2/2014 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΠΡΟΥΣΑΝΙΔΗ
ΣΟΣ : ΕΥΘΥΝΗ ΥΠΟΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΞΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΣΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΝΑ ΕΞΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ (ΜΕΙΟΨ).
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος,Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης (εισηγητής), Άννα Λιγωμένου, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Koυλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Αγγελική Μυλωνά, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού και Δέσποινα Τζούμα, Σύμβουλοι (ο Αντιπρόεδρος Μιχαήλ Ζυμής και οι Σύμβουλοι Γεώργιος Βοΐλης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Γεωργία Τζομάκα, Κωνσταντίνος Εφεντάκης και Αγγελική Πανουτσακοπούλου απουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ :Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 25 Μαΐου 2010 (αριθ. κατάθ. 277/2010/27.5.2010) αίτηση του Βασιλείου Σερεμέτη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Πειραιώς (οδός Ξανθοπουλίδου 5 και Ξάνθου), για αναίρεση της 1865/2009 απόφασης του ΙV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου Μαριλένας Μουζακίτη (ΑΜ/Δ.Σ.Α. 19612),
κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη και
κ α τ ά του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς (ήδη Περιφέρεια Αττικής), που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ραφαήλ Λισμένη (ΑΜ/Δ.Σ.Πειραιά 2160).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε έφεση του νυν αναιρεσείοντος, Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του τέως Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς, κατά της 529/2005 πράξης του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Με την αίτηση που κρίνεται και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως του ΙV Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, η οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση,
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν.Δ. Πειραιώς (ήδη Περιφέρειας Αττικής), ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση,
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση και
Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε επίσης την απόρριψη της αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως, εκτός από τους Αντιπροέδρους Νικόλαο Αγγελάρα και Ανδρονίκη Θεοτοκάτου και τους Συμβούλους Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Βιργινία Σκεύη και Αγγελική Μαυρουδή που απουσίασαν λόγω κωλύματος.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
Αποφάσισε τα ακόλουθα:
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων, που διετέλεσε Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς, ζητεί την αναίρεση της 1865/2009 απόφασης του ΙV Τμήματος, που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης κατά της 529/2005 πράξης του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία (απόφαση) αυτός καταλογίστηκε, ως υπόλογος, με το ποσό των εκατόν τριών εκατομμυρίων (103.000.000) δραχμών και ήδη τριακοσίων δύο χιλιάδων, διακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (302.274,40 €), που αντιστοιχεί στο έλλειμμα που προκλήθηκε στη διαχείριση του ως άνω Νομαρχιακού Διαμερίσματος, κατά το οικονομικό έτος 2001, από την απώλεια έξι επιταγών. Η αίτηση αυτή, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο αναίρεσης (βλ. τα 1283915, 1283914, 1283916, 1283917, 1283918, 1283919, 1283920, 2554798, 1057032, 1057034, 1057033, 1057035, 1057038, 1057037, 3656980, 10570036 ειδικά έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου, σειράς Α΄), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. Το από 9.10.2013 νομοτύπως υποβληθέν υπόμνημα του αιτούντος, με το οποίο ζητείται η αναβολή της συζήτησης της υπό κρίση αναίρεσής του μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η 5704/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί προεχόντως διότι με αυτό δεν αναπτύσσεται λόγος που περιέχεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, αλλά προβάλλεται αυτοτελής αιτίαση.
ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΔ 496/74 ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΔΟΘΕΙΣΕΣ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ Α. 38 ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΙΣΧΥΟΥΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ Β΄ΒΑΘΜΟΥ ΟΤΑ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΠΟΥ ΤΟ Α. 38 ΑΝΕΣΤΆΛΗ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ Η ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΔΕΝ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΠΡΙΝ.
ΙΙ. Το π.δ. 30/1996 «Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης» (ΦΕΚ 21 Α΄) ορίζει στο άρθρο 89 παρ. 1 ότι: «1. Η ταμιακή υπηρεσία των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων διεξάγεται από ειδική υπηρεσιακή μονάδα» και στο άρθρο 95 ότι: «Με διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κανονίζονται τα θέματα τα σχετικά με τη βεβαίωση των εσόδων, την ανάληψη υποχρεώσεων, την έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων, την ευθύνη και τον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, τη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, τη χρηματική διαχείριση της ταμιακής υπηρεσίας, τη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμιών, τα βιβλία που πρέπει να τηρούν οι ταμιακές υπηρεσίες και γενικά την οικονομική διοίκηση και το λογιστικό των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων. Μέχρι να εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα για το λογιστικό των Ν.Α., εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 496/1974 (ΦΕΚ-204, Α΄), όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και οι διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του». Περαιτέρω, το ν.δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (ΦΕΚ- 204, Α΄) ορίζει στο άρθρο 24 ότι: «1. (…) 6. Διά Κανονισμών Ταμειακής και Λογιστικής Υπηρεσίας, καταρτιζομένων υπό του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικού οργάνου και εγκρινομένων διά κοινών αποφάσεων του εποπτεύοντος Υπουργού και του Υπουργού των Οικονομικών και δημοσιευομένων διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δυναμένων να τροποποιούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, ορίζονται τα της οργανώσεως και λειτουργίας της οικονομικής υπηρεσίας εκάστου Ν.Π.Δ.Δ. ή κατηγορίας τούτων και ιδία: α) Η διάρθρωσις της οικονομικής υπηρεσίας και τα καθήκοντα του προσωπικού αυτής, β) (…)»˙ στο άρθρο 32 παρ. 1 ότι: «Υπόλογοι ν.π.δ.δ. είναι πάντες οι έστω και άνευ νομίμου εξουσιοδοτήσεως διαχειριζόμενοι χρήματα, αξίας, ένσημα ή υλικόν ανήκοντα εις ν.π. ως και πας άλλος εκ του νόμου θεωρούμενος ως υπόλογος ν.π.»˙ στο άρθρο 37 ότι: «Οι υπόλογοι είναι υπεύθυνοι για την ασφάλειαν των εν τη διαχειρίσει των χρημάτων, ενσήμων, αξιών και υλικού εν γένει του ν.π. Ούτοι οφείλουν να τηρούν τους οικείους κανονισμούς ασφαλείας κατά την αποστολήν και παραλαβήν χρημάτων, ενσήμων, αξιών και υλικού ευθυνόμενοι δια πάσαν εκ της μη τηρήσεως των κανονισμών τούτων ζημίαν του ν.π.» και στο άρθρο 38 παρέχεται εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση με προεδρικά διατάγματα των υποχρεώσεων, ευθυνών και καταλογισμών των διαχειριστών, του προϊσταμένου οικονομικής υπηρεσίας ή άλλων υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., οι οποίοι ασκούν αρμοδιότητες με οικονομικό αντικείμενο. Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε το π.δ. 656/1975 «Περί των υποχρεώσεων, ευθυνών και καταλογισμών των οργάνων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.)» (ΦΕΚ-217, Α΄), το οποίο, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, εξακολουθεί να ισχύει παρά την αναστολή ισχύος της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, (άρθρο 38 του π.δ. 496/1974), που δόθηκε με το άρθρο 1 του ν. 578/1977 (ΦΕΚ-106, Α΄), καθ’ όσον η αναστολή της εξουσιοδοτικής διάταξης για το μέλλον δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως και την αναστολή ισχύος των κανονιστικών πράξεων, που εκδόθηκαν βάσει αυτής κατά το διάστημα πριν από την αναστολή, αλλά οι τελευταίες διατηρούνται σε ισχύ, εφόσον δεν απαγγέλλεται από τον νόμο ρητώς η αναστολή ισχύος και αυτών. O αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, υπό την ειδικότερη αιτίαση του ανισχύρου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν από το δικάσαν Τμήμα, υποστηρίζοντας ότι έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη κατά το μέρος που δέχθηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 656/1975, που καθορίζουν τις υποχρεώσεις, τις ευθύνες και τα σχετικά με τον καταλογισμό των οργάνων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και του Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας, εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται και επί των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων (συνακόλουθα και επί των Νομαρχιακών Διαμερισμάτων), παρά την αναστολή της ισχύος της εξουσιοδοτικής αυτού διάταξης (δηλ. του άρθρου 38 του ν.δ. 496/1974) με το άρθρο 1 του ν. 578/1977. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η αναστολή της ισχύος της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 38 του ν.δ. 496/1974 δεν συναπάγεται αυτοδικαίως και την αναστολή ισχύος των κανονιστικών πράξεων που εκδόθηκαν βάσει αυτής κατά το χρονικό διάστημα πριν από την αναστολή, κατά συνέπεια και του π.δ. 656/1974, εφόσον από τον νόμο δεν απαγγέλλεται ρητά η αναστολή ισχύος αυτών (Ολ.Ελ.Συν. 470, 1731/2010 κ.ά.).
