ΕΣ 216/2008, Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΕΝ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΩΣ ΔΙΑΔΙΚΟΣ ΣΤΟ ΕΣ , Η ΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ Α. 8 ΠΔ 1225/81, ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ, ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΓΕ

ΕΣ Ολομ

===================

216 /2008 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την ακόλουθη σύνθεση :  Ιωάννης Καραβοκύρης, Προεδρεύων Αντιπρόεδρος, Χρήστος Ντάκουρης, Ελένη Φώτη, Κωνσταντίνος Κανδρής και Αντώνιος Τομαράς, Αντιπρόεδροι, Ηλίας Αλεξανδρόπουλος,  Θεοχάρης Δημακόπουλος, Γεώργιος Κωνσταντάς, Διονύσιος Λασκαράτος, Μιχαήλ Ζυμής, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη (εισηγήτρια), Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου Ασημίνα Σαντοριναίου, Ευαγγελία-Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας και Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα, Σύμβουλοι (ο Πρόεδρος, Γεώργιος-Σταύρος Κούρτης, οι Αντιπρόεδροι Ευστάθιος Ροντογιάννης, Νικόλαος Αγγελάρας και Φλωρεντία Καλδή και οι Σύμβουλοι Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Σωτηρία Ντούνη, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος και Ελένη Λυκεσά απουσίασαν δικαιολογημένα).

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας :  Γεώργιος Σχοινιωτάκης,

Γραμματέας : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Επίτροπος, Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου,

Για  να δικάσει την από 16.9.2005 αίτηση (αριθμ. κατ. 672/26.9.2005) του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1148/2004 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Λαμπρόπουλου,

κ α τ ά   της Σταματίας Ρίζου του Βασιλείου, κατοίκου Αθηνών (οδός Βασιλικών 20 – Τ.Κ. 104 42), η οποία δεν παραστάθηκε.

Με την από 27.12.1999 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών στις 29.12.1999 και η οποία στρεφόταν κατά του ν.π.δ.δ. «Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής» και του Υπουργού Οικονομικών, η αναιρεσίβλητη, πρώην υπάλληλος του προαναφερόμενου νομικού  προσώπου και ήδη πολιτική συνταξιούχος του Δημοσίου, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο ν.π.δ.δ. οφείλει να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 936.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε οικογενειακή παροχή λόγω γάμου και τέκνου που δεν της καταβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 έως 31.12.1999.

Με την 2938/2001 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών παραπέμφθηκε η ως άνω αγωγή, λόγω αρμοδιότητας, ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά το μέρος που αφορούσε τις αξιώσεις της ήδη αναιρεσίβλητης για το από 2.9.1998 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτή, έχοντας αποχωρήσει από την υπηρεσία, έπαυσε να έχει την ιδιότητα του εν ενεργεία υπαλλήλου του εναγόμενου ν.π.δ.δ.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη 1148/2004 απόφαση του ΙΙ Τμήματος έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή κατά το μέρος που αυτή παραπέμφθηκε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αναγνωρίσθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στην ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 843,43 ευρώ ως οικογενειακή παροχή για το από 2.9.1998 έως 31.12.1999 χρονικό διάστημα.

Με την αίτηση που κρίνεται και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του ΙΙ Τμήματος κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :

Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την παραδοχή της αίτησης  και

Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την παραδοχή της αίτησης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Αντιπρόεδρο Χρήστο Ντάκουρη και τη Σύμβουλο Γεωργία Μαραγκού, που απουσίασαν λόγω κωλύματος καθώς και τη Σύμβουλο Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 2 του ν.1968/1991.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα  και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,

Αποφάσισε τα εξής :

Ι. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 1148/2004 οριστικής απόφασης

του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει, συνεπώς, να εξετασθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων με αυτή λόγων, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν επηρεάζει την πρόοδο της δίκης, αφού αυτή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά την παρούσα συζήτηση της υπόθεσής της, όπως προκύπτει από την από 26.9.2007 για την επίδοση της κλήσης έκθεση του υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Βασίλη Παπαδάκη (άρθρα 27, 65 και 117 του π.δ/τος 1225/1981).

