1796/2017 ΤΜΗΜΑ V
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Μαρτίου 2015, με την ακόλουθη σύνθεση: Μαρία Βλαχάκη, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Ελένη Λυκεσά και Βασιλική Σοφιανού (εισηγήτρια), Σύμβουλοι, Χριστίνα Κούνα και Άννα Παπαπαναγιώτου, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, Κωνσταντίνος Τόλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα.
Γραμματέας: Μαρία Λήμνιαλη, Γραμματέας του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 28 Απριλίου 2014 (Α.Β.Δ. 23/6.5.2014) έφεση του Φώτιου Λαμπρίδη του Ιωάννη, κατοίκου Δράμας (οδός Ανδριανουπόλεως 33), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Παναγιώτη Κατσαρού (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 17103).
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός των Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη. Και
Κατά του 281194/8/18.2.2014 εγγράφου της Διεύθυνσης Διαχείρισης Χρηματικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε :
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση.
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Και
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε επίσης την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
Αποφάσισε τα εξής:
Ι. Με την υπό κρίση έφεση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με τα από 11.3.2015 και 13.3.2015 υπομνήματα, ο εκκαλών, Υπαρχιφύλακας της Ελληνικής Αστυνομίας, ζητεί την ακύρωση του 281194/8/18.2.2014 εγγράφου της Διεύθυνσης Διαχείρισης Χρηματικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, με το οποίο «ενημερώθηκε» για την τμηματική παρακράτηση από τις αποδοχές του ποσού 4.599,81 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του αυξημένου επιδόματος εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών εγγάμου με τέκνα που αυτός εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2010 έως 19.9.2013 και του αντίστοιχου της κατηγορίας άγαμου χωρίς τέκνα που φέρεται ότι έπρεπε να του χορηγηθεί μετά τη διάζευξή του και την ανάθεση της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων του στην πρώην σύζυγό του. Η έφεση αυτή αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον το προσβαλλόμενο έγγραφο (πράξη) εκδόθηκε για την τακτοποίηση δημοσίου λογαριασμού, του οποίου η διαχείριση διαταράχθηκε και κατέστη ελλειμματική από εκταμίευση που συντελέσθηκε χωρίς νόμιμη αιτία. Ειδικότερα, σε περίπτωση αχρεώστητης καταβολής σε υπάλληλο αποδοχών από το δημόσιο ταμείο, επιτάσσεται εκ του νόμου η επιστροφή του εν λόγω ποσού για την αποκατάσταση της δημόσιας διαχείρισης. Το μέτρο δε αυτό, που επιβάλλεται είτε με την έκδοση καταλογιστικής πράξης κατά του καταστάντος αδικαιολογήτως πλουσιώτερου υπαλλήλου σε βάρος του δημόσιου ταμείου, είτε με την τμηματική παρακράτηση των εν λόγω ποσών από τις αποδοχές του, ως ειδικότερη μορφή αναγκαστικού μονομερούς συμψηφισμού των απαιτήσεων του Δημοσίου έναντι του αχρεωστήτως λαβόντος υπαλλήλου και της απαίτησης του τελευταίου για την καταβολή των αποδοχών του (πρβ. ΕΣ Ι Τμ. 1230/2014, ΣτΕ 3765/2013, 2164/2012), προϋποθέτει ελεγκτική διαδικασία στο τμήμα της δημόσιας διαχείρισης που αφορά στο συγκεκριμένο υπάλληλο (βλ. άρθρο 33 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού). Συνεπώς, υποκείμενη αιτία της παρακράτησης των ποσών αυτών αποτελεί η τακτοποίηση δημόσιου λογαριασμού (μισθοδοσία υπαλλήλου), που εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του ελέγχου των λογαριασμών, εξ αυτού δε γεννάται δημοσιονομική διαφορά, κατ’ άρθρο 98 παρ. 1 περ. στ΄ του ισχύοντος Συντάγματος, που υπάγεται στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου (πρβ. ΕΣ Ολομ. αποφ. 717/2010, 1104/2007, πρακτικά 12ης Γεν.Συν./16.6.2010).
