ΕΣ 1917/13, Ι τμ., ΑΓΩΓΗ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ ΛΟΓΩ ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗΣ ΛΗΞΑΣΑΣ ΑΙΤΙΑΣ ΛΟΓΩ ΕΙΔΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ. ΗΤΡΙΕΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΡΧΕΤΑΙ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ.

Ε.Σ

 
                                       1917/2013    ΤΜΗΜΑ Ι                                          
                    
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2012, με την εξής σύνθεση: Νικόλαος Μηλιώνης, Προεδρεύων Σύμβουλος, κωλυομένου του Προέδρου του Τμήματος, Ευστάθιου Ροντογιάννη, Αντιπροέδρου, Ελένη Λυκεσά και Αγγελική Μυλωνά, Σύμβουλοι, Δέσποινα Τζούμα και Δημήτριος Κοκοτσής (εισηγητής), Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Αντεπίτροπος Κωνσταντίνος Τόλης, κωλυομένου του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας.
Γραμματέας: Ερατώ Μαρκόζη, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας  ΠΕ,  με βαθμό Α΄).
Προκειμένου να δικάσει την από 19.12.2003 (Αριθ. βιβλ. Δικογράφων  Ι Τμ. Ελ. Συν. 421/20.12.2011) αγωγή των: α) Γεωργίου Ντεμίρη, κατοίκου Μουζακίου Καρδίτσας (28ης Οκτωβρίου 1), β) Παρασκευής Μαχά, κατοίκου Μουζακίου Καρδίτσας, γ) Κωνσταντίνου Μπαλά, κατοίκου Πύλης Τρικάλων (Δαβάκη και Ιατρού Αθ. Δερβέναγα), καθώς και δ) Ευδοξίας Σφύρη, κατοίκου Καρδίτσας, (Πλαστήρα 66), οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν.
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του  Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. 
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
Αποφάσισε τα εξής:
Ι. Με την υπό κρίση αγωγή, η οποία παραπέμφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την 386/2009 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρικάλων και της οποίας το αίτημα, με το από 23.9.2008 υπόμνημα που κατατέθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Τρικάλων στις 20.11.2008, μετατράπηκε για το πέραν των 40 ευρώ ποσό από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, οι ενάγοντες, μόνιμοι υπάλληλοι του Δασαρχείου Μουζακίου Καρδίτσας, ζητούν να αναγνωρισθεί ότι το Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στον πρώτο εξ αυτών το συνολικό ποσό των 822,85 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 740,42 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 738,42 ευρώ και στην τέταρτη το ποσό 681,46 ευρώ, που αντιστοιχούν, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου, αφενός μεν σε όσα κατέβαλε έκαστος σε εκτέλεση της 2491/5.6.2001 καταλογιστικής πράξης του εκκαθαριστή αποδοχών του Δασαρχείου Μουζακίου, ως διαφορές αποδοχών λόγω εσφαλμένης κατάταξής τους στα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) του εδαφίου α΄ της παρ.3 του άρθρου 3 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ Α΄ 40), για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.5.2001 (680,85,  610,42,  610,42 και 563,46 ευρώ, αντίστοιχα), αφετέρου δε σε διαφορές από την καταβολή σ’ αυτούς μειωμένων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2001 μέχρι 16.5.2002 (142, 130, 128 και 118 ευρώ, αντίστοιχα), εξαιτίας της κατάταξής τους στα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) της περίπτωσης  γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου. Τα ποσά αυτά οι ενάγοντες ζητούν, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, να τους καταβληθούν σύμφωνα το άρθρο 13 παρ. 2 του ν.3016/2002, σε συνδυασμό με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (άρθρο 904 ΑΚ), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Επιπροσθέτως, ζητούν να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή.
ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 98 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 33 παρ. 1, 54 παρ. 1 και 56 παρ. 1, 3 και 4 του ν.2362/1995 (ΦΕΚ Α΄ 247), συνάγεται ότι στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται οι διαφορές από τον καταλογισμό όχι μόνο των ιδίων των υπολόγων για τα ελλείμματα που ανακύπτουν στη διαχείρισή τους, αλλά και οποιουδήποτε άλλου εμπλεκομένου, του οποίου ο καταλογισμός πραγματοποιείται για αποκατάσταση του διαπιστωθέντος ελλείμματος, ιδίως δε οι διαφορές που προκύπτουν από τον καταλογισμό υπαλλήλων του Δημοσίου για αχρεώστητη είσπραξη αποδοχών. Και τούτο διότι ο καταλογισμός αυτός αποτελεί πράξη τακτοποιήσεως λογαριασμού, η οποία, εκδιδόμενη σε βάρος του αχρεωστήτως λαβόντος, τείνει στην τακτοποίηση ελλείμματος που διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο δημόσιου λογαριασμού (πρβλ. 1104/2007, 717/2010  Ολομ. Ελ. Συν., Πρακτικά Ολομ. 12η Συν/16.6.2010, αποφ. 2689, 3047/2011 IV Τμ. Ελ. Συν.). Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγεται και η εκδίκαση αγωγής με αίτημα την επιστροφή ποσού που κατέβαλε ο ενάγων – δημόσιος υπάλληλος σε εκτέλεση καταλογιστικής εις βάρος του πράξης, υπό την ιδιότητα του αχρεωστήτως λαβόντος, καθόσον η υποκείμενη σχέση έχει ως έρεισμα τον έλεγχο λογαριασμού δημόσιας διαχείρισης (πρβλ. αποφ. 2121/2007 ΙΙ Τμ., 417/2008 III Τμ., 801/2003 και 2717/2008 V Τμ., καθώς και 1639/2004 Ολομ. Ελ. Συν.).
III. Η υπό κρίση αγωγή, ενόψει του περιεχομένου της και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, κατά το μέρος με το οποίο ζητείται η επιστροφή των ποσών που φέρονται ότι κατέβαλαν οι ενάγοντες συνεπεία του εις βάρος τους καταλογισμού για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.5.2001, υπό την ιδιότητα των αχρεωστήτως λαβόντων υπαλλήλων, υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διότι αν και η πρωτογενής αξίωση αυτών συνιστά ενοχή από αποδοχές υπαλλήλων του Δημοσίου, που γεννά διαφορά υπαγόμενη κατά το άρθρο 1 παρ. 2 εδάφιο θ΄ του ν.1406/1983 (ΦΕΚ Α΄ 182) στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως διοικητική διαφορά ουσίας (πρβλ. αποφ. 128/2011, 56/2010 ΙΙ Τμ. Ελ. Συν.), εντούτοις η δευτερογενής βάση της κρινόμενης αξίωσης, δηλαδή η υποκείμενη σχέση, η οποία είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου (πρβλ. ΑΕΔ 4/2001), συνιστά διαφορά που αναφύεται στο πλαίσιο ελέγχου λογαριασμού δημοσίου υπολόγου. Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό η υπό κρίση αγωγή, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, δοθέντος ότι το αγωγικό αίτημα μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό για το ποσό άνω των 40 ευρώ για έκαστο εκ των εναγόντων (βλ. άρθρ. 274 Κ.Διοικ.Δικ. σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ.1225/1981, όπως  αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006, 2 ν. ΓΠΟΗ/1912 όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, 11 ν.δ. 4189/1961), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω, παρά την απουσία των εναγόντων, οι οποίοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως να παραστούν κατά τη συζήτηση της παρούσας (βλ. τις από 23.1.2012, 30.1.2012, 30.1.2012 και 14.2.2012 σχετικές εκθέσεις επίδοσης) και με τις από 25.1.2012, 26.1.2012, 26.1.2012 και 27.1.2012 δηλώσεις τους, που περιήλθαν στο Δικαστήριο την 1.2.2012 (αριθμ. πρωτ. 6395, 6414, 6416 και 6417), δήλωσαν ότι αναγνωρίζουν το περιεχόμενο του δικογράφου και επιθυμούν τη συζήτηση της υπόθεσής τους. Αντιθέτως, η ίδια αγωγή, κατά το μέρος που κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της, ζητείται η επιστροφή της διαφοράς από την καταβολή σ’ αυτούς μειωμένων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2001 μέχρι 16.5.2002 (142 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, 130 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα, 128 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα και 118 ευρώ για την τέταρτη ενάγουσα), εξαιτίας της κατάταξής τους στα μισθολογικά κλιμάκια της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2470/1997, αντί αυτών του εδαφίου α΄ της παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου του νόμου αυτού (βλ. σχετ. την από 28.8.2002 μισθοδοτική κατάσταση του εκκαθαριστή αποδοχών του Δασαρχείου Μουζακίου), δεν ανήκει στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθόσον η αναφυόμενη διαφορά, ως συνδεόμενη με τις καταβλητέες αποδοχές αυτών, δεν είναι δημοσιολογιστική, αλλά διοικητική διαφορά ουσίας υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, κατά το σκέλος αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι το άρθρο 12 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999), που εφαρμόζεται αναλόγως και στις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκες (άρθρο 123 π.δ./τος 1225/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006), προβλέπει μόνο τη δυνατότητα παραπομπής στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο ενδίκου βοηθήματος που εισάγεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο και όχι τη δυνατότητα ″αναπομπής″ στα διοικητικά δικαστήρια ενδίκων βοηθημάτων που παραπέμφθηκαν προς εκδίκαση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. αποφ. 128/2011, 56/2010 ΙΙ Τμ. Ελ. Συν. κ.ά.).
