ΕΣ 2006/2017,VII ΤΜ., ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΛΟΓΟΣ ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΕΥΘΥΝΗ, ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΣ, ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΞΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ, ΝΟΘΟΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΟΧΙ ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΕΙΣ, ΟΧΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ 105 ΚΝΕΣ

Ε.Σ

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΥΘΥΝΗ ΟΧΙ ΓΙΑ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΖΗΜΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ- ΕΥΘΥΝΗ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΜΕ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΟΥ- ΤΟ ΔΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΜΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΙΩΝ – ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΟΤΙ ΕΠΕΔΕΙΞΕ ΤΗΝ ΕΠΙΜΛΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΞΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ-ΔΕΝ ΒΑΡΥΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΕΙΣ- ΔΕΝ ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΓΙΑ ΖΗΜΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕ ΚΑΙ ΕΓΙΝΑΝ ΜΕ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΡΙΤΟΥΣ-ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΖΗΜΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΗΛΘΑΝ ΑΠΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΨΗΦΙΣΕ

2006/2017 ΤΜΗΜΑ VII

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Γεωργία Μαραγκού, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του VΙ Τμήματος, Γεώργιος Βοίλης, Βιργινία Σκεύη, Σύμβουλοι, Γρηγόριος Βαλληνδράς, Ευαγγελία Πασπάτη, Πάρεδροι με συμβουλευτική ψήφο.

Γραμματέας: Ιωάννης Αθανασόπουλος, Γραμματέας του VΙΙ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 22.7.2014 (Α.Β.Δ. 132/2014) έφεση:

Του Αναστασίου Αφεντουλίδη του Δημητρίου, κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός Κ. Μητρούση, αρ. 8), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιορδάνη Νεστορίδη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. 2465).

Κατά: α) του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ν.π.ι.δ.) με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Τελετών Καλαμαριάς» και ήδη ανώνυμης εταιρίας του Δήμου Καλαμαριάς με την επωνυμία «Δημοτική Εμπορική και Τουριστική Επιχείρηση Καλαμαριάς – Ανώνυμη Εταιρία Ο.Τ.Α.» και δ.τ. «Δ.Ε.Τ.Ε.Κ. Α.Ε.», που εδρεύει στο Δήμο Καλαμαριάς και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αφροδίτης Αμανατίδου – Καβακλιλή (ΑΜ Δ.Σ.Θ. 4261) και β) του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου.

Με την έφεση αυτή επιδιώκεται η ακύρωση της ΕΜΠ. 317/20.5.2014 καταλογιστικής απόφασης των Οικονομικών Επιθεωρητών της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης και Υπολοίπου Κεντρικής Μακεδονίας του Υπουργείου Οικονομικών.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.

Την πληρεξούσια δικηγόρο της «Δ.Ε.Τ.Ε.Κ. Α.Ε.», η οποία ζήτησε την απόρριψη της έφεσης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε, ομοίως, την απόρριψη της έφεσης και

Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Αντώνιο Νικητάκη, ο οποίος πρότεινε την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου

Άκουσε την εισήγηση του Συμβούλου Γεωργίου Βοΐλη. Και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Ι.Για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης έχει νομίμως καταβληθεί παράβολο ποσού 1.500 ευρώ (βλ. Διπλότυπο Είσπραξης Τύπου Α 1313/7.3.2016 της Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς) , υπολειπομένου επιπλέον οφειλομένου παραβόλου, το οποίο θα καταλογιστεί σε βάρος του εκκαλούντος σε περίπτωση απόρριψης της έφεσής του, σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 3 εδ. δ΄ του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, ΦΕΚ Α΄ 52).

II. Με την υπό κρίση έφεση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με    το από 14.11.2016 υπόμνημα, ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της ΕΜΠ 317/20.5.2014 καταλογιστικής απόφασης των Οικονομικών Επιθεωρητών  της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης και Υπολοίπου Κεντρικής Μακεδονίας του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του εκκαλούντος, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της Δημοτικής Επιχείρησης Τελετών Καλαμαριάς, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα πρόσωπα, που ρητώς αναφέρονται σε αυτήν, το συνολικό ποσό των 4.780.272,65 ευρώ (2.503.945,53 ευρώ κεφάλαιο + 2.276.327,12 ευρώ προσαυξήσεις), προς αποκατάσταση της ισόποσης ζημίας που υπέστη η περιουσία της εν λόγω Δημοτικής Επιχείρησης, κατά τα έτη 2002 2006. Η έφεση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα και συνεπώς πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της.

III. Α. Στο π.δ. 410/1995 «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας» (Α΄ 231), που ίσχυε κατά την κρίσιμη περίοδο, στο Ε΄ Μέρος που αφορά στις δημοτικές επιχειρήσεις, προβλέπεται ότι οι Δήμοι δύνανται να συστήνουν αμιγείς δημοτικές επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων, για την παροχή υπηρεσιών που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού και για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που έχουν σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων. Οι επιχειρήσεις αυτές συστήνονται με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, στην οποία αναφέρονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, η διοίκηση, το κεφάλαιο και οι πόροι της, και πράξη του Περιφερειακού Διευθυντή που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 277). Αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τις διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εμπορικού Νόμου (άρθρο 277 παρ. 1 περ. β΄ και γ΄, 3, 4 και 5). Το Διοικητικό Συμβούλιο, τα μέλη του οποίου ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο, διοικεί και διαχειρίζεται τις υποθέσεις που αφορούν στην επιχείρηση, εκτός από τις περιπτώσεις που αρμόδιο είναι το Δημοτικό Συμβούλιο και στέλνει όλες τις αποφάσεις του, χωρίς καθυστέρηση, στο Δήμο όπου ανήκει η επιχείρηση. Επίσης, προσλαμβάνει Διευθυντή ή ορίζει Διευθυντή κάποιον από τα μέλη του, ο οποίος και έχει την ευθύνη για την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία της Επιχείρησης (άρθρα 278 και 279). Το Διοικητικό Συμβούλιο συνέρχεται τακτικά τουλάχιστον μία φορά το μήνα και έκτακτα, όταν οι υποθέσεις της επιχείρησης το απαιτούν και μπορεί   να αναθέτει με απόφασή του την άσκηση μέρους ή και του συνόλου των αρμοδιοτήτων του, πλην ορισμένων, στον Πρόεδρο και σε άλλα όργανα της επιχείρησης, στο Διευθυντή και τους υπεύθυνους των λειτουργικών μονάδων της επιχείρησης. Οι αποφάσεις του, που αφορούν στην ψήφιση του προϋπολο-γισμού της επιχείρησης, στη διάθεση των καθαρών κερδών και στην επέκταση των εγκαταστάσεων της επιχείρησης εγκρίνονται από το Δημοτικό Συμβούλιο, το οποίο εγκρίνει και τον ισολογισμό και την έκθεση των πεπραγμένων της δημοτικής επιχείρησης. Στις αρμοδιότητες του Δημοτικού Συμβουλίου ανήκει και ο ορισμός των ελεγκτών για τη διενέργεια του τακτικού διαχειριστικού ελέγχου της Επιχείρησης, αλλά και η απόφαση για τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου (άρθρο 282 και άρθρο 3 της Υ.Α. 25027/ 6/19.8.1987, Β΄ 244, του Υπουργού Εσωτερικών, που αφορά στον καθορισμό των αναγκαίων λεπτομερειών για την εφαρμογή των περί δημοτικών επιχειρήσεων διατάξεων του προϊσχύσαντος Κ.Δ.Κ. ν. 1065/1980, Β΄ 244). Περαιτέρω, η διαχείριση των οικονομικών των επιχειρήσεων αυτών γίνεται με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική Διαχείριση, ενώ τα καθαρά κέρδη αυτής, εφόσον δεν χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση ή την επέκταση των εγκαταστάσεων της Επιχείρησης, επιστρέφουν στο Δήμο για την εκτέλεση κοινωφελών έργων, με σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία εγκρίνεται από το Δημοτικό Συμβούλιο. Εξάλλου προβλέπεται η δυνατότητα, κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου που εγκρίνεται από το Δημοτικό Συμβούλιο, όπως το 25% των καθαρών κερδών κατατεθεί σε ιδιαίτερο λογαριασμό για την παροχή κινήτρων στους εργαζόμενους, με τη μορφή πρόσθετων υλικών αμοιβών, σύμφωνα με τα κριτήρια και τη διαδικασία καταβολής, που θα προβλεφθεί στον σχετικό Κανονισμό Προσωπικού (άρθρο 280). Ακόμη, για τον έλεγχο των επιχειρήσεων αυτών, πέραν του τακτικού διαχειριστικού ελέγχου, που γίνεται από δύο ελεγκτές (μπορούν να είναι ορκωτοί ελεγκτές ή πρόσωπα που έχουν    το δικαίωμα να οριστούν ελεγκτές σε ανώνυμη εταιρεία), που διορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο στην αρχή κάθε οικονομικού έτους, μετά την ψήφιση του ν. 2503/1997 (Α΄ 107) προβλέπεται και ο έκτακτος, που διενεργείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, μεταξύ άλλων και από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές (ν. 2343/1995), που ορίζονται από αυτόν (άρθρο 281). Τέλος, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που εγκρίνεται από       το Δημοτικό Συμβούλιο, προβλέπεται η σύνταξη Εσωτερικού Κανονισμού Υπηρεσιών, Κανονισμού Διαχείρισης, Κανονισμού Προσωπικού, καθώς και κάθε άλλου Κανονισμού που κρίνεται απαραίτητος για τη λειτουργία τους (άρθρο 283), ενώ τα εναπομείναντα, μετά τη διάλυση και εκκαθάρισή τους, περιουσιακά τους στοιχεία περιέρχονται στο Δήμο που τις είχε συστήσει (άρθρο 284).

