
ΤΜΗΜΑ I
ΠΡΑΞΗ 0020/2014
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 8 Απριλίου 2014, με την εξής σύνθεση: Νικόλαος Αγγελάρας Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ι Τμήματος, Αγγελική Πανουτσακοπούλου και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου Σύμβουλοι, Αριστοτέλης Σακελλαρίου, Αγγελική Κέντρου, Πάρεδροι. Γραμματέας: Ασπασία Μπαμπαρούτση, Γραμματέας του I Τμήματος.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 18.11.2013 (αρ. πρωτ. Ελ.Συν 75149) αίτηση των: 1. Κωνσταντίνου Αδαμόπουλου, κατοίκου Αγίας Παρασκευής (οδός Ολυμπίας 33). 2. Ευαγγελίας Θαλασσινού, κατοίκου Αγίας Παρασκευής (οδός, Καρβελά 1). 3. Ιωσηφίνας Βιδάλη, κατοίκου Αγίας Παρασκευής (οδός Γύζη 5). 4. Πηγής Μπαοφτσή, κατοίκου Αγίας Παρασκευής (οδός Χλόης 9). 5. Ευαγγελίας Λέκκα, κατοίκου Αγίας Παρασκευής (οδός Ολυμπίας 33). 6. Κωνσταντίνας Δάβαρη, κατοίκου Αγίας Παρασκευής (οδός Έαρος 5).
Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η ανάκληση της 165/2013 Πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο Ι Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Άκουσε την εισήγηση της Παρέδρου Αγγελικής Κέντρου
Μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Και
Αφού έλαβε υπόψη
Την 39/25.11.2013 γνώμη του Παρέδρου στην Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Γεωργίου Παπαϊσιδώρου, με την οποία προτείνεται η απόρριψη της αίτησης.
Σκέφθηκε κατά το νόμο
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται παραδεκτώς η ανάκληση της 165/2013 Πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο παρόν Τμήμα, με την οποία κρίθηκε, ύστερα από διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Δήμο Αγίας Παρασκευής και του Δήμου Αγίας Παρασκευής, ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί το 27, οικονομικού έτους 2013, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του εν λόγω Δήμου, ποσού 1.741,61 ευρώ, που αφορούσε στην καταβολή μισθοδοσίας σε έξι εργαζόμενους στον ως άνω Δήμο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 24.1.2013 έως 31.1.2013.
ΙΙ. Α.Στο άρθρο 20 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Περαιτέρω, στο άρθρο 95 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το, από 6.4.2001, Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α΄ 84), ορίζεται ότι: « (…) 5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». Σε εκτέλεση των συνταγματικών αυτών διατάξεων εξεδόθη ο ν. 3068/2002 «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις (…)» (ΦΕΚ Α΄ 274), στο Κεφάλαιο Α΄ του οποίου, που φέρει τον τίτλο «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις Δικαστικές αποφάσεις» και ειδικότερα στο άρθρο 1 αυτού ορίζεται ότι: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. (…)». Περαιτέρω, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (εφεξής ΚΠολΔ), στο Βιβλίο Πέμπτο αυτού, που φέρει τον τίτλο «Ασφαλιστικά Μέτρα» και ειδικότερα στο Κεφάλαιο Α΄, με τίτλο «Γενικές διατάξεις», ορίζει στο άρθρο 682 ότι: «1. Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Το δικαίωμα είναι δυνατό να εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία», στο άρθρο 688 ότι: «1. Στην αίτηση με την οποία ζητείται να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα πρέπει να ορίζεται το μέτρο το οποίο ζητείται και να αναφέρονται συνοπτικά τα πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούν το δικαίωμα για την εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου ζητείται η λήψη του μέτρου ή για την κατάσταση της οποίας ζητείται η ρύθμιση με το μέτρο αυτό, καθώς και τον επικείμενο κίνδυνο ή την επείγουσα περίπτωση (…)», στο άρθρο 690 ότι: «1. Σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη και αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών (…)», στο άρθρο 691 ότι: «(…) 3. Η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα πρέπει να ορίζει το ασφαλιστικό μέτρο, καθώς και το δικαίωμα, στην εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου αποβλέπει ή την κατάσταση την οποία ρυθμίζει. (…)», στο άρθρο 692 ότι: «1. Το δικαστήριο διατάζει τα ασφαλιστικά μέτρα που κατά την κρίση του αρμόζουν σε κάθε περίπτωση. (…)». Περαιτέρω, με το άρθρο 4Ε παρ. 1 του ν. 3388/2005 «Θέματα εξωτερικών φρουρών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 225), που ίσχυσε από 12.9.2005, τροποποιήθηκε το άρθρο 693 του ανωτέρω Κώδικα και ορίστηκε ότι: «1. Το άρθρο 693 Κ.