IV. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.2470/1997 (ΦΕΚ Α΄40), όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν.3016/2002: «1. Τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών (Π.Ε., Τ.Ε., Δ.Ε., Υ.Ε.) ορίζονται σε τριάντα έξι (36) και οι υπάλληλοι της κάθε κατηγορίας εξελίσσονται σε δεκαοκτώ (18) μισθολογικά κλιμάκια ως εξής: α. (…) β. (…). γ. Οι υπάλληλοι της κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) με πτυχίο ή δίπλωμα Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή ισότιμο σχολών ημεδαπής ή αλλοδαπής, με εισαγωγικό το 21ο  Μ.Κ., και καταληκτικό το 4ο Μ.Κ. δ. Οι υπάλληλοι της κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Π.Ε.) με πτυχίο ή δίπλωμα Ανώτατου Εκπαιδευτικού ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) ημεδαπής ή ισότιμο σχολών αλλοδαπής, με εισαγωγικό το 18ο Μ.Κ. και καταληκτικό το 1ο Μ.Κ. (…). 3. Ειδικά οι υπάλληλοι: α. Της κατηγορίας Τ.Ε. με πτυχίο ή δίπλωμα πλήρους τετραετούς φοίτησης εξελίσσονται στα Μ.Κ. με εισαγωγικό το 20ο και καταληκτικό το 3ο (…)». Εξάλλου, με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν.3016/2002 (ΦΕΚ Α΄ 110/17.5.2002) αντικαταστάθηκε η περίπτωση γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.2470/1997 ως εξής: «Οι υπάλληλοι της κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) με πτυχίο ή δίπλωμα Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή ισότιμο Σχολών ημεδαπής ή αλλοδαπής, με εισαγωγικό το 20ό Μ.Κ. και καταληκτικό το 3ο Μ.Κ.», ενώ στην παρ. 2 ορίστηκε ότι: «Ποσά που έχουν καταβληθεί σε υπαλλήλους κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) με πτυχίο ή δίπλωμα Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) από την εφαρμογή της διάταξης του εδαφίου α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Ν. 2470/1997, δεν αναζητούνται και τυχόν καταλογιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί για την αιτία αυτή δεν εκτελούνται». Με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.2470/1997 προβλέφθηκε ότι υπάλληλοι του Δημοσίου, με τυπικό προσόν διορισμού την κατοχή πτυχίου Τ.Ε.Ι. τετραετούς φοίτησης, δεν εξελίσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια με εισαγωγικό το 21ο και καταληκτικό το 4ο, όπως οι κάτοχοι πτυχίου Τ.Ε.Ι. γενικώς, αλλά κατ’ εξαίρεση στο 20ό και στο 3ο, αντίστοιχα. Η διάταξη αυτή κρίθηκε ότι καταστρατηγεί έμμεσα τον κατοχυρωμένο από το άρθρο 16 παρ. 7 του Συντάγματος διαχωρισμό των Α.Ε.Ι από τα Τ.Ε.Ι., στο μέτρο που η επιμήκυνση της διάρκειας σπουδών πέραν της τριετίας λαμβάνεται υπόψη για υπηρεσιακή και μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του (βλ. Ολομ. Ελ.Συν. Πρακτικά 8ης Γεν.Συν. της 10ης.2.1999, Πρακτικά της 5ης Γεν.Συν. της 19ης.2.1996, πρβλ. ΣτΕ Ε΄ Τμήμα Πρακτικά Επεξεργασίας της 28ης Μαρτίου 1996). Μετά τη θέση σε ισχύ του ν.2916/2001, με τις διατάξεις του οποίου η διάρκεια σπουδών των Τ.Ε.Ι. ορίστηκε σε οκτώ (8 εξάμηνα), με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν.3016/2002 ρυθμίστηκε το ζήτημα της κατάταξης σε Μ.Κ. της κατηγορίας των υπαλλήλων με τυπικό προσόν διορισμού την κατοχή του ως άνω πτυχίου και προβλέφθηκε ότι όλοι αυτοί εξελίσσονται στα Μ.