ΕΣ 1939/2015, IV, ΟΜΑΔΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΔΙΑΔΙΚΟΥ ΣΤΟ ΕΣ , ΑΡΘ. 8 ΠΔ 1225, ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΔΑΠΑΝΩΝ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ 36 παρ. 10 του ν. 4186/2013, ΒΛ. 981/2016 ολομ.

Ε.Σ

                                                             

                                1939/2015  ΤΜΗΜΑ IV

                                                 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2014, με την ακόλουθη σύνθεση: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Βασιλική Ανδρεοπούλου και Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Σύμβουλοι, Κωνσταντίνος Κρέπης (εισηγητής) και Αικατερίνη Σπηλιοπούλου, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας Ιωάννης Κάρκαλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου, ο οποίος είχε κώλυμα.

Γραμματέας: Ολυμπία Κωνσταντακοπούλου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου της κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Γ΄.

Για να δικάσει την από 6.6.2014 (Α.Β.Δ. 48/2014) έφεση του Στέφανου Τζέπογλου του Βασιλείου, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (οδός Παναγή Τσαλδάρη 22), ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο και δήλωσε ότι επιθυμεί την πρόοδο της δίκης.

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη και

κατά των 184/2013 και 185/2013 πράξεων του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (πρώην Παιδαγωγικό Ινστιτούτο) δεν παραστάθηκε.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Και

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, που πρότεινε την παραπομπή του θέματος της συνταγματικότητας ή μη της διάταξης της παρ. 10 του άρθρου 36 του ν. 4186/2013 στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, με την παρουσία και της ήδη Γραμματέως του Σεμιράμιδος Δημάκη – Φραγάκη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα:

Ι. Με την υπό κρίση έφεση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 4609971, 4609972 και 4969622 ειδικά έντυπα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου), ζητείται η ακύρωση των συναφών 184/2013 και 185/2013 πράξεων του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά το μέρος που με αυτές καταλογίστηκαν σε βάρος του εκκαλούντος και υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα λοιπά αναφερόμενα στις εν λόγω πράξεις πρόσωπα, τα ποσά των 64,27 (με την α΄ προσβαλλομένη) και 1.210,56 ευρώ (με την β΄ προσβαλλομένη), που φέρεται ότι συνιστούν έλλειμμα στη διαχείριση του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού κατά τα οικονομικά έτη 1997 και 1998, αντίστοιχα. Η ένδικη έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, παρά τη δικονομική απουσία του εκκαλούντος, ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο και δήλωσε ότι επιθυμεί την πρόοδο της δίκης, καθώς και την απουσία του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (καθολικού διαδόχου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου), το οποίο είχε παρασταθεί κατά τη δικάσιμο της 14ης Οκτωβρίου 2014, όπου η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο χωρίς κλήτευση των παρόντων διαδίκων (βλ. τα οικεία πρακτικά), καταθέτοντας μάλιστα σχετικά το από 13.10.2014 υπόμνημα.

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 15, 17, 22, 25 και 27 του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ.774/1980), καθώς και τις αντίστοιχες των άρθρων 54 και 56 του ν.2362/1995 (Περί Δημοσίου Λογιστικού), προκύπτει ότι δημόσιοι υπόλογοι είναι οι δημόσιοι λειτουργοί οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου, των ο.τ.α. ή των ν.π.δ.δ., καθώς και όσοι, με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικό που ανήκει στο Δημόσιο, σε ο.τ.α. ή ν.π.δ.δ., επιπλέον δε και κάθε άλλο πρόσωπο που ειδικώς από το νόμο θεωρείται ως δημόσιος υπόλογος. Ως εκ τούτου, για τη θεμελίωση της ιδιότητας του υπολόγου αρκεί το πραγματικό γεγονός της διενέργειας διαχειριστικών πράξεων, το οποίο, ακόμη και όταν λαμβάνει χώρα καθ’ υπέρβαση των περιγραφόμενων στο νόμο καθηκόντων του δημόσιου λειτουργού ή υπαλλήλου, τον καθιστά αφενός υπόχρεο σε λογοδοσία και αφετέρου υποκείμενο καταλογισμού σε περίπτωση διαπίστωσης ελλειμμάτων στη διαχείρισή του. Άλλωστε, ως έλλειμμα διαχείρισης χρηματικού, που επισύρει καταρχήν τον καταλογισμό του υπολόγου, νοείται κάθε επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μία δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία, και εκείνης που πράγματι υπάρχει. Για τα ελλείμματα αυτά ο υπόλογος ευθύνεται καταρχήν για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, η οποία μάλιστα τεκμαίρεται, απαλλάσσεται δε μόνο εάν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει ότι καμία απολύτως υπαιτιότητα, ως προς την επέλευσή τους, δεν τον βαρύνει.

 ΙΙΙ. Α. Ο ν. 1566/1985 «Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 167) ορίζει στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 ότι: «Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Π.Ι.) αποτελεί ανεξάρτητη δημόσια υπηρεσία, εδρεύει στην Αθήνα και υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (…)». Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 18 του ν. 706/1977 «Περί προωθήσεως της Επιστημονικής Ερεύνης και της Τεχνολογίας» (ΦΕΚ Α΄ 279) εκδόθηκε η Η/3273/27.4.1994 (ΦΕΚ Β΄ 352) κοινή απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, με την οποία επεκτάθηκε το π.δ. 432/1981 (ΦΕΚ Α΄ 118) «Περί συστάσεως Ειδικών Λογαριασμών αξιοποιήσεως κονδυλίων για την εκτέλεση ερευνητικών έργων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Χώρας» (όπως αυτό τροποποιήθηκε με την Β1/819/20.12.1988 Κ.Υ.Α., ΦΕΚ Β΄ 920), δια της προσθήκης σε αυτό νέου άρθρου 11, έχοντος ως εξής: «1. Συνιστάται στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Π.Ι.) Ειδικός Λογαριασμός για την αξιοποίηση των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας, ο οποίος εφεξής θα αναφέρεται ως «Λογαριασμός». 2. Σκοπός του Λογαριασμού είναι η διάθεση και διαχείριση κονδυλίων, τα οποία προορίζονται για την κάλυψη δαπανών, οποιουδήποτε είδους, που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες ερευνητικών έργων και σχετικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων, οι οποίες εκτελούνται ή παρέχονται από το κύριο προσωπικό του Π.Ι., άλλους ειδικούς επιστήμονες, τα Α.Ε.Ι. ή άλλα ερευνητικά κέντρα ή ιδρύματα και εξυπηρετούν τους σκοπούς του Π.Ι. 3. (…) 4. Όργανα διοίκησης και διαχείρισης του Λογαριασμού του Π.Ι. είναι: α. Η Επιτροπή Ερευνών. β. Η Γραμματεία του Λογαριασμού. 5. Η Επιτροπή Ερευνών αποτελείται από τον Πρόεδρο του Π.Ι., που είναι και Πρόεδρος αυτής και από τους Αντιπροέδρους του Π.Ι. και έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Καταρτίζει ανά έτος το πλαίσιο της ερευνητικής δραστηριότητας του Π.Ι. που τελεί υπό την έγκριση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. β. Καθορίζει τις διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής, χρηματοδότησης, πληρωμής των δαπανών και παραλαβής των αποτελεσμάτων των ερευνητικών έργων. γ. Με βάση τις παραπάνω διαδικασίες, αξιολογεί, επιλέγει και εγκρίνει προτάσεις για χρηματοδότηση ερευνητικών έργων από το Λογαριασμό ή αναθέτει μελέτες με αμοιβή στο προσωπικό του Π.Ι. ή τρίτους, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2. δ. Καταρτίζει ετήσιο επιστημονικό και οικονομικό απολογισμό κίνησης του Λογαριασμού, τον οποίο καταθέτει στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και παρέχει κάθε αναγκαία ενημέρωση προς τα Υπουργεία Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και άλλους ενδιαφερόμενους, με εκθέσεις ή ειδικές εκδόσεις. ε. Συντονίζει τις διάφορες ερευνητικές δραστηριότητες και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εύρυθμη εξέλιξή τους. στ. Ενεργεί κάθε πράξη που είναι απαραίτητη για την εξασφάλιση των παραπάνω αναφερομένων χρηματικών πόρων, αποδέχεται τις κάθε είδους επιχορηγήσεις, δωρεές και εισφορές τρίτων στο Λογαριασμό και καθορίζει τους ειδικότερους όρους αποδοχής και διάθεσής τους. ζ. Εποπτεύει το έργο της Γραμματείας του Λογαριασμού (…) Η Γραμματεία έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Παρακολουθεί τη λογιστική και διαχειριστική κίνηση του Λογαριασμού και προβαίνει στην πληρωμή των δαπανών μετά από εντολή του Επιστημονικού Υπεύθυνου κάθε έργου και έγκριση του Πρόεδρου της Επιτροπής Ερευνών. β. Εξυπηρετεί γραμματειακά την Επιτροπή Ερευνών, εισηγείται για θέματα της αρμοδιότητάς της και επεξεργάζεται τις κατευθύνσεις που προδιαγράφει η Επιτροπή Ερευνών. γ. Μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής Ερευνών. Για τη διαδικασία διάθεσης, διαχείρισης, δικαιολόγησης των κονδυλίων του Λογαριασμού, καθώς και τη σύνταξη και δημοσίευση του «Οδηγού Χρηματοδότησης Ερευνών» εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 7, 8 και 9 της αριθμ. Β1/819/1988 κοινής Υπουργικής απόφασης. Όπου στις διατάξεις αυτές (άρθρα 7 παρ. 2, 8 παρ. 1 και 9 παρ. 2) γίνεται αναφορά σε Σύγκλητο ΑΕΙ ή Συνέλευση ΤΕΙ, νοείται ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και όπου γίνεται αναφορά σε Ίδρυμα, νοείται το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Όπου στο κείμενο της απόφασης αυτής γίνεται παραπομπή στις διατάξεις της αριθμ. Β1/819/88 (ΦΕΚ 920 τ. Α΄) κοινής υπουργικής απόφασης νοείται παραπομπή στις αντίστοιχες ρυθμίσεις των διατάξεων της ΚΑ/679/22.8.1996 (…) απόφασης» (το τελευταίο αυτό εδάφιο προστέθηκε με την 2880/18.9.1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ΦΕΚ Β΄ 898). Περαιτέρω, η ισχύουσα κατά τα επίμαχα οικονομικά έτη (1997 και 1998) ΚΑ/679/22.8.1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β΄ 826), η οποία τροποποίησε και αντικατέστησε την προαναφερθείσα Β1/819/ 20.12.1988 Κ.Υ.Α., ορίζει στο άρθρο 7 με τίτλο «Διαδικασία διάθεσης, διαχείρισης και δικαιολόγησης  των κονδυλίων του Λογαριασμού» ότι: «1. Τα έσοδα του Λογαριασμού που προέρχονται από οποιαδήποτε από τις πηγές που αναφέρονται στο άρθρο 2 του παρόντος κατατίθενται σε λογαριασμό Τράπεζας με τίτλο «Ειδικός Λογαριασμός» και αναλαμβάνονται και διατίθενται με ειδικές εντολές του Προέδρου της Επιτροπής ή εξουσιοδούμενου απ’ αυτόν μέλους της Επιτροπής. 2. (…) 3. Η κίνηση του Ειδικού Λογαριασμού, ο έλεγχος και η εντολή πληρωμής σε βάρος του Λογαριασμού και υπέρ δικαιούχων ενεργούνται σύμφωνα με την παρούσα απόφαση και τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όπως αυτός ισχύει χωρίς καμία αναφορά ή περιορισμό από τις διατάξεις που διέπουν τη διάθεση, κατανομή και ανάλωση των πιστώσεων του ιδρύματος και κατά παρέκκλιση των διατάξεων για το Δημόσιο Λογιστικό, τις κρατικές προμήθειες, τις δημόσιες επενδύσεις, την ανάθεση μελετών και κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης. 4. Η πραγματοποίηση κάθε δαπάνης απαιτεί εντολή από τον επιστημονικό υπεύθυνο του έργου εφόσον η δαπάνη αυτή ρητά προβλέπεται στον προϋπολογισμό του έργου. Σε διαφορετική περίπτωση απαιτείται και η έγκριση του Προέδρου της Επιτροπής ή άλλου οργάνου που ορίζεται από τον Οδηγό Χρηματοδότησης. Ειδικότερα, οι διάφορες κατηγορίες δαπανών θα πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα ακόλουθα: Α. (…) Β. Μετακινήσεις προσωπικού στο εσωτερικό και εξωτερικό: α. Οι μετακινήσεις των μελών της ομάδας εκτέλεσης του έργου στο εσωτερικό και το εξωτερικό, που είναι απαραίτητες για την εκτέλεσή του πραγματοποιούνται μέσα στα όρια που έχει εγκρίνει η Επιτροπή και με μοναδικό δικαιολογητικό την απόφαση της περί εγκρίσεως της προτάσεως για εκτέλεση του έργου αυτού χωρίς τη μεσολάβηση οποιουδήποτε άλλου οργάνου. Στους μετακινούμενους καταβάλλονται σε βάρος του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του έργου οι δαπάνες ταξιδιού και η ημερήσια εκτός έδρας αποζημίωση, σε δραχμές ή σε συνάλλαγμα, που καθορίζεται με απόφαση της Επιτροπής κάθε χρόνο για όλο το προσωπικό και οι δαπάνες αυτές θα καταβάλλονται σύμφωνα με τα ισχύοντα για τους δημοσίους υπαλλήλους. β. (…)».

Β. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, οι οποίες ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Π.Ι.), το οποίο αποτελεί αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία του (τότε) Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, συνεστήθη Ειδικός Λογαριασμός για την αξιοποίηση των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας. Ο Λογαριασμός αυτός, χωρίς να έχει νομική προσωπικότητα, απολαμβάνει ευρείας διοικητικής, διαχειριστικής και δημοσιονομικής αυτοτέλειας και αποτελεί χωριστή ομάδα  περιουσίας  εντός  της  περιουσίας του Π.Ι.. Ωστόσο, ο εν λόγω Λογαριασμός, παρά τη λογιστική και διαχειριστική αυτοτέλειά του, δεν παύει να αποτελεί δημόσια χρηματική διαχείριση και, ως εκ τούτου, τα διαχειριζόμενα τα κονδύλια του Λογαριασμού όργανα, ήτοι ο Προϊστάμενος της Γραμματείας του Ειδικού Λογαριασμού – ο οποίος παρακολουθεί τη λογιστική και διαχειριστική κίνηση του Λογαριασμού και προβαίνει στην πληρωμή των δαπανών συνυπογράφοντας τα οικεία εντάλματα πληρωμής – και ο Επιστημονικός Υπεύθυνος κάθε χρηματοδοτούμενου από αυτόν «έργου» ή «ενέργειας», κατ’ εντολή του οποίου ο Γραμματέας ενεργεί τις σε βάρος του Λογαριασμού πληρωμές, καθώς και τα λοιπά όργανα διοίκησης και διαχείρισής του, που είναι ο Πρόεδρος – ο οποίος υπογράφει τα εκδιδόμενα εντάλματα πληρωμής – και τα μέλη της Επιτροπής Ερευνών του Λογαριασμού, όταν επιλαμβάνονται της έγκρισης συγκεκριμένων δαπανών σε βάρος των πιστώσεων του Ειδικού Λογαριασμού, ευθύνονται ως υπόλογοι για τα μη νομίμως εκταμιευθέντα από αυτόν ποσά (πρβλ. αποφ. Ε.Σ. VI Τμ. 320/2005, IV Τμ. 1567/2004, 3760/2013 κ.ά.).

Περαιτέρω, με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 7 της ΚΑ/679/22.8.1996 Κ.Υ.Α., ειδικά οι δαπάνες μετακίνησης προσωπικού σε βάρος των πιστώσεων του Ειδικού Λογαριασμού, δηλαδή οι δαπάνες που αφορούν μετακινήσεις της ομάδας εκτέλεσης εκάστου έργου στο εσωτερικό και το εξωτερικό, περιλαμβάνουν τις δαπάνες ταξιδίου και την ημερήσια εκτός έδρας αποζημίωση, όπως η τελευταία καθορίζεται με απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης (Ερευνών) του Ειδικού Λογαριασμού κάθε χρόνο για όλο το προσωπικό, οι δε δαπάνες αυτές καταβάλλονται σύμφωνα με τα ισχύοντα για τους δημοσίους υπαλλήλους. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι στην ΚΑ/679/22.8.1996 Κ.Υ.Α. δεν προσδιορίζονται ειδικότερα οι δαπάνες ταξιδίου, δηλαδή σε τι συνίστανται και ποιο είναι το ύψος αυτών, εφαρμοστέος τυγχάνει ο τότε ισχύων και αφορών τους  μετακινούμενους εκτός έδρας, με οποιαδήποτε ιδιότητα, με εντολή του Δημοσίου, στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, ν. 2346/1995 «Δαπάνες κίνησης των μετακινούμενων προσώπων με εντολή του Δημοσίου εντός και εκτός της Επικράτειας για εκτέλεσης υπηρεσίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 220), σύμφωνα με τον οποίο (άρθρο 1 παρ. 3) σε αυτές περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η δαπάνη χρήσης ιδιόκτητου μεταφορικού μέσου ή μισθωμένου οχήματος, στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η χρησιμοποίησή τους. Συνεπώς, για το ύψος της χιλιομετρικής αποζημίωσης του μετακινούμενου προσωπικού με ιδιόκτητα μεταφορικά μέσα, στο πλαίσιο της εκτέλεσης έργων που βαρύνουν τον Ειδικό Λογαριασμό του Π.Ι., ισχύει η εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 3 του άνω νόμου 2066219/9816/0022/16.9.1997 «Καθορισμός χιλιομετρικής αποζημίωσης των μετακινουμένων υπαλλήλων για υπηρεσία με ιδιόκτητα μεταφορά μέσα» (ισχύς από 29.9.1997, ΦΕΚ Β΄ 863) απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, η οποία ορίζει τη χιλιομετρική αποζημίωση των μετακινουμένων για την εκτέλεση υπηρεσίας υπαλλήλων με ιδιόκτητα επιβατικά αυτοκίνητα σε τριάντα πέντε (35) δραχμές για κάθε χιλιόμετρο. Άλλωστε, το ύψος της εν λόγω αποζημίωσης – που συνιστά ουσιώδες θέμα – δεν θα μπορούσε να καθοριστεί με απόφαση της Επιτροπής Ερευνών, καθώς τούτο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση προς αυτήν, ως εκ της έλλειψης ειδικής διάταξης των εξουσιοδοτικών νόμων (άρθρο 18 ν. 706/1977 για την Η/3273/27.4.1994 Κ.Υ.Α. και άρθρο 50 ν. 2413/1996 για την ΚΑ/679/22.8.1996 Κ.Υ.Α.) που να το επιτρέπει. Σε κάθε περίπτωση, η ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 4 Βα της ΚΑ/679/22.8.1996 Κ.Υ.Α., σύμφωνα με την οποία «στους μετακινούμενους καταβάλλονται σε βάρος του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του έργου οι δαπάνες ταξιδιού και η ημερήσια εκτός έδρας αποζημίωση, σε δραχμές ή σε συνάλλαγμα, που καθορίζεται με απόφαση της Επιτροπής κάθε χρόνο», παραπέμπει σε απόφαση της Επιτροπής Ερευνών μόνο όσον αφορά στον καθορισμό του ύψους της ημερήσιας εκτός έδρας αποζημίωσης και όχι στις δαπάνες ταξιδίου, καθόσον σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε διαφορετική διατύπωση και συγκεκριμένα θα χρησιμοποιούνταν από το νομοθέτη η λέξη «καθορίζονται» – ώστε να περιλαμβάνονται στο ρυθμιστικό πεδίο της Επιτροπής Ερευνών αμφότερα τα θέματα – αντί της επιλεγείσας «καθορίζεται».

IV. Ο ν. 4186/2013 «Αναδιάρθρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 193/17.9.2013), που τέθηκε σε ισχύ μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, ορίζει στην παρ. 10 του άρθρου 36 υπό τον τίτλο «Ρυθμίσεις περί Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, περί Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων και λοιπές διατάξεις», ότι: «Ο ειδικός λογαριασμός που συστάθηκε με την Η/3273/27.4.1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας (Β΄ 352) και μεταφέρθηκε από την παύση της λειτουργίας του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου στο Ι.Ε.Π., καθώς και οι διατάξεις που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία του καταργούνται. Οι δε δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του θεωρούνται νόμιμες. Τα συγχρηματοδοτούμενα έργα συνεχίζουν να υλοποιούνται από το Ι.Ε.Π.».

Με τη διάταξη αυτή, για την οποία ουδέν αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου του ως άνω νόμου, ο κοινός νομοθέτης επιδιώκει την συλλήβδην αναδρομική νομιμοποίηση παράνομων δαπανών που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του Ειδικού Λογαριασμού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση ή αναφορά σχετικά με την βαρύτητα της πλημμέλειας ή παράλειψης που μεσολάβησε κατά τη διαδικασία ανάληψης ή διενέργειας της εν λόγω δαπάνης, αρκούμενος στο γεγονός και μόνο ότι η δαπάνη αυτή πραγματοποιήθηκε. Έτσι νομιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, δαπάνες του Ειδικού Λογαριασμού για ανύπαρκτη αιτία (λ.χ. πληρωμή σε μη δικαιούχο πρόσωπο) ή καταφανώς άσχετες με τους σκοπούς του Λογαριασμού ή κατά προφανή υπέρβαση, ως προς το ύψος, των ορίων που τίθενται από την κείμενη ουσιαστική νομοθεσία. Με τον τρόπο αυτό η ως άνω διάταξη, λόγω της γενικότητας και καθολικότητας του πεδίου εφαρμογής της, περιορίζει σε σημαντικό βαθμό και άρα ανεπίτρεπτα την κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Συντάγματος αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την άσκηση κατασταλτικού ελέγχου επί του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού και για την εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από πράξεις ή αποφάσεις καταλογισμού σε βάρος των οικείων υπολόγων. Και ναι μεν ανήκει στη ρυθμιστική εξουσία του κοινού νομοθέτη να καθορίσει το περιεχόμενο του ελέγχου που ασκείται επί των λογαριασμών των υπολόγων των Ειδικών Λογαριασμών και τις προϋποθέσεις και διαδικασία για την ανάληψη και διενέργεια των δαπανών τους, πλην όμως από τη στιγμή που έχει ήδη εκφρασθεί η βούληση του νομοθέτη με την καθιέρωση συγκεκριμένου συστήματος ελέγχου των λογαριασμών αυτών και τη θέσπιση συγκεκριμένων προϋποθέσεων για την ανάληψη και διενέργεια των δαπανών τους, κωλύεται, για λόγους δημοσιονομικής νομιμότητας και χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, η μεταγενέστερη και μάλιστα με αναδρομική δύναμη μεταβολή του συστήματος και των προϋποθέσεων αυτών, με απώτερο και μόνο σκοπό την αποφυγή των δυσμενών συνεπειών που συνεπάγεται για τα κατά περίπτωση υπεύθυνα όργανα η διενέργεια μη νομίμων δαπανών, την αποτροπή δηλαδή επιβολής καταλογισμών ή την άρση ήδη επιβληθέντων καταλογισμών σε βάρος των οικείων υπολόγων προς αποκατάσταση των διαχειριστικών ελλειμμάτων που προέκυψαν από τις παράνομες αυτές δαπάνες. Το ότι αυτή είναι η πρόθεση του νομοθέτη συνάγεται από το γεγονός ότι αυτός δεν παρεμβαίνει με πάγιου χαρακτήρα – έστω και αναδρομικές – ρυθμίσεις στη μεταβολή των προϋποθέσεων ανάληψης και διενέργειας των δαπανών του Ειδικού Λογαριασμού, αλλά νομιμοποιεί εκ των υστέρων ήδη πραγματοποιηθείσες παράνομες δαπάνες, για τις οποίες επαπειλείται ή έχει ήδη επιβληθεί καταλογισμός.

Ενόψει αυτών, η ως άνω διάταξη του άρθρου 36 παρ. 10 του ν. 4186/2013 περιορίζει κατά παράβαση του άρθρου 98 παρ. 1 του Συντάγματος σε σημαντικό βαθμό τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την άσκηση ελέγχου επί των λογαριασμών των υπολόγων του Ειδικού Λογαριασμού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και για την εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από τον έλεγχο αυτό και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.

V. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, εκτιμώμενα το καθένα χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Α.Στο πλαίσιο της Ενέργειας 1.1.ε «Επαγγελματικός Προσανατολισμός», που εντάσσεται στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ), εγκρίθηκε με την 302/13.11.1997 απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής Ερευνών του Ειδικού Λογαριασμού του Π.Ι., κατόπιν της από 12.11.1997 αίτησης του εκκαλούντος, που υπογράφεται από τον ίδιο με την ιδιότητά του ως Υπευθύνου της πιο πάνω Ενέργειας, η μετάβασή του σε Πάτρα, Αγρίνιο και Ιωάννινα, κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως 25.11.1997, προκειμένου να συνεργαστεί με τα στελέχη της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και τους εκπροσώπους των φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε θέματα που αφορούν στην υλοποίηση του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Εν συνεχεία, με βάση την 423/11.12.1997 εντολή του εκκαλούντος προς τη Γραμματεία του Ειδικού Λογαριασμού για την πληρωμή των δαπανών μετακίνησής του, εκδόθηκε σε βάρος των πιστώσεων του Ειδικού Λογαριασμού και υπέρ αυτού το 418/1997 χρηματικό ένταλμα πληρωμής, ποσού 97.740 δραχμών, το οποίο εξοφλήθηκε. Από το συνολικό ποσό του εντάλματος, 52.560 δραχμές αφορούσαν στη δαπάνη χιλιομετρικής αποζημίωσης του εκκαλούντος με Ι.Χ. αυτοκίνητο, η οποία υπολογίστηκε σε 60 δραχμές ανά χιλιόμετρο (876 χιλιόμετρα Χ 60 δρχ.), όπως είχε καθορισθεί με την 6/23.10.1997 (θέμα 1ο) απόφαση της Επιτροπής Ερευνών, χωρίς να τύχει εφαρμογής η ισχύουσα κατά το έτος πραγματοποίησης της μετακίνησης 2066219/9816/0022/16.9.1997 Κ.Υ.Α., η οποία καθόρισε τη δικαιούμενη αποζημίωση σε 35 δραχμές ανά χιλιόμετρο. Ενόψει αυτών, με την α΄ προσβαλλομένη (πράξη 184/2013) καταλογίστηκε σε βάρος του εκκαλούντος και υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου  – εις ολόκληρον με άλλα πρόσωπα –  το ποσό των 64,27 ευρώ (21.900 δραχμές), που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας χιλιομετρικής αποζημίωσης (52.560 δρχ.) και εκείνης που πράγματι ο εκκαλών, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δικαιούτο για την πιο πάνω μετακίνηση (30.660 δρχ., ήτοι 876 χιλιόμετρα Χ 35 δρχ.). 

Β. Περαιτέρω, στο πλαίσιο του έργου «Επιμόρφωση Καθηγητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στο Σχολικό Επαγγελματικό Προσανατολισμό (ΣΕΠ) και στη Συμβουλευτική», που εντάσσεται ομοίως στην Ενέργεια 1.1.ε. «Επαγγελματικός Προσανατολισμός», με την Γ2/3340/14.5.1998 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων αποφασίσθηκε η «πραγματοποίηση δύο ημερίδων ενημέρωσης και εργασίας των στελεχών της εκπαίδευσης με θέμα τη γνωστοποίηση του σχεδιασμού που εκπόνησε το ΥΠΕΠΘ για την αναβάθμιση του θεσμού του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού με σκοπό την ενημέρωση των Προϊσταμένων Διευθύνσεων και Γραφείων Δ.Ε., Γραφείων Τ.Ε.Ε. και Σχολικών Συμβούλων Δ.Ε. όλων των ειδικοτήτων». Με την ίδια απόφαση ορίσθηκε ότι οι ημερίδες αυτές θα πραγματοποιούνταν στην Αθήνα στις 28.1.1998 και στη Λεπτοκαρυά Πιερίας στις 11.3.1998, ότι η πρωϊνή συνεδρία αυτών θα διαρκούσε από τις 9:00 π.μ. – 1:30 μ.μ.  και η απογευματινή συνεδρία από 15:30 – 17:30, ότι οι σχετικές δαπάνες που αφορούσαν στην πραγματοποίηση των δύο ημερίδων θα καλύπτονταν από τον Ειδικό Λογαριασμό του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και, τέλος, ότι στις δαπάνες αυτές περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, η «αποζημίωση των επιμορφούμενων για την απασχόλησή τους στις εκτός ωραρίου απογευματινές συνεδρίες», η οποία ορίσθηκε στις «1.500 δρχ. ανά ώρα». Μετά την πραγματοποίηση των παραπάνω ημερίδων, με την 10/11.6.1998 (θέμα 5ο) απόφαση της Επιτροπής Ερευνών, στην οποία συμμετείχε, ως μέλος, ο εκκαλών (βλ. το 284/24.3.2010 έγγραφο του Προέδρου του Π.Ι.), εγκρίθηκε, κατόπιν δικής του εισήγησης, υπό την ιδιότητά του ως Υπευθύνου της Ενέργειας «Επαγγελματικός Προσανατολισμός», η καταβολή ποσού 6.000.000 δραχμών σε βάρος των πιστώσεων του Ειδικού Λογαριασμού, ως δαπάνη συμμετοχής για τις εντασσόμενες στην ως άνω Ενέργεια δύο ημερίδες. Εν συνεχεία, για την πληρωμή των πρόσθετων απολαβών των εκπαιδευτικών που έλαβαν μέρος στα σχετικά σεμινάρια, όπως αυτοί προέκυπταν από σχετικές Καταστάσεις, οι οποίες έφεραν την υπογραφή του εκκαλούντος υπό την πιο πάνω ιδιότητα, εκδόθηκε κατόπιν δικής του εντολής (την οποία συνυπογράφει η Υπεύθυνη του Έργου Μαντώ Μήλιου) το 2708/1998 χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Ειδικού Λογαριασμού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ποσού 954.250 δραχμών, το οποίο εξοφλήθηκε. Όπως δε προκύπτει από τις συνταχθείσες Καταστάσεις, που συνιστούν δικαιολογητικό του ανωτέρω χρηματικού εντάλματος, στους επιμορφούμενους καταβλήθηκε αποζημίωση τριών ωρών για τις απογευματινές συνεδρίες, αντί των δύο ωρών (15:30 έως 17:30) που όριζε η προαναφερθείσα Γ2/3340/14.5.1998 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, δηλαδή καταβλήθηκε σε κάθε δικαιούχο το ποσό των 4.500 δραχμών αντί του ποσού των 3.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να προκύψει επιπλέον καταβληθείσα αποζημίωση συνολικού ύψους 412.500 δραχμών. Ενόψει αυτών, με την β΄ προσβαλλομένη (πράξη 185/2013) καταλογίστηκε σε βάρος του εκκαλούντος και υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου  – εις ολόκληρον με άλλα πρόσωπα –  το ποσό των 1.210,56 ευρώ (412.500 δραχμές), που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας αποζημίωσης των τριών (3) ωρών και εκείνης που αντιστοιχεί σε αποζημίωση δύο (2) ωρών, την οποία οι επιμορφούμενοι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δικαιούνταν.

VI. Ήδη ο εκκαλών προβάλλει ότι τόσο ως μέλος της Επιτροπής Ερευνών του Π.Ι. όσο και ως Υπεύθυνος της Ενέργειας 1.1.ε. «Επαγγελματικός Προσανατολισμός» λειτούργησε καλόπιστα, χωρίς να τον βαρύνει οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα. Ο λόγος αυτός, ως προς το σκέλος του που αφορά στην επίκληση καλοπιστίας, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, καθόσον σε κάθε περίπτωση η συνδρομή αυτής δεν αναιρεί την ευθύνη του ως υπολόγου του Ειδικού Λογαριασμού σε σχέση με τις συγκεκριμένες δαπάνες. Ο ίδιος λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, δια του οποίου προβάλλεται έλλειψη υπαιτιότητας, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι ο εκκαλών, του οποίου η υπαιτιότητα τεκμαίρεται, με συνέπεια να έχει ο ίδιος το βάρος απόδειξης του αντιθέτου, ουδέν στοιχείο επικαλείται ή προσκομίζει προς απόδειξη της έλλειψης υπαιτιότητάς του, την οποία μάλιστα ουδόλως συσχετίζει με ειδικότερη αναφορά στις επίμαχες δαπάνες (64,27 και 1.210,56 ευρώ). Άλλωστε, ο λόγος έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών προβάλλει ότι δεν του παρασχέθηκε το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης (άρθρα 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του ν. 2690/1999) είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον προ της έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων κοινοποιήθηκαν στον εκκαλούντα τα 1/2012 και 2/2012 Φύλλα Μεταβολών και Ελλείψεων (Φ.Μ.Ε.), στα οποία περιέχονται κατά τρόπο σαφή και περιεκτικό όλες οι ελεγκτικές διαπιστώσεις σχετικά με το ύψος και τις αιτίες δημιουργίας των επίμαχων ελλειμμάτων, που απέρρευσαν από την κατά ένα μέρος μη νόμιμη εξόφληση των 418/1997 και 2708/1998 χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής, χωρίς ουδέποτε ο ίδιος να ζητήσει την υποβολή οποιουδήποτε συμπληρωματικού στοιχείου, το οποίο να προκύπτει ότι του αρνήθηκε ο έλεγχος. Μάλιστα τα εν λόγω Φ.Μ.Ε. παρελήφθησαν από τον ίδιο αυτοπροσώπως και συγκεκριμένα στις 27.6.2012 (το Φ.Μ.Ε. 1/2012) και 9.7.2012 (το Φ.Μ.Ε. 2/2012). Περαιτέρω, με την ένδικη έφεση ο εκκαλών προβάλλει ότι το Β΄ Κλιμάκιο έκρινε μη νόμιμες τις συγκεκριμένες δαπάνες με πλημμελή αιτιολογία, ως επίσης και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των Η/3273/27.4.1994 και ΚΑ/679/22.8.1996 Κ.Υ.Α., κατά την έννοια των οποίων η κίνηση του Λογαριασμού, ο έλεγχος και η εντολή πληρωμής ενεργούνται κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις για το Δημόσιο Λογιστικό, ενώ ο μεν καθορισμός του ύψους της χιλιομετρικής αποζημίωσης εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής Ερευνών, η δε «ώρα» υπολογίζεται σε 45 λεπτά, σύμφωνα με τις 104027/26.9.1977 και 83419/22.7.1998 διαταγές του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, εφόσον η αναφορά στην παρ. 3 του άρθρου 7 της ΚΑ/679/22.8.1996 Κ.Υ.Α. ότι επιτρέπεται παρέκκλιση από τις διατάξεις για το Δημόσιο Λογιστικό, αφορά την κίνηση, τον έλεγχο και τις εντολές πληρωμής σε βάρος των πιστώσεων του Λογαριασμού και σε καμία περίπτωση την ουσιαστική νομιμότητα των διενεργούμενων δαπανών. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε στην σκέψη ΙΙΙ της παρούσης, το ζήτημα του καθορισμού της χιλιομετρικής αποζημίωσης εκφεύγει της αρμοδιότητας της Επιτροπής Ερευνών, το μεν λόγω ανεπίτρεπτης υπεξουσιοδότησης προς αυτήν (με το άρθρο 7 παρ. 4 περ. Βα της ΚΑ/679/22.8.1996 Κ.Υ.Α.), το δε λόγω του ότι, σε κάθε περίπτωση, τούτο θα αφορούσε αποκλειστικά στον καθορισμό της ημερήσιας εκτός έδρας αποζημίωσης. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί της διάρκειας της διδακτικής ώρας σε 45 λεπτά, που κατά την άποψή του δικαιολογεί αποζημίωση τριών ωρών στους επιμορφούμενους υπαλλήλους, είναι απορριπτέος, καθόσον η εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση Γ2/3340/14.5.1998 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που περιέχει ειδική ρύθμιση σε σχέση με τις επίμαχες δύο ημερίδες, όχι μόνο δεν αναφέρεται σε διδακτικές ώρες, αλλά αντιθέτως ορίζει ρητά ότι οι απογευματινές συνεδρίες των σεμιναρίων διαρκούν «από 15:30 – 17:30» και η αμοιβή ορίζεται στις 1.500 δρχ. ανά ώρα, άρα αναφέρεται σε ώρες των 60 λεπτών και όχι σε διδακτικές. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί πλημμελούς αιτιολογίας των προσβαλλόμενων πράξεων, πέραν της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται σε τι συνίστανται οι πλημμέλειες της αιτιολογίας, είναι σε κάθε περίπτωση ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον στις προσβαλλόμενες πράξεις αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα οι ελεγκτικές διαπιστώσεις (βλ. ιδίως σελ. 18-21 της πράξης 184/2013 και σελ. 20-23 της 185/2013), που δικαιολογούν τον επιβληθέντα σε βάρος του εκκαλούντος καταλογισμό. Το γεγονός δε ότι οι συγκεκριμένες δαπάνες συνάδουν με τις αρμοδιότητες και την εν γένει αποστολή του Π.Ι. δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, καθόσον με τις προσβαλλόμενες δεν υπήρξε αμφισβήτηση της δυνατότητας των οργάνων του Ειδικού Λογαριασμού να διενεργήσουν τις συγκεκριμένες δαπάνες, αλλά μόνο του ύψους στο οποίο αυτές ανήλθαν, το οποίο υπερέβαινε τα κατά νόμο επιτρεπόμενα όρια. Τέλος, με βάση τα γενόμενα δεκτά στην σκέψη IV της παρούσης, ο λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν απολέσει το νομικό τους έρεισμα, κατ’ εφαρμογή της νομιμοποιητικής διάταξης του άρθρου 36 παρ. 10 του ν. 4186/2013, είναι αβάσιμος. Τούτο, διότι, η εν λόγω διάταξη, η οποία, εφόσον τύγχανε εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα είχε ως αποτέλεσμα, το μεν την εκ των υστέρων ανατροπή των ουσιαστικών ευρημάτων του ελέγχου του Ειδικού Λογαριασμού του Π.Ι., το δε την κατ’ ουσίαν τυπική εκδίκαση της αχθείσας ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου διαφοράς,  εφόσον η μόνη δυνατότητα του Δικαστηρίου θα συνίστατο στο να διαπιστώσει το γεγονός  και μόνο της πραγματοποίησης των συγκεκριμένων δαπανών κατά τη διάρκεια λειτουργίας του Ειδικού Λογαριασμού και να προβεί στην ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων. Κατά συνέπεια, η προαναφερόμενη διάταξη (άρθρο 36 παρ. 10 ν. 4186/2013),  αντίκειται στο άρθρο 98 παρ. 1 του Συντάγματος και είναι, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστη.

VII. Ενόψει αυτών, προκειμένου το Τμήμα να κρίνει οριστικά για το αν οι δαπάνες με τις οποίες καταλογίσθηκε ο εκκαλών εμπίπτουν στη νομιμοποιητική διάταξη του άρθρου 36 παρ. 10 του ν. 4186/2013, πρέπει να παραπέμψει το εν λόγω ζήτημα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος, στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκειμένου αυτή να αποφανθεί περί της συνταγματικότητας ή μη της εν λόγω διάταξης, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό δεν έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ούτε με απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου. Εισηγητής ορίζεται η Σύμβουλος Βασιλική Ανδρεοπούλου  για να αναπτύξει στην Ολομέλεια τη γνώμη του Τμήματος.  Μετά δε την επίλυση του ζητήματος αυτού από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου, το Τμήμα θα επιληφθεί εκ νέου της ένδικης έφεσης.

Για τους λόγους αυτούς

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης. Και

Παραπέμπει στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της διάταξης του άρθρου 36 παρ. 10 του ν. 4186/2013.

Ορίζει εισηγητή τη Σύμβουλο Βασιλική Ανδρεοπούλου, για να αναπτύξει στην Ολομέλεια τη γνώμη του Τμήματος.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2015.

             Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                        Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΠΑΡΕΔΡΟΣ

        ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΛΔΗ                                   ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΚΡΕΠΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ ΔΗΜΑΚΗ – ΦΡΑΓΑΚΗ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 10 Μαρτίου 2015.

                  Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

            ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΛΔΗ                    ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ ΔΗΜΑΚΗ – ΦΡΑΓΑΚΗ