B.Το ν.δ. 1264/1942 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί Οικονομικής Επιθεωρήσεως» (Α΄ 100), το οποίο κυρώθηκε     και διατηρήθηκε σε ισχύ με την 312/1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (Α΄ 188), ορίζει, στο άρθρο 4 παρ. 3, ότι: « Οι οικονομικοί επιθεωρητές δημοσίων υπολόγων, ειδικώτερον: α) (…) δ) Μετά προηγούμενην διαταγήν του Υπουργείου Οικονομικών ή της οικείας Διοικητικής Αρχής (Γενικού Διοικητού ή Νομάρχου) δύνανται επίσης να προέρχωνται και εις τον έλεγχον της διαχειρίσεως Σωματείων, Συλλόγων ή και άλλων Ιδρυμάτων ιδιωτικού δικαίου» και, στο άρθρο 12, ότι: «1. Ο Γενικός Οικονομικός Επιθεωρητής και οι Οικονομικοί Επιθεωρητές Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων και πας Οικονομικός υπάλληλος εκτελών χρέη Οικονομικού Επιθεωρητή Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων, εφόσον κατά την ενέργεια επιθεωρήσεως οιασδήποτε δημόσιας ή μη διαχειρίσεως εκ των εν άρθρ. 1 παρ. 1 του παρόντος Νόμου διαλαμβανομένων διαπιστώσωσι την ύπαρξιν ελλείμματος προερχομένου εξ ελλείψεως χρημάτων ή υλικού ή αξιών εν γένει προβαίνουσιν εις την έκδοσιν ητιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως κατά του υπολόγου και των τυχόν αλληλεγγύως μετ’ αυτού συνευθυνομένων (…). 8. Κατά των καταλογιστικών αποφάσεων των Οικονομικών Επιθεωρητών δύναται να ασκηθή έφεσις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου (…)». Περαιτέρω, το άρθρο 2 του ν. 2343/1995 «Αναδιοργάνωση Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 211) ορίζει ότι: «1. (…). 2. Κύρια αποστολή της Οικονομικής Επιθεώρησης είναι α) ο διαχειριστικός και οικονομικός έλεγχος των δημοσίων υπολόγων και δημοσίων διαχειρίσεων (…). 3. Οι αρμοδιότητες (…) της Οικονομικής Επιθεώρησης (…) ορίζονται με προεδρικό διάταγμα (…). Στις αρμοδιότητες της Οικονομικής Επιθεώρησης περιλαμβάνεται και η διενέργεια ελέγχων και ερευνών που αφορούν: α) Την οικονομική κατάσταση και τη διαχείριση των (…) Ο.Τ.Α. (…)» και, το άρθρο 3 του π.δ. 211/1996 «Σύσταση Οικονομικών Επιθεωρήσεων» (Α΄ 166), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της ως άνω διάταξης, ότι: «Στην αρμοδιότητα των οικονομικών Επιθεωρητών υπάγεται:    Α) (…) Γ. (…) γ) ο καταλογισμός τυχόν ελλειμμάτων ή πληρωμής μη νόμιμων δαπανών (…)». Εξάλλου, το π.δ. 156/2001 «Οργανισμός Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών» (Α΄ 129), το οποίο εκδόθηκε ομοίως κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 3 του ως άνω ν. 2343/1995, ορίζει, στο άρθρο 12, ότι: «Οι Οικονομικές Επιθεωρήσεις έχουν τις ίδιες       καθ’ ύλην αρμοδιότητες μεταξύ τους, οι οποίες κατά κατηγορίες θεμάτων είναι οι εξής: 1. (…). 3. – Θέματα Ελέγχου Διαχειρίσεων (…) – Διενέργεια διαχειριστικών και οικονομικών ελέγχων και ερευνών που αφορούν: α) την οικονομική κατάσταση και τη διαχείριση των Ν.Π.Δ.Δ., των Ο.Τ.Α. και όλων των εξαρτώμενων από αυτούς Νομικών Προσώπων (…)».

