ΕΣ 2000/2014, VII τμ., ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ, ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΟΣ, ΟΤΑ , ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΑΠΟ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ, 904 ΚΠολΔ

Ε.Σ

2000/2014  ΤΜΗΜΑ   VII

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση: Μιχαήλ Ζυμής, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Ευαγγελία-Ελισσάβετ Κουλουμπίνη (εισηγήτρια) και Αγγελική Μαυρουδή, Σύμβουλοι, Ιωάννης Καλακίκος και Ευαγγελία Πασπάτη, Πάρεδροι, που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Επίτροπος της Επικρατείας Αντώνιος Νικητάκης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα.

Γραμματέας: Μαρία Εξαρχουλάκου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου με βαθμό Γ΄ της κατηγορίας ΤΕ.

Για να δικάσει την από 9.3.2012 (Α.Β.Δ. 12/9.3.2012) έφεση του Χρήστου Παλίκογλου του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αλμωπίας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Πάνου Ζυγούρη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 6216).

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα,

κατάτου Δήμου Αλμωπίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Βασιλείου Γαβρίλη          (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 25570),

κατάτης 20/26.1.2012 απόφασης καταλογισμού των Οικονομικών Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Υπολοίπου Κεντρικής Μακεδονίας και,

 κατά κάθε άλλης συναφούς πράξης.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση καταλογίσθηκε ο εκκαλών, με την ιδιότητά του ως Δημάρχου του Δήμου Εξαπλατάνου, υπέρ του Δήμου αυτού, με το έλλειμμα που φέρεται ότι διαπιστώθηκε στη διαχείριση του Δήμου, κατά το οικονομικά έτη 2003-2006, το οποίο αντιστοιχεί  στο συνολικό ποσό των 468.964,57 ευρώ (394.568,11 ευρώ κεφάλαιο, πλέον δικαστικής δαπάνης ποσού 8.440,00 ευρώ, πλέον τόκων έως την 18η.11.2011 ποσού                 65.956,46 ευρώ).

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δήμου Αλμωπίας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης .

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Και,

Τον Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα:

I. Με την κρινόμενη έφεση, όπως αυτή συμπληρώνεται με το από 25.11.2013 υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της 20/26.1.2012 απόφασης καταλογισμού των Οικονομικών Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Υπολοίπου Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία καταλογίστηκε ο εκκαλών υπό την ιδιότητά του ως Δημάρχου του Δήμου Εξαπλατάνου (και ήδη Δήμου Αλμωπίας Ν. Πέλλας (βλ. άρθρο 1 παρ. 2 περ. 38Α2 του ν. 3852/2010, Φ.Ε.Κ. Α΄, 87), υπέρ του ως άνω Δήμου, με το έλλειμμα που φέρεται ότι διαπιστώθηκε στη διαχείριση του Δήμου, κατά τα οικονομικά  έτη 2003-2006, το οποίο αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των 468.964,57 ευρώ (394.568,11 ευρώ κεφάλαιο, πλέον δικαστικής δαπάνης ποσού 8.440,00 ευρώ, πλέον τόκων έως την 18η.11.2011 ποσού 65.956,46 ευρώ). Η ένδικη έφεση κατά το μέρος που στρέφεται, γενικώς και αορίστως, κατά κάθε άλλης συναφούς πράξης, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και επομένως κατά τούτο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (βλ. Αποφάσεις VII Τμ. Ελ.Συν. 2197/2006, 1726, 1730/2007 κ.ά.). Η έφεση αυτή,  για την οποία καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (βλ. το 3592312, σειράς Η΄, με Α/Α 2923/25.11.2013 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού, άρθρο 73 παρ. 3 του ν. 4129/2013), είναι κατά τα λοιπά τυπικά δεκτή και  πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

ΙΙ. Α. Με το άρθρο 1 του ν.δ.1264/1942 « περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί Οικονομικής Επιθεωρήσεως » (ΦΕΚ Α΄ 100) ορίζεται ότι: « Αντικείμενο αρμοδιότητος της εν των Υπουργείω των Οικονομικών Υπηρεσίας της Οικονομικής Επιθεωρήσεως είναι η επ’ονόματι του Υπουργού των Οικονομικών : α) άσκησις …του ελέγχου ….διαχειρίσεως πάντων ανεξαρτήτως των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (…) β) έρευνα της οικονομικής καταστάσεως των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αυτόνομων οργανισμών…γ) ενέργεια ελέγχου της διαχείρίσεως παντός δημοσίου υπολόγου διαχειριζομένου οπωσδήποτε έστω και άνευ προσηκούσης εξουσιοδοτήσεως χρήματα, τίτλους ή υλικόν ανήκοντα εις το Δημόσιον ή τα κατά το εδάφ. β΄ νομικά πρόσωπα κλ.π….» και με το άρθρο 12 ότι: « 1. Ο Γενικός Οικονομικός Επιθεωρητής και οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων και πας Οικονομικός υπάλληλος εκτελών χρέη Οικονομικού Επιθεωρητού Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων εφ’όσον κατά την ενέργειαν επιθεωρήσεως οιασδήποτε δημόσιας ή μη διαχειρίσεως …διαπιστώσωσι την ύπαρξιν ελλείμματος προερχομένου εξ ελλείψεως χρημάτων ή  υλικού ή αξιών εν γένει προβαίνουσιν εις την έκδοσιν ητιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως κατά του υπολόγου και των τυχόν αλληλεγγύως μετ’ αυτού  συνευθυνομένων, εάν η εξακριβωθείσα έλλειψις ήθελε αναπληρωθή συμφώνως προς τας διατάξεις ‘‘περί Δημοσίου Λογιστικού’’…». Ακολούθως με το άρθρο 2 του ν. 2343/1995                             «Αναδιοργάνωση υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄211) ορίστηκε ότι: « 1. Συνιστάται στο Υπουργείο Οικονομικών υπηρεσία με τον τίτλο « Οικονομική Επιθεώρηση » υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομικών ως κα ιδιαίτερος κλάδος προσωπικού με το τίτλο « Οικονομικοί Επιθεωρητές» …3…Στις αρμοδιότητες της Οικονομικής Επιθεώρησης περιλαμβάνεται και η διενέργεια ελέγχων και ερευνών που αφορούν: α) Την οικονομική κατάσταση και τη διαχείριση των Ν.Π.Δ.Δ., των Ο.Τ.Α…» και με το άρθρο 3 παρ.1 του πδ/τος 211/1996 «Σύσταση Οικονομικών Επιθεωρήσεων» (ΦΕΚ Α΄ 166) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του τελευταίου αυτού νόμου, καθορίστηκε η κατά τομείς αρμοδιότητα της Οικονομικής Επιθεώρησης ως εξής:« Γ) Τομέας Επιθεώρησης Δημοσίων Διαχερίσεων, ΝΠΔΔ και ΔΕΚΟ . Η διενέργεια ελέγχων και ερευνών που αφορούν : α) Στην οικονομική κατάσταση και στη διαχείριση των ΝΠΔΔ, των Ο.Τ.Α….. γ) Ο καταλογισμός τυχόν ελλειμμάτων ή πληρωμής μη  νόμιμων δαπανών και φθοράς ή απώλειας τίτλων και απαιτήσεων του δημοσίου, στις περιπτώσεις πρόκλησης ζημίας στο δημόσιο που δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία ή σε απρόβλεπτα γεγονότα, σύμφωνα με τα ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις». Από το συνδυασμό των διατάξεων που παρατέθηκαν προκύπτει ότι οι Επιθεωρητές της Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών είναι αρμόδιοι για τη διενέργεια διαχειριστικών ελέγχων σε όλες εν γένει τις δημόσιες διαχειρίσεις στις οποίες συγκαταλέγονται οι διαχειρίσεις πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α., καθώς και για τον καταλογισμό των υπολόγων με τα ελλείμματα που διαπιστώνονται κατά τη διενέργεια των ελέγχων αυτών. Ως εκ τούτου, εφόσον η εξακριβωθείσα ΄΄έλλειψη΄΄ χρημάτων , αξιών, ενσήμων ή υλικού δεν αναπληρωθεί από τον υπόλογο σε 48 ώρες από τον κλήση αυτού,  εκδίδεται καταλογιστική πράξη προς αναπλήρωση του ελλείμματος στη διαχείριση Ο.Τ.Α., η οποία προσβάλλεται με έφεση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρο 12παρ.8 του ν.δ.1264/1942). Η πράξη αυτή καταλογισμού πρέπει να περιλαμβάνει την αναγκαία ιστορική και νομική αιτία που δικαιολογεί την υφιστάμενη δημοσιονομική ενοχή, ήτοι, μεταξύ άλλων, πρέπει  να προσδιορίζεται σ’αυτή το έλλειμμα καθώς και ο τρόπος που προέκυψε και διαπιστώθηκε τούτο, συνδέοντας αυτό  αιτιωδώς με τις συγκεκριμένες δημοσιονομικές παραβάσεις και πλημμέλειες, συνεπεία των οποίων  διαταράχθηκε η δημοσιονομική νομιμότητα στη διαχείριση του.

            Β. Από τις διατάξεις των άρθρων 15, 17, 22, 25, 27 και 33 του π.δ/τος 774/1980 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων υπό τον τίτλον Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου» (Φ.Ε.Κ. Α΄, 189) και ήδη των άρθρων 1, 28, 38, 44, 46 και 51 του ν.4129/2013 «Κύρωση του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο»             (ΦΕΚ Α΄ 52, βλ. και άρθρο δεύτερο ιδίου νόμου σύμφωνα με το οποίο από 28.2.2013 καταργείται το π.δ. 774/1980), προκύπτει ότι δημόσιοι υπόλογοι ή υπόλογοι Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ή  Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) είναι οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και όσοι με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικά που ανήκουν στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.            (εν τοις πράγμασι ή de facto υπόλογοι), επίσης δε και κάθε άλλο πρόσωπο, που, εξαιτίας της φύσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων, θεωρείται από ειδική διάταξη νόμου ως δημόσιος υπόλογος ή υπόλογος Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.. Για τα διαπιστούμενα στη διαχείρισή του ελλείμματα, ο υπόλογος ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, απαλλάσσεται δε μόνον εάν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει καμία υπαιτιότητα, ως προς την επέλευση του ελλείμματος. Σε βάρος του υπολόγου καταλογίζονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα και οι προσαυξήσεις, που ορίζονται από τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού και είσπραξης δημοσίων εσόδων. Ο υπόλογος απαλλάσσεται των προσαυξήσεων μόνο εάν επικαλεστεί και αποδείξει ότι το διαπιστωθέν έλλειμμα δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλειά του (βλ. Αποφ. IV Τμ. Ελ.Συν. 158, 159/2004). Βαρεία αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται όχι μόνο η στις συναλλαγές, αντικειμενικά και αφηρημένα, απαιτούμενη επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου, αλλά ούτε και η στοιχειώδης επιμέλεια, έτσι ώστε η αμελής συμπεριφορά να εμφανίζεται ως σοβαρή και ασυνήθιστη και να εκδηλώνεται ως ιδιαίτερα μεγάλη εκτροπή από τους κανόνες της καταβαλλόμενης από τον κοινό και συνήθη άνθρωπο κατά τις συναλλαγές επιμέλειας, ενώ ελαφρά αμέλεια υπάρχει, ενόψει του άρθρου 330 Α.Κ., όταν δεν καταβάλλεται η αξιούμενη κατά τις περιστάσεις επιμέλεια του συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου             (βλ. Αποφ. Ολομ. Ελ.Συν. 765/1998, 1051/1995, IV Τμ. Ελ.Συν. 1006/2005, 604/2001 και 1515/2000).  Περαιτέρω, ως έλλειμμα νοείται κάθε έλλειψη χρημάτων, αξιών, ενσήμων ή υλικού, που εμφανίζεται στις διαχειρίσεις του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή των Ο.Τ.Α και διαπιστώνεται κατά τη νόμιμη διαδικασία, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση διαχειρίσεως που θεωρείται έλλειμμα από το νόμο, όπως κάθε πληρωμή που έγινε, είτε, χωρίς τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις δικαιολογητικά, είτε, αφορά δαπάνες για τις οποίες δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες εκ μέρους του υπολόγου, καθώς και κάθε πληρωμή που έχει γίνει αχρεωστήτως από υπαιτιότητα του υπολόγου. Διαχειριστικά στοιχεία που δεν προέκυψαν βάσει νομίμων διαδικασιών και δεν στηρίζονται σε πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά δεν συνιστούν νόμιμη διαχείριση, δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν δύνανται να δικαιολογήσουν τις  αντίστοιχες δαπάνες, αλλά συνιστούν  έλλειμμα.  Περαιτέρω, στην έννοια του ελλείμματος υπάγεται και η επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά που διαπιστώνεται μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μία δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με τα εξαγόμενα από τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση τα νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία, και εκείνης που πράγματι υπάρχει (βλ. Αποφ. Ολομ. Ελ.Συν. 1051/1995, 765/1998, 169/2005, IV Τμ. Ελ.Συν. 2182/1994, 1515/2000, 604/2001, 1560/2002, 860, 1421, 1708/2003, 158, 159/2004, VII Τμ. Ελ.Συν. 1376/2006, 1002, 1006, 1742/2007, 1840/2008). Η επιβολή, εξάλλου, του καταλογισμού του σε βάρος του οικείου υπολόγου με ποσό ίσο με το ύψος του ελλείμματος που προκλήθηκε στη διαχείρισή του έχει χαρακτήρα αποκαταστατικό της διαπιστωθείσας διαχειριστικής ανωμαλίας. Ειδικότερα, με τον καταλογισμό επιδιώκεται στην περίπτωση του «ουσιαστικού ελλείμματος» που συνεπάγεται ισόποση ζημία του Δημοσίου ή του νπδδ ή του Ο.Τ.Α, η αποκατάσταση αυτής, ενώ στην περίπτωση του «τυπικού ελλείμματος» η αποκατάσταση της διατάραξης της διαχείρισης, η οποία επήλθε από τη μη τήρηση της δημοσιονομικής νομιμότητας.

            Γ.    Από  το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 114 παρ. 1ε, 115 παρ. 3, 117 παρ. 1 και 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Δ.Κ.Κ.,             π.δ. 410/1995, ΦΕ.Κ. Α΄, 231), όπως ίσχυε κατά την ελεγχθείσα διαχειριστική περίοδο, καθώς και των άρθρων 13 παρ. 4, 14, 16, 20, 22, 23, 24, 25 και 26 του β.δ. της 17.5/15.6.1959 «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α’ 114), συνάγονται τα ακόλουθα: Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει για κάθε θέμα σχετικό με τις αρμοδιότητες του Δήμου, εκτός από τα θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Δημάρχου ή της Δημαρχιακής Επιτροπής, ο δε Δήμαρχος, εντέλλεται, με επιμέλεια της αρμόδιας δημοτικής υπηρεσίας, την εκτέλεση της σχετικής δαπάνης, αν ανάγεται στην αρμοδιότητά του, ή εισηγείται την έγκριση αυτής από το Δημοτικό Συμβούλιο ή τη Δημαρχιακή Επιτροπή, αν πρόκειται περί θέματος της αρμοδιότητας αυτής, και στη συνέχεια προβαίνει, δια των οικείων λογιστικών υπηρεσιών, στην εκκαθάριση της δαπάνης και, αφού προηγουμένως ελέγξει τη νομιμότητά της, εκδίδει το οικείο χρηματικό ένταλμα πληρωμής. Σε περίπτωση μη νομιμότητας της δαπάνης, ευθύνεται, μεταξύ άλλων, ο Δήμαρχος (ή ο Αντιδήμαρχος που τον αναπληρώνει κατά την έκδοση του οικείου χρηματικού εντάλματος), ο οποίος, εκτός από την πράξη εκκαθάρισης της δαπάνης, υπογράφει το σχετικό χρηματικό ένταλμα, το οποίο πρέπει να αναφέρει την αιτία πληρωμής και να συνοδεύεται από τα οικεία νόμιμα δικαιολογητικά, που αποδεικνύουν τη χρηματική απαίτηση του πιστωτή              (βλ. Αποφ. VII Τμ. Ελ.Συν. 3222/2013, 2240/2008, 2105/2007 και 291/2006 και ΙV Tμ. Ελ.Συν. 924, 1430/2003, 158/2004, 1254/2005). Η μη έκδοση ή η μη νόμιμη έκδοση των ως άνω δικαιολογητικών καθιστά την εντελλόμενη δαπάνη μη κανονική (βλ. Απόφαση VII  Τμ. Ελ.Συν. 3222/2013). Ενόψει των αρμοδιοτήτων τους αυτών, ο Δήμαρχος ή ο αναπληρών αυτόν Αντιδήμαρχος, ενεργούν πράξεις διαχείρισης των λογαριασμών του δήμου και, ως εκ τούτου, ευθύνονται ως υπόλογοι, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, για κάθε διαπιστούμενο έλλειμμα, το οποίο και καταλογίζεται σε βάρος τους από τα αρμόδια όργανα.

Δ. Εξάλλου, όπως παγίως έχει κριθεί από το Δικαστήριο, (βλ. Πρκ. Ολ.Ελ.Συν. 3ης Γ.Σ./26.1.2011/Θ. Α΄, 9ης Γ.Σ/19.5.2010) στο κανονιστικό περιεχόμενο του καθιερούμενου από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. θεμελιώδους δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, περιλαμβάνεται, εκτός από την οριστική και προσωρινή δικαστική προστασία και η αναγκαστική εκτέλεση, ως ισότιμη μορφή δικαστικής προστασίας και ως αναγκαία αυτοτελής δικονομική προέκταση του ουσιαστικού δικαιώματος και όχι αποκλειστικά ως προέκταση κάποιας διαγνωστικής διαδικασίας. Έτσι, με τις ανωτέρω διατάξεις, δεν κατοχυρώνεται απλώς η εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά η αναγκαστική εκτέλεση, ως έκφανση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.  Περαιτέρω η αναγκαστική εκτέλεση δύναται να διεξάγεται με βάση εκτελεστό τίτλο που είναι, είτε  δικαστική (ή διαιτητική) απόφαση, είτε  οι άλλοι οι  αναφερόμενοι στο άρθρο 904 του Κ.Πολ.Δ. εκτελεστοί τίτλοι, δοθέντος ότι, η έννομη τάξη δεν αρκεί να αναγνωρίζει απλώς δικαιώματα, αλλά πρέπει και να εξασφαλίζει και τον τρόπο αναγκαστικής ικανοποίησής τους (πραγμάτωσης του δικαιώματος), για την ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων τα ενδιαφερόμενα μέρη, σε περίπτωση αμφισβήτησης, μπορούν να προσφύγουν στη δικαστική διάγνωση, είτε πριν, είτε μετά την έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, επιτρέπεται αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων, στα οποία έχουν επεκταθεί τα προνόμια αυτού, για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που πηγάζουν από κάθε αιτία, με βάση τους αναφερόμενους στον Κ.Πολ.Δ. εκτελεστούς τίτλους, ενόψει και της δυνατότητας καθοριστικής επέμβασης της δικαιοδοτικής λειτουργίας στις περιπτώσεις που αναφύονται αμφισβητήσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.      Εξάλλου, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας των δαπανών, το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει για την πραγματοποίηση της δαπάνης, όταν απαιτείται, και την ύπαρξη δικαιώματος του δανειστή (πιστωτή) του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών ν.π.δ.δ.. Εφόσον δε για το ανωτέρω δικαίωμα υπάρχει δεδικασμένο από δικαστική απόφαση, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται από αυτό. Και τούτο, γιατί η ισχύς του δεδικασμένου τούτου, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Ε.Σ. είναι αποτέλεσμα της διαγνωστικής διαδικασίας για το κατά το νόμο και το ουσία βάσιμο της απαιτήσεως.. Περαιτέρω, όταν  για την αξίωση του φερόμενου ως δικαιούχου δαπάνης σε βάρος του Δημοσίου ή Ο.Τ.Α. ή ν.π.δ.δ. το δικαίωμα αυτού για πραγματοποίηση της δαπάνης στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό από τους αναφερόμενους στο άρθρο 904 Κ.Πολ.Δ. (στους οποίους συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, τα Πρακτικά ελληνικών δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό), με βάση τον οποίο, όπως προεκτέθηκε, μπορεί να επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεση, το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά τον ενεργούμενο υπ’ αυτού έλεγχο, υποχρεούται, αφού διαπιστώσει το τύποις υποστατό του επικαλούμενου εκτελεστού τίτλου, να προβεί σε θεώρηση του χρηματικού εντάλματος, που εκδίδεται υπέρ του φερόμενου δικαιούχου στον εκτελεστό τίτλο. Και τούτο, διότι και το Ελεγκτικό Συνέδριο υποχρεούται να συμμορφωθεί με τον υπάρχοντα νόμιμο εκτελεστό τίτλο, δοθέντος ότι δεν αποτελεί, κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του π.δ. 774/1980, παρεμπιπτόντως αναφυόμενο ζήτημα, κατά τον ασκούμενο απ΄ αυτό έλεγχο, ο έλεγχος της ορθότητας ή μη αυτού, ήτοι  η νομιμότητα ή μη της περιεχόμενης σ’ αυτόν ουσιαστικής αξίωσης και  ο εκτελεστός αυτός τίτλος αποτελεί νόμιμο και πλήρες δικαιολογητικό για τη εντελλόμενη  δαπάνη. Συνεπώς, το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά τον ενεργούμενο προληπτικό έλεγχο των δαπανών υποχρεούται σε θεώρηση χρηματικού εντάλματος πληρωμής που εκδίδεται από τη Διοίκηση σε συμμόρφωση: α) τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, β) εκτελεστού τίτλου από τους αναφερόμενους στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. γ΄ – ζ΄ του Κ.Πολ.Δ.              και γ) διαταγής πληρωμής, για την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 633 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ..

ΙΙΙ. Στην υπό κρίση υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου  αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Μετά από διαχειριστικό έλεγχο που διενεργήθηκε μετά  την ΔΕΚΟ 1034638/1.3.2011 εντολή της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Δ.Δ., Ν.Π. και Δ.Ε.Κ.Ο. του Υπουργείου Οικονομικών, στον πρώην Δήμο Εξαπλατάνου και ήδη Δήμο Αλμωπίας Ν. Πέλλας (βλ. άρθρο 1 παρ. 2 περ. 38Α2 του ν.3852/2010, Φ.Ε.Κ. Α΄, 87) από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Υπολοίπου Κεντρικής Μακεδονίας, κατά το χρονικό διάστημα 2003-2006, συντάχθηκε η 220/18.11.2011 πορισματική έκθεση. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, κατά τα οικονομικά έτη 2003-2006 προκλήθηκε στον Δήμο Εξαπλατάνου έλλειμμα, το οποίο οφειλόταν  προεχόντως στο ότι ο καθολικός διάδοχος του Δήμου Εξαπλατάνου Δήμος Αλμωπίας θα υποχρεωθεί συμμορφούμενος  με δικαστικές αποφάσεις (Αποφάσεις 80/2011, 385/2009, 290/2010, 268/2009, 37/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, Πρακτικό 46/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, Απόφαση 19/2011 του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, Αποφάσεις 63/2011, 29/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και Απόφαση 1522/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης) στην καταβολή του συνολικού ποσού των  468.964,57 ευρώ (394.568,11 ευρώ κεφάλαιο, πλέον δικαστικής δαπάνης ποσού 8.440,00 ευρώ, πλέον τόκων έως την 18η.11.2011 ποσού 65.956,46 ευρώ). Οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων ιδιωτών για έργα, υπηρεσίες και προμήθειες που εκτέλεσαν για λογαριασμό του Δήμου Εξαπλατάνου κατά το χρονικό διάστημα 2003-2006, για την εκτέλεση των οποίων δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες ανάληψης και πραγματοποίησης των σχετικών δαπανών. Σύμφωνα δε με τα συμπεράσματα της ανωτέρω πορισματικής έκθεσης, η ανάθεση των έργων, υπηρεσιών και προμηθειών έγινε προφορικά από τον εκκαλούντα, Δήμαρχο Εξαπλατάνου κατά το χρονικό διάστημα 2003-2006, χωρίς να τηρηθούν οι  νόμιμες διαδικασίες, ήτοι : α) για τα ανατεθέντα δημοτικά έργα και τις ανατεθείσες προμήθειες δεν είχε καταρτιστεί έγγραφη σύμβαση μεταξύ των αναδόχων και του Δήμου Εξαπλατάνου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 266-268 του π.δ. 410/1995 (Φ.Ε.Κ. Α΄, 231),             80 του ν. 2362/1995 (Φ.Ε.Κ. Α΄, 247) και 9 του π.δ. 171/1987 (Φ.Ε.Κ. Α΄, 84), β) για το σύνολο των εκτελεσθέντων έργων, υπηρεσιών και προμηθειών δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το λογιστικό των ο.τ.α. διαδικασία ανάληψης δαπάνης, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12-19 του β.δ. 17/5-15/6/1959 (Φ.Ε.Κ. Α΄, 114), γ) για τα ανατεθέντα δημοτικά έργα δεν προηγήθηκαν αποφάσεις Δημαρχιακής Επιτροπής ή Δημοτικού Συμβουλίου περί απευθείας ανάθεσης και όρων ανάθεσης, ούτε εγγράφηκε σχετική εξειδικευμένη πίστωση στον οικείο προϋπολογισμό, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 9 και 15 του π.δ. 171/1987 (Φ.Ε.Κ. Α΄, 84), δ) τα ανατεθέντα δημοτικά έργα δεν αναγράφονταν  στο οικείο τεχνικό πρόγραμμα του Δήμου, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 265 του π.δ. 410/1995 (Φ.Ε.Κ. Α΄, 231), ενώ για αυτά δεν συντάχθηκε πρωτόκολλο παραλαβής, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 11 του ν. 1418/1984 (Φ.Ε.Κ. Α΄, 23),              ε) για τις ανατεθείσες προμήθειες δεν προηγήθηκε απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου περί επιλογής προμηθευτή, δεν προηγήθηκε γνωμοδότηση Επιτροπής Προμηθειών, ούτε απόφαση Δημαρχιακής Επιτροπής περί έγκρισης τεχνικών προδιαγραφών, περαιτέρω, δε, δεν συντάχθηκε πρωτόκολλο παραλαβής από την αρμόδια επιτροπή, κατά παράβαση, αντιστοίχως, των διατάξεων των άρθρων 23 παρ. 2, 4 παρ. 4, 46 παρ. 1-2 και 28 παρ. 1-2  του Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α. (Φ.Ε.Κ. Β΄, 185) και στ) για τις ανατεθείσες προμήθειες δεν προηγήθηκε απόφαση Δημαρχιακής Επιτροπής περί ψήφισης της οικείας πίστωσης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 111 παρ. 2 περ. γ του         π.δ. 410/1995 (Φ.Ε.Κ. Α΄, 231). Στη συνέχεια, αφού ο εκκαλών κλήθηκε με το ΕΜΠ 241/25.11.2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Υπολοίπου Κεντρικής Μακεδονίας σε ακρόαση, παρείχε έγγραφες εξηγήσεις με το από 12.12.2011 σημείωμα αντιρρήσεων, ακολούθως, δε, με το ΕΜΠ 4/12.01.2012 έγγραφο της ως άνω Υπηρεσίας κλήθηκε να αναπληρώσει το διαπιστωθέν, κατά τα προεκτεθέντα, έλλειμμα. Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία το διαπιστωθέν ως άνω έλλειμμα συνολικού ποσού 468.964,57 ευρώ, καταλογίστηκε σε βάρος του εκκαλούντος.

Ήδη με την ένδικη έφεσή του ο εκκαλών ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν στοιχειοθετείται,  στην προκειμένη περίπτωση, έλλειμμα υπό την «έννοια της έλλειψης χρημάτων » στη διαχείριση του Δήμου, δοθέντος ότι, καθ’ ον χρόνο εκδόθηκε η καταλογιστική πράξη δεν είχε λάβει χώρα εκταμίευση οποιουδήποτε χρηματικού ποσού προς τους τρίτους φερόμενους ως δικαιούχους των σχετικών δικαστικών αποφάσεων. Επιπροσθέτως προβάλλει ότι  και αν ακόμη έλαβαν χώρα οι ως άνω αναφερόμενες  δημοσιονομικές παραβάσεις, εξαιτίας των οποίων, λόγω της μη τήρησης της δημοσιονομικής νομιμότητας, επήλθε  διατάραξη στην διαχείριση αυτού (εκκαλούντος) και υφίσταται νόμιμη αιτία για την αποκατάστασή της, αυτές δεν συνδέθηκαν αιτιωδώς δια της καταλογιστικής πράξεως με το διαπιστωθέν έλλειμμα, τουναντίον δε όπως προέκυψε,  αυτό ερείδεται κατά νομική και ουσιαστική ακολουθία στην επιδίκαση ποσών βάσει τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων σε βάρος του Δήμου Αλμωπίας, τα οποία ο τελευταίος ως εκ του νόμου βαρυνόμενος   υποχρεούται  σε συμμόρφωση με τις αποφάσεις αυτές να  εκταμιεύσει  στο μέλλον στους ενάγοντες των οικείων διαδικασιών. Με βάση τις προεκτεθείσες νομικές και ουσιαστικές παραδοχές, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος που πλήττει τη νομική και ιστορική βάση του επιβληθέντος καταλογισμού και εντεύθεν την καθιδρυόμενη σχέση αιτιότητας τούτου ως αιτίου και αιτιατού προεχόντως διότι,  από τα στοιχεία του φακέλου ουδόλως προκύπτει η εκταμίευση των επιδικασθέντων με τις προρρηθείσες  τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις  σε βάρος του Δήμου Αλμωπίας ποσών, συνεπώς, κατά τούτο, δεν υφίσταται έλλειψη χρημάτων του οικείου ο.τ.α., ήτοι έλλειμμα για την αποκατάσταση του οποίου και συνακόλουθα για την τακτοποίηση των λογαριασμών του Δήμου, των αντίστοιχων οικονομικών ετών, εκδόθηκε η κρινόμενη καταλογιστική πράξη. Είναι διαφορετικό δε το ζήτημα του καταλογισμού των υπολόγων λόγω της ειδικής σχέσης που τους συνδέει με την συγκεκριμένη διαχείριση Ο.Τ.Α. και των αυξημένων υποχρεώσεών τους έναντι αυτής, διότι με τις συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις τους που συνδέονται αιτιωδώς με το εντεύθεν προκύπτον κατά την αντίστοιχη σχέση αιτιότητας έλλειμμα αυτής ενήργησαν κατ’ απόκλιση της δημοσιονομικής νομιμότητας. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη καταλογισμού στερείται νόμιμης αιτίας για την έκδοσή της και τυγχάνει, κατά τούτο, ακυρωτέα. Άλλωστε, ανεξαρτήτως του ότι με την έκδοση των καταψηφιστικών αποφάσεων δεν στοιχειοθετείται  έλλειμμα, αφού δεν έχει  εκταμιευθεί, όπως προεκτέθηκε,  δημοτικό χρήμα και στην  περίπτωση κατά την οποία λάβουν χώρα οι σχετικές εκταμιεύσεις, αυτές θα βασίζονται σε εκτελεστούς τίτλους του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ., ήτοι το μεν σε τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις (Αποφάσεις 80/2011, 385/2009, 290/2010, 268/2009, 37/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, Απόφαση 19/2011 του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, Αποφάσεις 63/2011, 29/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και Απόφαση 1522/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης), το δε σε Πρακτικά Δικαστηρίου που περιέχουν συμβιβασμό (βλ. Πρακτικό 46/2010 Μον. Πρωτ. Έδεσσας), ενώ αφού υφίσταται υποχρέωση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την  θεώρηση του Χ.Ε,. το οποίο πρόκειται να εκδοθεί επί τη βάσει των προαναφερόμενων εκτελεστών τίτλων, με έλεγχο μόνο του τύποις υποστατού αυτών, προκύπτει ότι και κατά την εκταμίευση των επιδικασθέντων σε βάρος του Δήμου Αλμωπίας ποσών, επί τη βάσει των προαναφερθέντων εκτελεστών τίτλων, οι οποίοι αποτελούν νόμιμο διαχειριστικό στοιχείο εκταμίευσης, δεν θα προκληθεί και για το πρόσθετο αυτό λόγο, έλλειμμα στον Δήμο αυτό. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα προηγουμένως έγιναν δεκτά, η προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη παρίσταται μη νόμιμη και  πρέπει  να ακυρωθεί, παρέλκει, δε η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης.

ΙV. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση, να ακυρωθεί η  προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα (άρθρο 73 παρ. 4 του ν.4129/2013 και 61 παρ. 3 του π.δ. 1225/1981) και εκτιμωμένων  των περιστάσεων να απαλλαγεί το Ελληνικό Δημόσιο και ο Δήμος Αλμωπίαςαπό  την καταβολή των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος (βλ. άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του                   ν. 3472/2006).

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την από 9.3.2012 (Α.Β.Δ. 12/9.3.2012) έφεση του Χρήστου Παλίκογλου του Κωνσταντίνου.

Ακυρώνει την 20/26.1.2012 απόφαση  των Οικονομικών Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Υπολοίπου Κεντρικής Μακεδονίας για τον καταλογισμό του ήδη εκκαλούντος.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον  εκκαλούντα. Και,

Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο και το Δήμο Αλμωπίαςαπό την καταβολή των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις  7 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΜΙΧΑΗΛ ΖΥΜΗΣ

    Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ-ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΥΛΟΥΜΠΙΝΗ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΜΑΡΙΑ ΕΞΑΡΧΟΥΛΑΚΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις
8 Απριλίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΜΙΧΑΗΛ ΖΥΜΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΜΑΡΙΑ ΕΞΑΡΧΟΥΛΑΚΟΥ