ΙΙ.  Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την ακύρωση της πληττόμενης απόφασης, προβάλλοντας κατ’ εκτίμηση του οικείου δικογράφου ότι : α) κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έγινε δεκτό ότι η από 27.12.1999 αγωγή της αναιρεσίβλητης στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και β) κατά παράβαση νόμου αναγνωρίσθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 843,43 ευρώ ως οικογενειακή παροχή που δεν της καταβλήθηκε με τη σύνταξή της κατά το από 2.9.1998 έως 31.12.1999 χρονικό διάστημα, αφού είχε ανασταλεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 56 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα η καταβολή της σύνταξής της μέχρι τις 18.9.2000, ημερομηνία που συμπληρώνει αυτή το 44ο έτος της ηλικίας της.

ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 118 περ. 3 του ίδιου ως άνω Κώδικα, που εφαρμόζονταν κατά τον κρίσιμο στην ένδικη υπόθεση χρόνο συμπληρωματικώς προς τις διατάξεις της δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981), στο δικόγραφο της ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκούμενης αγωγής πρέπει να αναφέρονται, πλην άλλων, τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων και επί νομικών προσώπων η επωνυμία και η έδρα αυτών, καθώς και τα γεγονότα που θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Από αυτά παρέπεται αφενός μεν ότι εναγόμενος είναι το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αγωγή και από το οποίο επιδιώκεται η ικανοποίηση της ένδικης χρηματικής αξίωσης, αφετέρου δε ότι το δικαστήριο δεσμεύεται από το περιεχόμενο του δικογράφου της ενώπιόν του ασκηθείσας αγωγής ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, μη δυνάμενο να μεταβάλει τούτο ή να καταστήσει διάδικο (εναγόμενο) και έτερο πρόσωπο, κατά του οποίου δεν στρέφεται ρητώς η αγωγή ή από το οποίο κατ’ εκτίμηση του οικείου δικογράφου δεν επιδιώκεται η ικανοποίηση της ένδικης αξίωσης.

IV. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και από την επισκόπηση της από 27.12.1999 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και παραπέμφθηκε, με την 2938/2001 απόφασή του, ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς εκδίκαση κατά το μέρος που αφορούσε τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για το από 2.9.1998 έως 31.12.1999 χρονικό διάστημα, προκύπτουν τα ακόλουθα : Η αναιρεσίβλητη, η οποία μέχρι 2.9.1998 ήταν εν ενεργεία υπάλληλος του ν.π.δ.δ. «Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής»,  με την ως άνω αγωγή της, την οποία έστρεφε κατά του προαναφερόμενου νοσοκομείου και κατά του «Υπουργού Οικονομικών» (ατομικώς και όχι ως νομίμου εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου), ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το «εναγόμενο ν.π.δ.δ.» οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 936.000 δραχμών ως οικογενειακή παροχή που δεν της καταβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 έως 31.12.1999. Επιλαμβανόμενο το δικάσαν Τμήμα με την εκδίκαση της αγωγής αυτής, κατά το μέρος που παραπέμφθηκε ενώπιόν του με την 2938/2001 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ότι «η ένδικη αγωγή, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, στρέφεται μόνο κατά του δευτέρου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο και μόνο νομιμοποιείται παθητικώς, αφού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, για το οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η ενάγουσα είχε παύσει να είναι εν ενεργεία υπάλληλος του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής». Με την παραδοχή αυτή έσφαλε το δικάσαν Τμήμα, καθόσον παρείδε ότι με το υπό κρίση δικόγραφο επιδιωκόταν η ικανοποίηση της ένδικης αξίωσης μόνο από το εναγόμενο «Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής», η δε απλή και μόνο αναφορά του «Υπουργού Οικονομικών» (και όχι του Ελληνικού Δημοσίου) ως εναγομένου δεν αρκούσε για να καταστήσει το Ελληνικό Δημόσιο διάδικο (εναγόμενο), αφού ούτε η ικανοποίηση (εν όλω ή εν μέρει) της ένδικης αξίωσης επιδιωκόταν από μέρους του τελευταίου αυτού, ούτε στην ιστορική βάση της αγωγής αναφερόταν ότι κατέστη από 2.9.1998 συνταξιούχος του Δημοσίου, ώστε να θεμελιώνεται η ιδιότητά του ως υπόχρεου για την ικανοποίηση της ένδικης αξίωσης και να δικαιολογείται κατά νόμο η έναντι αυτού αξίωσή της. Ούτε, άλλωστε, η κλήτευση και παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου στη δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε ενώπιον του δικάσαντος Τμήματος η αγωγή της αναιρεσίβλητης, αρκούσε να καταστήσει αυτό διάδικο (εναγόμενο). Ενόψει αυτών, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη αγωγή στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και είναι, συνεπώς, βάσιμη η σχετικά προβαλλόμενη πρώτη αναιρετική αιτίαση. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή για το λόγο αυτό η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου.

V. Μετά την κατά τα ανωτέρω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπόθεση, που δεν χρειάζεται διερεύνηση κατά το πραγματικό της μέρος, πρέπει να διακρατηθεί και να δικασθεί περαιτέρω στην ουσία από την Ολομέλεια (άρθρα 58 παρ. 4 του π.δ. 774/1980 και 116 του π.δ. 1225/1981).

VΙ. Από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που αυτή παραπέμφθηκε, με την 2938/2001 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκύπτει, κατ’ ορθή εκτίμηση αυτού, ότι η ενάγουσα επιδιώκει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση καταβολής της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2470/1997 οικογενειακής παροχής λόγω γάμου και ενός τέκνου που δεν της καταβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 2.9.1998 έως 31.12.1999 μόνο εις βάρος του εναγομένου ν.π.δ.δ. «Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής», και όχι εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αφού η απλή και μόνο αναφορά ως εναγομένου του «Υπουργού Οικονομικών», χωρίς να εκτίθενται στην ιστορική βάση της αγωγής τα περιστατικά που θα θεμελίωναν την έναντι αυτού αξίωση της ενάγουσας και χωρίς να περιέχεται στο υπό κρίση δικόγραφο συγκεκριμένο αίτημα κατ’ αυτού, δεν αρκεί για να καταστήσει το Ελληνικό Δημόσιο κύριο διάδικο (εναγόμενο) στην ένδικη υπόθεση. Ενόψει του περιεχομένου αυτού της ένδικης αγωγής, το μόνο εναγόμενο νοσηλευτικό ίδρυμα «Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής» δεν νομιμοποιείται παθητικώς ως κύριος διάδικος (εναγόμενο) στη δίκη ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθόσον τούτο δεν βαρύνεται με την υποχρέωση καταβολής της οικείας παροχής κατά το επίδικο από 2.9.1998 έως 31.12.1999 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η ενάγουσα είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία και δεν είχε πλέον την ιδιότητα του εν ενεργεία υπαλλήλου αυτού. Για το από 2.9.1998 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η ενάγουσα, έχοντας αποχωρήσει από την υπηρεσία, δεν είχε την ιδιότητα του εν ενεργεία υπαλλήλου του προαναφερόμενου νοσηλευτικού ιδρύματος, με την υποχρέωση καταβολής της επίμαχης οικογενειακής παροχής στην ενάγουσα θα μπορούσε ενδεχομένως να βαρύνεται και να νομιμοποιείται, ως εκ τούτου, παθητικώς στην υπό κρίση υπόθεση μόνο το Ελληνικό Δημόσιο, πλην όμως αυτό δεν κατέστη κατά τα ανωτέρω διάδικος, αφού η αγωγή δεν στρέφεται κατ’ αυτού, ούτε επιδιώκεται η ικανοποίηση της ένδικης αξίωσης εις βάρος αυτού. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η ένδικη αγωγή ακόμη και αν στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου θα ήταν απορριπτέα, αφού ούτε το Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση καταβολής της επίμαχης οικογενειακής παροχής, καθόσον, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πράξη συνταξιοδότησης της ενάγουσας (20819/30.11.1998 πράξη της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), η καταβολή της σύνταξής της ανεστάλη κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 56 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα μέχρι 18.9.2000, ημερομηνία συμπλήρωσης από αυτή του 44ου έτους της ηλικίας της, η ενάγουσα, μη λαμβάνουσα  κατά το επίδικο από 2.9.1998 έως 31.12.1999 χρονικό διάστημα σύνταξη, δεν εδικαιούτο ούτε και την παρακολουθηματικού χαρακτήρα οικογενειακή παροχή. Ακολούθως, η ένδικη αγωγή, στρεφόμενη μόνο κατά του ν.π.δ.δ. «Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής», πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης.

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1148/2004 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου. 

Αναιρεί την απόφαση αυτή.

Δικάζει την από 27.12.1999 (ημερ. κατάθεσης 29.12.1999) αγωγή της Σταματίας Ρίζου του Βασιλείου. Και

Απορρίπτει την αγωγή αυτή.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

    ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ                          ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΜΑΔΟΥΚΗ     

   

                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

           ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 6 Φεβρουαρίου 2008.

           Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

             ΓΕΩΡΓΙΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ           ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