Γ. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγονται τα εξής: Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ιδρύονται με διάθεση περιουσιακών στοιχείων ενός Ο.Τ.Α. και κατατείνουν στην επίτευξη σκοπού δημοσίου ενδιαφέροντος με ανάπτυξη επιχειρηματικής ή παραγωγικής δραστηριότητας, παρόλο που συνιστούν δημοτικές επιχειρήσεις με ξεχωριστή ταμειακή διαχείριση, που διενεργείται σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν παύουν να βρίσκονται σε στενή σύνδεση και εξάρτηση με τον Ο.Τ.Α. που τις συνέστησε και να αποτελούν επιχειρήσεις του Ο.Τ.Α. αυτού, ανεξαρτήτως της νομικής τους φύσης, δεδομένου ότι: α) έχουν συσταθεί με χρήματα – κεφάλαιο του Ο.Τ.Α., β) η διοίκησή τους ελέγχεται εξ ολοκλήρου από αυτούς, μέσω του διορισμού όλων των προσώπων του Διοικητικού Συμβουλίου τους, γ) όλες οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιχείρησης πρέπει να αποστέλ-λονται στο οικείο Δημοτικό Συμβούλιο, δ) το Δημοτικό Συμβούλιο εγκρίνει     τη διανομή των καθαρών κερδών, την ψήφιση του προϋπολογισμού, τον ισολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων της Επιχείρησης, ε) τα καθαρά κέρδη αυτής, εφόσον δεν χρησιμοποιηθούν για την επέκταση της Επιχείρησης, διατίθενται υποχρεωτικά στο Δήμο, στ) το Δημοτικό Συμβούλιο είναι το μόνο αρμόδιο για την επιλογή των ελεγκτών για τη διενέργεια του τακτικού διαχειριστικού ελέγχου και ζ) τα εναπομείναντα, μετά τη διάλυση και εκκαθάρισή τους, περιουσιακά τους στοιχεία περιέρχονται στο Δήμο που τις είχε συστήσει. Ενόψει δε του ότι με τη σύσταση των επιχειρήσεων αυτών οι Ο.Τ.Α. αποσκοπούν όχι μόνο στην παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας στους δημότες τους, αλλά και στην πραγματοποίηση εσόδων από τα κέρδη των επιχειρήσεων αυτών, που θα αποτελέσουν έσοδα – περιουσία του Ο.Τ.Α. για την εκτέλεση κοινωφελών έργων (για το λόγο, δε, αυτό η διανομή των καθαρών κερδών εγκρίνεται από το Δημοτικό Συμβούλιο), η περιουσία των δημοτικών αυτών επιχειρήσεων, παρόλο που προέρχεται από την ανάπτυξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, συνιστά εν ευρεία εννοία δημόσια – δημοτική περιουσία, η νόμιμη και ορθή διαχείριση της οποίας ελέγχεται από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές (βλ. άρθρο 12 π.δ. 156/2001 και 4 παράγρ.3 περίπτ. ε΄, 12 παρ.1, 6 και 8 του ν.δ.1264/1942)και, αν από τον έλεγχο αυτό διαπιστωθεί έλλειψη χρημάτων, υλικών ή αξιών ή άλλου είδους κατάσταση που προκαλεί ζημία στην περιουσία αυτή (έλλειμμα), εκδίδεται απόφαση καταλογισμού σε βάρος των διαχειριστών αυτών και των τυχόν αλληλεγγύως μετ’ αυτών συνευθυνομένων (βλ. Ε.Σ. Ολομ. 439/2012, 47/2009 και 1938/2005).Τούτου δοθέντος, η υποκείμενη σχέση, επί της οποίας εδράζονται οι διαφορές από καταλογιστικές πράξεις Οικονομικών Επιθεωρητών, που εκδίδονται μετά από έκτακτο έλεγχο της διαχείρισης δημοτικής επιχείρησης με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, βάσει της παρ. 3 του άρθρου 281 του π.δ. 410/1995, είναι η σχέση μεταξύ δημόσιου εξωτερικού ελεγκτή και ελεγχόμενου διαχειριστή δημόσιας περιουσίας ανεξαρτήτως της νομικής προσωπικότητας του οικείου φορέα. Η δημοσίου δικαίου αυτή σχέση διαφοροποιείται ουσιωδώς από την εσωτερική σχέση μεταξύ του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και των διαχειριστών του, η οποία διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο. Και τούτο, διότι ο έλεγχος των δημοτικών επιχειρήσεων από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές ως εξωτερικός έλεγχος εξυπηρετεί πλήρως και ευθέως τη διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος με μέσα δημοσίου δικαίου, τα οποία δεν δύναται να στερηθεί μία δημοτική επιχείρηση λόγω του νομικού ενδύματός της, καθόσον δεν στοχεύει στην επίτευξη κέρδους προς ιδιωτική χρήση, αλλά προς δημοτική τοιαύτη, σε αντιδιαστολή με την έμμεση διασφάλιση που παρέχεται μέσω του ιδιωτικού δικαίου με τη συμμετοχή του Ο.Τ.Α. στη διοίκηση των επιχειρήσεων αυτών. Περαιτέρω, οι ως άνω διαφορές αφενός μεν άπτονται της διαφάνειας ως προς   τη διαχείριση της δημοτικής περιουσίας, που διατίθεται στις δημοτικές επιχειρήσεις, από τον Ο.Τ.Α. που τις συστήνει, είτε με τη μορφή απευθείας επιχορήγησης είτε με τη μορφή κάλυψης του μετοχικού κεφαλαίου ή και διάθεσης δημοτικών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία η δημοτική επιχείρηση εκμεταλλεύεται χωρίς αντάλλαγμα, για τον έλεγχο της οποίας το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι το κατεξοχήν εκ του Συντάγματος αρμόδιο δικαστικό όργανο, αφετέρου είναι συναφείς με αυτές της ευθύνης των δημοσίων υπολόγων, καθώς, ναι μεν, δεν αφορούν στον καταλογισμό ελλείμματος σε λογαριασμό δημοσίου υπολόγου, όπως η έννοια αυτού προσδιορίζεται στο άρθρο 54 του     ν. 2362/1995 -ήδη άρθρο 150 ν. 4270/2014 (Α΄ 143)-, πλην όμως αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας που ο διαχειριστής προκάλεσε με την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του στην ανήκουσα, τελικά, στον Ο.Τ.Α. περιουσία. Η ευθύνη δε του τελευταίου, ο οποίος δεν είναι μεν υπόλογος κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, αλλά διαχειριστής της «δημόσιας – δημοτικής περιουσίας», που περιλαμβάνει την περιουσία που διέθεσε ο Ο.Τ.Α. και αυτή που δημιουργείται από την επιχειρηματική δραστηριότητα και την οποία έχει υποχρέωση να διαθέτει για το σκοπό που αυτή εξυπηρετεί, κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των ειδικότερων νόμων που διέπουν την ίδρυση και λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών (βλ. Ε.Σ. VI Τμ. 7788/2015).Ειδικότερα, οι αμιγείς δημοτικές επιχειρήσεις, όπως προεκτέθηκε, έχουν τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου διεπόμενου για τα ζητήματα που δεν ρυθμίζονται από τον Δημοτικό και Κοινοτικό Κώδικα από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εμπορικού Νόμου.

Για την ευθύνη δε των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της αμιγούς δημοτικής επιχείρησης, ενόψει της ομοιότητας αυτού με τα Διοικητικά Συμβούλια των κεφαλαιουχικών εταιρειών του Εμπορικού Νόμου, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών. Σύμφωνα με αυτές και, ιδίως, του άρθρου 22Α, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου,     τα οποία ευθύνονται έναντι της επιχείρησης για κάθε πταίσμα, οφείλουν να δρουν με τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι με την τήρηση των κανόνων περί επιμελούς – τακτικής διαχείρισης, με στόχο την προαγωγή των εταιρικών συμφερόντων, που συνίστανται στη διατήρηση και επαύξηση της εταιρικής περιουσίας, αλλά και στην εκπλήρωση του κοινωνικού τους σκοπού, δεδομένου ότι πρόκειται   για αμιγείς δημοτικές επιχειρήσεις, δηλαδή να τηρούν τους κανόνες της επιμέλειας, τους οποίους μπορεί και οφείλει, με βάση την καλή πίστη, να τηρεί ένας μέσος επιμελής διοικητής ξένης περιουσίας. Κατά συνέπεια, δεν υπέχει ευθύνη μέλος του Δ.Σ., εάν αποδείξει ότι άσκησε τα καθήκοντά του με αρτιότητα και ιδιαίτερη προσοχή επιδεικνύοντας τις ικανότητες και γνώσεις   που απαιτεί το αξίωμά του. Πρόκειται, δηλαδή, για νόθο αντικειμενική ευθύνη που αντιστρέφει το βάρος της αποδείξεως, ώστε τα μέλη του Δ.Σ. να πρέπει να αποδείξουν ότι κατέβαλαν την κατά νόμο επιμέλεια. Εξάλλου, το μέτρο της ευθύνης των διοικούντων διαφοροποιείται ανάλογα με την ιδιότητα του κάθε μέλους (διευθύνοντος συμβούλου κ.λπ.) και με τα καθήκοντα, τα οποία τους έχουν ανατεθεί (βλ. Ελ.Συν. αποφ. VI Τμ. 7788/2015 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Τέλος, η ευθύνη των μελών του Δ.Σ. κρίνεται με βάση το εάν συμμετείχαν στη λήψη αποφάσεων με γνώμονα τη χρηστή και συνετή διοίκηση και τη διαφύλαξη του εταιρικού συμφέροντος, περίσταση που δεν συντρέχει όταν με τις ως άνω αποφάσεις εγκρίνεται η πραγματοποίηση δαπανών, οι οποίες δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης.

Κατά την ειδικότερη όμως γνώμη του Συμβούλου Γεωργίου Βοΐλη η διαχείριση της περιουσίας ενός ν.π.ι.δ., το οποίο έχει συσταθεί με την κάλυψη της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου από το Δημόσιο, ν.π.δ.δ. ή Ο.Τ.Α. συνιστά κατ’ ουσίαν διαχείριση δημοσίου χρήματος που προσδίδει στο διαχειριστή την ιδιότητα του υπολόγου, υπό την οποία θα κριθεί για οποιοδήποτε έλλειμμα δημιουργηθεί κατά την κρίσιμη διαχειριστική περίοδο,  οι σχετικές  δε διαφορές από τη διενέργεια ελέγχου των Οικονομικών Επιθεωρητών και τον καταλογισμό των διαπιστωθέντων ελλειμμάτων υπάγονται ευθέως εκ του Συντάγματος στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. μειοψ. σε Ε.Σ. VI Τμ. αποφ. 7788/2015, προβλ. Ολομ. Α΄ Ελλ. 2219/2014, μειοψ. σε IV Τμ. 1181/2013).