Μειοψήφησε η Πρόεδρος του Τμήματος Μαρία Βλαχάκη, η οποία διατύπωσε την εξής γνώμη: Οι πράξεις με τις οποίες αναζητείται, από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό, η επιστροφή αχρεωστήτως ληφθεισών αποδοχών δεν αποτελούν πράξεις ελέγχου λογαριασμών κατά την έννοια του άρθρου 98 παρ. 1 περ. στ΄ του ισχύοντος Συντάγματος, ώστε να γεννάται διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου,αλλά αφορούν στην ενεστώσα μισθολογική κατάσταση του υπαλλήλου και, επομένως, η σχετική διαφορά υπάγεται στην κατ’ άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 2 περ. θ΄ του ν. 1406/1983 (Α΄ 183) δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (πρβ. ΣτΕ 196/2007, 2284/2002, 1414/2000), στα οποία έπρεπε να παραπεμφθεί προς εκδίκαση το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), που εφαρμόζεται αναλόγως και στις δίκες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρο 123 π.δ/τος 1225/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 3472/2006). Η γνώμη, όμως, αυτή δεν εκράτησε.
Περαιτέρω, η έφεση αυτή παραδεκτώς στρέφεται κατά του 281194/8/18.2.2014 εγγράφου της Διεύθυνσης Διαχείρισης Χρηματικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, με το οποίο «ενημερώθηκε» ο εκκαλών για την τμηματική παρακράτηση από τις αποδοχές του ποσού ύψους 4.599,81 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αυξημένο επίδομα εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών που φέρεται ότι ελάμβανε αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2010 έως 19.9.2013. Και τούτο, διότι στο έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του ουσιαστικού του περιεχομένου (πρβ. απόφ. Πρωτοδικείου ΕΕ της 17.10.2002, T-180/00, σκ. 51), περιέχεται εντολή παρακράτησης μέρους των αποδοχών του εκκαλούντος,που αντιστοιχεί στο ποσό που φέρεται να έλαβε αχρεωστήτως ως επίδομα εξομάλυνσης κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2010 έως 19.9.2013 και, επομένως, συνιστά πράξη που παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν βλαπτικά τα συμφέροντά του και, ως εκ τούτου, έχει εκτελεστό χαρακτήρα (πρβ. απόφ. Πρωτοδικείου ΕΕ της 17.10.2002, Τ- 180/00, ό.π., σκ. 53).Δεδομένου δε ότι δεν προκύπτει η έκδοση άλλης εκτελεστής πράξης για την επιστροφή του ως άνω αχρεωστήτως εισπραχθέντος ποσού, ώστε ο εκκαλών να έχει τη δυνατότητα να ζητήσει αυτοτελή δικαστική προστασία, ασκώντας το οικείο ένδικο βοήθημα κατά της πράξης αυτής, η απόρριψη της ένδικης έφεσης ως στρεφόμενης κατά μη εκτελεστής πράξης θα έθετε ζήτημα παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα πρόσβασης του διοικούμενου στο δικαστήριο (πρβ. απόφ. ΕΔΔΑ της 14.12.2006 Γιαννούσης κατά Ελλάδος, σκ. 26), καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, αφού η τμηματική παρακράτηση των ποσών αυτών από τις αποδοχές του εκκαλούντος συνιστά μέτρο επέμβασης σε περιουσιακό του στοιχείο και εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου αυτού (πρβ. απόφ. ΕΔΔΑ της 10.4.2003 Παπασταύρου κατά Ελλάδος, σκ. 37).