ΙΙΙ. Ειδικότερα, το αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη π.δ. 656/1975 ορίζει, στο άρθρο 4, ότι: «Ο διαχειριστής έχει τας ακολούθους υποχρεώσεις: α) Παραλαμβάνει, διασφαλίζει και διαχειρίζεται τα χρήματα, τας αξίας και τα ένσημα εν γένει (…)» και στο άρθρο 6 παρ. 1 και 2 ότι: «1. Ο προϊστάμενος της οικονομικής υπηρεσίας ευθύνεται προσωπικώς (…) ως και δια τον βάσει της παρ. 6 του άρθρου 24 του ν.δ.496/1974 εκδιδόμενο κανονισμό ταμιακής και λογιστικής υπηρεσίας. 2. Ο προϊστάμενος της οικονομικής υπηρεσίας ευθύνεται προσωπικώς και εις ολόκληρον έναντι του νομικού προσώπου δια παν, εν τη διαχειρίσει χρηματικού ή υλικού του νομικού τούτου προσώπου ως και των λογοδοτούντων εις το διοικούν αυτό συλλογικόν όργανον λοιπών επί της εισπράξεως εσόδων οργάνων, διαπιστωθέν έλλειμμα, ένεκα δόλου ή δι’ επιδειχθείσαν υπ’ αυτού αμέλειαν». Εξάλλου, το άρθρο 43 παρ. 1 του π.δ/τος 774/1980 ορίζει ότι: «Το Ελεγκτικόν Συνέδριον αποφαίνεται περί της απαλλαγής από της ευθύνης των ενώπιόν του λογοδοτούντων υπολόγων δια πάσαν απώλειαν, έλλειψιν ή φθοράν χρημάτων ή υλικού ή δικαιολογητικών και παραστατικών πάσης φύσεως, επί τη αιτήσει του υπολόγου ή και αυτεπαγγέλτως (…). Ο αιτούμενος την απαλλαγήν υπόλογος υποχρεούται ν’ αποδείξει την επελθούσαν απώλειαν προς δε ότι δεν βαρύνει αυτόν υπαιτιότης, εφ’ όσον συμμορφωθεί πλήρως προς τα κεκανονισμένα και επιδείξη την εν τοις ιδίοις επιμέλειαν (…)».
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΕΝΟΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ, ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΩΣ ΥΠΟΛΟΓΟΣ, ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΣ ΜΕ ΤΑ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΤΟΥ, ΚΑΤΑ ΤΟ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟ ΣΧΗΜΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Β΄ ΒΑΘΜΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ,
ΙV. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 330, 333, 336 και 342 του Α.Κ., συνάγεται ότι ο προϊστάμενος της οικονομικής υπηρεσίας ενός Νομαρχιακού Διαμερίσματος, ευθύνεται προσωπικά ως υπόλογος, παραλλήλως με τα υφιστάμενά του, κατά το οργανωτικό σχήμα των υπηρεσιακών μονάδων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης β΄ βαθμού, διαχειριστικά όργανα, μέσω των οποίων εκτελούνται οι ταμειακές αρμοδιότητες της οικονομικής υπηρεσίας του Νομαρχιακού Διαμερίσματος. Αυτός υποχρεούται να αποκαταστήσει κάθε έλλειμμα που προέκυψε στη χρηματική διαχείριση του Νομαρχιακού Διαμερίσματος λόγω υπαιτιότητάς του, δηλαδή από δόλο ή αμέλεια που επέδειξε κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑΣ. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ: η υπαίτια αθέτηση των καθηκόντων του ως προϊσταμένου, που εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου. ΕΥΘΥΝΗ ΛΗΨΗΣ ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΟΔΗΓΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ.
Έλλειμμα, δηλαδή έλλειψη χρημάτων, αξιών ή υλικού, δεν προκαλείται μόνο στο πλαίσιο των διαχειριστικών ενεργειών, δηλαδή εισπράξεων και πληρωμών, αλλά και όταν συντρέξουν εξωγενείς προς τη διαχείριση παράγοντες, όπως η κλοπή, που επιφέρουν απώλεια χρημάτων, αξιών ή υλικού της διαχείρισης. Προϋποθέσεις της ευθύνης του προϊσταμένου των οικονομικών υπηρεσιών ως υπολόγου σε περίπτωση δημιουργίας ελλείμματος λόγω απώλειας αποτελούν η υπαίτια αθέτηση των καθηκόντων του ως προϊσταμένου, που εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης του (παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς) και της εμφάνισης του ελλείμματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η αιτία που προκάλεσε το έλλειμμα είχε γενικά την τάση, κατά την κοινή πείρα και λογική, να οδηγήσει σε αυτό, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (πρόσφορη αιτιότητα). Έτσι ο Προϊστάμενος των Οικονομικών Υπηρεσιών, ως επικεφαλής της Οικονομικής Υπηρεσίας, είναι υπεύθυνος για τη λήψη όλων των πρόσφορων, επαρκών και εφικτών μέτρων που ενδείκνυνται από τις περιστάσεις για την εξασφάλιση του αντικειμένου της διαχείρισης που ασκείται στην υπηρεσία του. Στα μέτρα αυτά εντάσσεται, ως σύμφυτη με την άσκηση των καθηκόντων του Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας, τόσο η παροχή προς τους ενεργούντες εν τοις πράγμασι διαχείριση υφισταμένους του των μέσων για την ασφαλή φύλαξη και διακίνηση του διαχειριστικού υλικού, όσο και η παροχή σχετικών οδηγιών και κατευθύνσεων προς αυτούς για τη διασφάλιση του σκοπού αυτού, όπως επίσης και η παρακολούθηση της απαρέγκλιτης και αδιάλειπτης τήρησης των μέτρων αυτών. Σε περίπτωση δημιουργίας τέτοιου ελλείμματος, λόγω απώλειας, η ευθύνη του προϊσταμένου ως υπολόγου εκτείνεται έως τον βαθμό της ελαφράς συγκεκριμένης αμέλειας, που υπάρχει όταν αυτός δεν επιδεικνύει την επιμέλεια που επιδεικνύει κατά τον χειρισμό των δικών του υποθέσεων (εν τοις ιδίοις επιμέλεια). Πάντως, αυτό το μέτρο ευθύνης, με βάση την εν τοις ιδίοις επιμέλεια, είναι αδιάφορο και δεν απαλλάσσει τον υπόλογο όταν εκτείνεται στον βαθμό βαριάς αμέλειας, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του αποκλίνει σημαντικά από τη συμπεριφορά του μέσου ευσυνείδητου και συνετού ανθρώπου, που δρα στον ίδιο με τον ευθυνόμενο (μορφωτικό, επαγγελματικό, πολιτισμικό κ.λπ.) κύκλο και καταβάλλει την αξιούμενη από τις περιστάσεις προσοχή, ώστε να είναι δυνατόν να προβλεφθεί και να αποφευχθεί η εμφάνιση του ελλείμματος. Για να επέλθει περιορισμός της ευθύνης με μέτρο την εν τοις ιδίοις επιμέλεια, πρέπει, αφού κατά το κρατούν σύστημα της νόθου αντικειμενικής ευθύνης του υπολόγου η υπαιτιότητα του Προϊσταμένου των Οικονομικών Υπηρεσιών τεκμαίρεται (Ολ.Ελ.Συν. 959, 1408/2000 κ.ά.), ο ίδιος να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ανυπαρξία της υπαιτιότητάς του και ειδικά ότι επέδειξε την εν τοις ιδίοις επιμέλεια, δηλαδή ότι στον χειρισμό των δικών του υποθέσεων, χωρίς να επιδεικνύει βαριά αμέλεια, πάντως είναι αμελέστερος από τον μέσο συνετό και ευσυνείδητο άνθρωπο και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έλαβε τα απαραίτητα, κατά την κρίση του, μέτρα ασφάλειας. Άλλως, ευθύνεται ακόμα και για ελαφρά αφηρημένη αμέλεια, αποδεχόμενος ότι και στις δικές του υποθέσεις επιδεικνύει τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου. Στην τελευταία περίπτωση, εάν προκληθεί έλλειμμα και διαπιστωθεί ότι ο Προϊστάμενος των Οικονομικών Υπηρεσιών δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα, κατά την κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου που δραστηριοποιείται στον ίδιο επαγγελματικό χώρο, μέτρα για την ασφαλή διακίνηση και φύλαξη του διαχειριστικού αντικειμένου της υπηρεσίας του (χρήματα, αξίες κ.λπ.) ευθύνεται για οποιαδήποτε επελθούσα απώλεια αυτών, η οποία συνδέεται με την ως άνω συμπεριφορά του.
