη διαχείριση των δημοτικών εσόδων, ανάλογα με την πηγή προέλευσής τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη (υπό VI), οι δαπάνες των Ο.Τ.Α., οι οποίες διενεργούνται στο πλαίσιο εξωταμειακών διαχειρίσεων, όπως η επίμαχη διαχείριση, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των νομιμοποιητικών διατάξεων των άρθρων 26 του ν.3274/2004 και 29 παρ. 8 του ν.3448/2006, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης. Προσέτι, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι επέδειξαν την επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου κατά τη διαχείριση του καταλογισθέντος σε βάρος τους ποσού και συνεπώς, μη νομίμως καταλογίστηκαν με προσαυξήσεις σε ποσοστό, μάλιστα, 153%. Όπως, όμως, προεκτέθηκε (βλ. σκέψη II), οι υπόλογοι, όπως οι εκκαλούντες, ευθύνονται ακόμη και για ελαφρά αμέλεια, απόκειται δε σ’ αυτούς να επικαλεσθούν και να αποδείξουν ότι δεν τους βαρύνει υπαιτιότητα, προκειμένου να απαλλαγούν της ευθύνης τους, στην προκειμένη δε περίπτωση οι ανωτέρω δεν ανταποκρίθηκαν στο αντίστοιχο βάρος απόδειξης του επικαλούμενου ισχυρισμού τους. Αντιθέτως, οι εκκαλούντες -οι οποίοι συνομολογούν, όπως προεκτέθηκε, τη διενεργηθείσα εξωταμειακή διαχείριση- επέδειξαν βαρεία αμέλεια κατά την άσκηση των διαχειριστικών τους καθηκόντων, ήτοι επέδειξαν σοβαρή εκτροπή από τη στοιχειώδη επιμέλεια, την οποία καλείται να επιδείξει ο μέσος συνετός διαχειριζόμενος δημοτικό χρήμα, με συνέπεια τη μη απαλλαγή τους από τις επιβληθείσες προσαυξήσεις εκ του λόγου τούτου και μόνο. Απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο καταλογισμός σε βάρος τους του προαναφερθέντος ποσού αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον ο καταλογισμός τους ως υπολόγων της επίμαχης διαχείρισης για το διαπιστωθέν κατά τα προεκτεθέντα έλλειμμα αυτής, συνιστά ενάσκηση δέσμιας αρμοδιότητας, μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της αρχής της αναλογικότητας, η οποία προϋποθέτει διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων διοικητικών οργάνων. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη καταλογιστική απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, δεδομένου ότι: i) στο σώμα της ομολογείται η αδυναμία διαχωρισμού των δαπανών του Δήμου … και του … Πνευματικού Κέντρου, ώστε τα αντίστοιχα ποσά να καταλογιστούν υπέρ του ως άνω νομικού προσώπου για τους σκοπούς του οποίου δαπανήθηκαν, ii) δεν προκύπτει από αυτή αν το σύνολο των διαχειρισθέντων ποσών δαπανήθηκε ή εξακολουθεί να βρίσκεται στη διάθεση του Δήμου … και iii) δεν αναφέρει ότι ελήφθησαν υπόψη οι αιτιάσεις τους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο του σκέλος, ως αβάσιμος, διότι το … Πνευματικό Κέντρο του Δήμου … δεν διαθέτει, όπως προεκτέθηκε, δική του ταμειακή υπηρεσία, ούτε η διαχείρισή του είναι ανεξάρτητη από αυτή του Δήμου … και συνεπώς, νομίμως ο επίμαχος καταλογισμός έγινε υπέρ του ανωτέρου Δήμου, κατά δε το δεύτερο σκέλος αυτού ως αλυσιτελής, διότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η προσβαλλόμενη δέχεται ότι πραγματοποιήθηκαν οι επίμαχες δαπάνες, η διάθεση ή μη ποσών που δεν εισήχθησαν κατά τη νόμιμη διαδικασία στην επίσημη διαχείριση του Δήμου δεν αναιρεί την παρανομία της διενεργηθείσας εξωταμειακής διαχείρισης, ενώ κατά το τρίτο σκέλος αυτού ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της καταλογιστικής απόφασης (βλ. ιδίως το προοίμιο αυτής), αυτή έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς και τις αιτιάσεις των εκκαλούντων. Εξάλλου, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι ο καταλογισμός που θεμελιώνεται στη διενέργεια εισπράξεων χρηματικών ποσών, τα οποία δεν εισάγονται ως έσοδα στη διαχείριση του Δήμου, καθώς και στη διενέργεια πληρωμών η οποία δε στηρίζεται σε νόμιμα και πλήρη δικαιολογητικά, αντιβαίνει στα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση ο καταλογισμός, τον οποίο νομίμως επισύρει η εξωταμειακή διαχείριση δημοτικού χρήματος, συνιστά οικονομικό βάρος για τον υπόλογο. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται, επίσης, ότι από τη διαχείριση του καταλογισθέντος ποσού δεν επήλθε ζημία στο Δήμο …, τυχόν δε τέτοια δεν θα μπορούσε να καταλογιστεί από τον Οικονομικό Επιθεωρητή, ενώ, εξάλλου, ο επιβληθείς καταλογισμός συνεπάγεται αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δήμου. Και ο εν λόγω ισχυρισμός προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον ο καταλογισμός είναι υποχρεωτικός, οσάκις διαπιστώνεται σε δημόσια διαχείριση έλλειμμα, στη δημιουργία του οποίου συντέλεσε υπαίτια ο υπόλογος, ανεξαρτήτως αν από τις μη νόμιμες διαχειριστικές ενέργειες επήλθε ή όχι ζημία και συνεπώς, η εξ αυτού επερχόμενη περιουσιακή μετακίνηση δύναται μεν να άγει σε πλουτισμό του υπέρ ου ο καταλογισμός νομικού προσώπου, όμως ο πλουτισμός αυτός γίνεται ανεκτός από την έννομη τάξη προς αποτροπή του κινδύνου κατασπατάλησης του δημόσιου χρήματος από τα επιφορτισμένα με τη διαχείρισή του όργανα (αποφ. Ολομ. Ελ.Συν. 1039/1995, VII Τμ. 1376/2006, 1006/2007). Τέλος, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη καταλογιστική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του δικαιώματός τους για προηγούμενη ακρόαση, δεδομένου ότι έλαβαν γνώση της 2750/4.4.2008 πορισματικής έκθεσης την 2.6.2008, με το 3003/15.4.2008 έγγραφο του Οικονομικού Επιθεωρητή, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης καταλογιστικής απόφασης, παρά το γεγονός ότι με το από 17.3.2008 έγγραφό τους ζητήθηκε η γνωστοποίηση των λόγων επί των οποίων τεκμηριώνεται ο ένδικος καταλογισμός. Επίσης, ισχυρίζονται ότι στην 2769/7.4.2008 πρόσκληση για αναπλήρωση του ελλείμματος και στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά στην από 10.4.2008 πορισματική έκθεση και στην 3003/2008 συμπληρωματική αυτής, ήτοι εκθέσεις μη αντιστοιχούσες στον ένδικο καταλογισμό και μη γνωστοποιηθείσες στους εκκαλούντες, γεγονός που δυσχέρανε το δικαίωμα αυτών να αμυνθούν αποτελεσματικά. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω (βλ. σκέψη V), για την άσκηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης αρκεί η με κάθε τρόπο παραχώρηση στον ενδιαφερόμενο της ευχέρειας να εκθέσει τις απόψεις του, πριν από την έκδοση της δυσμενούς γι΄ αυτόν πράξης, εν προκειμένω δε οι εκκαλούντες αφενός κλήθηκαν να καταθέσουν ενόρκως ενώπιον του Οικονομικού Επιθεωρητή, ο οποίος διεξήγαγε το διαχειριστικό έλεγχο και αφετέρου, στις 17 και 18.4.2008, κοινοποιήθηκε σε αυτούς (βλ. τα σχετικά αποδεικτικά επίδοσης του υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. …) η 2769/7.4.2008 πρόσκληση του ίδιου Επιθεωρητή για την αναπλήρωση του διαπιστωθέντος ελλείμματος, όπως άλλωστε ομολογείται και από τους ίδιους (βλ. σελ. 3 επ. της έφεσης), η οποία (πρόσκληση) μάλιστα περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία που στήριζαν τον επικείμενο σε βάρος τους καταλογισμό, ήτοι την ιδιότητά τους ως υπολόγων, τη νομική και ιστορική αιτία του καταλογισμού, τη διαχειριστική δράση τους σε σχέση με το διαπιστωθέν έλλειμμα, οπότε οι εκκαλούντες είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση της συνταχθείσας πορισματικής έκθεσης, καθώς και των λοιπών στοιχείων του φακέλου και να αναπτύξουν εξαντλητικά τις απόψεις τους, τόσο ως προς την ύπαρξη του διαπιστωθέντος ελλείμματος, όσο και ως προς το ύψος αυτού και να προβάλουν τους λόγους για τους οποίους, ενδεχομένως, δεν μπορούσε να γεννηθεί υποχρέωσή τους για αναπλήρωσή του, ενώ, τέλος, δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε οι ίδιοι το επικαλούνται, ότι ζήτησαν να τους χορηγηθεί (προκειμένου να ασκήσουν το δικαίωμά τους για προηγούμενη ακρόαση) κάποιο έγγραφο του φακέλου και δεν τους χορηγήθηκε. Εξάλλου, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη το αποτέλεσμα του διαχειριστικού ελέγχου «όπως αυτό περιγράφεται στη με ημερομηνία 10.4.2008 πορισματική μας έκθεση και την αριθμ.3003/2008 συμπληρωματική», δεν πλήττει τη νομιμότητα της απόφασης αυτής, καθόσον οι εκκαλούντες είχαν προηγουμένως ενημερωθεί (με το 3004/15.4.2004 έγγραφο του Οικονομικού Επιθεωρητή) ότι τα αποτελέσματα του ελέγχου της επίμαχης εξωταμειακής διαχείρισης καταγράφονταν στην 2750/4.4.2008 πορισματική έκθεση.