Κατά τη γνώμη, όμως, της Προέδρου του Τμήματος Μαρίας Βλαχάκη, το προσβαλλόμενο έγγραφο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, έχει πληροφοριακό χαρακτήρα, αφού με το έγγραφο αυτό απλώς ενημερώθηκε ο εκκαλών ότι από έλεγχο που διενήργησε η Διεύθυνση Χρηματικού της Ελληνικής Αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι από 1.6.2010 έως 19.9.2013 έλαβε αχρεωστήτως ποσό ύψους 4.599,81 ευρώ ως επίδομα εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, καθώς και ότι το ποσό αυτό θα παρακρατηθεί από τις αποδοχές του, σε δόσεις. Επομένως, το προσβαλλόμενο έγγραφο δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα και, για το λόγο αυτό, έπρεπε η ένδικη έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η γνώμη, όμως, αυτή δεν εκράτησε.
Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση έφεση, για την οποία καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (βλ. τα 1532081 και 2823381, Σειράς Α΄, ειδικά έντυπα παραβόλου του Δημοσίου), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της.
ΙΙ.Στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» και στο άρθρο 21 αυτού ότι: «1. Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. …». Εξ άλλου, το άρθρο 2 του ν. 2448/1996 «Μισθολογικές ρυθμίσεις μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος» (Α΄ 279) προέβλεπε ότι: «Πέρα από το μηνιαίο μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα: … 3) Εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών ποσού τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000) για όλους τους στρατιωτικούς εν γένει. Για τους έγγαμους χωρίς τέκνα που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ανωτέρω ποσό ορίζεται σε πενήντα πέντε χιλιάδες (55.000) δρχ. το μήνα. Για έγγαμους ή διαζευγμένους ή σε διάσταση ή σε χηρεία ή άγαμους οι οποίοι έχουν τέκνα, που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ποσό του επιδόματος αυτού ορίζεται σε εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) δρχ. …». Στη συνέχεια, με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2512/1997 (Α΄ 138), τα προαναφερόμενα ποσά του επιδόματος εξομάλυνσης αυξήθηκαν από την 1.1.1997 κατά 12.000, 16.000 και 20.000 δρχ. αντίστοιχα. Περαιτέρω, ο ν. 3205/2003 (Α΄ 297), ο οποίος, κατά το άρθρο 56 αυτού, άρχισε να ισχύει από την 1.1.2004, όρισε, στο άρθρο 51, ότι: «Α. Πέρα από το μηνιαίο βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα: 1. … 3. Εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, ποσού εκατόν τριάντα οκτώ ευρώ (138) για όλους τους στρατιωτικούς εν γένει. Για τους έγγαμους χωρίς τέκνα, που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ανωτέρω ποσό ορίζεται σε διακόσια εννιά ευρώ (209). Για έγγαμους ή διαζευγμένους ή σε διάσταση ή σε χηρεία ή άγαμους οι οποίοι έχουν τέκνα, που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ποσό του επιδόματος αυτού ορίζεται σε διακόσια εβδομήντα εννιά ευρώ (279)…. Σε περίπτωση συζύγων που αμείβονται και οι δύο με τις διατάξεις του παρόντος, τα προστατευόμενα μέλη οικογένειας (τέκνα) λαμβάνονται υπόψη μόνο για τον έναν εξ αυτών» και, στο άρθρο 55, ότι: «1. Από την έναρξη ισχύος του Β Μέρους του παρόντος νόμου καταργούνται οι ακόλουθες διατάξεις : … 10. Τα άρθρα 1 και 2 του Ν. 2448/1996 (ΦΕΚ 279 Α΄). 