V. Στην υπό κρίση υπόθεση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Το Νομαρχιακό Διαμέρισμα Πειραιώς, με έδρα τον Πειραιά, στεγαζόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο σε κτήριο της οδού Ποσειδώνος 18. Οι Οικονομικές Υπηρεσίες του Νομαρχιακού Διαμερίσματος διαρθρώνονταν σε μια Διεύθυνση και πέντε Τμήματα, μεταξύ αυτών και το Τμήμα Ταμειακής Υπηρεσίας (στο εξής: Ταμειακή Υπηρεσία). Προϊστάμενος της Διεύθυνσης των Οικονομικών Υπηρεσιών (στο εξής: Διεύθυνση Οικονομικών) είχε οριστεί ο αναιρεσείων, στον οποίο, με την 2616/28.7.1999 απόφαση της Νομάρχου Πειραιώς, είχαν ανατεθεί και οι διοικητικές αρμοδιότητες οι αναγκαίες για τη λειτουργία της Υπηρεσίας. Οι πληρωμές από την Ταμειακή Υπηρεσία προς τους διαφόρους δικαιούχους γίνονταν με την έκδοση επιταγών, με τις οποίες χρεώνονταν αντίστοιχοι προς το είδος των δαπανών λογαριασμοί, που είχαν ανοιχθεί και λειτουργούσαν σε βάρος του προϋπολογισμού του Νομαρχιακού Διαμερίσματος στην AlphaBank και την Τράπεζα της Ελλάδος. Με την 9471/30.7.2001 απόφαση της Νομάρχου Μαίρης Σορώτου – Τσανάκη (σχετικές και οι 5542/27.4.2000 και 2072/24.6.1998 προϊσχύσασες όμοιες) ορίστηκαν υπεύθυνοι για την κίνηση των Λογαριασμών Διαθεσίμων Κεφαλαίων και Λογαριασμών Ταμειακής Διαχείρισης του Νομαρχιακού Διαμερίσματος και με την αρμοδιότητα να υπογράφουν επιταγές οι κάτωθι: α) για ποσά μέχρι 5.000.000 δρχ., οι κατονομαζόμενοι στην απόφαση αυτή υπάλληλοι της υπηρεσίας και ο Διευθυντής των Οικονομικών Υπηρεσιών, β) για ποσά από 5.000.001 δρχ. μέχρι 15.000.000 δρχ., οι κατονομαζόμενοι στην ίδια απόφαση υπάλληλοι από κοινού με τον Διευθυντή και τον αναπληρωτή Νομάρχη και γ) για τα μεγαλύτερα ποσά οι ανωτέρω (υπάλληλοι και ο Διευθυντής) με τη σύμπραξη όμως του Νομάρχη Πειραιώς αντί του αναπληρωτή Νομάρχη. Από την ίδια απόφαση συνάγεται ότι για τη χρέωση των λογαριασμών υπεύθυνοι ήταν περισσότεροι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Οικονομικών, όμως στην πράξη κάθε υπάλληλος είχε την ευθύνη ορισμένων μόνο λογαριασμών ως ταμίας και υπόλογος αυτών, οι δε υπόλοιποι υπάλληλοι τους διακινούσαν σε περίπτωση απουσίας αυτών. Συγκεκριμένα, ταμίας του λογαριασμού 259-002002-003396 «Λοιπές δαπάνες» που είχε ανοιχθεί στην Τράπεζα ΑlphaBank ήταν η Ευαγγγελία Μπαλάσκα-Λαλιώτου, η οποία αναπληρωνόταν από τους υπολόγους άλλων λογαριασμών, μεταξύ των οποίων η Μαρία Μαράτου, στην οποία είχε ανατεθεί προφορικά από τον αναιρεσείοντα ο έλεγχος των extraits που εξέδιδε η AlphaBank και η διασταύρωση των στοιχείων αυτών με τις καθημερινές κινήσεις όλων των λογαριασμών. Βοηθός στην εκτέλεση του έργου της Ευαγγελίας Μπαλάσκα-Λαλιώτου ορίστηκε με προφορική εντολή του αναιρεσείοντος η Βιολέττα Σόρρα, νέα και άπειρη υπάλληλος, η οποία είχε προσληφθεί με σύμβαση έργου για την αναδάσωση του όρους Αιγάλεω, αλλά τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Οικονομικών στις 24.5.2001 και από τον Ιούνιο του 2001 στην Ταμειακή Υπηρεσία. Έργο της Βιολέττας Σόρρα ήταν η συμπλήρωση των επιταγών με τα στοιχεία του δικαιούχου του οικείου χρηματικού εντάλματος και τη θέση επ’ αυτών της στρογγυλής σφραγίδας του Νομαρχιακού Διαμερίσματος και της σφραγίδας εξόφλησης, χωρίς όμως δικαίωμα υπογραφής, ο έλεγχος της πληρότητας των δικαιολογητικών του χρηματικού εντάλματος, καθώς και η καταχώριση της εκδοθείσας επιταγής σε ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο, το πινάκιο καταχώρισης των εκδιδόμενων επιταγών. Από το έτος 1999 είχε αποδυναμωθεί η Ταμειακή Υπηρεσία από έμπειρα και ικανά στελέχη, τα οποία είτε απουσίαζαν λόγω αναρρωτικών αδειών, είτε μετακινήθηκαν ή αποσπάστηκαν σε άλλα Τμήματα της Διεύθυνσης Οικονομικών, είτε σε άλλες Διευθύνσεις, χωρίς να αναπληρωθούν ή να αντικατασταθούν, ενώ από τις 2.3.2001 η Ταμειακή Υπηρεσία λειτουργούσε χωρίς Τμηματάρχη, καθώς με απόφαση του ήδη αναιρεσείοντος, Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών, μετακινήθηκε στο τμήμα μισθοδοσίας ο μέχρι τότε Τμηματάρχης της Ταμειακής Υπηρεσίας Νικόλαος Σκουφής, στο πλαίσιο υπηρεσιακών μεταβολών που πραγματοποιήθηκαν με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία της Υπηρεσίας, όπως μνημονεύεται στο προοίμιο της απόφασης αυτής. Για τους λόγους αυτούς, ήδη από το 1999, είχαν γίνει επανειλημμένες αναφορές από υπαλλήλους, απευθυνόμενες είτε στον ίδιο τον αναιρεσείοντα και τότε Προϊστάμενο των Οικονομικών Υπηρεσιών, είτε μέσω αυτού στη Διεύθυνση Διοίκησης της Ν.Α. Πειραιώς, με τις οποίες επισημαίνονταν οι ελλείψεις προσωπικού και οι συνακόλουθες επιπτώσεις στη λειτουργία της Ταμειακής Υπηρεσίας, καθώς και γενικότερα προβλήματα δυσλειτουργίας της υπηρεσίας αυτής (σχετ. οι αναφορές από 5.1.1996 της Σουρμελή και από 14.2.2000 και 21.2.2001 της Μπαλάσκα-Λαλιώτου). Ο εφοδιασμός της Διεύθυνσης Οικονομικών με blocs επιταγών από τις Τράπεζες γινόταν με πρωτοβουλία των διαφόρων ταμιών, ανάλογα με τις ανάγκες και την κίνηση των λογαριασμών. Τα blocs παραλάμβαναν από την Τράπεζα διάφοροι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Οικονομικών, κατόπιν συνεννόησης μεταξύ τους. Περαιτέρω, σχετικά, με τη φύλαξη των επιταγών μετά την παραλαβή τους από την Τράπεζα, εντός του καταστήματος του Νομαρχιακού Διαμερίσματος και ειδικότερα των blocs που αφορούσαν στον λογαριασμό 003396, προέκυψε ότι αυτά φυλάσσονταν σε απλό και ανασφάλιστο ερμάριο της υπολόγου Μπαλάσκα-Λαλιώτου, στο οποίο είχαν πρόσβαση και άλλοι υπάλληλοι, αφού η ίδια συχνά απουσίαζε, κατ’ εντολή του αναιρεσείοντος, σε άλλη υπηρεσία και κατά την απουσία της επιβαλλόταν να εξακολουθεί η πληρωμή των δικαιούχων των