Κ. με εισαγωγικό το 20ό και καταληκτικό το 3ο. Εξάλλου, με τη δεύτερη παράγραφο του ως άνω άρθρου και προς αντιμετώπιση των ζητημάτων που είχαν δημιουργηθεί εξαιτίας του καταλογισμού υπαλλήλων του Δημοσίου, με πτυχίο Τ.Ε.Ι. τετραετούς φοίτησης, που εισέπρατταν αυξημένες αποδοχές εξαιτίας της εσφαλμένης κατάταξής τους σε Μ.Κ., κατ’ εφαρμογή της κριθείσας ως αντισυνταγματικής διάταξης του άρθρου 3 παρ. 3 εδάφιο α΄ του ν.2470/1997 (βλ. οικεία αιτιολογική έκθεση), επιχειρήθηκε επέμβαση στις αξιώσεις του Δημοσίου έναντι των ως άνω υπαλλήλων για την επιστροφή αχρεωστήτως ληφθεισών αποδοχών κατά τα ως άνω, η οποία συνίσταται αφενός μεν στην αναδρομική, από την έναρξη ισχύος του ν.2470/1997 (1.1.1997), συλλήβδην νομιμοποίηση της καταβολής διαφορών αποδοχών για την ως άνω αιτία και, κατ’ επέκταση, στην εφεξής παρακώλυση έκδοσης της έκδοσης καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή αντίστοιχων ποσών, αφετέρου δε στην άρση της εκτελεστότητας των ήδη γενόμενων, μέχρι τη θέση σε ισχύ της νομιμοποιητικής διάταξης (17.5.2002), καταλογισμών για την ίδια αιτία. Και ναι μεν, ενόψει της θεσπιζόμενης με τη διάταξη αυτής ρύθμισης, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα επεκτατικής εφαρμογής αυτής και στις περιπτώσεις που οι οικείες καταλογιστικές πράξεις έχουν ήδη εκτελεσθεί, πλην όμως, για λόγους ισότητας και προκειμένου να αποκατασταθεί η δυσμενής διακριτική μεταχείριση που επεφύλαξε ο νομοθέτης ως προς την κατηγορία αυτή των δημοσίων υπαλλήλων που κατέβαλαν πριν από την έναρξη ισχύος της νομιμοποιητικής αυτής διάταξης τα καταλογισθέντα εις βάρος τους ποσά, η διάταξη αυτή αποτελεί την αιτία άρσης του νόμιμου λόγου διατήρησης εκ μέρους του Δημοσίου των ποσών που καταλογίσθηκαν εις βάρος των υπαλλήλων αυτού ως αχρεωστήτως εισπραχθείσες αποδοχές, γεννά δε αξίωση των τελευταίων προς επιστροφή.
V. Σύμφωνα με το άρθρο 904 του Αστικού Κώδικα «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται και στις έννομες σχέσεις του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., εφόσον δεν υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση ή άλλο ένδικο βοήθημα (πρβλ. ΑΕΔ 2/1993, 42/1991), όποιος καθίσταται πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή επί ζημία άλλου, υποχρεούται να του αποδώσει την ωφέλεια. Προϋποθέσεις για τη γένεση της αξίωσης είναι: α) να υπάρχει πλουτισμός ή ωφέλεια ενός προσώπου, β) ο πλουτισμός να έχει επέλθει από την περιουσία ή με ζημία άλλου (μείωση του ενεργητικού ή αύξηση του παθητικού της περιουσίας του), γ) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον πλουτισμό και τη ζημία και δ) ο πλουτισμός να είναι αδικαιολόγητος (χωρίς νόμιμη αιτία), ως τέτοια δε νοείται η αιτία που δεν έχει πηγή τη σύμβαση ή το νόμο (causa ex lege), καθώς και η νόμιμη αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή είναι παράνομη ή ανήθικη. Ειδικότερα, υποχρέωση απόδοσης πλουτισμού γεννάται μεταξύ άλλων και στην περίπτωση της παροχής για αιτία που έληξε ή δεν επακολούθησε, δηλαδή όταν η παροχή, κατά το χρόνο που έγινε, στηριζόταν σε νόμιμη αιτία, αλλά μεταγενέστερα αυτή εξέλιπε (condictio ob causam finitam). Λήξασα καθίσταται η αιτία και στις περιπτώσεις που η μεταβολή της διάταξης, βάσει της οποίας έγινε η παροχή, λειτουργεί αναδρομικά (εκ του αντιθέτου επιχείρημα από τις ΣτΕ 3930-1/2010 7μ, 2690/2011, 2688/2011 και 520/2011, σύμφωνα με τις οποίες η για το μέλλον μεταβολή της διάταξης, βάσει της οποίας έγινε η παροχή, δεν καθιστά τη νόμιμη αιτία λήξασα), όπως με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ν.3016/2002, με την οποία αφενός μεν νομιμοποιείται αναδρομικώς η καταβολή αχρεώστητων αποδοχών σε υπαλλήλους, λόγω εσφαλμένης κατάταξής τους σε Μ.