11. … 13. Η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του Ν. 2512/1997 (ΦΕΚ 138 Α΄) …». Ακολούθως, με τη διάταξη της περ. 31 της υποπαρ. Γ.1 της παρ. Γ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) αντικαταστάθηκε αναδρομικά, από 1.8.2012, η προεκτεθείσα παρ. 3 του άρθρου 51 του ν. 3205/2003. Όμως, η ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 καταργήθηκε από τότε που ίσχυσε με την παρ. 1 του άρθρου 86 του ν. 4307/2014 (Α΄ 246), ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε, από 1.8.2012, η παρ. 3 του άρθρου 51 του ν. 3205/2003, ως εξής: «3. Εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, ποσού εκατόν πέντε ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (105,86 ευρώ) για όλους τους στρατιωτικούς εν γένει. Για τους έγγαμους χωρίς τέκνα, που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ανωτέρω ποσό ορίζεται σε εκατόν πενήντα εννέα ευρώ και εξήντα ένα λεπτά (159,61 ευρώ). Για έγγαμους ή διαζευγμένους ή σε διάσταση ή σε χηρεία ή άγαμους που έχουν τέκνα, που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ποσό του επιδόματος αυτού ορίζεται σε διακόσια δώδεκα ευρώ και ενενήντα τέσσερα λεπτά (212,94) …» (ήδη με το άρθρο 11 του ν. 4361/2016 αντικαταστάθηκε, από 1.2.2016, η παρ. 3 του άρθρου 51 του ν. 3205/2003 και ορίστηκε ότι αυξημένο επίδομα εξομάλυνσης λαμβάνουν και οι διαζευγμένοι ή σε διάσταση ή άγαμοι που έχουν τέκνα για τα οποία αποδεδειγμένα καταβάλλουν διατροφή). Εξ άλλου, το άρθρο 7 του προϊσχύσαντος Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α΄ 151), όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (από 1.1.2006 – βλ. άρθρο 26 παρ.1 ν. 3427/2005, Α΄ 312), όριζε ότι: «1. Θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο: α) … β) τα ανήλικα άγαμα τέκνα … γ) … 2. Τα πρόσωπα, που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ έως η΄ της προηγούμενης παραγράφου, θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο εφόσον συνοικούν με αυτόν και το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) ευρώ …». Τέλος, το άρθρο 11 του νέου Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α΄ 167), που σύμφωνα με το άρθρο 112 αυτού ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23.7.2013), ορίζει ότι: «1. Ως «εξαρτώμενα μέλη» του φορολογούμενου θεωρούνται: … β) άγαμα τέκνα, εφόσον: – είναι ανήλικα έως 18 ετών … 2. Τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ … της παραγράφου 1 δεν θεωρούνται εξαρτώμενα μέλη, εάν το ετήσιο «φορολογητέο» εισόδημα τους υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και εφόσον συνοικούν με τον φορολογούμενο. …».
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των προεκτεθεισών διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η αρχή της ισότητας, η οποία επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες, η παραβίαση δε της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου. Κατά το δικαστικό αυτό έλεγχο, που είναι έλεγχος ορίων και όχι ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες που συνδέονται με καθεμία από αυτές τις καταστάσεις ή σχέσεις, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, τα οποία αποκλείουν τόσο την εκδήλως άνιση μεταχείριση είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια είτε με τη μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (βλ. ΑΕΔ 1/2012, 3, 4/2007, ΕΣ Ολομ. 2654/2013, 2340/2009, Ι Τμ. 2669/2014, ΣτΕ Ολομ. 1286/2012, 2396, 2180/2004, 1252 – 1253/2003). Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες ρυθμίσεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, με τις οποίες θεσμοθετείται η υποχρέωση ειδικής φροντίδας του Κράτους, μεταξύ άλλων και έναντι της οικογένειας, καταλείπεται στο νομοθέτη η ευχέρεια να προσδιορίσει, κατά την εκτίμησή του, το είδος και την έκταση της μέριμνας αυτής, με τη διάθεση δημοσίων πόρων, στο πλαίσιο της επιβεβλημένης εκ του Συντάγματος εθνικής αλληλεγγύης για την ενίσχυση της οικογένειας (πρβ. ΣτΕ Ολομ. 986/2014). Στο πλαίσιο αυτό, ο κοινός νομοθέτης θεσμοθετεί κοινωνικά πλεονεκτήματα (πρβ. απόφ. ΔΕΚ της 29.10.1998, C- 185/96 «Επιτροπή κατά Ελλάδος»), τα οποία αποσκοπούν στην ενίσχυση των οικογενειών, για την αντιμετώπιση των πρόσθετων βαρών που συνεπάγεται η ανατροφή τους, για όσο χρόνο οι δικαιούχοι των παροχών βαρύνονται με τις δαπάνες διαβίωσης και σπουδών των τέκνων τους.Στην κατηγορία αυτή μέτρων εντάσσεται και το προβλεπόμενο αρχικά στις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2448/1996 και, στη συνέχεια, στις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 3205/2003 αυξημένο επίδομα εξομάλυνσης που χορηγείται, πλην άλλων, στους διαζευγμένους μετά ανήλικων τέκνων υπαλλήλους των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας και του πυροσβεστικού σώματος, καθόσον, σε περίπτωση διαζυγίου των γονέων, λύεται μεν ο γάμος αλλά εξακολουθούν να υφίστανται οικογενειακές σχέσεις άξιες προστασίας και, συγκεκριμένα, αυτές των τέκνων με καθέναν από τους γονείς. Το επίδομα δε αυτό χορηγείται αυξημένο στους ανωτέρω υπαλλήλους, όχι μόνον όταν αυτοί, μετά τη λύση του γάμου, συνοικούν με τα ανήλικα τέκνα κι έχουν την επιμέλειά τους, αλλά κι όταν υποχρεούνται να καταβάλουν στον (στην) πρώην σύζυγο διατροφή γι’ αυτά, χωρίς, όμως, να συνοικούν με αυτά.Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι δηλαδή το επίδομα εξομάλυνσης χορηγείται αυξημένο στους διαζευγμένους μετά τέκνων μόνον όταν συνοικούν με τα τέκνα τους και όχι όταν απλώς καταβάλλουν στον (στην) πρώην σύζυγο διατροφή γι’ αυτά, δεν θα εδικαιολογείτο από το σκοπό χορήγησης της ως άνω προσαύξησης, που συνίσταται στην οικονομική ενίσχυση των έγγαμων ή διαζευγμένων μετά τέκνων, για την αντιμετώπιση των αυξημένων δαπανών (διαβίωσης, ανατροφής και εκπαίδευσης) που συνεπάγεται η ύπαρξη τέκνων, αφού η κατηγορία αυτή, έστω κι αν δεν βαρύνεται με τις δαπάνες που συνεπάγεται η συνοίκηση, βαρύνεται με τη διατροφή των τέκνων (βλ. άρθρα 1489 και 1493 Α.Κ. προς την υποχρέωση διατροφής μεταξύ γονέων και τέκνων και την έκταση αυτής). Επίσης, η ερμηνεία αυτή δεν θα ήταν σύμφωνη προς τις προεκτεθείσες ρυθμίσεις του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και προς την αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 αυτού, αφού θα εξομοίωνε την κατηγορία των διαζευγμένων που δεν συνοικούν με τα τέκνα τους, αλλά βαρύνονται με τη διατροφή τους, με την κατηγορία των άγαμων χωρίς τέκνα (ΕΣ V Τμ. 2540/2013, 1910, 1229/2005, contra ΣτΕ 4909, 4020/2012, 172/2014, 391/2016).