IV. Στην κρινόμενη υπόθεση από όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: 

1. Με τη 12190/86.30.5.1986 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών (Β΄ 522), όπως τροποποιήθηκε από την Ε.Σ. 3642/95/13.3.1995 απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή του Νομού Θεσσαλονίκης (Β΄ 309), συστάθηκε στον Δήμο Καλαμαριάς δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Τελετών Καλαμαριάς» ως ίδιο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε στη νεοσυσταθείσα «Δ.Ε.Τ.Ε.Κ. Α.Ε.» (ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ 1467/24.2.2009). Το αρχικό κεφάλαιό της ανήλθε στο ποσό των 500.000 δρχ. και διατέθηκε από το Δήμο Καλαμαριάς, ο οποίος της διέθεσε επίσης τη χρήση για τριάντα χρόνια ενός μαρμαρογλυφείου, δύο περίπτερων λουλουδιών, μίας αίθουσας τελετών και ενός γραφείου – αποθήκης, συνολικής αξίας 1.700.000 δραχμών. Σκοποί της ορίστηκαν αρχικά η οργάνωση και η εκτέλεση κηδειών των αποβιούντων κατοίκων του Δήμου Καλαμαριάς, ο ανθοστολισμός των κηδειών και η πώληση ανθέων στο δημοτικό νεκροταφείο, η οργάνωση και τέλεση δεξιώσεων μετά τις κηδείες και τα μνημόσυνα και η κατασκευή τάφων, ενώ με την Ε.Σ. 23443/97/11.2.1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (ΦΕΚ Β΄ 1251) προστέθηκε στους σκοπούς της επιχείρησης η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής αρωγής σε μειονεκτούντα άτομα και γενικά σε πληθυσμιακές ομάδες που χρήζουν κοινωνικής προστασίας και υποστήριξης (εργαζόμενες μητέρες, ανίκανα άτομα, οικογένειές τους, μοναχικά ή περιθωριακά άτομα κ.λπ.). Πόροι της ήταν τα έσοδα από κηδείες, ανθοστολισμούς, πώληση ανθέων, δεξιώσεις, κατασκευή τάφων και γενικά από την άσκηση της δραστηριότητάς της καθώς και από τυχόν δάνεια, κληρονομιές, εισφορές κ.λπ., ενώ ειδικά για την εκτέλεση του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι» λάμβανε κρατική επιχορήγηση. Την επιχείρηση διοικούσε ενδεκαμελές διοικητικό συμβούλιο, το οποίο οριζόταν με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Καλαμαριάς, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 31.4.2006 Διευθυντής και Διαχειριστής της Επιχείρησης ήταν ο Αλέξανδρος Λυμπέρης, Ταμίας ο Κωνσταντίνος Αλευράς (έως 17.12.2005) και Λογιστής ο Αλέξανδρος Φωτεινός (έως τις 21.11.2005).

2. Ο εκκαλών διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.Ε.Τ.Κ. και νυν Δ.Ε.Τ.Ε.Κ. κατά τα έτη 2002 2006.Με το 57470/13.12.2006 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ζητήθηκε από την Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης ο ορισμός δύο Οικονομικών Επιθεωρητών, προκειμένου να διενεργηθεί έκτακτος διαχειριστικός έλεγχος στην επιχείρηση αυτή για τις χρήσεις 2003, 2004 και 2005, ο οποίος επεκτάθηκε στη συνέχεια και στις χρήσεις των ετών 2002 και 2006. Σύμφωνα με την ΕΜΠ. 230/25.11.2011 αρχική πορισματική έκθεση των Οικονομικών Επιθεωρητριών της Οικονομικής Επιθεώρησης Υπόλοιπου Κεντρικής Μακεδονίας (εφεξής Π.Ε.) και την 5714/22.8.2013 συμπληρωματική πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης (εφεξής συμπληρωματική Π.Ε.) και αφού λήφθηκε υπόψη η 556/2009 έκθεση ελέγχου του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Κεντρικής Μακεδονίας, δε διαπιστώθηκαν μεν παραβάσεις αναφορικά με τη διαχείριση της κρατικής επιχορήγησης που έλαβε η επιχείρηση κατά το χρονικό αυτό διάστημα, όσον αφορά όμως στη διαχείριση της υπόλοιπης περιουσίας της, κατά τα έτη 2002 2006, διαπιστώθηκε ζημία συνολικού ποσού 2.503.945,53 ευρώ, το οποίο αναλύεται ανά έτος και ανά πηγή προέλευσης, ως εξής:

1. Διαφορές επί έλαττον ανάμεσα στην αξία των Αποδείξεων Παροχής Υπηρεσιών (στο εξής Α.Π.Υ.), που εκδόθηκαν από την επιχείρηση για τα μνημόσυνα και τις κηδείες, και στο ποσό που αναφέρεται στις αντίστοιχες εντολές ανάθεσης, οι οποίες υποδεικνύουν είτε άτυπες (χωρίς έγκριση του Δ.Σ. και χωρίς παραστατικά, και κατά τούτο απορριπτόμενες) εκπτώσεις στον πελάτη είτε αποκρυβέντα έσοδα (είσπραξη ποσών χωρίς έκδοση Α.Π.Υ, δηλ. εξωταμειακή διαχείριση) (σελ. 15 – 17 της Π.Ε.)

2003: 26.807 2004: 37.781

2005: 25.994

2006: 7.484

         98.066

2.

Έσοδα από το άναμμα κανδηλιών για τα οποία δεν εκδόθηκαν ΑΠΥ και δεν καταχωρήθηκαν στα βιβλία της επιχείρησης (σελ. 20 επ. Π.Ε.)

2002: 23.867,59

2003: 24.066,11

2004: 23.927,24

2005: 22.562,23

2006: 15.583,27

           110.006,44

3.

Έσοδα από τελετές μνημοσύνων για τα οποία δεν εκδόθηκαν ΑΠΥ και δεν καταχωρήθηκαν στα βιβλία της επιχείρησης (σελ. 25-26 Π.Ε.)

2002:     123  

2006:   1.311,5

             1.434,5  

4.

Έσοδα από τελετές κηδειών για τα οποία δεν εκδόθηκαν ΑΠΥ και δεν καταχωρήθηκαν στα βιβλία της επιχείρησης (σελ. 27 επ. Π.Ε.)

2002: 2.418    

2003: 2.308  

2004: 3.084  

2005: 1.685  

2006:   526

             10.021  

5.

Ανοίκειες πληρωμές (χωρίς παραστατικό από τον προμηθευτή) για την αγορά κολύβων (σελ 30-32 Π.Ε.)

2002: 6.473    

2003: 7.275    

2004: 6.484     2005: 5.812

        26.044

6.

α) Ανοίκειες πληρωμές (χωρίς παραστατικό από τον προμηθευτή) για την αγορά ανθέων (σελ. 32 – 37 Π.Ε.).

2002: 75.391    

2003: 76.121    

2004: 95.870    

2005: 125.520

           375.902

β) Απόκρυψη εσόδων από την προμήθεια της Δ.Ε.Τ.Κ επί των πωλήσεων ανθέων (διαφορά μεταξύ προμήθειας, όπως προκύπτει από τις πωλήσεις ανθέων σύμφωνα με εκδοθείσες Α.Π.Υ., υπολογιζόμενη με βάση το συμβατικό ποσοστό προμήθειας 46%, και των εσόδων που πράγματι εισήλθαν στη διαχείριση) (σελ. 33 – 37 Π.Ε.)

2002:   5.003,88  

2003:   5.329,10  

2004:   9.174,24  

2005: 25.966,54  

           45.473,76

7.

Ανοίκειες πληρωμές (χωρίς δικαιολογητικά) για την αγορά φερέτρων (σελ. 37-47 Π.Ε.)

2002:     221,84  

2003:   1.109,20  

2004:       838,00  

2005:   6.760,00  

2006:       279,65

             9.208,69  

8. Έσοδα από διάθεση κεριών, για τα οποία δεν εκδόθηκαν παραστατικά και δεν καταχωρήθηκαν στα βιβλία της επιχείρησης (όπως προκύπτει από τη διαφορά της ποσότητας κεριού που έπρεπε κατ’ έτος να υπάρχει στην αποθήκη με βάση τις αγορές και τις πωλήσεις, σε σχέση με την ποσότητα που καταγράφηκε στην απογραφή λήξης έκαστους έτους) (σελ. 48-53 Π.Ε.).

2002: 12.120    

2003: 11.652    

2004: 16.956    

2005:     8.820  

2006:     1.748,40

               51.296

9.

Ανοίκειες πληρωμές (χωρίς παραστατικό από τον προμηθευτή) προς ναούς, για την τέλεση κηδειών (σελ. 53-55 Π.Ε.).

2002: 78.870

2003: 92.532

2004: 87.260

2005: 82.110

         340.772

10.

Ανοίκειες πληρωμές (χωρίς παραστατικό από τον προμηθευτή) για εκτυπώσεις αγγελτηρίων κηδείας (σελ. 56-58 Π.Ε.).

2002: 14.198     2003: 14.176  

2004: 15.876    

2005: 15.789    

             60.039

11.

Ανοίκειες πληρωμές (χωρίς παραστατικό από τον προμηθευτή) για εκτυπώσεις αγγελτηρίων μνημόσυνων (σελ. 58-59 Π.Ε.).

2002: 9.687,77    

2003: 10.326,50  

2004: 10.799,50  

2005:       10.339

           41.152,77

12.

Ανοίκειες πληρωμές (χωρίς παραστατικό από τον προμηθευτή) για την μεταφορά ατόμων με πούλμαν σε κηδείες (σελ. 59-61 Π.Ε.).