χρηματικών ενταλμάτων με την έκδοση επιταγών και σε βάρος του λογαριασμού 003396. Ο ευρύτερος δε χώρος, όπου στεγαζόταν η Διεύθυνση Οικονομικών, δεν παρείχε ιδιαίτερη ασφάλεια για την επί μακρόν φύλαξη των επιταγών, ιδιαίτερα κατά τις μη εργάσιμες ώρες, καθώς ήταν ενιαίος για όλα τα Τμήματα της Διεύθυνσης, με αποτέλεσμα τη μεγάλη συγκέντρωση υπαλλήλων και του συναλλασσόμενου κοινού, καθώς και την έκθεση των επιταγών και του χώρου φύλαξής τους σε πολλά πρόσωπα. Το μοναδικό ασφαλές μέσο φύλαξης ήταν το χρηματοκιβώτιο που υπήρχε στο γραφείο του ήδη αναιρεσείοντος και τότε Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας, στο οποίο όμως φυλασσόταν μόνο η μισθοδοσία και οι συμπληρωμένες επιταγές όχι όμως και τα λευκά blocs επιταγών, για τα οποία δεν κρίθηκε από τον αναιρεσείοντα απαραίτητη η λήψη αυτού του μέτρου. Στις 24.8.2001, ο κλητήρας του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Νικόλαος Σανιδάς, τοποθετημένος λίγες μόνο ημέρες σε αυτό, μετέβη, ύστερα από αίτημα της υπολόγου Μπαλάσκα-Λαλιώτου στην AlphaBank, στο υποκατάστημα της οδού Φίλωνος στον Πειραιά, όπου και παρέλαβε δέκα (10) blocsεπιταγών των 25 φύλλων καθένα, τα οποία και παρέδωσε στην ίδια. Τα ως άνω blocs επιταγών δεν φυλλομετρήθηκαν ούτε κατά την παραλαβή τους από τον Νικόλαο Σανιδά ούτε από την ως άνω υπόλογο. Στις 9.10.2001, περίπου στις 11.30 π.μ., εντοπίστηκε από τη Βιολέττα Σόρρα ότι στο bloc επιταγών Nο 81, από το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός 003396, δεν υπήρχε συνεχής αρίθμηση στα φύλλα των επιταγών, και συγκεκριμένα ενώ είχε κοπεί η επιταγή 9116037, ακολουθούσε η επιταγή Nο 9116039, την οποία έκοβε εκείνη την ώρα. Η Βιολέττα Σόρρα απευθύνθηκε αμέσως στον υπάλληλο που την ημέρα εκείνη αναπληρούσε την απουσιάζουσα κατ’ εντολήν του αναιρεσείοντος Μπαλάσκα-Λαλιώτου, και η οποία προέβη αμέσως στη φυλλομέτρηση του ιδίου blocNο 81, και διαπίστωσε ότι έλειπαν και οι επιταγές Nο 9116046 και 9116027. Στη συνέχεια, η Βιολέττα Σόρρα και η άλλη υπάλληλος απευθύνθηκαν στον αναιρεσείοντα, ως Προϊστάμενό τους, ο οποίος έδωσε εντολή να γίνει ευρύτερος έλεγχος των blocs επιταγών, απ’ όπου διαπιστώθηκε ότι έλειπαν ακόμη τρία (3) φύλλα επιταγών από το bloc επιταγών No 80 και συγκεκριμένα οι επιταγές No 9116006, 9116009 και 9116019. Το bloc επιταγών Νο 80 είχε εξαντληθεί στις 5.10.2001, ημέρα Παρασκευή, η δε χρήση του bloc Νο 81 άρχισε στις 8.10.2001, ημέρα Δευτέρα. Ύστερα από επικοινωνία των υπαλλήλων του Νομαρχιακού Διαμερίσματος με την AlphaBank διαπιστώθηκε ότι από τις προαναφερόμενες έξι (6) επιταγές είχαν εισπραχθεί όλες, πλην της 9116027, η οποία και «μπλοκαρίστηκε». Συγκεκριμένα, είχαν εισπραχθεί: 1) η 9116006-2 επιταγή ποσού 21.230.630 δρχ., στις 25.9.2001, από πρόσωπο ονομαζόμενο Α. Μπόνη, 2) η 9116009-0 επιταγή, ποσού 19.850.970 δρχ. από πρόσωπο ονομαζόμενο Χ. Κολοκούρη, στις 24.9.2001, 3) η 9116019-0 επιταγή, ποσού 19.781.250 δρχ., στις 25.9.2001 από πρόσωπο ονομαζόμενο Χ. Στεργίου, 4) η 9116038-3 επιταγή, ποσού 22.462.976 δρχ., στις 24.9.2001 από πρόσωπο ονομαζόμενο Κ. Αλιμπέρτη και 5) η 9116046-6 επιταγή ποσού 19.674.174 δρχ., στις 25.9.2001, από πρόσωπο ονομαζόμενο Α. Ευαγγελόπουλο. Συνολικά εισπράχθηκαν 103.000.000 δρχ. Ακολούθως, διατάχθηκε από τη Νομάρχη Πειραιώς Ένορκη Διοικητική Εξέταση και υπεβλήθησαν από αυτήν και τον αναιρεσείοντα μηνύσεις κατ’ αγνώστων, διεξήχθη δε σχετική προανάκριση και ανάκριση ενώπιον της Δ΄ Ανακρίτριας Πειραιώς. Με την από 29.9.2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε από τη Δ/νση Εγκληματολογικών Ερευνών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, αποδείχθηκε ότι οι υπογραφές των νομιμοποιούμενων προς υπογραφή των επιταγών υπηρεσιακών οργάνων του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς Ευάγγ. Μπαλάσκα-Λαλιώτου, Δημητρίου Νανούρη και της Νομάρχου Μαίρης Σορώτου-Τσανάκη, είχαν πλαστογραφηθεί, η δε σφραγίδα, από την οποία προήλθαν οι αποτυπώσεις επί των κρίσιμων επιταγών με τη μέθοδο της ψηφιακής φωτομεταφοράς, ήταν διαφορετική, κυρίως κατά το μέγεθος, τη μορφή, τις θέσεις και τις αποστάσεις των παραστάσεων και των συμβόλων τους, από τις στρογγυλές σφραγίδες της Νομαρχίας, ενώ τα πρόσωπα που φέρονταν ως εισπράξαντες τις ως άνω επιταγές ήταν υπαρκτά και τα στοιχεία της ταυτότητάς τους αντιστοιχούσαν πράγματι με εκείνα που είχαν συμπληρωθεί στα σώματα των επιταγών, πλην τα πρόσωπα αυτά δεν είχαν καμία σχέση με την είσπραξη των επίμαχων επιταγών. Κατά το ποινικό τους σκέλος, μετά την άσκηση των μηνύσεων, οι υποθέσεις τέθηκαν στο αρχείο, καθώς οι δράστες της κλοπής, της πλαστογραφίας και της απάτης, αν και διεξήχθη αστυνομική και δικαστική έρευνα, παραμένουν άγνωστοι (σχετ. το 18.5.2004 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών). Περαιτέρω, στο πλαίσιο της διεξαχθείσας Ε.Δ.Ε. διαπιστώθηκαν ως προς τη λειτουργία της Ταμειακής Υπηρεσίας του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς και τα εξής: 1) Οι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Οικονομικών, υπόλογοι των λογαριασμών της Ταμειακής Υπηρεσίας, παρότι η υπηρεσία αυτή είχε σημαντικές ελλείψεις προσωπικού, ήταν επιφορτισμένοι, κατόπιν εντολής του ήδη αναιρεσείοντος, Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών, με το αρχείο της Πολεοδομίας, που βρισκόταν σε άλλο κτήριο από αυτό του Νομαρχιακού Διαμερίσματος και απουσίαζαν περισσότερες της μιας φοράς την εβδομάδα από τα κύρια και απαιτητικά καθήκοντά τους, ως υπολόγων. Ειδικότερα, η υπόλογος του λογαριασμού 00396, σε βάρος του οποίου τελέσθηκε η κλοπή των προαναφερόμενων επιταγών και η εν συνεχεία είσπραξή τους, Ευαγγελία Μπαλάσκα-Λαλιώτου, απουσίαζε συχνά σε διατεταγμένη υπηρεσία για τον λόγο αυτό από το Ταμείο. Κατά τον χρόνο απουσίας της η διαχείριση των blocs επιταγών γινόταν από άλλους υπαλλήλους, αφού οι συναλλαγές σε βάρος του αντίστοιχου λογαριασμού δεν διακόπτονταν. Το χρηματοκιβώτιο που βρισκόταν στο γραφείο του αναιρεσείοντος χρησιμοποιείτο μόνο για τη φύλαξη των συμπληρωμένων επιταγών και της μισθοδοσίας, ποτέ όμως για τη φύλαξη λευκών blocs επιταγών που κατείχαν οι υπόλογοι. 2) Απαραίτητο στοιχείο για την εξασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής της ταμειακής υπηρεσίας ήταν η διασταύρωση των εγγραφών των extraits των Τραπεζών όλων των λογαριασμών με τις εγγραφές εξόφλησης των επιταγών, που προέκυπταν από τα πινάκια καταχώρισης εξοφλημένων επιταγών. Όμως, η παραλαβή των extraits από τις Τράπεζες και ειδικά από την AlphaBank, στην οποία τηρούνταν λογαριασμοί μεγάλης κίνησης, δεν γινόταν καθημερινά, παρότι τούτο είχε εκτιμηθεί ως αναγκαίο στοιχείο της σχετικής σύμβασης που επιδιώχθηκε να συναφθεί μεταξύ της Τράπεζας και του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς, η οποία όμως δεν υπεγράφη ποτέ. Αντίθετα, η παραλαβή των extraitsγινόταν ευκαιριακά και σε άτακτα χρονικά διαστήματα, με πρωτοβουλία της Μαρίας Μαράτου και χωρίς να υπάρχει ορισμένος υπάλληλος, επιφορτισμένος με το καθήκον αυτό, με αποτέλεσμα η διασταύρωση των extraits να μην είναι ποτέ επίκαιρη. Χαρακτηριστικό τούτου είναι ότι τα extraits για τις ημερομηνίες 24 και 25.9.2001, κατά τις οποίες εισπράχθηκαν οι κλαπείσες επιταγές, παρελήφθησαν από την Μαρία Μαράτου στις 3.10.2001. 3) Καθήκοντα βοηθού ταμία εκτελούσε, κατ’ εντολή του ήδη αναιρεσείοντος, η προσωρινά απασχολούμενη και άπειρη Βιολέττα Σόρρα, η οποία διεκπεραίωνε όλη τη διαδικασία εξόφλησης των Χ.Ε. από τη συμπλήρωση των σχετικών επιταγών μέχρι την αποκοπή τους από το bloc, ενώ οι αρμόδιοι για την έκδοση των επιταγών υπόλογοι μόνο τις υπέγραφαν, μάλιστα δε συχνά παραλείποντας οποιοδήποτε άλλο έλεγχο, όπως του χρηματικού εντάλματος, του οικείου bloc, της καταχώρισης της επιταγής στο πινάκιο επιταγών. Εξάλλου, ούτε η βοηθός ενημέρωνε, ως όφειλε, ταυτόχρονα με την έκδοση κάθε επιταγής, το πινάκιο (βιβλίο) καταχώρισης εξοφλημένων επιταγών, καταχωρίζοντας κάθε εκδιδόμενη επιταγή, ενέργεια, που αποσκοπεί στον άμεσο έλεγχο των εκδιδόμενων από το Ταμείο επιταγών, ώστε ελέγχοντας τη συνέχεια στη ροή των καταχωρίσεων να μπορεί να διαπιστωθεί αμέσως τυχόν απώλεια φύλλου επιταγής, όπως άλλωστε συνέβη και με τον τυχαίο εντοπισμό της απώλειας των επιταγών, που διαπιστώθηκε ύστερα από παρατήρηση από τη Σόρρα της συνέχειας της καταχώρισης των επιταγών στο σχετικό πινάκιο καταχωρίσεων. Εξάλλου, η Μαράτου αναφέρει ότι «στα βιβλία επικρατούσε κάποια αταξία» και η Σόρρα ότι το ταμείο δεν «έκλεινε» καθημερινά. 4) Ως προς τη φύλαξη γενικά των βιβλίων καταχώρισης των επιταγών διαπιστώθηκε ότι την εβδομάδα που ανακαλύφθηκε η κλοπή των επιταγών, τα βιβλία αυτά (πλην αυτού του λογαριασμού 003396) με εντολή του αναιρεσείοντος είχαν δοθεί για να φωτοτυπηθούν σε «κάποιον» βιβλιοπώλη, εκτός του κτηρίου του Νομαρχιακού Διαμερίσματος. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι μετά την κλοπή βρέθηκαν αχρησιμοποίητα ή «μισοτελειωμένα» blocs από το 1997, γεγονός που καταδεικνύει αδιαφορία για την ασφαλή φύλαξη των επιταγών, όταν μάλιστα ο προσφορότερος τρόπος για την αποφυγή ή τουλάχιστον τη μείωση του κινδύνου απωλείας τους, ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν στο Νομαρχιακό Διαμέρισμα, ήταν η όσο το δυνατόν βραχύτερη παραμονή των blocs εντός του καταστήματος αυτού. 5) Τέλος, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την έκδοση εσωτερικών οδηγιών και κανονισμών ως προς την εύρυθμη και ασφαλή λειτουργία της Διεύθυνσης Οικονομικών και τη γενικότερη άσκηση ελέγχου λειτουργίας αυτής, που αρμόδιος ήταν ο αναιρεσείων (σχετ. η 2616/26.7.1999 απόφαση της αρμόδιας Νομάρχου, στην οποία ορίστηκε ότι «Ο Δ/ντής ασκεί όλες τις διοικητικές αρμοδιότητες που απαιτούνται για τη λειτουργία της υπηρεσίας»), από τις καταθέσεις των εξετασθέντων κατά την ως άνω Ε.Δ.Ε, προέκυψαν τα εξής: Οδηγίες και κανονισμοί δεν υπήρχαν και ουδέποτε ο εν λόγω Προϊστάμενος εξέδωσε οποιοδήποτε σχετικό (εσωτερικό) κανονισμό ή οδηγία, εγγράφως ή προφορικά, ούτε ενημέρωσε έστω τους υπαλλήλους σχετικά με τις υποχρεώσεις τους για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της Διεύθυνσης, ούτε άσκησε έλεγχο για να εξακριβώσει τον τρόπο που λειτουργούσε η υπηρεσία που προΐστατο και εάν η διακίνηση του δημόσιου χρήματος γινόταν με ασφάλεια. Η οποιαδήποτε ενημέρωση των υπαλλήλων γινόταν ατύπως, από υπάλληλο σε υπάλληλο, αν και ο ίδιος ο αναιρεσείων στην από 6.11.2001 κατάθεσή του αναφέρει ότι καθημερινά έδινε προφορικές οδηγίες στους υπαλλήλους και προέβαινε σε συχνούς δειγματοληπτικούς ελέγχους. Τέλος, όπως επισημαίνεται στο από 14.1.2002 πόρισμα της Ε.Δ.Ε. «η κλοπή δεν θα είχε συμβεί στο χώρο της Νομαρχίας (ή θα ήταν πολύ δύσκολο να συμβεί) εάν μετά την παραλαβή (…) τα αποθήκευαν σε ασφαλισμένο χώρο, είτε αυτός ήταν το χρηματοκιβώτιο στο Γραφείο του Δ/ντου είτε αυτός ήταν στο ντουλάπι της υπολόγου (…) στο οποίο θα έπρεπε να υπάρχει κλειδαριά ασφαλείας (…) Παράλληλα, (…) θα έπρεπε ο προϊστάμενος (…) να δώσει τη δέουσα προσοχή και προτεραιότητα στην εξέταση των αιτημάτων και επισημάνσεων των υπολόγων που είχαν σχέση με τη διασφάλιση του υλικού (π.