IV.Στην υπό κρίση υπόθεση από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών, που υπηρετεί ως Υπαρχιφύλακας στην Ελληνική Αστυνομία, στις 26.9.1998 τέλεσε νόμιμο γάμο με την Καλλιόπη Κόνσουλα, ο οποίος λύθηκε με διαζύγιο στις 24.8.2010 (βλ. την 127/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας και την 98/24.8.2010 έκθεση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Δράμας περί παραίτησης από τα ένδικα μέσα). Από το γάμο αυτό απέκτησε δύο τέκνα, την Αθανασία και την Χριστίνα, που γεννήθηκαν τα έτη 2002 και 2008, αντίστοιχα. Όπως δε προκύπτει από το από 9.10.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης γονικών διαφορών που συνάφθηκε μεταξύ των ανωτέρω και επικυρώθηκε με την 127/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας περί λύσης του γάμου, η πρώην σύζυγος έχει την επιμέλεια των τέκνων και συγκατοικεί με αυτά, ενώ ο ίδιος υποχρεούται σε διατροφή αυτών. Ακολούθως, στις 20.9.2013, ο ανωτέρω τέλεσε δεύτερο γάμο με την Σοφία Ευσταθιάδου (βλ. το απόσπασμα της 197/2/2013 ληξιαρχικής πράξης γάμου του Ληξίαρχου Δημοτικής Ενότητας Δράμας). Εξ άλλου, σε εκτέλεση σχετικής διαταγής της Διεύθυνσης Διαχείρισης Χρηματικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, με το 40411/14/2610/2.1.2014 έγγραφο του Τμήματος Συν. Φυλάκων Παρανεστίου Δράμας, υποβλήθηκαν στοιχεία σχετικά με τη λύση του πρώτου γάμου του εκκαλούντος και την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων του, και συγκεκριμένα: α) η 127/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), β) η 98/24.8.2010 έκθεση παραίτησης από ένδικα μέσα του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Δράμας, καθώς και γ) το από 9.10.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης γαμικών διαφορών. Περαιτέρω, μετά από έλεγχο στοιχείων της μισθοδοσίας του από τα όργανα της ως άνω Διεύθυνσης διαπιστώθηκε ότι καταβαλλόταν σ’ αυτόν το αυξημένο επίδομα εξομάλυνσης που προβλέπεται για έγγαμο αστυνομικό υπάλληλο με τέκνα και μετά από τη λύση του γάμου του (βλ. το 281194/8β/20.5.2014 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών του Αρχηγείου ΕΛ.ΑΣ.). Κατόπιν αυτών, με το ήδη προσβαλλόμενο έγγραφο της Διεύθυνσης Χρηματικού της Ελληνικής Αστυνομίας δόθηκε εντολή για την παρακράτηση από τις αποδοχές του, σε δόσεις, ποσού ύψους 4.599,81 ευρώ, που φέρεται ότι εισέπραξε αχρεωστήτως ως επίδομα εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2010 μέχρι και 19.9.2013.
V. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην τρίτη σκέψη, εφόσον ο εκκαλών μετά τη λύση του πρώτου γάμου του στις 24.8.2010 (και όχι την 1.6.2010, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η Διοίκηση), είχε αναλάβει με βάση το από 9.10.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης γαμικών διαφορών, που επικυρώθηκε με την 127/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, την υποχρέωση διατροφής των ανήλικων τέκνων του, εδικαιούτο να λάβει αυξημένο επίδομα εξομάλυνσης κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη περί παρακράτησης από τις αποδοχές του ποσού 4.599,81 ευρώ, λόγω διαφοράς επιδόματος εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, είναι μη νόμιμη, κατά το βασίμως προβαλλόμενο λόγο έφεσης, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του έτερου λόγου έφεσης. Εξ άλλου, το αίτημα του εκκαλούντος περί μισθολογικής επανένταξής του στην κατηγορία των εγγάμων με ανήλικα τέκνα, όπως διατυπώνεται, απαραδέκτως υποβάλλεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον δεν αποτελεί κεφάλαιο της προσβαλλόμενης πράξης. Το αίτημα δε αυτό, το οποίο αφορά στην παρούσα μισθολογική του κατάσταση, έπρεπε να υποβληθεί ενώπιον της Διοίκησης, από τις σχετικές πράξεις ή παραλείψεις της οποίας γεννάται διοικητική διαφορά ουσίας που υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (άρθρ. 1 παρ. 2 περ. θ΄ ν. 1406/1983).
VI. Κατ’ ακολουθία αυτών, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η 281194/8/18.2.2014 πράξη της Διεύθυνσης Διαχείρισης Χρηματικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα (άρθρο 73 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 4129/2013, Α΄ 52) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του ν. 3472/2006 (Α΄ 135).
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται την κρινόμενη έφεση.