2002: 36.564    

2003: 37.805    

2004: 41.892    

2005: 38.420

           154.681  

13.

Ανοίκειες πληρωμές (χωρίς παραστατικό από τον προμηθευτή) για την υπηρεσία της τοιχοκόλλησης των αγγελτηρίων μνημοσύνων (σελ. 62 – 63 Π.Ε.).

2002: 1.502,87    

2003: 1.488    

2004: 1.672    

2005: 1.564

         6.226,87

14.

Ανοίκειες πληρωμές (χωρίς παραστατικό από τον προμηθευτή) για υπηρεσίες που παρείχε η Συνεργατική Νεκροκομιστών Καλαμαριάς (σελ. 64-65 Π.Ε.)

2002: 61.946    

2003: 80.301    

2004: 93.894    

2005: 84.114    

         320.255

15.

α) Πληρωμές στην Δ.Ο.Υ. για πρόστιμα ΚΒΣ λόγω απόκρυψης φορολογητέας ύλης (σελ. 66-67 Π.Ε.)

2002: 5.240    

2003: 5.334,40    

2004: 6.207,20    

2005: 5.973,05    

2006: 3.165,68

β) Πληρωμές στη Δ.Ο.Υ. για φόρο περαίωσης (σελ. 66 – 67 Π.Ε.)

2002:     83.834,55  

2003:     92.905,55  

2004: 102.707,86  

2005: 110.312,72  

2006:       4.260,17

           419.941,18

16.

Δαπάνες ασύμβατες με τους σκοπούς της επιχείρησης (δωρεές σε συλλόγους, δείπνα, εκδρομές, χορήγηση διατακτικών σε υπαλλήλους, επισκευές αυτοκινήτων ή προμήθεια βενζίνης με τιμολόγια χωρίς να αναγράφεται ο αριθμός κυκλοφορίας αυτοκινήτου) (σελ. 68-81 Π.Ε.)

2002: 41.353,33    

2003: 56.176,18  

2004: 40.179,66  

2005: 23.189,59  

2006: 42.097,98

             202.996,74

17. Δαπάνες για την προμήθεια υπερβολικών ποσοτήτων καυσίμων από το πρατήριο «Ε. Μπεντίλα –   Κ. Μπεντίλα και Σια Ο.Ε.» (ποσότητες πέραν της χωρητικότητας των αυτοκινήτων, καθημερινά επαναλαμβανόμενα γεμίσματα των ιδίων αυτοκινήτων με ποσότητες που ήταν αδύνατον να καταναλωθούν) που απορρίπτονται ως εικονικές και αδικαιολόγητες (σελ. 81-83 Π.Ε.)

2002: 3.040,03  

2003: 1.014,24  

2004: 6.540,98  

2005: 4.929,62  

2006: 973,53  

           16.498,4

18. Δαπάνη αποζημίωσης απόλυσης προς τον Κ. Αλευρά, η οποία καταβλήθηκε αχρεωστήτως (αφού αυτός προέβη σε υπεξαίρεση σημαντικού ποσού της επιχείρησης και έπρεπε να απολυθεί χωρίς αποζημίωση) (σελ. 84-85 Π.Ε.) 2005: 15.129,66
19. Παράλειψη είσπραξης εσόδων από δικαιώματα (προμήθεια) ανθοστολισμών, για τους οποίους δεν εκδόθηκαν Α.Π.Υ. και δεν καταχωρήθηκαν στα βιβλία της επιχείρησης (σελ. 87-96 Π.Ε.)

2002: 30.172,50

2003: 30.388,50

2004: 35.437,50

2005: 32.236

         128.234,5

20. Παράλειψη είσπραξης απαίτησης κατά Αναστασίας Μερκούρη (σελ. 96 Π.Ε.) 2002: 46.231,84

21.

Τόκοι που απώλεσε η επιχείρηση από τη μη κατάθεση στην Τράπεζα των διαθεσίμων χρημάτων του ταμείου της (σελ. 2-6 συμπληρωματικής Π.Ε.).

2002: 8.403,39  

2003: 8.207,09  

2004: 6.052,80  

2005: 4.670,50

     27.333,78

  ΣΥΝΟΛΟ :    2.503.945,53

Σύμφωνα με την αρχική πορισματική έκθεση, για τη ζημία αυτήν ευθύνονται μεταξύ άλλων τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης «λόγω της αδιαφορίας ή της αδυναμίας τους να ελέγξουν την ασκούμενη κακοδιαχείριση από τον διευθυντή και τους προέδρους και την ως εκ τούτου σύμπραξή τους στην διασπάθιση των εσόδων της επιχείρησης τουλάχιστον με τη ψήφιση δαπανών για τη διενέργεια πληρωμών ξένων προς τον σκοπό της επιχείρησης».

V. Κατόπιν αυτών, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με την οποία καταλογίστηκε, μεταξύ άλλων, ο εκκαλών, μέλος του Δ.Σ. της επιχείρησης κατά τα έτη 2002-2006, με το συνολικό ποσό της ως άνω διαπιστωθείσας ζημίας (2.503.945,53 ευρώ) πλέον προσαυξήσεων (έως 31.10.2011) ποσού 2.276.327,12 ευρώ, δηλαδή με το συνολικό ποσό των 4.780.272,65 ευρώ, με την αιτιολογία ότι αυτός γνώριζε τα φαινόμενα αδιαφάνειας και κακοδιαχείρισης, καθόσον μετείχε σχεδόν σε όλες τις συνεδριάσεις του Δ.Σ. κατά τα έτη 2002 2006, στις οποίες υπήρχε ευρεία ενημέρωση, τόσο από τους λογιστές, όσο και από τα διαφωνούντα μέλη της αντιπολίτευσης για τις διαχειριστικές ατασθαλίες και λάμβανε χώρα έντονη και διεξοδική συζήτηση πριν από τη λήψη κάθε απόφασης, και δεν διαφωνούσε με την ακολουθούμενη τακτική, ούτε ενδιαφέρθηκε να διενεργήσει οποιονδήποτε διασταυρωτικό έλεγχο, αλλά με τη συμμετοχή και τη ψήφο του στη λήψη αποφάσεων επέτρεπε τη συνέχιση και εδραίωση της κακοδιαχείρισης και της κατασπατάλησης του δημοτικού χρήματος, όπως τούτο προκύπτει και από τα αποσπάσματα των Πρακτικών, που ρητά αναφέρονται σε αυτήν. Περαιτέρω, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη, ο εκκαλών όφειλε να ζητήσει και να επιβάλλει τον δειγματοληπτικό έλεγχο των εισπράξεων και πληρωμών τουλάχιστον μία φορά το μήνα, στα χέρια του Διευθυντή και των Ταμιών, ενώ με την επιτρεπόμενη από μέρους του ανυπαρξία οποιουδήποτε ελέγχου, δημιουργήθηκαν συνθήκες ανεξέλεγκτης διαχείρισης των χρημάτων του Ταμείου και υπεξαιρέσεις. Ενόψει δε ότι από τον έλεγχο αποδεικνύεται, κατά την κρίση των επιθεωρητών, η πλήρης επίγνωση, η πλήρης ανάμειξη και  η πλήρης συγκάλυψη και υποστήριξη εκ μέρους του εκκαλούντος της κακοδια-χείρισης της περιουσίας της επιχείρησης, καταλογίστηκε σε βάρος του το σύνολο του διαπιστωθέντος ελλείμματος.

VΙ. Α. Με την υπό κρίση έφεση, όπως οι λόγοι της αναπτύσσονται με το από 14.11.2016 υπόμνημα, ο εκκαλών ζητεί την ακύρωση της καταλογιστικής αυτής απόφασης, προβάλλοντας καταρχάς ότι οι Οικονομικοί Επιθεωρητές δεν ήταν αρμόδιοι να ελέγξουν τη διαχείριση της περιουσίας που προερχόταν από την ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης και να καταλογίσουν τυχόν διαπιστωθείσα ζημία αυτής σε βάρος των μελών του Δ.Σ. της, τα οποία δε φέρουν την ιδιότητα του υπολόγου καθώς και ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της σχετικής διαφοράς. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (βλ. υπό σκ. III.Γ), ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει όμως του ότι προσαυξήσεις καταλογίζονται σε βάρος των δημόσιων υπολόγων και όχι σε βάρος των διαχειριστών της περιουσίας δημοτικής επιχείρησης, όπως ο εκκαλών, ο καταλογισμός σε βάρος του προσαυξήσεων ποσού 2.276.327,12 ευρώ δεν είναι νόμιμος και για τον λόγο αυτόν, ο οποίος εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, ως αναγόμενος στο νόμω βάσιμο της προσβαλλομένης (βλ. άρθρο 49 παρ. 1 του π.δ/τος 1225/ 1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων», ΦΕΚ Α΄ 304), η τελευταία πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος αυτό. Σύμφωνα, όμως, με το Σύμβουλο Γεώργιο Βοΐλη νομίμως καταλογίστηκαν σε βάρος του εκκαλούντος οι ως άνω προσαυξήσεις, καθόσον αυτός είναι διαχειριστής κατ’ ουσίαν δημοσίου χρήματος και ως εκ τούτου υπόλογος (βλ. ειδικότερη γνώμη υπό σκ. ΙΙΙ.Γ).

Περαιτέρω, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη είναι ακυρωτέα, διότι οι Οικονομικές Επιθεωρήτριες δε διέθεταν την απαιτούμενη εκ του νόμου εισαγγελική παραγ-γελία για την ανακριτική εξέτασή της, επιπλέον δε, κλήθηκε και εξετάστηκε ένορκα ως μάρτυρας χωρίς να έχει ενημερωθεί για την προοπτική της επικείμενης δίωξής του και χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα παράστασης με συνήγορο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε (βλ. υπό σκ. IV.2), ο έλεγχος διενεργήθηκε κατόπιν του 57470/13.12.2006 έγγραφου του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 281 παρ. 3 εδ. α΄ του π.δ/τος 410/1995, όπως ισχύει, συνεπώς δεν απαιτείται εισαγγελική παραγγελία ούτε εφαρμόζονται οι διατάξεις της ποινικής δικονομίας.

Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός ότι, ενόσω εκκρεμεί κατασταλτικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, απαγορεύεται να εκδοθεί καταλογιστική απόφαση από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές για την ίδια διαχείριση και για το ίδιο χρονικό διάστημα, διότι τέτοια απαγόρευση δεν προκύπτει από την κείμενη νομοθεσία (Ε.Σ. VII Τμ. αποφ. 1097/2017).

Ακολούθως, ο εκκαλών προβάλλει ότι δεν ευθύνεται για τη ζημία που προκλήθηκε από τη μη έκδοση των προβλεπόμενων παραστατικών για τα έσοδα και τις πληρωμές της επιχείρησης καθώς και από τις εικονικές δαπάνες καυσίμων, διότι, ως απλό μέλος του Δ.Σ. της επιχείρησης δεν προέβη σε καμία πράξη η οποία να αποδεικνύει την ανάμειξή του στην καθημερινή διαχείριση της επιχείρησης, ενώ, δεν θα μπορούσε να ελέγξει τις ατασθαλίες στη ταμειακή διαχείριση δεδομένου ότι αυτές έγιναν αντιληπτές μετά τον επισταμένο έλεγχο εξειδικευμένων οργάνων του ΣΔΟΕ και έμπειρων Οικονομικών Επιθεωρητών. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω αναφορικά με την ευθύνη των μελών του Δ.Σ. δημοτικής επιχείρησης (βλ. υπό σκ. ΙΙΙ.Γ) και ενόψει του ότι α) ούτε στην προσβαλλομένη ούτε στις πορισματικές εκθέσεις ούτε σε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο του φακέλου αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του εκκαλούντος, οι οποίες να συνδέονται αιτιωδώς με την εν λόγω ζημία, β) από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι γνώριζε τα περί αδιαφάνειας και κακοδιαχείρισης, όπως αναφέρεται στην καταλογιστική πράξη, αντίθετα αποδεικνύεται ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα σχετικά με τη λογιστική απεικόνιση των εσόδων και των εξόδων της επιχείρησης, οι δε ισολογισμοί, οι οποίοι έρχονταν προς ψήφιση ενώπιον του Δ.Σ. με ευθύνη και παρουσία του λογιστή της, δεν παρουσίαζαν προβλήματα και εμφάνιζαν κέρδη, γ) ο εκκαλών, ήδη συνταξιούχος, ήταν κατασκευαστής επίπλων απόφοιτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και επομένως χωρίς ειδικές γνώσεις σε θέματα διαχείρισης, δ) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 παρ. 2 εδ. α΄ του π.δ/τος 410/1995, αρμόδιο για τον ορισμό των ελεγκτών για τη διενέργεια του ετήσιου διαχειριστικού ελέγχου της επιχείρησης είναι το δημοτικό συμβούλιο και όχι το Δ.Σ. αυτής, ενώ από ουδεμία διάταξη προκύπτει υποχρέωση των μελών του διοικητικού συμβουλίου να προβαίνουν σε δειγματο-ληπτικό έλεγχο των εισπράξεων και των πληρωμών τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, όπως δέχεται η προσβαλλομένη ή να ελέγχουν την οικονομική λειτουργία της επιχείρησης και την ορθή τήρηση των φορολογικών – λογιστικών παραστατικών της, ε) παρατηρήσεις για προβλήματα στη λειτουργία της επιχείρησης έγιναν για πρώτη φορά στην έκθεση των ορκωτών λογιστών που διενήργησαν τακτικό διαχειριστικό έλεγχο της επιχείρησης για το έτος 2003, η οποία τέθηκε υπόψη του Δ.Σ. της στις 3.11.2005 (βλ. πρακτικό 52, θέμα 1), στη συνέχεια δε, το Δ.Σ. συμμορφώθηκε με τις παρατηρήσεις των ορκωτών λογιστών, στ) οι εκθέσεις των ορκωτών λογιστών των ετών 2004 και 2005 τέθηκαν υπόψη του διοικητικού συμβουλίου στις 27.4.2006 και 26.9.2006, αντίστοιχα (βλ. πρακτικά 6, θέμα 1 και 10, θέμα 1), ζ) ο εκκαλών υπέβαλε την 13458/16.3.2006 αναφορά – καταγγελία προς τον Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας προκειμένου να διερευνηθούν καταγγελίες πολιτών σχετικά με τη διαχείριση, μεταξύ άλλων, της συγκεκριμένης επιχείρησης, η) σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων και με όσα αναφέρονται στην πορισματική έκθεση, αρμόδιοι   για τις κάθε είδους παραγγελίες, εισπράξεις και πληρωμές της επιχείρησης ήταν ο διευθυντής και διαχειριστής της Αλέξανδρος Λυμπέρης και ο καταδικασθείς για την πράξη της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση ταμίας της Κωνσταντίνος Αλευράς, οι οποίοι διατηρούσαν δύο ταμεία με υψηλό διαθέσιμο σε μετρητά και τις υπογραφές των οποίων έφεραν όλες οι αποδείξεις της επιχείρησης και θ) τα έσοδα από τα κανδηλανάμματα εισέπραττε η πρώην υπάλληλος της επιχείρησης Χαρίκλεια Βαρυπάτη, η οποία έχει καταδικαστεί για τις πράξεις της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση και της υπεξαγωγής εγγράφων, ο λόγος αυτός τυγχάνει βάσιμος (βλ. Ε.Σ. VII Τμ. αποφ. 1097, 1099, 1100/2017 κ.ά.). Συνεπώς, ο καταλογισμός του εκκαλούντος με το ποσό της ζημίας που προκλήθηκε από έσοδα και πληρωμές για τα οποία δεν είχαν εκδοθεί τα προβλεπόμενα παραστατικά (α/α 1-14 και 19 του ως άνω πίνακα) καθώς και από εικονικές δαπάνες καυσίμων (α/α 17 του ως άνω πίνακα), συνολικού ποσού 1.792.312,33 ευρώ, δεν είναι νόμιμος και η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος αυτό. Ενόψει δε αυτών και της έλλειψης υπαιτιότητας του εκκαλούντος για τις ως άνω πλημμέλειες, δεν υφίσταται ουδεμία ευθύνη αυτού και για τις ως άνω φορολογικές παραβάσεις και δεν είναι νόμιμος ο καταλο-γισμός του με το ποσό που καταβλήθηκε στη ΔΟΥ για πρόστιμα και φόρο εισοδήματος λόγω απόκρυψης φορολογητέας ύλης (α/α 15 του ως άνω πίνακα), συνολικού ποσού 419.941,18 ευρώ.Έτι περαιτέρω, ο εκκαλών μη νομίμως καταλογίζεται με το ποσό των 46.231,84 ευρώ, που αντιστοιχεί στην μη εισπραχθείσα καίτοι επιδικασθείσα δικαστικώς από το έτος 1997 ισόποση απαίτηση της επιχείρησης κατά της πρώην υπαλλήλου της Αναστασίας Μερκούρη (α/α 20 του ως άνω πίνακα), καθόσον αφενός μεν ουδέν συζητήθηκε για το ως άνω θέμα σε κάποια από τις συνεδριάσεις του Δ.Σ. κατά τη διάρκεια της θητείας του εκκαλούντος, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά του έτους 2002, ούτε υπήρξε σχετική υπόμνηση από τον λογιστή της επιχείρησης Αλέξανδρο Φωτεινό κατά τη ψήφιση του ισολογισμού του έτους 2001, ο οποίος (λογιστής) ουδέποτε έδωσε εξηγήσεις για το λόγο που εμφάνιζε τη σχετική απαίτηση ιδιαιτέρως μειωμένη, αφετέρου δε η μη είσπραξή της κατά τη διάρκεια όλων των ελεγχόμενων ετών οφείλεται στις διαβεβαιώσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Μαγουλά, σύμφωνα με τις οποίες δεν βρέθηκαν περιουσιακά στοιχεία της οφειλέτριας στα υποθηκοφυλακεία Θεσσαλονίκης και Καλαμαριάς και, συνεπώς, δεν ήταν δυνατή η αναγκαστική είσπραξη της απαίτησης. Επιπλέον, ενόψει του ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο της απόλυσης του Ταμία της επιχείρησης Κωνσταντίνου Αλευρά, ο εκκαλών γνώριζε ότι αυτός είχε υπεξαιρέσει χρήματα της επιχείρησης (ενημέρωση για το θέμα αυτό έγινε για πρώτη φορά στην από 16.2.2016 συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου, βλ. πρακτικό 2, θέμα 1),    ο καταλογισμός του με το σχετικό ποσό των 15.129,66 ευρώ, που αφορά στην καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης αυτού (α/α 18 του ως άνω πίνακα), δεν είναι νόμιμος και η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος αυτό. Τέλος, με δεδομένο ότι ο υπολογισμός των τόκων που απώλεσε η επιχείρηση κατά τα έτη 2002 2006 έπρεπε να είχε γίνει με βάση το συμβατικό επιτόκιο καταθέσεων και όχι με βάση το επιτόκιο υπερημερίας, δεν είναι νόμιμος ο καταλογισμός του εκκαλούντος με το ποσό των27.333,78 ευρώ (α/α 21 του ως άνω πίνακα) και η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος αυτό (VII Τμ. 1096, 1262/2017).