χ. μπλοκ επιταγών) και των εγγράφων οικονομικού χαρακτήρα που διακινούσαν, να λάβει μέτρα για την διασφάλιση των αχρησιμοποίητων μπλοκ επιταγών ή να δώσει σαφείς οδηγίες προς όλους τους υπολόγους να λάβουν τέτοια μέτρα, εάν οι ίδιοι δεν είχαν αντιληφθεί την ευθύνη τους ως προς τη διασφάλιση και τη χρήση τέτοιου υλικού να ελέγχει περιοδικά κατά πόσο οι οδηγίες του εφαρμόζονταν ή όχι». Κατόπιν των προεκτεθέντων, σε σχέση με τη λειτουργία της Διεύθυνσης Οικονομικών και ειδικότερα της Ταμειακής Υπηρεσίας του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς, δηλαδή Υπηρεσίας σημαντικής για την ασφαλή διακίνηση του δημόσιου χρήματος, μάλιστα δε σε ένα Νομαρχιακό Διαμέρισμα με πληθώρα και ποικιλία συναλλαγών, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η οργάνωσή της ήταν εξαιρετικά πλημμελής, χωρίς επαρκή και ικανή στελέχωση, χωρίς ενιαίο συντονισμό και έλεγχο, η δε αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανέκυπταν κατά τη λειτουργία της Υπηρεσίας αντιμετωπίζονταν από τους υπαλλήλους εκ των ενόντων και αποσπασματικά, δεδομένου ότι ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης, και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είχε την κύρια και πρωταρχική ευθύνη για την λήψη όλων των μέτρων εύρυθμης λειτουργίας της Υπηρεσίας όχι μόνο δεν έλαβε κανένα μέτρο για την εξασφάλιση της ορθής λειτουργίας αυτής και τη διασφάλιση συγχρόνως του διαχειριστικού της αντικειμένου, παρά τις επισημάνσεις των υφισταμένων του, αλλά αγνοούσε και τον τρόπο εσωτερικής λειτουργίας αυτής. Τούτο αποδεικνύεται και απ’ όσα ο ίδιος κατέθεσε. Ειδικότερα, στην από 6.11.2001 κατάθεσή του, κατά τη διενεργηθείσα Ε.Δ.Ε., αναφέρει ότι τα blocs επιταγών από το 1995 παραλάμβαναν οι υπόλογοι, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει ότι τα παραλάμβαναν και άλλοι υπάλληλοι, και χωρίς αυτοί να διαθέτουν καμία σχετική ενημέρωση και εμπειρία. Στην ίδια κατάθεση, για το κατά πόσον ασκούσε δειγματοληπτικό έλεγχο ως προς την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων των υφισταμένων του, αυτός ανέφερε: «Με πάσα ειλικρίνεια έχω αναφέρει και προηγουμένως ότι δεν παρενέβαινα σε αυτή τη διαδικασία, ποτέ δεν έπιασα bloc επιταγών στα χέρια μου και ποτέ δεν φυλλομέτρησα αυτό». Διαψεύδεται, έτσι, ο ισχυρισμός του για άσκηση συχνών δειγματοληπτικών ελέγχων, ο ίδιος μάλιστα ομολογεί ότι στη διαδικασία πληρωμής των δικαιούχων με επιταγές, τη μόνη δηλαδή διαδικασία πληρωμής που ίσχυε στο Νομαρχιακό Διαμέρισμα, αυτός δεν παρενέβαινε, παρότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, είχε αρμοδιότητα να συνυπογράφει οποιουδήποτε ποσού εκδιδόμενες επιταγές. Στην ίδια ως άνω κατάθεση αναφέρει: «Γνώριζα ότι κλειδώνουν τα συρτάρια [των υπαλλήλων] από τα πρώτα χρόνια και στη συνέχεια αργότερα. Άλλωστε, ουδέποτε μου ζητήθηκε από υπαλλήλους να φυλάξω ή να μεριμνήσω για τη φύλαξη των blocs προσωπικά, ούτε η Πολιτική Ηγεσία μου έδωσε εντολή (…). Ούτε και εγώ σκέφθηκα ότι μπορεί να συμβεί κάτι κακό»˙ και στη συνέχεια αναφέρει ότι: «Αυτό που γνώριζα το ανέφερα και προηγουμένως, κλείδωναν τα blocs στα συρτάρια τους. Δεν γνωρίζω ότι τα κλειδώνουν σε ξύλινα ντουλάπια ούτε ότι το κλειδί της ντουλάπας της υπαλλήλου Λαλιώτου το είχε χάσει» και ότι: «(…) υπήρχε χρηματοκιβώτιο στην Υπηρεσία μέσα στο χώρο του γραφείου μου (…) ουδέποτε υπάλληλος ή κάποιος από την Πολιτική Ηγεσία (…) μου ζήτησαν ή μου υπέδειξαν αντίστοιχα να φυλάσσονται οι επιταγές σε αυτό». Αγνοούσε, δηλαδή, ο αναιρεσείων, αν και ήταν ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Οικονομικών, τον χώρο που φυλάσσονταν οι επιταγές και αν αυτός ήταν ασφαλής, αλλά ούτε και τον απασχόλησε η ασφάλεια αυτών, ώστε και χωρίς υπόδειξη -που άλλωστε δεν χρειαζόταν να του γίνει, αφού ήταν ο κυρίως και προσωπικώς υπεύθυνος για την εύρυθμη λειτουργία της Ταμειακής Υπηρεσίας- να φροντίσει για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διασφάλιση των επιταγών με τα μέσα που διέθετε η Υπηρεσία, όπως ήταν η χρησιμοποίηση του χρηματοκιβωτίου που βρισκόταν στο γραφείο του. Από την απάντηση του ανωτέρω Προϊσταμένου, κατά την Ε.Δ.Ε., συνάγεται ότι αγνοούσε ο,τιδήποτε είχε σχέση με την παραλαβή και διακίνηση από την Τράπεζα των extraits και μόνο μετά την αποκάλυψη της κλοπής πληροφορήθηκε τα περί υποχρέωσης της Τράπεζας για αποστολή των extraits, αλλά της μη υπογραφής της σχετικής σύμβασης. Το όλο πρόβλημα των extraits αντιμετωπίστηκε από τον αναιρεσείοντα με αδιαφορία, αν και η δυσλειτουργία της διασταύρωσης των στοιχείων του είχε επισημανθεί από την Μαράτου. Εν τέλει και σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της Ταμειακής Υπηρεσίας του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς, δίδεται η εικόνα μιας αποδιοργανωμένης και ακέφαλης Υπηρεσίας, η οποία λειτουργούσε «κατά τύχην», δημιουργώντας αυξημένη επικινδυνότητα για την διασφάλιση του δημόσιου χρήματος, γεγονός που ασφαλώς γνώριζαν οι διαπράξαντες την κλοπή των επιταγών, που ακριβώς εξαιτίας της αποδιοργάνωσής της και της ανυπαρξίας ελεγκτικών μηχανισμών αυτή καθυστέρησε να διαπιστωθεί, και μάλιστα τυχαία, ενώ οι δράστες της παραμένουν άγνωστοι. Κατόπιν των ανωτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ότι ο αναιρεσείων, ως Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς, κατέστη εκ του νόμου (dejure) υπόλογος (κατ’ άρθρο 6 παρ.2 π.δ/τος 656/1975, το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά τα προεκτεθέντα) και ευθύνεται για κάθε έλλειμμα που προκαλείται στη διαχείριση της Υπηρεσίας του, άρα και λόγω απώλειας, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση που οφείλεται σε πράξη ή παράλειψή του λόγω δόλου ή αμελείας του.