Κ., αφετέρου δε αίρονται, κατά τον ίδιο τρόπο, οι έννομες συνέπειες που επέρχονται εξαιτίας της έκδοσης νόμιμων καταρχήν καταλογιστικών πράξεων. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, η νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού εκλείπει εκ των υστέρων και δημιουργεί, ωσαύτως, υποχρέωση απόδοσής του, ενώ, για δε τη γένεση αξίωσης επιστροφής των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεώστητα, είναι αδιάφορο το γεγονός ότι η ως άνω διάταξη δεν προβλέπει ρητά τη δυνατότητα αναζήτησης του πλουτισμού, δοθέντος ότι, κατά τα παγίως κριθέντα, για τη γένεση των σχετικών αξιώσεων από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν τίθεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη διάταξης νόμου που να επιτρέπει ή επιβάλλει την αναζήτηση του πλουτισμού (βλ. ΑΕΔ 3/2010).
VΙ. Τέλος, στο άρθρο 90 του ν.2362/1995 (Α΄ 247) “Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις”, ορίζεται ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2. Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ` αυτά χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία έτη, από της καταβολής. (…)» και στο άρθρο 93, ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. …». Επίσης στο άρθρο 91 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής» και στο άρθρο 94 ότι «(…) Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια». Κατά τις ως άνω διατάξεις, οι αξιώσεις γενικώς κατά του δημοσίου υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, όταν όμως πρόκειται, ειδικώς, για αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα ποσά η παραγραφή είναι τριών ετών. Εξάλλου, ως “αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά” κατά την έννοια της διάταξης άρθρου 90 παρ. 2 ν.2362/1995, είναι όχι μόνο εκείνα τα οποία αρχήθεν (ήτοι κατά τον χρόνο της καταβολής τους) δεν οφείλονταν, αλλά και τα ποσά τα οποία οφείλονταν μεν κατά τον χρόνο της καταβολής τους, κατέστησαν, όμως, επιγενόμενα (ήτοι μετά την καταβολή) αχρεώστητα, διότι έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να υφίσταται η σχετική υποχρέωση (πρβλ. Σ.τ.Ε. 820/1997, 4114/1983). Από το συνδυασμό, εξάλλου, των διατάξεων των άρθρων 90 (παρ. 2) και 91 του ν. 2362/1995, συνάγεται ότι ως αφετηρία του χρόνου παραγραφής της αξίωσης για απόδοση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ορίζεται η καταβολή αυτού, ως συνιστώσα, κατά το συνήθως συμβαίνον, το γεγονός από το οποίο γεννάται η σχετική αξίωση. Όταν, όμως, η καταβολή παρίσταται νόμιμη κατά το χρόνο που λαμβάνει χώρα, η δε υποχρέωση για απόδοση των καταβληθέντων προκύπτει από επιγενόμενους λόγους, ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει όχι από την πληρωμή, αλλά από τη γένεση της αξίωσης για αναζήτηση των καταβληθέντων (πρβλ. Σ.τ.Ε 3055/2004, 4290/1995, ΔΕΑ 47/2010 και 1033/2009).