Πολ.Δ. τροποποιείται ως ακολούθως: «1. Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο αιτών οφείλει, μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοση της απόφασης η οποία διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο, να ασκήσει αγωγή για την κύρια υπόθεση, εκτός αν το δικαστήριο όρισε κατά την κρίση του μεγαλύτερη προθεσμία για την άσκηση της αγωγής. 2. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 1 αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών μέσα στην προθεσμία αυτή πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής. 3. (…). 2. Το άρθρο 693 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, ισχύει και για τα ασφαλιστικά μέτρα που έχουν διαταχθεί πριν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου. Στην περίπτωση αυτή ως πρώτη ημέρα έναρξης της προθεσμίας των τριάντα ημερών για την άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση ορίζεται η 1η Οκτωβρίου 2005». Περαιτέρω, με το άρθρο 45 του ν. 3418/2005 «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας» (ΦΕΚ Α΄ 287) ορίστηκε ότι: «Ως πρώτη ημέρα έναρξης της προθεσμίας που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 4Ε του ν. 3388/2005 ορίζεται η 1η Ιανουαρίου 2006. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από 12 Σεπτεμβρίου 2005». Επίσης, στο άρθρο 699 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: «Αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά (…)» και στο άρθρο 700 ότι: «1. Η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικό μέτρο εκτελείται κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης. 2. (…)». Τέλος, στο Κεφάλαιο Ζ΄ του ίδιου Βιβλίου του Κ.Πολ.Δ. που φέρει τον τίτλο «Προσωρινή Ρύθμιση κατάστασης» ορίζεται στο μεν άρθρο 731 ότι: «Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση» στο δε άρθρο 732 ότι: «Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο και κάθε μέτρο, που κατά τις περιστάσεις είναι κατά την κρίση του πρόσφορο για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση κατάστασης».
Β. Στο άρθρο 98 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (…). 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης, το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. β΄ και 3 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (ΦΕΚ Α΄ 52) – το οποίο επανέλαβε τις ρυθμίσεις του άρθρου 17 του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 774/1980, ΦΕΚ Α΄ 189) – ορίζει ότι: «1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο: α) (…) β) Ασκεί, κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος, τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των Ο.Τ.Α. (…), με σκοπό τη βεβαίωση ότι υπάρχει γι’ αυτές πίστωση που έχει νόμιμα χορηγηθεί και ότι κατά την πραγματοποίησή τους τηρήθηκαν οι διατάξεις του νόμου για το δημόσιο λογιστικό ή κάθε άλλη διάταξη νόμου, διατάγματος ή κανονιστικής απόφασης. (…). 3. Κατά τον έλεγχο που ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο επιτρέπεται η εξέταση και των ζητημάτων που αναφύονται παρεμπιπτόντως, με την επιφύλαξη των διατάξεων για το δεδικασμένο».
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 6 ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και η σύστοιχη με αυτό υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται στις αποφάσεις των δικαστηρίων. Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή της προεκτεθείσης συνταγματικής επιταγής θεσπίστηκε ο ν. 3068/2002, στον οποίο οργανώνεται η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις, με παράλληλη ρύθμιση και των εκ της μη συμμόρφωσης επαγομένων εννόμων συνεπειών, με τη θέσπιση ελεγκτικού της συμμόρφωσης μηχανισμού και ειδικής κυρωτικής διαδικασίας. Το δικαίωμα δε δικαστικής προστασίας και η σύστοιχη με αυτό υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις δεν αφορούν μόνο στην οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, ήτοι στην έκδοση οριστικής απόφασης επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, αλλά περιλαμβάνουν και την προσωρινή προστασία, δηλαδή τη λήψη του μέτρου που κρίνεται κατάλληλο προκειμένου να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού, για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα (Πρακτ. Ολομ. Ελ.Συν. 16ης Γεν. Συν/σεως 19.9.2012, 9ης Γεν. Συν. 19.5.2010, Πρ. Κλ. Ι Τμ.185, 191/2013).
Στο πλαίσιο αυτό και στο πεδίο των ιδιωτικού δικαίου εννόμων σχέσεων, με τις διατάξεις των άρθρων 682 επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, θεσπίζεται ειδική διαδικασία προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων, με σκοπό είτε τη λήψη μέτρων για τη διασφάλιση των αμφισβητούμενων δικαιωμάτων των διαδίκων προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου έως την οριστική κρίση της διαφοράς (μέτρα συντηρητικού ή εξασφαλιστικού χαρακτήρα) είτε την προσωρινή ρύθμιση νομικής κατάστασης λόγω συνδρομής επείγουσας περίπτωσης (μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα). Αντικείμενο δε της σχετικής δίκης των ασφαλιστικών μέτρων είναι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία δικαιώματος του αιτούντος για την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας με τη λήψη των κατάλληλων ασφαλιστικών μέτρων. Στο πλαίσιο δε αυτής εφόσον πιθανολογηθεί το δικαίωμα για την εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου ζητείται η λήψη του μέτρου, ή για την κατάσταση της οποίας ζητείται η ρύθμιση, καθώς και ο επικείμενος κίνδυνος και η επείγουσα περίπτωση, το δικαστήριο προβαίνει στην λήψη των ενδεδειγμένων κατά περίπτωση μέτρων, διαπλάσσοντας προσωρινώς τις ουσιαστικές σχέσεις των διαδίκων. Η απόφαση αυτή που περατώνει τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση έχει δε άμεση διαπλαστική ενέργεια και παράγει υποχρέωση συμμόρφωσης εκ μέρους της Διοίκησης. Σε περίπτωση ωστόσο που παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα για την έγερση της κύριας αγωγής προθεσμία, και εφόσον δεν έχει οριστεί τέτοια, η προθεσμία τριάντα ημερών, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, υπό την έννοια ότι παύει εφεξής η ισχύς της απόφασης (Πρακτ. Ολομ. Ελ.Συν. 9ης Γεν. Συν. 19.5.2010). Εξάλλου, σε περίπτωση που το δικαστήριο πιθανολογήσει ότι δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του δικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα απορριφθεί η σχετική αίτηση, δεν υπάρχει νόμιμη αιτία εκ μέρους της Διοίκησης – η οποία οφείλει να δρα σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας – για την προσωρινή ικανοποίηση του αιτούντος.
Περαιτέρω, το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών ν.π.δ.δ., εξετάζει τη νομιμότητα και κανονικότητά τους, δικαιούμενο να εξετάζει παρεμπιπτόντως, με την επιφύλαξη της τυχόν ύπαρξης δεδικασμένου, τόσο τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων στις οποίες οι εν λόγω δαπάνες στηρίζονται, όσο και το υπαρκτό, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της απαίτησης, σε εξόφληση της οποίας οι δαπάνες αυτές εντέλλονται (βλ. Πράξεις Ι Τμ. 213, 128/2011, 286, 179, 99/2010 κ.ά.). Παρέπεται δε ότι όταν για την αξίωση του φερόμενου ως δικαιούχου της δαπάνης σε βάρος του Δημοσίου ή ο.τ.α. ή ν.π.δ.δ. το δικαίωμά του για την πραγματοποίηση της δαπάνης φέρεται να στηρίζεται σε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε μεταξύ αυτού και του Δημοσίου ή ο.τ.α. ή ν.π.δ.δ. το Ελεγκτικό Συνέδριο, εφόσον διαπιστώσει ότι η απόφαση αυτή παράγει πράγματι υποχρέωση συμμόρφωσης εκ μέρους της Διοίκησης, δεσμεύεται ομοίως από το περιεχόμενό της, μη δικαιούμενο να ελέγξει την ορθότητά της ή μη, οπότε στην περίπτωση αυτή, η απόφαση αποτελεί νόμιμο και επαρκές δικαιολογητικό για την πληρωμή της δαπάνης (Πρακτ. Ολομ. Ελ.Συν. 9ης Γεν. Συν. 19.5.2010, π.ρ.β.λ. αποφ. ΕΔΔΑ της 28.1.2011 «Βλαστός κατά Ελλάδος»).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη Πράξη έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Οι φερόμενοι ως δικαιούχοι του χρηματικού εντάλματος πληρωμής, Κωνσταντίνος Αδαμόπουλος, Ευαγγελία Θαλασσινού, Ιωσηφίνα Βιδάλη, Πηγή Μπαοφτσή, Ευαγγελία Λέκκα και Κωνσταντίνα Δάβαρη, παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο Δήμο Αγία Παρασκευής, οι τέσσερις πρώτοι ως εργάτες καθαριότητας, η πέμπτη ως εργάτρια κήπων και η έκτη ως εργάτρια νεκροταφείου, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου από το έτος 2004, κάποιοι δε και παλαιότερα. Κατόπιν αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων πέτυχαν την έκδοση των εξής αποφάσεων: 1) Ο Κωνσταντίνος Αδαμόπουλος την 3974/25.5.2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο Δήμος Αγίας Παρασκευής υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του καταβάλλοντας σ’ αυτόν τις νόμιμες και συμβατικές αποδοχές του, μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής που θα ασκούσε ο αιτών. Ο ως άνω εργαζόμενος κατέθεσε την 1.8.2006 ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την από 20.6.2006 αγωγή του (με αριθμ. κατάθ. δικογρ. 3561/2006), η οποία παρελήφθη από το Δήμο στις 3.8.2006 και μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Κλιμακίου δεν είχε ακόμη εκδικαστεί. 2) Η Ευαγγελία Θαλασσινού, η Ιωσηφίνα Βιδάλη και η Πηγή Μπαοφτσή την 7713/7.10.2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο Δήμος Αγίας Παρασκευής υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες τους μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της αγωγής που θα ασκούσαν. Οι ως άνω εργαζόμενες κατέθεσαν στις 19.3.2012 (με αριθμ. κατάθ. δικογρ. 1097/2012) την από 18.3.2012 αγωγή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία παρελήφθη από το Δήμο Αγίας Παρασκευής στις 20.3.2012 και μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Κλιμακίου δεν είχε ακόμη εκδικαστεί 3) Η Ευαγγελία Λέκκα την 6719/2.9.2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ίδιος Δήμος υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες της μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της αγωγής που θα ασκούσε. Η Ευαγγελία Λέκκα κατέθεσε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου στις 28.9.2005 (με αριθμ. κατάθ. δικογρ. 3868/2005) την από 27.9.2005 αγωγή, η οποία παρελήφθη από το Δήμο Αγίας Παρασκευής στις 29.9.2005 και μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Κλιμακίου δεν είχε ακόμη εκδικαστεί. 4) Η Κωνσταντίνα Δάβαρη την 687/7.11.2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, με την οποία ο Δήμος Αγίας Παρασκευής υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες της μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της αγωγής, επιπλέον δε ορίστηκε προθεσμία τριάντα ημερών για την άσκηση της τελευταίας αρχόμενη από την κοινοποίηση της απόφασης αυτής στον καθ’ού, η οποία έγινε στις 3.12.2004. Η ως άνω εργαζόμενη άσκησε αρχικά την από 15.12.2004 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου. Επ’ αυτής εκδόθηκε η 116/2008 απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο. Στη συνέχεια η ίδια ως άνω εργαζόμενη κατέθεσε στις 4.4.2008 (με αριθμ. κατάθ. δικογρ. 1730/2008) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21.3.2008 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον καθ’ού στις 10.4.2008 και μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Κλιμακίου δεν είχε ακόμη εκδικαστεί. Ακολούθως, ο Δήμος Αγίας Παρασκευής, παρά την ύπαρξη των προαναφερόμενων αρχικών αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, προέβη την 1.9.2008 σε απόλυσή τους μη αποδεχόμενος πλέον τις υπηρεσίες τους. Ενόψει δε του νέου πραγματικού γεγονότος (της από 1.9.2008 καταγγελίας της σύμβασης) ασκήθηκε από τους ανωτέρω η από 5.11.2008 (αριθμ. καταθ. 217334/5441/2008) αγωγή και η από 20.4.2010 (με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 6621/2010) δεύτερη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι αιτούντες, επικαλούμενοι ότι παρανόμως ο Δήμος προέβη στην απόλυσή τους, παρά τις προαναφερόμενες αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, ζήτησαν να υποχρεωθεί να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες τους μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 5.11.2008 αγωγής που είχαν ήδη ασκήσει. Επίσης, ζήτησαν την έκδοση προσωρινής διαταγής, με την οποία να διατάσσεται ο Δήμος να αποδεχθεί προσωρινά τις υπηρεσίες τους μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησής τους. Το αίτημα προσωρινής διαταγής έγινε δεκτό και αυτοί επανήλθαν στο Δήμο. Στο πλαίσιο της νεότερης αυτής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων εκδόθηκε η 12.165/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αίτησή τους απορρίφθηκε. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στο Δήμο με το 43989/27.12.2012 έγγραφο της Νομικής του Υπηρεσίας. Παρόλα αυτά, ο Δήμαρχος με την 2801/24.1.2013 απόφασή του ενέκρινε την συνέχιση της προσωρινής απασχόλησης των εργαζομένων αυτών βάσει των προγενέστερων αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων και έως την έκδοση αποφάσεων επί των αγωγών τους. Ακολούθησαν οι 4932/7.2.2013, 5124/11.2.2013, 6305/19.2.2013 και 6307/19.2.2013 έγγραφες αναφορές των υπαλλήλων, της προϊστάμενης και του Διευθυντή των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου προς το Δήμαρχο, με τις οποίες ζήτησαν την έγγραφη εντολή του, προκειμένου να υπογράψουν το χρηματικό ένταλμα για την καταβολή των αποδοχών των ως άνω εργαζομένων για το χρονικό διάστημα από 24.1.2013 έως 31.1.2013, εκθέτοντας το λόγο μη νομιμότητας της δαπάνης αυτής. Ο Δήμαρχος με το 6508/20.2.2013 έγγραφό του έδωσε εντολή για την καταβολή των αποδοχών στους ως άνω εργαζόμενους και ακολούθως εκδόθηκε το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα πληρωμής βάσει των προαναφερθεισών αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων. Ακολούθως, το Κλιμάκιο έκρινε τα εξής: Α) Η ισχύς της απόφασης 3974/25.5.2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Κωνσταντίνου Αδαμόπουλου, καθώς και της 7713/7.10.2005 αντίστοιχης απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε ομοίως δεκτή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Ευαγγελίας Θαλασσινού, της Ιωσηφίνας Βιδάλη και της Πηγής Μπαοφτσή είχαν πάψει να ισχύουν η μεν πρώτη από τις 26.6.2006, η δε δεύτερη από τις 7.11.2005. Και τούτο διότι και οι δύο ως άνω αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων εκδόθηκαν μετά τις 12.9.2005, ημερομηνία έναρξης ισχύος των τροποποιήσεων που επέφερε το άρθρο 4Ε του ν. 3388/2005 στο άρθρο 693 Κ.Πολ.Δ., και επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού, προϋπόθεση για τη διατήρηση της ισχύος του ασφαλιστικού μέτρου που διέτασσαν ήταν η άσκηση της αγωγής από τους ενδιαφερόμενους εντός τριακονθήμερης προθεσμίας από την έκδοσή τους, η οποία όμως έληγε κατά τις ως άνω ημεροχρονολογίες αντίστοιχα. Πλην όμως, όπως προέκυπτε από τα στοιχεία του φακέλου, οι αιτούντες είχαν ασκήσει τις σχετικές αγωγές τους μετά την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας με αποτέλεσμα την αυτοδίκαιη άρση των εννόμων αποτελεσμάτων που διατάχθηκαν με τις αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων. Συνεπώς, κατά το Κλιμάκιο, μη νομίμως συνέχισαν οι ως άνω εργαζόμενοι να απασχολούνται στο Δήμο Αγίας Παρασκευής, βάσει των ως άνω αποφάσεων, τα αποτελέσματα των οποίων είχαν αρθεί και ως εκ τούτου μη νομίμως εντελλόταν με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα πληρωμής η καταβολή αποδοχών για υπηρεσίες που προσέφεραν σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών. Β) Περαιτέρω, ως προς τις λοιπές δικαιούχους του υπό κρίση χρηματικού εντάλματος, Ευαγγελία Λέκκα και Κωνσταντίνα Δάβαρη, το Κλιμάκιο έκρινε ότι καταλαμβάνονται από το προσωρινό δεδικασμένο που παράγεται αφενός από τις 6719/2.9.2005 και 687/7.11.2004 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, αντίστοιχα και αφετέρου από τη νεώτερη 12.165/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι ανακύπτει ζήτημα σύγκρουσης ισοδύναμων δικαστικών αποφάσεων, που εκδόθηκαν μεταξύ των ίδιων προσώπων και έκριναν επί της ίδιας έννομης σχέσης εκ των οποίων παράγεται αντιφατικό, προσωρινού χαρακτήρα, δεδικασμένο και ότι υπερισχύει το προσωρινό δεδικασμένο που παράγεται από τη νεότερη κατ’ έκδοση απόφαση (12.165/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Συνακόλουθα, το Κλιμάκιο έκρινε ότι μετά την έκδοση αυτής, οι ως άνω εργαζόμενες μη νομίμως απασχολήθηκαν στο Δήμο και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούνται αποδοχές για την παρασχεθείσα κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοση της ως άνω απόφασης και εντεύθεν εργασία τους.
Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις που προηγήθηκαν το Τμήμα κρίνει ότι ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη Πράξη ότι η εντελλόμενη με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα πληρωμής δαπάνη δεν είναι νόμιμη και ότι αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί. Ειδικότερα, ως προς τους φερομένους ως δικαιούχους του χρηματικού εντάλματος και ήδη αιτούντες Κωνσταντίνο Αδαμόπουλο, Ευαγγελία Θαλασσινού, Ιωσηφίνα Βιδάλη και Πηγή Μπαοφτσή το Τμήμα εμμένει στα κριθέντα με την προσβαλλόμενη Πράξη του Κλιμακίου. Σημειωτέον ότι με την κρινόμενη αίτηση ανάκλησης οι προαναφερόμενοι δεν προσκομίζουν κανένα νεώτερο στοιχείο, ούτε αμφισβητούν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Κλιμάκιο. Περαιτέρω, ως προς τους λοιπούς φερόμενους ως δικαιούχους του χρηματικού εντάλματος και ήδη αιτούντες Ευαγγελία Λέκκα και Κωνσταντίνα Δάβαρη, το Τμήμα κρίνει ότι μετά την έκδοση της 12.165/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε στο πλαίσιο νέας αγωγής και νέας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, οι οποίες ασκήθηκαν λόγω του νέου πραγματικού γεγονότος (απόλυση των εργαζομένων από το Δήμο την 1.9.2008) που επακολούθησε μετά την έκδοση των αρχικών αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων (6719/2.9.2005 και 687/7.11.2004 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, αντίστοιχα) και με την οποία πιθανολογήθηκε ότι ο Δήμος δεν υποχρεούται από καμία διάταξη νόμου να αποδέχεται τις υπηρεσίες των αιτούντων – ανεξαρτήτως της ορθότητάς της ή μη, γεγονός που εκφεύγει της αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου – έχει εκλείψει η νόμιμη αιτία για την απασχόληση αυτών στο Δήμο και συνεπώς δεν υφίσταται νόμιμη αιτία για την καταβολή των αποδοχών που εντέλλονται με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα, όπως ορθώς, έστω και εν μέρει με άλλη αιτιολογία, κρίθηκε με την προσβαλλόμενη Πράξη. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση ανάκλησης, οι αιτούντες ζητούν τη θεώρηση του εντάλματος αυτού καθώς και όσων πρέπει να εκδοθούν μέχρι 29.4.2013, ημερομηνία κατά την οποία ο Δήμος σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, ισχυριζόμενοι ότι αφορούν στην καταβολή δεδουλευμένων μισθών. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον, η τυχόν παροχή των υπηρεσιών εκ μέρους των αιτούντων δεν ασκεί επιρροή στην κρίση επί της νομιμότητας της δαπάνης στο πλαίσιο του προληπτικού ελέγχου των δαπανών, κατά τον οποίο ελέγχεται αποκλειστικά η νομιμότητα της δράσης του διατάκτη. Περαιτέρω, ο λόγος περί συγγνωστής πλάνης των οργάνων του Δήμου και των αιτούντων ως προς τη νομιμότητα της παροχής των υπηρεσιών είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στην επίκληση συγγνωστής πλάνης νομιμοποιούνται μόνο τα αρμόδια όργανα της αρχής που εξέδωσε τα χρηματικά εντάλματα, στο πρόσωπο των οποίων, άλλωστε θα πρέπει να έχει συντρέξει η εσφαλμένη πεποίθηση για τη νομιμότητα της εντελλόμενης δαπάνης (Ι Τμ.Κλ.Προλ.Ελ. 194/2012).
ΙV. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση ανάκλησης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στις 8.4.2014 και εκδόθηκε στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΠΑΡΕΔΡΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΕΝΤΡΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΣΠΑΣΙΑ ΜΠΑΜΠΑΡΟΥΤΣΗ