VIII. Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 3801/2009 παρέχεται η ευχέρεια στους δικαστικούς σχηματισμούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά την εκδίκαση διαφορών από καταλογιστικές πράξεις, που αναφέρονται στο χρονικό διάστημα μέχρι την 1.7.2005 και οι οποίες έχουν εκδοθεί σε βάρος αιρετών οργάνων πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α. και υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισης τούτων, να μειώσουν το ποσό του καταλογισμού μέχρι το ένα δέκατο (1/10) της οφειλής, καθώς και να απαλλάξουν τον καταλογισθέντα από προσαυξήσεις ή τόκους, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως του βαρυνόμενου. Η μείωση αυτή ή η απαλλαγή γίνεται κατά συνεκτίμηση του βαθμού υπαιτιότητας του καταλογισθέντος, της βαρύτητας της δημοσιονομικής παράβασης, των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε και του επελθόντος αποτελέσματος καθώς και της προσωπικής και οικογενειακής οικονομικής του κατάστασης (εφαρμογή της αρχής της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης). Παρέχεται, ακόμα, η ευχέρεια στο δικαστήριο να απαλλάξει τον καταλογισθέντα από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, εάν κρίνει ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχε συγγνωστή πλάνη κατά την πρόκληση του ελλείμματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τμήμα συνεκτιμώντας: α) το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη καταλογιστική απόφαση αναφέρεται σε χρονικό διάστημα πριν την 1.7.2005 και ότι με την εν λόγω απόφαση έχουν επιβληθεί προσαυξήσεις υπέρτερες του καταλογισθέντος ποσού, β) την έκταση και την ιδιαίτερη σοβαρότητα της δημοσιονομικής παράβασης στην οποία υπέπεσαν οι εκκαλούντες, αφού διαχειρίσθηκαν τα επίμαχα ποσά εξωταμειακώς και κατά παράβαση των κανόνων του δημοσιολογιστικού δικαίου και γ) ότι οι ανωτέρω παράτυπες ενέργειες των εκκαλούντων δεν έγιναν με πρόθεση ιδιοποίησης των επίμαχων χρηματικών ποσών, σε συνδυασμό με την πεποίθησή τους ότι συνέτρεχαν περιστάσεις εξυπηρέτησης του συμφέροντος του Δήμου, επιβάλλουσες την κατά τον ανωτέρω τρόπο διαχείριση των χρημάτων του, κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση απαλλαγής των εκκαλούντων από το συνολικό ποσό των καταλογισθεισών σε βάρος τους προσαυξήσεων, ύψους 68.327,07 ευρώ.
IX. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, να μεταρρυθμισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να περιορισθεί το καταλογισθέν σε βάρος των εκκαλούντων ποσό σε 44.498,88 ευρώ. Ακολούθως δε, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους εκκαλούντες μέρους του κατατεθέντος παραβόλου, ήτοι ποσό 683,00 ευρώ (άρθρο 56 παρ.4 του π.δ/τος 774/1980) και κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα αυτών, σύμφωνα με την αναλόγως εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (βλ. άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως ισχύει μετά το ν. 3472/2006).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την από 23 Οκτωβρίου 2008 (Α.Β.Δ. 116/24.10.2008) έφεση των: α) … και β) …..
Μεταρρυθμίζει την 3307/22.4.2008 καταλογιστική απόφαση του Οικονομικού Επιθεωρητή … της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Αθηνών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και περιορίζει το καταλογισθέν σε βάρος των εκκαλούντων ποσό σε 44.498,88 ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή σ’ αυτούς μέρους του κατατεθέντος παραβόλου, ποσού 683,00 ευρώ. Και
Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από την καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εκκαλούντων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2012.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ
Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΠΑΡΕΔΡΟΣ