ΕΣ 1988/2013, Ολομ., ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΥΠΟΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΑΠΩΛΕΙΑ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΛΗΣΤΕΙΑΣ ΣΕ ΔΟΥ

ΕΣ Ολομ

1988/2013 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Γεώργιος Κωνσταντάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Αντιπρόεδροι Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Άννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης (εισηγητής), Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Αντώνιος Κατσαρόλης, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού και Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Σύμβουλοι (η Αντιπρόεδρος Φλωρεντία Καλδή και οι  Σύμβουλοι Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Ελένη Λυκεσά, Αγγελική Μυλωνά και Γεωργία Τζομάκα απουσίασαν δικαιολογημένα).

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ :  Διονύσιος Λασκαράτος.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για   να δικάσει την από 15.2.2012 (αριθ. καταθ. 28/17.2.2012) αίτηση για αναίρεση της 3215/2011 οριστικής απόφασης του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Παναγή Σπηλιόπουλου του Χρήστου, κατοίκου Παιανίας Αττικής, οδός Ι. Σ. Αθανασίου 20-22, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Τζουμάκα (ΑΜ ΔΣΑ 9411).

Κ α τ ά   του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη 3215/2011 απόφαση του Ι Τμήματος έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1072/2007 πράξης του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του, υπό την ιδιότητα του υπολόγου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Κορωπίου, το ποσό των 6.352,70 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ισόποσο έλλειμμα που προκλήθηκε, συνεπεία ληστείας, στη διαχείριση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. και περιορίστηκε το ποσό του καταλογισμού σε 3.762,19 ευρώ.

Με την κρινόμενη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του Ι Τμήματος καθό μέρος απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω πράξης του Κλιμακίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, για το αναιρεσίβλητο  Ελληνικό Δημόσιο, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως. Και

Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος   πρότεινε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Αντιπροέδρους Νικόλαο Αγγελάρα, Σωτηρία Ντούνη, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και τους Συμβούλους Άννα Λιγωμένου, Γεωργία Μαραγκού, Σταμάτιο Πουλή και Κωνσταντίνο Εφεντάκη που απουσίασαν λόγω κωλύματος.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα  και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,

Αποφάσισε τα εξής :

Ι.  Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της 3215/2011 οριστικής αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθό μέρος απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1072/2007 πράξης του Α΄ Κλιμακίου, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του με την ιδιότητα του υπολόγου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Κορωπίου το ποσό των 6.352,70 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ισόποσο έλλειμμα που προκλήθηκε, συνεπεία ληστείας, στη διαχείριση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. και περιορίστηκε το ποσό του καταλογισμού σε 3.762,19 ευρώ, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (βλ. τα 2768666 και 2768667 Σειράς Α΄ ειδικά έντυπα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά το βάσιμο του λόγου αυτής που, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, αναφέρεται σε παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις της ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα δημοσιονομική ευθύνη και την μη λήψη υπόψη ουσιώδους ισχυρισμού του που αίρει την ευθύνη του.

ΙΙ.  Σύμφωνα με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη (Σ. άρθρ. 93 παρ. 3) αρχή της αιτιολόγησης των αποφάσεων των δικαστηρίων κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα δικαιολογημένη[g1] . Ως αιτιολογία νοείται η έκθεση πραγματικών περιστατικών, θετικών ή αρνητικών, που είναι στοιχεία της ελάσσονος πρότασης δικανικού συλλογισμού για ζήτημα ουσιώδους εφαρμογής κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Κάθε παράβαση της ως άνω επιταγής συνιστά πλημμέλεια στην αιτιολόγηση της αποφάσεως που την καθιστά αναιρετέα. Ειδικότερα, υπάρχει πλημμέλεια στην αιτιολογία της αποφάσεως αα) όταν η αιτιολογία αυτής είναι γενική και αόριστη, δηλαδή δεν αναφέρει συγκεκριμένα τα πραγματικά περιστατικά από την εκτίμηση των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του, ββ) όταν η αιτιολογία είναι ασαφής, δηλαδή όταν δεν προσδιορίζει σαφώς και πλήρως όλα τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων βασίσθηκε η δικαστική κρίση, γγ) όταν η αιτιολογία είναι συμπερασματική, δηλαδή δεν εκτίθενται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του, αλλά η απόφαση διαλαμβάνει μόνο το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού,        δδ) όταν η αιτιολογία είναι αντιφατική, περιέχει δηλαδή αντιφατικές σκέψεις ως προς την αξία και τη σημασία των ληφθέντων υπόψη υπό του δικαστηρίου πραγματικών περιστατικών για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως και εε) όταν η αιτιολογία είναι ανεπαρκής, δηλαδή δεν δίδει απάντηση πλήρη σε ουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων. Είναι δε ουσιώδεις εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι βάσιμοι όντες άγουν σε αποδοχή του αιτήματος του διαδίκου που τους προβάλλει (Ολομ. Ε.Σ. 2453/2006[g2] ).

ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, το δικάσαν Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα : Ο ήδη αναιρεσείων, δημόσιος υπάλληλος του κλάδου ΔΕ Εφοριακών, είχε τοποθετηθεί από 7.5.1997 υπεύθυνος του Γραφείου Διαχείρισης της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου. Στις 23.1.1998, ημέρα Παρασκευή και ώρα 12.50 μ.μ., κατά τη διάρκεια του ωραρίου συναλλαγών, διεπράχθη ληστεία στην ανωτέρω Δ.Ο.Υ. από δύο άγνωστους δράστες, οι οποίοι εισήλθαν στον τρίτο όροφο του κτιρίου, όπου βρίσκεται η διαχείριση και το ταμείο και με την απειλή όπλου απέσπασαν από το βοηθό ταμία Ανδρέα Σταματάκη, που διενεργούσε εισπράξεις και πληρωμές στο χώρο του ταμείου, το ποσό των 20.616.304 δραχμών, που αντιστοιχούσε στις εισπράξεις της ίδιας ημέρας και στη συνέχεια τον οδήγησαν στο γραφείο διαχείρισης και τον εξανάγκασαν να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο, από το οποίο αφαίρεσαν το ποσό των 5.286.096 δραχμών. Με την 1072/2007 πράξη του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίθηκε ότι από το ως άνω ποσό των 5.286.096 δραχμών ο αναιρεσείων, ως υπόλογος της οικείας διαχείρισης, ευθύνεται για την απώλεια του ποσού των 2.164.681 δραχμών, το οποίο αφορούσε σε εισπράξεις προηγουμένων της ληστείας ημερών που παρέμενε στο χρηματοκιβώτιο του Γραφείου Διαχείρισης, με συνέπεια την αφαίρεσή του από τους ληστές ενώ σύμφωνα με τη 1041851/2438/Δ0016/22.3.1993 διαταγή του Υπουργού Οικονομικών, έπρεπε να το έχει καταθέσει στην Τράπεζα της Ελλάδος και βάσει αυτών ο αναιρεσείων καταλογίστηκε με την εν λόγω πράξη του Α΄ Κλιμακίου με το ποσό των 6.352,70 ευρώ, ισάξιο του ως άνω ποσού των 2.164.681 δραχμών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η υπ’ αυτού ασκηθείσα έφεση, τροποποιήθηκε η ως άνω πράξη του Κλιμακίου και περιορίστηκε το ποσό του σε βάρος του αναρεσείοντος καταλογισμού σε 1.281.966 δρχ. ή 3.762,19 ευρώ, αφού έγινε δεκτός ως βάσιμος ο ισχυρισμός του ότι μπορούσε, δυνάμει της ανωτέρω διαταγής, να διατηρεί στη διαχείρισή του το ποσό του 1.000.000 δρχ. σε κέρματα και χαρτονομίσματα από εισπράξεις προηγούμενων ημερών και ως εκ τούτου δεν ευθύνεται για την απώλεια, συνεπεία της ληστείας, των χρημάτων της διαχείρισής του έως του ως άνω ποσού του 1.000.000 δρχ.. Κατά τα λοιπά όμως η έφεσή του και καθό μέρος αφορούσε το υπόλοιπο ποσό του σε βάρος του καταλογισμού των 3.762,19 ευρώ απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Ειδικότερα το Τμήμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι βάσει της ανωτέρω διαταγής του Υπουργού Οικονομικών μπορούσε να έχει στη διαχείρισή του από εισπράξεις της προηγούμενης μέρας ποσό μέχρι 2.500.000 δρχ. προκειμένου να εξοφλεί χρηματικά εντάλματα σε δικαιούχους από νοσήλεια και σε φαρμακοποιούς και ως εκ τούτου δεν υπάρχει καμία ευθύνη για την απώλεια από τη διαχείρισή του και του υπολοίπου ποσού του σε βάρος του καταλογισμού του 1.281.966 δρχ. με την αιτιολογία ότι τούτο επιτρέπεται μεν κατ’ εξαίρεση πλην όμως ούτε ο ίδιος παρέθεσε συγκεκριμένα στοιχεία ούτε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας προέκυπτε ότι κατά την ημέρα της ληστείας υπήρχε ανάγκη εξόφλησης χρηματικών ενταλμάτων σημαντικού ύψους σε δικαιούχους από νοσήλεια και σε φαρμακοποιούς. Επιπροσθέτως το Τμήμα έκρινε ως αβάσιμο τον ανωτέρω ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι α) με βάση την ανωτέρω διαταγή κατά τις συγκεκριμένες ημέρες που υπάρχει πράγματι ανάγκη εξόφλησης τέτοιων χρηματικών ενταλμάτων θα πρέπει να υπάρχει εντονότερη φρούρηση και επιτήρηση του καταστήματος της Δ.Ο.