VΙΙ. Στην υπό κρίση υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες, μόνιμοι υπάλληλοι (δασοπόνοι) του Δασαρχείου Μουζακίου Καρδίτσας, που ανήκουν στην κατηγορία Τ.Ε. ως κάτοχοι πτυχίου Τ.Ε.Ι. τετραετούς φοίτησης, κατατάχθηκαν από 1.1.1997 στα αντίστοιχα Μ.Κ. του άρθρου 3 παρ. 3 εδαφ. α΄ του ν.2470/1997, που προβλέπει για τους υπαλλήλους του Δημοσίου κατηγορίας Τ.Ε. με πτυχίο ή δίπλωμα πλήρους τετραετούς φοίτησης ως εισαγωγικό Μ.Κ. το 20ό και ως καταληκτικό το 3ο. Μετά τον έλεγχο της μισθοδοτικής κατάστασης, μηνός Νοεμβρίου 1998, από την 1η Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Τμήμα ΣΤ΄), εκδόθηκε το 16161/832/26.9.2000 Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων (Φ.Μ.Ε.), σύμφωνα με το οποίο η κατάταξη των εναγόντων σε Μ.Κ. έπρεπε να γίνει επί τη βάσει της περ. γ΄ της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.2470/1997, που προέβλεπε γενικώς για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΤΕ ως εισαγωγικό Μ.Κ. το 21ο  και ως καταληκτικό το 4ο, η δε κατάταξή τους σύμφωνα με το εδαφ. α΄ της παρ. 3 του ίδιου άρθρου είναι μη νόμιμη, καθόσον με την τελευταία αυτή διάταξη καταστρατηγείται έμμεσα ο κατοχυρωμένος από το άρθρο 16 του Συντάγματος διαχωρισμός των Α.Ε.Ι από τα Τ.Ε.Ι., στο μέτρο που η επιμήκυνση της διάρκειας σπουδών πέραν της τριετίας λαμβάνεται υπόψη για υπηρεσιακή και μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του. Σε εκτέλεση του ως άνω Φ.Μ.Ε., ο εκκαθαριστής αποδοχών του Δασαρχείου Μουζακίου εξέδωσε την 2491/5.6.2001 πράξη επιστροφής των αχρεωστήτως εισπραχθεισών αυξημένων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.5.2001, συνεπεία της εσφαλμένης ως άνω κατάταξης των εναγόντων στα Μ.Κ. Ορίστηκε, ειδικότερα, ότι ο Γεώργιος Ντεμίρης όφειλε να επιστρέψει το ποσό των 287.429 δραχμών, ήτοι 843,52 ευρώ, η Μαχά Παρασκευή το ποσό των 259.696 δραχμών, ήτοι 762,13 ευρώ, ο Μπαλάς Κωνσταντίνος το ποσό των 257.321 δραχμών, ήτοι 755,16 ευρώ και η Ευδοξία Σφύρη το ποσό των 236.099 δραχμών, ήτοι 692,88 ευρώ, τα δε ως άνω ποσά θα καταβάλλονταν σε δόσεις στη Δ.Ο.Υ. Μουζακίου. Στη συνέχεια, με την 3881/27.6.2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας έγινε επανακατάταξη των εναγόντων σε νέα μισθολογικά κλιμάκια, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 3 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α΄ 110), από τις 17.5.2002, ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του νόμου αυτού. Όπως προκύπτει δε από το 701/124/4.2.2003 έγγραφο του Τμήματος Οικονομικής Διεύθυνσης της Περιφέρειας Θεσσαλίας, οι ενάγοντες φέρονται να κατέθεσαν στη Διεύθυνση Δασών Καρδίτσας αίτηση, η οποία διαβιβάστηκε – με το 2824/9.9.2002 έγγραφο αυτής – στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, ζητώντας να τους επιστραφούν τα ποσά που οι ίδιοι κατέβαλαν σε εκτέλεση του εις βάρος τους καταλογισμού, η οποία (αίτηση) απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ν.3016/2002, που ισχύει από 17.5.2002, εφαρμόζεται επί καταλογιστικών πράξεων, που πρόκειται να εκτελεστούν από την ως άνω ημερομηνία και εντεύθεν, όχι όμως και σε περιπτώσεις για ήδη πληρωθέντα ποσά από καταλογισμούς, ενώ αν ο νομοθέτης ήθελε πράγματι την επιστροφή των καταλογισθέντων ποσών, θα το όριζε ρητά. Ήδη, με την υπό κρίση αγωγή, η οποία κατατέθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Τρικάλων στις 31.12.2003, οι ενάγοντες ζητούν, κατά το παραδεκτώς κατά τα ως άνω εισαγόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μέρος της, να τους επιστραφούν τα ποσά που κατέβαλαν σε εκτέλεση του εις βάρος τους καταλογισμού που αφορά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.5.2001 και ανέρχονται, για τον πρώτο εξ αυτών σε 680,85 ευρώ, για τη δεύτερη σε 610,42 ευρώ, για τον τρίτο σε 610,42 ευρώ και για την τέταρτη σε 563,46 ευρώ. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών τους προσκομίζουν διπλότυπα είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Μουζακίου, από τα οποία προκύπτει ότι σε εκτέλεση του ως άνω καταλογισμού που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.5.2001,  ο Γεώργιος Ντεμίρης κατέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Μουζακίου το ποσό των 203.000 δραχμών (85,11 ευρώ x 7 μήνες), ήτοι 595,77 ευρώ (βλ. τα υπ. αριθμ. 339/15.6.2001, 608/16.7.2001, 792/16.8.2001, 1040/14.9.2001, 1328/16.10.2001, 1591/16.11.2001 και 1949/14.12.2001 διπλότυπα είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Μουζακίου), η Παρασκευή Μαχά κατέβαλε το ποσό των 156.000 δραχμών (76,30 ευρώ x 6 μήνες), ήτοι 457,80 ευρώ (βλ. τα υπ. αριθμ. 342/15.6.2001, 609/16.7.2001, 793/16.8.2001, 1043/14.9.2001, 1329/16.10.2001 και 1950/14.12.2001 διπλότυπα είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Μουζακίου),  ο Κωνσταντίνος Μπαλάς κατέβαλε το ποσό των 182.000 δραχμών (76,30 ευρώ x 7 μήνες), ήτοι 534,10 ευρώ ( βλ. τα υπ. αριθμ. 341/15.6.2001, 610/16.7.2001, 794/16.8.2001, 1041/14.9.2001, 1330/16.10.2001, 1593/16.11.2001 και 1951/14.12.2001 διπλότυπα είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Μουζακίου), και η Ευδοξία Σφύρη κατέβαλε το ποσό των 168.000 δραχμών (70,43 ευρώ x 7 μήνες), ήτοι 493,01 ευρώ (βλ. τα υπ. αριθμ. 340/15.6.2001, 611/16.7.2001, 795/16.8.2001, 1042/14.9.2001, 1331/16.10.2001, 1590/16.11.2001 και 1952/14.12.2001 διπλότυπα είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Μουζακίου).
VIΙΙ. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις που προηγήθηκαν, γεννάται αξίωση επιστροφής των ποσών που κατέβαλαν οι ενάγοντες σε εκτέλεση του ως άνω εις βάρος τους καταλογισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι μετά την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 2 του ν. ν.3016/2002 (17.5.2002), με το οποίο επιχειρήθηκε η αναδρομική άρση των εννόμων συνεπειών της έκδοσης εις βάρος των υπαλλήλων καταλογιστικών πράξεων λόγω εσφαλμένης κατάταξής τους σε Μ.Κ., η αιτία της καταβολής εκ μέρους των εναγόντων των διαφορών αποδοχών που εισέπραξαν, σε εκτέλεση της οικείας καταλογιστικής πράξης, απώλεσε το νόμιμο έρεισμά της και κατέστη, εξ αυτού του λόγου, λήξασα, κατά την έννοια του 904 του Α.Κ.. Ως εκ τούτου, το εναγόμενο Δημόσιο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο, κατά τα ως άνω ποσά, που ανέρχονται, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα διπλότυπα είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Μουζακίου, για το μεν πρώτο ενάγοντα σε 595,77 ευρώ (85,11 ευρώ x 7 μήνες), για τη δεύτερη σε 457,80 ευρώ (76,30 ευρώ x 6 μήνες), για τον τρίτο σε 534,10 ευρώ (76,30 ευρώ x 7 μήνες) και για την τέταρτη σε 493,01 ευρώ (70,43 ευρώ x 7 μήνες), τα οποία και οφείλει να τους επιστρέψει. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος με το από 25.9.2008 υπόμνημα ισχυρισμός του Δημοσίου, ότι η αξίωση των εναγόντων, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής (31.12.2003), έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν.2362/1995, τυγχάνει απορριπτέος, το μεν ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης νομικής προϋπόθεσης, διότι στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, που προβλέπει τριετή παραγραφή αξιώσεων κατά του Δημοσίου προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ’ αυτό χρηματικού ποσού, το δε ως ουσία αβάσιμος, διότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή παραγραφή δεν εκκινεί στην συγκεκριμένη περίπτωση από της καταβολής, αλλά από την έναρξη ισχύος του ν.3016/2002, ήτοι από 17.5.2002, καθόσον κατά το χρόνο αυτό γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωση των εναγόντων (πρβλ. ΔΕΑ 1033/2009, 47/2010, ΣτΕ 420/1995, 3055/2004). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή, κατά το παραδεκτώς κατά τα ως άνω εισαγόμενο μέρος της, ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να αναγνωρισθεί ότι το Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στο Γεώργιο Ντεμίρη το ποσό των 555,77 ευρώ [595,77 – 40 ευρώ], στην Παρασκευή Μαχά το ποσό των 417,80 ευρώ [457,80 – 40 ευρώ], στον Κωνσταντίνο Μπαλά το ποσό των 494,10 ευρώ [534,10 – 40 ευρώ] και στην Ευδοξία Σφύρη το ποσό των 453,01 ευρώ (493,01 – 40 ευρώ), καθώς και να υποχρεωθεί να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 40 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6./10.7.1944 -ΦΕΚ 139-,  βλ. και 25/2012 ΑΕΔ), δοθέντος ότι και στην περίπτωση άσκησης αναγνωριστικής αγωγής (ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό) οφείλονται εις βάρος του Δημοσίου τόκοι (βλ. 7/2011 ΑΕΔ, 40, 41/2012 Ολομ. Ελ. Συν.). Εξάλλου, το αίτημα των εναγόντων περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής τυγχάνει απορριπτέο, το μεν όσον αφορά το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, διότι οι οριστικές αποφάσεις των τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι τελεσίδικες (βλ. άρθρο 91 του π.δ./τος1225/1981) και αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 199 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (και το άρθρο 904 παρ. 1 και 2 περ. α΄ του Κ.Πολ.Δ., στο οποίο αυτό παραπέμπει), που εφαρμόζεται αναλόγως και στην προκειμένη περίπτωση, κατά το άρθρο 123 του π.δ./τος 1225/1981 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006), εκτελεστό τίτλο, βάσει του οποίου μπορεί να χωρήσει αναγκαστική εκτέλεση (βλ. Πρακτικά της 7ης Γενικής Συνεδρίασης της 19.3.2003 Ολομ. Ελ. Συν., ΙΙ Τμ. Ελ. Συν. 2561, 1909/2012, 116/2011, 1082/2004), το δε όσον αφορά το αναγνωριστικό αίτημα ως νόμω αβάσιμο, διότι η προσωρινή εκτέλεση προϋποθέτει καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα (βλ. άρθρο 199 του Κ. Διοικ. Δικ.,  αποφ. 3664/2012, 134/2011 ΙΙ Τμ. Ελ. Συν.). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ. Διοικ. Δικ., σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ./τος 1225/1981).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την αγωγή, κατά το μέρος με το οποίο ζητείται η επιστροφή  στους ενάγοντες των ποσών που αντιστοιχούν σε διαφορές αποδοχών (142 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, 130 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα, 128 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα και 118 ευρώ για την τέταρτη ενάγουσα), κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2001 μέχρι 16.5.2002, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή, κατά το μέρος με το οποίο ζητείται η επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν οι ενάγοντες συνεπεία του εις βάρος τους καταλογισμού, για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.5.2001.
Υποχρεώνει το εναγόμενο Δημόσιο να καταβάλει σε έκαστο εκ των εναγόντων το ποσό των σαράντα (40) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου.
Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο Δημόσιο οφείλει να καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου: α) το ποσό των πεντακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (555,77 ευρώ) στο Γεώργιο Ντεμίρη, β) το ποσό των τετρακοσίων δέκα επτά ευρώ και ογδόντα λεπτών (417,80 ευρώ) στην Παρασκευή Μαχά, γ) το ποσό των τετρακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και δέκα λεπτών (494,10 ευρώ) στον Κωνσταντίνο Μπαλά και δ) το ποσό των τετρακοσίων πενήντα τριών ευρώ και ενός λεπτού (453,01 ευρώ) στην Ευδοξία Σφύρη.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 19.12.2012.

     Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ     Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΠΑΡΕΔΡΟΣ
            ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΗΛΙΩΝΗΣ                           ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΚΟΤΣΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΡΑΤΩ ΜΑΡΚΟΖΗ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου στις 26 Απριλίου 2013.
        Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
  ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ                             ΑΣΠΑΣΙΑ ΜΠΑΜΠΑΡΟΥΤΣΗ