VI. Ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διεπουσών την επίδικη έννομη σχέση διατάξεων των άρθρων 32, 37 και 38 του ν.δ. 496/1974, 4 και 6 του π.δ. 656/1975, 43 του π.δ. 774/1980, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 330, 333, 336 και 342 του Α.Κ., κατά το μέρος που δέχθηκε ότι ευθύνεται ο αναιρεσείων, ως υπόλογος, για την απώλεια αξιών (επιταγών) της οικείας διαχείρισης, με την αιτιολογία δεν μετείχε στη διαχειριστική διαδικασία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η αναιρεσιβαλλομένη, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων που διέπουν την επίδικη έννομη σχέση, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ότι αναιρεσείων δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις που επέβαλε η άσκηση των αρμοδιοτήτων του, ως Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιώς, για αποτροπή της απώλειας των απωλεσθεισών επιταγών, μολονότι η φύλαξη αυτών είχε ανατεθεί σε υπάλληλο της ως άνω Υπηρεσίας.
Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΟΥ ΔΕΝ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΛΛΆ ΟΤΙ ΤΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΕΥΘΥΝΗΣ= ΕΞΟΥΣΙΑ ΝΑ ΟΡΙΖΕΙ ΜΕ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ.
Και τούτο διότι η ευθύνη του, ως υπολόγου, δεν εξαρτάται από τη φυσική εξουσίαση του αντικειμένου της διαχείρισης, αλλά θεμελιώνεται στο γεγονός ότι το διαχειριστικό αντικείμενο βρισκόταν στον χώρο της κυρίαρχης διαχειριστικής του ευθύνης, ως Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, υπό την έννοια ότι είχε την υποχρέωση να δημιουργήσει με την παροχή οδηγιών, υλικών μέσων και με την άσκηση εποπτείας τις κατάλληλες συνθήκες για την ασφαλή διακίνηση και φύλαξη του αντικειμένου της διαχείρισης. Αν και κατά τη γνώμη του Αντιπροέδρου Ευάγγελου Νταή και των Συμβούλων Χρυσούλας Καραμαδούκη και Μαρίας Βλαχάκη, ο αναιρεσείων δεν έχει ευθύνη υπολόγου αναφορικά με την αποκατάσταση του επίδικου ελλείμματος, που προέκυψε από την απώλεια των προαναφερόμενων επιταγών. Και τούτο, διότι αυτός, ανεξαρτήτως του αν υπέπεσε σε παραλείψεις ως προς την άσκηση των διοικητικών του καθηκόντων και αν η συμπεριφορά του αυτή ήταν υπαίτια, δεν είχε οποιαδήποτε φυσική εξουσίαση των blocs των επιταγών, την ευθύνη παραλαβής, φύλαξης και συμπλήρωσης των οποίων είχαν αποκλειστικά οι σχετικώς ορισθέντες υπόλογοι – διαχειριστές. Άλλωστε, το γεγονός ότι άσκησε πλημμελώς τις αρμοδιότητές του για εποπτεία της διαδικασίας πληρωμών με επιταγές και των προσώπων που μετείχαν στη διαδικασία αυτή δεν αρκεί για να προσδώσει σ’ αυτόν την ιδιότητα του dejure υπολόγου κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του π.δ/τος 656/1975, ούτε του αναμειχθέντος στη διακίνηση των blocs των επιταγών και άρα του defacto υπολόγου ή συνευθυνόμενου για τη δημιουργία του επίμαχου ελλείμματος. Συνεπώς, ανεξάρτητα από τυχόν αστική ευθύνη του αναιρεσείοντος, λόγω της ως άνω πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του ως Προϊσταμένου των Οικονομικών Υπηρεσιών, προς ανόρθωση της ζημίας που προκλήθηκε από την απώλεια των επίμαχων επιταγών, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικώς βασίμως προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και περαιτέρω κατά παραδοχή της έφεσής του να ακυρωθεί η καταλογιστική πράξη του Β΄ Κλιμακίου, που εκδόθηκε εις βάρος του. Πλην όμως η γνώμη αυτή δεν κράτησε.
ΑΚΡΟΑΣΗ ΜΕ ΦΜΕ
VΙI. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση νόμου, κατά το μέρος που έγινε δεκτό ότι αυτός στερήθηκε το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον πριν από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης από το Ελεγκτικό Συνέδριο προβλέπεται, από τα άρθρα 154 και 159 παρ. 1 του Π.Δ. 1225/1981 (Α΄ 304), η αποστολή φύλλου μεταβολών και ελλείψεων (Φ.Μ.Ε.) στα πρόσωπα που, ως υπόλογοι, φέρονται βαρυνόμενοι με την πρόκληση ελλείμματος, προκειμένου αυτοί να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες, να επιφέρουν στους λογαριασμούς και τα βιβλία τους τις ενδεικνυόμενες διορθώσεις ή άλλως να αναπληρώσουν την καταδεικνυόμενη έλλειψη, τάσσοντας προς τούτο προθεσμία όχι ανώτερη των 15 ημερών, καθόσον το δικάσαν Τμήμα κρίνοντας ότι ο τύπος αυτός της διαδικασίας τηρήθηκε με την κοινοποίηση στον αναιρεσείοντα Φ.Μ.Ε., με το οποίο αυτός κλήθηκε να αποκαταστήσει το έλλειμμα, ορθά τις σχετικές περί του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης ερμήνευσε και εφάρμοσε (Ολ.Ελ.Συν. 192/2010, 643/2009, 2445/2007 κ.ά.)
VΙII. Τέλος, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 του π.δ. 656/1975, κατά το μέρος που έγινε δεκτό ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των πράξεων του αναιρεσείοντος και της απώλειας των επιταγών. Η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί τον αιτιώδη σύνδεσμο ως εξής: Ο αναιρεσείων ήταν έμπειρος υπάλληλος, καθόσον υπηρετούσε στο Δημόσιο και μάλιστα σε Κεντρικές Υπηρεσίες από το έτος 1981 και από το 1995 ως Προϊστάμενος των Οικονομικών Υπηρεσιών και είχε επαρκή μόρφωση, αφού ήταν κατηγορίας ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού με βαθμό Α΄- Διευθυντή. Δεν ανταποκρίθηκε, όμως, στις υποχρεώσεις που επέβαλε η άσκηση των αρμοδιοτήτων του ως Προϊσταμένου Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών για την αποτροπή απώλειας των επιταγών, καθόσον παρέλειψε να εκδώσει (ούτε προώθησε την έκδοση από τα αρμόδια όργανα του Νομαρχιακού Διαμερίσματος) οποιοδήποτε εσωτερικό κανονισμό ή σαφείς οδηγίες, τακτικές και επίκαιρες, έγγραφες ή προφορικές, για την καθοδήγηση, ενημέρωση και τον συντονισμό των υπαλλήλων της Διεύθυνσής του σχετικά με την εύρυθμη και ασφαλή παροχή υπηρεσιών και για τη λειτουργική κατανομή καθηκόντων, ώστε να είναι ευχερές για τον ίδιο να ελέγχει την ασκούμενη διαχείριση. Ειδικότερα, παρέλειψε οποιαδήποτε οδηγία σχετικά με τη διαδικασία παραλαβής των blocs επιταγών από την Τράπεζα, προς τους αποκλειστικά αρμόδιους προς τούτο υπαλλήλους. Ενδεικτικά, επισημαίνεται ότι ουδέποτε κατέστησε αναγκαίο να εξαντλείται κάθε blocεπιταγών πριν από τη χρήση καινούριου, την ανάγκη να φυλλομετρούνται κατά την παραλαβή τους οι επιταγές, ούτε τη σημασία της ταυτόχρονης με την χρήση κάθε επιταγής καταχώρισής της στο πινάκιο εκδιδόμενων επιταγών. Το δε από 22.3.1999 οργανόγραμμα που συνέταξε για τη «διαρθρωτική οργάνωση