Υ. γεγονός που βάσει σχετικής αναφοράς στην πορισματική έκθεση της αρμόδιας Οικονομικής Επιθεωρήτριας δεν συνέτρεχε εν προκειμένω και β) η ληστεία έλαβε χώρα στις 23.1.1998, ημέρα Παρασκευή και ώρα 12:50, σύμφωνα όμως με την ανωτέρω διαταγή οι Δ.Ο.Υ. δεν πρέπει να φυλάσσουν στο χρηματοκιβώτιό τους πάνω από 1.000.000 δρχ. όταν μεσολαβεί Σαββατοκύριακο μέχρι την ημέρα της πληρωμής. Περαιτέρω το Τμήμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αλυσιτελή τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί της τηρούμενης πρακτικής στη Δ.Ο.Υ. Κορωπίου καθώς και της ύπαρξης σχετικής εντολής του Προϊσταμένου του Τμήματος Εξόδων της ίδιας Δ.Ο.Υ. που του επέτρεπαν να διατηρεί νομίμως στο ταμείο της διαχείρισής του το ποσό των 2.500.000 δρχ. με την αιτιολογία ότι δεν συνιστούν νόμιμο λόγο άρσης της ευθύνης του αφού τούτο δεν προβλέπεται από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις και εγκυκλίους οδηγίες (απ. 1212/2001 Ι Τμ. και 344/2001 IV Τμ. Ελ. Συν.). Με βάση τις παραδοχές αυτές και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη (ΙΙ) σκέψη, το Τμήμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε την απαιτούμενη εκ του Συντάγματος και των νόμων πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην κρίση στην οποία ήχθη ότι δηλαδή ο αναιρεσείων υπέχει δημοσιολογιστική ευθύνη για το συνεπεία της ληστείας έλλειμμα στη διαχείρισή του στη Δ.Ο.Υ. Κορωπίου στην οποία ήταν υπόλογος και ότι ορθώς καταλογίστηκε το σχετικό ποσό, μετά τον περιορισμό του κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, σε βάρος του. Τούτο δε διότι συνδέει άμεσα το προκληθέν συνεπεία της ληστείας έλλειμμα με ουσιώδεις εκ μέρους του αναιρεσείοντος παρατυπίες και παραλείψεις οι οποίες απετέλεσαν, πέραν βεβαίως του πραγματικού και αδιαμφισβήτητου γεγονότος της ληστείας, βασικές αιτίες πρόκλησής του και οι οποίες εάν είχαν αποφευχθεί  θα είχε αποτραπεί το επελθόν αποτέλεσμα. Οι εν λόγω δε παρατυπίες και παραλείψεις στοιχειοθετούν πλήρως την δημοσιολογιστική ευθύνη του αναιρεσείοντος ως υπολόγου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. για το προκληθέν έλλειμμα αφού συνδέονται με παραβίαση εκ μέρους του των τριών προεκτεθεισών προϋποθέσεων της 1041850/2439/Δ0016/22.3.1993 διαταγής του Υπουργού Οικονομικών βάσει της οποίας κατ’ εξαίρεση και μόνο για συγκεκριμένες ημέρες και με ορισμένες προϋποθέσεις θα μπορούσε να παραμένει στη διαχείριση της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου από εισπράξεις της προηγούμενης μέρας ποσό μέχρι 2.500.000 δρχ., προϋποθέσεις εκ των οποίων καμία, με βάση τα προεκτεθέντα από το Τμήμα πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση. Το Τμήμα επίσης έλαβε υπόψη του και απάντησε ορθώς απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν ευθύνεται λόγω σχετικής πρακτικής και ύπαρξης σχετικής εντολής του Προϊσταμένου του Τμήματος Εξόδων της ίδιας Δ.Ο.Υ., καθόσον οι εγκύκλιες διαταγές του Υπουργείου Οικονομικών, όπως η προαναφερθείσα, είναι γενικής και υποχρεωτικής για όλους τους υπαλλήλους των Δ.Ο.Υ. στους οποίους απευθύνονται εφαρμογής, αποσκοπούν στην διαφύλαξη του δημόσιου συμφέροντος με την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του Ελληνικού Δημοσίου, ερμηνεύονται στενά και όχι διασταλτικά και σε καμία περίπτωση οι εξ αυτών απορρέουσες υποχρεώσεις δεν αναιρούνται ούτε από τηρούμενες πρακτικές ούτε από εντολές προϊσταμένων, όπως αβάσιμα προβάλλει ο αναιρεσείων. Ο ισχυρισμός δε του αναιρεσείοντος ότι δεν ευθύνεται για την μη επαρκή φρούρηση της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου κατά την ημέρα της ληστείας είναι προεχόντως αλυσιτελής διότι η δημοσιολογιστική του ευθύνη για το προκληθέν συνεπεία της ληστείας έλλειμμα θεμελιούται αυτοτελώς στην παραβίαση των δύο άλλων προεκτεθεισών υποχρεώσεων π[g3] ου όριζε η εγκύκλιος διαταγή, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος αφού δεν προκύπτει ούτε ο ίδιος το αμφισβητεί ότι απευθύνθηκε εγγράφως στον Προϊστάμενό του υποβάλλοντάς του σχετικό αίτημα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω το Δικαστήριο άγεται, κατά πλειοψηφία, στην κρίση ότι το δικάσαν Τμήμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την δημοσιολογιστική ευθύνη του αναιρεσείοντος για το καταλογισθέν, μετά τον περιορισμό του, ποσό σε βάρος του, έλαβε δε υπόψη του και απάντησε στους ουσιώδεις ισχυρισμούς αυτού. Ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος με την ένδικη αίτηση λόγος για πλημμελή – ελλιπή αιτιολογία και για μη απάντηση σε ουσιώδη ισχυρισμό είναι αβάσιμος. Κατά την μειοψηφούσα όμως γνώμη των μελών του Δικαστηρίου Ανδρονίκης Θεοτοκάτου, Αντιπροέδρου και Ευάγγελου Νταή, Ασημίνας Σαντοριναίου, Κωνσταντίνας Ζώη, Χριστίνας Ρασσιά, Βασιλικής Σοφιανού και Αγγελικής Πανουτσακοπούλου, Συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το δικάσαν Τμήμα δεν απάντησε στον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής λόγου άρσης της δημοσιονομικής του ευθύνης λόγω της πρακτικής που τηρείτο στη Δ.Ο.Υ. Κορωπίου ως προς το ύψος του χρηματικού ποσού που φυλασσόταν στο χρηματοκιβώτιο και της ύπαρξης σχετικής εντολής του Προϊσταμένου της εν λόγω Δ.Ο.Υ., τον οποίο μάλιστα απέρριψε ως αλυσιτελή, με την αιτιολογία ότι τόσο η τυχόν τηρούμενη στη Δ.Ο.Υ. Κορωπίου πρακτική όσο και η ύπαρξη σχετικής εντολής του Προϊσταμένου του Τμήματος Εξόδων της ίδιας Δ.Ο.Υ. «δεν συνιστούν νόμιμο λόγο άρσης της ευθύνης του εκκαλούντος, αφού αυτό δεν προβλέπεται από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις και εγκυκλίους οδηγίες». Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι ουσιώδης και μπορεί να επηρεάσει την έκβαση της δίκης, αφού επιδρά στο βαθμό υπαιτιότητας του υπολόγου, στο μέτρο που οι εγκύκλιες διαταγές του Υπουργείου Οικονομικών είναι μεν δεσμευτικές για τους υπαλλήλους των Δ.Ο.Υ., πλην όμως με αυτές τίθεται το γενικό πλαίσιο λειτουργίας των εν λόγω Υπηρεσιών, το οποίο στη συνέχεια εξειδικεύεται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε υπηρεσίας, με τις εντολές που απευθύνει στους υφισταμένους του[g4] . Κατά την άσκηση δε των καθηκόντων του, ο οικείος Προϊστάμενος ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των εγκυκλίων διαταγών του Υπουργείου Οικονομικών και κατευθύνει ανάλογα τις ενέργειες των υφισταμένων του, οι οποίοι οφείλουν να συμμορφώνονται προς τις εντολές – οδηγίες του προϊσταμένου τους οργάνου, εκτός αν αυτές είναι προδήλως παράνομες (βλ. και άρθρ. 25 παρ. 3 του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα). Επομένως, κατά τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, ο σχετικός λόγος αναίρεσης έπρεπε να γίνει δεκτός.

IV.  Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η ένδικη αίτηση πρέπει κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η κατάπτωση του παραβόλου αναίρεσης που κατατέθηκε για την άσκησή της υπέρ του Δημοσίου (άρθρ. 61 παρ. 3 και 117 του π.δ. 1225/1981), ενώ κατά τη γνώμη που μειοψήφησε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έπρεπε να γίνει δεκτή.

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την από 15.2.2012 (αριθ. καταθ. 28/17.2.2012) αίτηση του Παναγή Σπηλιόπουλου του Χρήστου, για αναίρεση της 3215/2011 οριστικής απόφασης του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.  Και

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης υπέρ του Δημοσίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις  6 Φεβρουαρίου 2013.