Β. Αντιθέτως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη ΙΙΙ.Γ περί ευθύνης μελών του Δ.Σ. δημοτικής επιχείρησης νομίμως καταλογίζεται ο εκκαλών για τη ζημία που προκλήθηκε από δαπάνες που εγκρίθηκαν με τις ακόλουθες αποφάσεις του Δ.Σ., στις οποίες αυτός συνέπραξε, χωρίς όμως να εξυπηρετούν τους σκοπούς της επιχείρησης ή για τις οποίες δεν τηρήθηκαν      οι κατά νόμο διαδικαστικές προϋποθέσεις, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων ισχυρισμών του.Και τούτο, διότι ο εκκαλών, ως μέλος του Δ.Σ. της επιχείρησης, όφειλε και μπορούσε, καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού διοικητή ξένης περιουσίας, να γνωρίζει τους σκοπούς που εξυπηρετεί η αμιγής δημοτική επιχείρηση, την οποία κλήθηκε να υπηρετήσει, και να φροντίζει για την ορθή και σύμφωνα με τις νόμιμες προϋπο-θέσεις διαχείριση της περιουσίας της και τη μη κατασπατάλησή της, ώστε να μην συναποφασίσει την καταβολή δαπανών που κείνται εκτός των σκοπών αυτών ή δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, α) από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Τμήματος πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ. έτους 2002, σε συνδυασμό με τον πίνακα απορριπτομένων δαπανών του έτους 2002 (στο εξής Πίνακας, βλ. σελ. 70 έως 72 της Π.Ε.), προκύπτει ότι ο εκκαλών ευθύνεται για τις εξής δαπάνες, οι οποίες κρίνεται ότι δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με τις ακόλουθες αποφάσεις του Δ.Σ., στις οποίες αυτός συνέπραξε: 1) Τραπέζι την Τσικνοπέμπτη για τους εργαζόμενους της επιχείρησης (Πρ. 28/5.3.2002), ποσού 1.490 ευρώ (α/α 21 του Πίνακα). 2) Εκδήλωση (τραπέζι) για τους εθελοντές ιατρούς του Δημοτικού Ιατρείου (Πρ. 29/9.4.2002), ποσού 1.637 ευρώ (α/α 25 του Πίνακα). 3) Αγορά τσουρεκιών και λαμπάδων για τα μέλη του τμήματος «Βοήθεια      στο Σπίτι» (Πρ. 30/23.4.2002), ποσού 1.176,63 ευρώ (α/α 29 του Πίνακα). 4) Συμμετοχή στο αντιπολεμικό συλλαλητήριο του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, ποσού 600 ευρώ (α/α 24 του Πίνακα). 5) Αγορά θερινών ενδυμάτων των νεκροκομιστών, οι οποίοι, ωστόσο, δεν ήταν υπάλληλοι της Δ.Ε.Τ.Κ. (Πρ. 31/18.6.2009), συνολικού ποσού 1.942,04 ευρώ (α/α 64 του Πίνακα). 6) Χρηματοδότηση τριήμερης εκδήλωσης που έλαβε χώρα στον κινηματογράφο «ΑΥΡΑ» (Πρ. 31/18.6.2009), ποσού 1.557,60 ευρώ (α/α 38 του Πίνακα). 7) Ετήσια εκδήλωση – γεύμα για τα μέλη του τμήματος «Βοήθεια στο Σπίτι», ποσού 3.110,40 ευρώ (Πρ. 33/9.9.2002 – α/α 59). 8) Ετήσια εκδρομή του προσωπικού της δημοτικής επιχείρησης στο Βόλο (Πρ. 34/9.11.2002), συνολικού ποσού 2.619,92 ευρώ (α/α 83 έως 85 του Πίνακα). Συνεπώς, ο εκκαλών νομίμως καταλογίζεται με το συνολικό ποσό των 14.133,59 ευρώ (1.490 + 1.637 + 1.176,63 + 600 + 1.942,04 + 1.557,60 + 3.110,40 + 2.619,92), ως μέλος του Δ.Σ. της Δ.Ε.Τ.Κ., που μετείχε στις ως άνω συνεδριάσεις, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ., για μη νόμιμες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν με τις ως άνω αποφάσεις του Δ.Σ. το έτος 2002 και για τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης.

β) από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Τμήματος πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ. έτους 2003, σε συνδυασμό με τον πίνακα απορριπτομένων δαπανών του έτους 2003 (στο εξής Πίνακας, βλ. σελ. 73 έως 76 της Π.Ε.), προκύπτει ότι ο εκκαλών ευθύνεται για τις εξής δαπάνες, οι οποίες κρίνεται ότι δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης, και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με τις ακόλουθες αποφάσεις του Δ.Σ., στις οποίες αυτός συνέπραξε: 1) Χορήγηση 1.600 ευρώ στο σύλλογο αποφοίτων ορφανοτροφείου «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ» για την έκδοση της εφημερίδας του (Πρ. 37/22.4.2003 – α/α 25 του Πίνακα). 2) Χορήγηση 3.000 ευρώ στην ερασιτεχνική ομάδα «ΑΠΟΛΛΩΝ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ» για διαφήμιση του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι» (Πρ. 37/22.4.2003 – α/α 21 του Πίνακα). 3) Αγορά τσουρεκιών για τα μέλη του «Βοήθεια στο Σπίτι», ποσού 1.049,76 ευρώ (Πρ. 37/22.4.2003 – α/α 19 ), 4) Εκδήλωση για τους εξυπηρετούμενους του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι», ποσού 2.040 (Πρ.40/16.9.2003 – α/α 69 του Πίνακα), 5) Ετήσια εκδρομή του προσωπικού, συνολικού ποσού 2.173 ευρώ (Πρ.40/16.9.2003 – α/α 74, 76, 77, 79 και 84 του Πίνακα). Συνεπώς, ο εκκαλών νομίμως καταλογίζεται με το συνολικό ποσό των 9.862,76 ευρώ (1.600 + 3.000 + 1.049,76 + 2.040 + 2.173), ως μέλος του Δ.Σ. της Δ.Ε.Τ.Κ., που μετείχε στις ως άνω συνεδριάσεις, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ., για μη νόμιμες δαπάνες που πραγματο-ποιήθηκαν με τις ως άνω αποφάσεις του Δ.Σ. το έτος 2003 και για τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης.

γ) από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Τμήματος πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ. έτους 2004, σε συνδυασμό με τον πίνακα απορριπτομένων δαπανών του έτους 2004 (στο εξής Πίνακας, βλ. σελ. 76 έως 79 της Π.Ε.), προκύπτει ότι ο εκκαλών ευθύνεται για τις εξής δαπάνες, οι οποίες κρίνεται ότι δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης, και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με τις ακόλουθες αποφάσεις του Δ.Σ., στις οποίες αυτός συνέπραξε: 1) Χορήγηση 2.000 ευρώ στο σύλλογο «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ» για την έκδοση της εφημερίδας του (Πρ. 43/28.4.2004 – α/α 49 του Πίνακα). 2) Επιχορήγηση της ετήσιας εκδρομής στην Κωνσταντινούπολη με 3.000 ευρώ (Πρ.44/5.10.2004 – α/α 97 του Πίνακα ποσού 2.796 ευρώ και α/α 104 του Πίνακα, ποσού 509 ευρώ, μη νόμιμες έως του εγκριθέντος ποσού των 3.000 ευρώ). Συνεπώς, ο εκκαλών νομίμως καταλογίζεται με το συνολικό ποσό των 5.000 ευρώ (2.000 + 3.000 ), ως μέλος του Δ.Σ. της Δ.Ε.Τ.Κ., που μετείχε στις ως άνω συνεδριάσεις, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ., για μη νόμιμες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν με τις ως άνω αποφάσεις του Δ.Σ. το έτος 2004 και για τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης.

δ)από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Τμήματος πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ. έτους 2005, σε συνδυασμό με τον πίνακα απορριπτομένων δαπανών του έτους 2005 (στο εξής Πίνακας, βλ. σελ. 79 έως 80 της Π.Ε.), προκύπτει ότι ο εκκαλών ευθύνεται για τις εξής δαπάνες, οι οποίες κρίνεται ότι δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με τις ακόλουθες αποφάσεις του Δ.Σ., στις οποίες αυτός συνέπραξε: 1) Κοπή βασιλόπιτας για τους εθελοντές ιατρούς στις 4.3.2005, συνολικού ποσού 1.375,5 (Πρ. 47/24.2.2005 – α/α 10 και 11 του Πίνακα). 2) Χορήγηση 2.000 ευρώ στο σύλλογο «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ» για την έκδοση της εφημερίδας του (Πρ.47/ 24.2.2005 – α/α 14 του Πίνακα). Συνεπώς, ο εκκαλών νομίμως καταλογίζεται με το συνολικό ποσό των 3.375,5 ευρώ (1.375,5 + 2.000), ως μέλος του Δ.Σ. της Δ.Ε.Τ.Κ., που μετείχε στις ως άνω συνεδριάσεις, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ., για μη νόμιμες δαπάνες που πραγματο-ποιήθηκαν με τις ως άνω αποφάσεις του Δ.Σ. το έτος 2005 και για τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης.

ε) από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Τμήματος πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ. έτους 2006, σε συνδυασμό με τον πίνακα απορριπτομένων δαπανών του έτους 2006 (στο εξής Πίνακας, βλ. σελ. 80 της Π.Ε.), προκύπτει ότι ο εκκαλών ευθύνεται για τις εξής δαπάνες, οι οποίες κρίνεται ότι δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με τις ακόλουθες αποφάσεις του Δ.Σ., στις οποίες αυτός συνέπραξε: 1) Έγκριση χορήγησης δωρεάς 100 ευρώ ανά εργαζόμενο και συνεργάτη της επιχείρησης, ήτοι συνολικού ποσού 3.200 ευρώ (Πρ.1/13.1.2006 – α/α 52-54 του Πίνακα έτους 2005, σελ. 80). 2) Εκδήλωση – τραπέζι για τους εθελοντές ιατρούς του δημοτικού ιατρείου, ποσού 1.750 ευρώ (Πρ.3/8.3.2006 – α/α 2 του Πίνακα).  3) Χορήγηση 2.000 ευρώ στο σύλλογο «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ» για την έκδοση της εφημερίδας του (Πρ.4/15.3.2006 – α/α 3 του Πίνακα). 4) Χρηματοδότηση της έκδοσης του βιβλίου «Ματιές στην Καλαμαριά», ποσού 5.162,30 ευρώ (Πρ. 9/5.7.2006 – α/α 6 του Πίνακα). Συνεπώς, ο εκκαλών νομίμως καταλογίζεται        με το συνολικό ποσό των 12.112,30 ευρώ (3.200 + 1.750 + 2.000 + 5.162,30), ως μέλος του Δ.Σ. της Δ.Ε.Τ.Κ., που μετείχε στις ως άνω συνεδριάσεις, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ., για μη νόμιμες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν-εγκρίθηκαν με τις ως άνω αποφάσεις του Δ.Σ. το έτος 2006 και για τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν συνδέονται με τους σκοπούς της επιχείρησης. Με βάση τα ανωτέρω, ο εκκαλών νομίμως καταλογίζεται για τις ως άνω αιτίες με το συνολικό ποσό των44.484,15 ευρώ (14.133,59 + 9.862,76 + 5.000 + 3.375,5 + 12.112,30). Κατά τα λοιπά και ενόψει του ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι οι υπόλοιπες από τις εν λόγω δαπάνες εγκρίθηκαν με απόφαση του Δ.Σ. της επιχείρησης, στην οποία συνέπραξε ο εκκαλών, ούτε αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του, οι οποίες να συνδέονται αιτιωδώς με το προκληθέν από αυτές έλλειμμα, επιπλέον δε, ο εκκαλών δεν ήταν αρμόδιος για την εξόφληση των δαπανών της επιχείρησης, κατά την οποία έπρεπε να λαμβάνει χώρα ο έλεγχος της νομιμότητας και της πληρότητας των επισυναπτόμενων στα οικεία χρηματικά εντάλματα δικαιολογητικών ούτε αναμείχθηκε σε αυτήν, ο καταλογισμός του με το ποσό των 158.512,59 ευρώ (202.996,74 ευρώ – 44.484,15 ευρώ) δεν είναι νόμιμος και η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος αυτό.

Τέλος, ισχυρίζεται ότι τελούσε σε συγγνωστή πλάνη αναφορικά με τη νομιμότητα των ως άνω δαπανών και ότι, στην περίπτωση που απορριφθεί ο ισχυρισμός αυτός, το ποσό του σε βάρος του καταλογισμού πρέπει να μειωθεί στο 1/10, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 του ν. 4129/2013. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ αμφότερα τα σκέλη του, καθώς αφενός, ενόψει της ιδιότητας του εκκαλούντος ως μέλους του Δ.Σ. της επιχείρησης,τυχόν πλάνη του αναφορικά με τη νομιμότητα των ως άνω δαπανών, συνολικού ποσού 44.484,15 ευρώ, δεν μπορεί να θεωρηθεί συγγνωστή και αφετέρου η διάταξη του άρθρου 105 του ν. 4129/2013 δεν εφαρμόζεται επί καταλογισμών σε βάρος των μελών του διοικητικού συμβουλίου δημοτικής επιχείρησης για τη ζημία που προκάλεσαν σε αυτή λόγω πλημμελούς άσκησης των διαχειριστικών καθηκόντων τους.

VII. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή         η έφεση, να μεταρρυθμιστεί ως προς τον εκκαλούντα η προσβαλλόμενη απόφαση, να περιοριστεί το ποσό του καταλογισμού σε 44.484,15 ευρώ χωρίς προσαυξήσεις και να επιστραφεί στον εκκαλούντα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 73 παρ. 4 του Κώδικα Νόμων για το Ε.Σ.). Κατ’ εκτίμηση δε των περιστάσεων (μερικής νίκης του εκκαλούντος), πρέπει τα αντίδικα μέρη να απαλλαγούν από τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος (άρθρο 275 παράγραφος 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σε συνδ. με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως ισχύει).

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται εν μέρει την έφεση.

Μεταρρυθμίζει ως προς τον εκκαλούντα την ΕΜΠ. 317/20.5.2014 καταλογιστική απόφαση των Οικονομικών Επιθεωρητών της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης και Υπόλοιπου Κεντρικής Μακεδονίας.

Περιορίζει ως προς τον εκκαλούντα το καταλογισθέν δι’ αυτής ποσό σε σαράντα τέσσερις χιλιάδες τετρακόσια ογδόντα τέσσερα ευρώ και δέκα πέντε λεπτά (44.484,15).

Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα του καταβληθέντος παραβόλου. Και,

Απαλλάσσει τα αντίδικα μέρη από τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

     ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ                                                  ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΟΪΛΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2017.                                                            

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

   ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ                                         ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