και λειτουργία διεύθυνσης οικονομικών υπηρεσιών του νομαρχιακού διαμερίσματος Πειραιώς» αναφέρεται γενικά και συνοπτικά στη διάρθρωση και τις αρμοδιότητες κάθε Τμήματος της Διεύθυνσης, όπως και της Ταμειακής Υπηρεσίας, χωρίς να ρυθμίζει οποιαδήποτε λεπτομέρεια σχετικά με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων από τους υπαλλήλους. Επίσης, παρέλειψε να ασκήσει οποιοδήποτε έλεγχο του αντικειμένου ευθύνης του, δηλαδή των διαδικασιών διακίνησης του δημόσιου χρήματος και τήρησης των σχετικών λογαριασμών, τις οποίες, καθ’ ομολογίαν του μάλιστα, αγνοούσε. Δεν έλαβε δε καμιά μέριμνα για τον τακτικό και επίκαιρο έλεγχο των extraits κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών. Περαιτέρω, παρέλειψε να λάβει τα όσο το δυνατόν πρόσφορα, εφικτά και επαρκή εν προκειμένω μέτρα φύλαξης των επιταγών, μέσω των οποίων διακινούνταν υπέρογκα ποσά, διαθέτοντας πρωτίστως το χρηματοκιβώτιο της Υπηρεσίας, που βρισκόταν στο γραφείο του και χειριζόταν ο ίδιος, παρόλο που είχε ζητηθεί αυτό από τους υφισταμένους του, ενώ παράλληλα επέδειξε αδιαφορία για την ασφαλή διακίνηση διαχειριστικών στοιχείων (ροή εισερχόμενων και εκδιδόμενων επιταγών, παραλαβή και μεταφορά τους κ.λπ.). Μετά δε τη μετακίνηση του Τμηματάρχη Νικολάου Σκουφή από το ήδη αποδυναμωμένο από προσωπικό Τμήμα Ταμειακής Υπηρεσίας, δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την τοποθέτηση νέου Τμηματάρχη, αφήνοντας το εν λόγω Τμήμα χωρίς αντίστοιχο προϊστάμενο και συνεπώς χωρίς έλεγχο, τον οποίο δεν άσκησε ούτε ο ίδιος, ως Διευθυντής. Τέλος, τοποθέτησε την άπειρη και ανεπαρκή για την άσκηση ενός τόσο σημαντικού έργου υπάλληλο Βιολέττα Σόρρου, ως μοναδική βοηθό της υπολόγου Ευαγγελίας Μπαλάσκα-Λαλιώτου, χωρίς μάλιστα να δώσει σε αυτήν, έστω και προφορικά, οποιαδήποτε οδηγία για την εκτέλεση του έργου της. Για τις ανωτέρω παραλείψεις, είχαν υποβληθεί σ’ αυτόν πολλές γραπτές αναφορές όχι μόνο από την Ευαγγελία Μπαλάσκα-Λαλιώτου, αλλά και από άλλες υπαλλήλους, όπως τη Σουρμελή (σχετ. οι από 28.7.1995 και 5.1.1996 αναφορές), αλλά και προφορικές αναφορές, όπως από την Μαρία Μαράτου, ειδικώς για την παραλαβή των extraits. Η περιγραφόμενη ως άνω παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος είναι υπαίτια οπωσδήποτε σε βαθμό ελαφράς αφηρημένης αμέλειας, η συνδρομή της οποίας ερευνάται, εν προκειμένω (ενόψει του ότι ο ανωτέρω ούτε επικαλείται ούτε αποδεικνύει ελαφρά συγκεκριμένη αμέλεια), καθόσον εμπίπτει στις δυνατότητες του μέσου συνετού και ευσυνείδητου προσώπου που έχει οριστεί Προϊστάμενος Διεύθυνσης Οικονομικής Υπηρεσίας, με την ίδια εμπειρία και μόρφωση με αυτόν, η πρόβλεψη ότι η αθέτηση όλων των ως άνω υποχρεώσεών του, οι οποίες επιβάλλονται από την ιδιότητα του Προϊσταμένου της ως άνω Υπηρεσίας και υπολόγου που του προσδίδει ο ίδιος ο νόμος, θέτει σε σοβαρή διακινδύνευση το διακινούμενο μέσω της Υπηρεσίας που διευθύνει δημόσιο χρήμα, πολύ δε περισσότερο που οι πλημμέλειες της λειτουργίας της Υπηρεσίας αυτής του είχαν πολλαπλώς και επιμόνως επισημανθεί. Η ευθύνη του αυτή δεν αίρεται από το γεγονός ότι ο ίδιος αναφέρθηκε στον πολιτικό του προϊστάμενο με τις από 2.5.1996 και 15.6.2001 αναφορές του, με τις οποίες επεσήμανε τη δυσλειτουργία της Υπηρεσίας του λόγω έλλειψης προσωπικού, ούτε από τυχόν πλημμελή συμπεριφορά που επέδειξαν οι υφιστάμενοί του υπάλληλοι ως προς τη φύλαξη των επιταγών, καθόσον ο ίδιος φέρει αυτοτελή ευθύνη για τη μη τήρηση των δικών του υποχρεώσεων ως προς τη φύλαξη των επιταγών, που απορρέουν από την άσκηση των καθηκόντων του ως Προϊσταμένου Διεύθυνσης. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, με τις ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες σ’ αυτήν πράξεις και παραλείψεις του, συνετέλεσε στη δημιουργία μιας αποδιοργανωμένης, ανεξέλεγκτης και ευάλωτης Υπηρεσίας και των κατάλληλων συνθηκών για την εκδήλωση εγκληματικών πράξεων σε βάρος του δημόσιου χρήματος που διακινείτο μέσω της εν λόγω Υπηρεσίας, όπως αυτή της κλοπής, της πλαστογραφίας των επιταγών και της παράνομης είσπραξής τους, καθώς και ότι η αθέτηση των υποχρεώσεών του, σχετικά με τη διασφάλιση των συνθηκών φύλαξης των επιταγών, σύμφωνα με τη θεωρία της πρόσφορης αιτίας, είχε γενικά την τάση να προκαλέσει το ανωτέρω έλλειμμα, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή πείρα (Ολ.Ελ.Συν. 1501/1996). Ο δε κίνδυνος που μπορούσε και όφειλε να προβλέψει ως συνέπεια των πράξεων ή των παραλείψεων, ο αναιρεσείων, δεν χρειαζόταν να είναι συγκεκριμένος σε όλες τις λεπτομέρειές του (βλ. Σταθόπουλος, σε : Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, κατ’ άρθρο ερμηνεία, ΙΙ, Γενικό Ενοχικό, άρθρα 297-298, σελ. 74 επ.). Συνακόλουθα, αβασίμως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η κατάλυση της κατοχής των επιταγών που επήλθε με την κλοπή και η εν συνεχεία πλαστογράφησή τους διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του και της πρόκλησης του ελλείμματος. Η δε κλοπή και πλαστογραφία των λευκών επιταγών αποτελούν εγκληματικές πράξεις που εκδηλώθηκαν σε βάρος του διαχειριστικού αντικειμένου της υπηρεσίας ακριβώς διότι ενόψει των ανωτέρω παραλείψεων του αναιρεσείοντος δημιουργήθηκαν οι πρόσφορες συνθήκες για τη διάπραξή τους που κατέτειναν και πράγματι επέφεραν την παράνομη εκταμίευση και συνακόλουθα το έλλειμμα και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν οι πράξεις αυτές να θεωρηθούν ως τυχαία ή απρόοπτα περιστατικά που προκάλεσαν το έλλειμμα, ασύνδετα με τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος.
IX. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπαρχόντων άλλων λόγων αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για καταδίκη των καθ’ ων η αίτηση στη δικαστική του δαπάνη (άρθρα 123 π.δ. 1225/1981 και 275 παρ. 1 εδ. α΄ ν. 2717/1999) και να διαταχθεί η κατάπτωση του παραβόλου αναίρεσης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 56 παρ. 2 του π.δ. 774/1980).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 27.5.2010 αίτηση του Βασιλείου Σερεμέτη του Κωνσταντίνου κατά της 1965/2009 απόφασης του IV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2013.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ | ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΗΛΙΩΝΗΣ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ | ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ |
