ΕΣ 2186/2016, VII τμ., ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ, ΥΠΟΛΟΓΟΣ, NE BIS IN IDEM, ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΩΤΙΚΗΣ, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΚΗ ΕΑΝ ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ , Ο ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΥΡΩΣΗ ΚΑΤΑ ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ENGEL

Ε.Σ

2186/2016 ΤΜΗΜΑ VII

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2015,        με την ακόλουθη σύνθεση: Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Κωνσταντίνα Ζώη και Γεωργία Τζομάκα, Σύμβουλοι, Ευαγγελία Σεραφή (εισηγήτρια) και Γεωργία Παπαναγοπούλου, Πάρεδροι, οι οποίες μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, Αντώνιος Νικητάκης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα.

Γραμματέας: Ιωάννης Αθανασόπουλος, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου με βαθμό Γ΄ της κατηγορίας ΔΕ.

Για να δικάσει την από 27.8.2013 (Α.Β.Δ. 143/2013) έφεση της Άννας Θεολόγου του Γεωργίου, κατοίκου Έξω Γωνιάς Θήρας Κυκλάδων, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Παναγιώτη Παπατσίκη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 4159).

Κατά: α) του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου,

β) του Δήμου Θήρας Νομού Κυκλάδων, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος δεν παραστάθηκε και

κατά: α) της 5642/12.6.2013 καταλογιστικής απόφασης του Οικονομικού Επιθεωρητή της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, β) της ΕΜΠ. 1340/30.4.2013 πρόσκλησης                  του Οικονομικού Επιθεωρητή για την αναπλήρωση του διαπιστωθέντος ελλείμματος, γ) της 2177/19.7.2013 πράξης ταμειακής βεβαίωσης χρέους              της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Θήρας, δ) της από 19.7.2013 εγγραφής του χρέους στους χρηματικούς καταλόγους της Δ.Ο.Υ. Θήρας και  ε) κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης.

Με την προσβαλλόμενη 5642/12.6.2013 απόφαση καταλογίσθηκε,   υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Θήρας Νομού Κυκλάδων, η εκκαλούσα, με την ιδιότητα της δημοτικής Ταμία, με το συνολικό ποσό                  των 253.730,87 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι αποτελεί έλλειμμα στη διαχείρισή της κατά τα έτη 2001 – 2002.     

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης και

Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της έφεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το Νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα:

Ι. Με την κρινόμενη έφεση, όπως αυτή εξειδικεύεται με το από 10.3.2014 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, για την οποία καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (βλ. τα 5539576 και 6791227 σειράς Η΄, διπλότυπα είσπραξης τύπου Α΄ που εκδόθηκαν από τη Δ.Ο.Υ. Θήρας), ζητείται η ακύρωση της 5642/12.6.2013 απόφασης του Οικονομικού Επιθεωρητή της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία καταλογίσθηκε η εκκαλούσα, δημοτική Ταμίας του Δήμου Θήρας κατά τη χρονική περίοδο 2001 – 2002, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, με το ποσό των 29.687,44 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων ύψους 42.601,50 ευρώ, διότι δεν εισήγαγε στη διαχείριση του Δήμου το ποσό των 29.687,46 ευρώ που αυτός έλαβε ως επιχορήγηση από τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων έτους 20002 για την εκτέλεση της «Προμήθειας δεξαμενών νερού» και υπέρ του Δήμου Θήρας με το ποσό των 75.917,32 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων ύψους 105.524,79 ευρώ, διότι κατέβαλε στη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως, Αποχετεύσεως και Καθαριότητας Θήρας (Δ.Ε.Υ.Α.Κ.Θ.) ποσό 75.917,12 ευρώ χωρίς νόμιμα δικαιολογητικά. Στο ίδιο δικόγραφο παραδεκτώς σωρεύεται ανακοπή στρεφόμενη κατά της 2177/19.7.2013 πράξης ταμειακής βεβαίωσης του χρέους, καθόσον η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο κατά το άρθρο 2 παρ.2 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων νόμιμος τίτλος (5642/12.6.2013 καταλογιστική απόφαση), αφορά σε σχέση δημοσίου δικαίου, η οποία ανέκυψε από διαφορά σχετική με τον έλεγχο λογαριασμών δημοσίου υπολόγου (βλ. αποφάσεις ΑΕΔ 23/1999, 18/1993, VII Τμήματος 3004/2009, 1478/2009, IV Τμήματος 1903/2010, 1210/2007, Ι Τμήματος 1762/2007, 1439/2006, 1554/2005, 7/2005). Η ως άνω έφεση απαραδέκτως στρέφεται κατά της ΕΜΠ. 1340/30.4.2013 πρόσκλησης του Οικονομικού Επιθεωρητή για την αναπλήρωση του ελλείμματος καθώς και κατά της από 19.7.2013 εγγραφής του χρέους στους χρηματικούς καταλόγους της Δ.Ο.Υ. Θήρας, καθόσον οι πράξεις αυτές στερούνται εκτελεστού χαρακτήρα (η πρώτη αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη της καταλογιστικής απόφασης και η δεύτερη απόρροια της ταμειακής βεβαίωσης), ενώ περαιτέρω η αόριστη αναφορά σε κάθε άλλη συναφή πράξη της Διοίκησης δεν υποχρεώνει το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε ενέργεια και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά η κρινόμενη έφεση – ανακοπή, η οποία εισάγεται για ανασυζήτηση, μετά την έκδοση των Πρακτικών της 29ης Σεπτεμβρίου 2014, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλ-λομένων δι’ αυτής λόγων, παρά την απουσία του Δήμου Θήρας, ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης (βλ. την από 3.11.2014 έκθεση επίδοσης του δημοτικού υπαλλήλου Νικολάου Καφούρου).

ΙΙ. Α. Στο άρθρο 77 του Π.Δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α 304) ορίζεται ότι: «1. Ο εκκαλών μέχρι της ενάρξεως της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζητήσεως δύναται να παραιτηθή του δικαιώματος ή του δικογράφου της εφέσεως άνευ συναινέσεως του ετέρου διαδίκου. 2. Παραίτησις βραδύτερον γενομένη είναι απαράδεκτος εφ’ όσον ο αντίδικος αντιλέγει και πιθανολογεί ότι έχει έννομον συμφέρον προς περάτωσιν της δίκης δι’ εκδόσεως οριστικής αποφάσεως. 3. Η παραίτησις γίνεται ή δια δηλώσεως καταχωριζομένης εις τα πρακτικά ή δια δικογράφου κατατιθεμένου εις την γραμματείαν του δικαστηρίου και ανακοινωνουμένου προς τον έτερον διάδικον. 4. … 5. Από της καταθέσεως της παραιτήσεως επέρχεται κατάργησις της δίκης». Από τη διάταξη αυτή που εφαρμόζεται αναλόγως και επί του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής (αποφάσεις VII Τμήματος 1871/2013, V Τμήματος 2038/2010) προκύπτει ότι ο ανακόπτων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της ανακοπής του είτε με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου και ανακοινώνεται στον αντίδικο είτε προφορικώς στο ακροατήριο με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συζήτησης. Η συναίνεση του αντιδίκου δεν είναι απαραίτητη όταν η παραίτηση λαμβάνει χώρα έως την έναρξη της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζήτησης, ενώ απαιτείται όταν πραγματοποιείται σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης. Συνέπεια της κατά τα ανωτέρω παραίτησης από το δικόγραφο της ανακοπής είναι η αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης που ανοίχθηκε με την άσκησή της, την οποία απαγγέλει το Δικαστήριο με απόφασή του (αποφάσεις VII Τμήματος 3003/2009, 2247/2008, 2245/2008, 1737/2007, 1379/2006, 295/2006, IV Τμήματος 1783/2008, 1778/2008, 2142/2005, 409/2005).

Β. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα Πρακτικά Δημόσιας Συνεδρίασης του Δικαστηρίου της 11ης Μαρτίου 2014, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας – ανακόπτουσας, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και πριν την έναρξη της προφορικής επί της ουσίας συζήτησης αυτής, με δήλωσή του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα ως άνω Πρακτικά, παραιτήθηκε, όπως είχε προς τούτο εξουσιοδοτηθεί με το από 16.12.2013 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο αυτής, από το από 27.8.2013 δικόγραφο της έφεσης – ανακοπής, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 2177/19.7.2013 ταμειακής βεβαίωσης του χρέους και της εγγραφής αυτού στους οικείους χρηματικούς καταλόγους της Δ.Ο.Υ. Θήρας. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, επήλθε αυτοδίκαιη κατάργηση της ανοιγείσας, με τη συσσωρευμένη στο δικόγραφο της έφεσης ανακοπή, δίκης και, κατά συνέπεια, πρέπει αυτή να κηρυχθεί καταργημένη.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 15, 17, 22, 25, 27, 33 και 43 του Π.Δ/τος 774/1980 «Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου» (ΦΕΚ Α 189) και ήδη του άρθρου 44 παρ.2 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4129/2013 (ΦΕΚ Α 52) συνάγεται ότι υπόλογοι των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή των πληρωμή εξόδων, όσοι με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικά που ανήκουν στα ως άνω νομικά πρόσωπα καθώς και οποιοσδήποτε άλλος θεωρείται από ειδική διάταξη νόμου ως δημόσιος υπόλογος εξαιτίας της φύσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (απόφαση Ολομ.Ελ.Συν. 1492/2000). Ως έλλειμμα νοείται κάθε έλλειψη χρημάτων, αξιών, ενσήμων ή υλικού, που διαπιστώνεται στη διαχείριση του Ο.Τ.Α. με τη νόμιμη διαδικασία καθώς και κάθε ανοίκειος πληρωμή. Επομένως έλλειμμα συνιστά τόσο η παράλειψη εισαγωγής στη διαχείριση Ο.Τ.Α. εσόδων, με τη νόμιμη διαδικασία, όσο και η πραγματοποίηση δαπανών που δεν στηρίζονται σε πλήρη και νόμιμα δικαιολο-γητικά (απόφαση Ολομ.Ελ.Συν. 1/2007, αποφάσεις IV Τμήματος 1259/2005, 158/2004, 1421/2003, 45/2003, 1560/2002, 2182/1994). Για τα ελλείμματα που διαπιστώνονται στη διαχείρισή του, ο υπόλογος ευθύνεται κατ’ αρχάς και για ελαφρά αμέλεια, απαλλάσσεται δε μόνον εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει καμία υπαιτιότητα ως προς τη δημιουργία αυτών (αποφάσεις Ολομ.Ελ.Συν. 169/2005, 23/2004, 1187/1988, Ι Τμήματος 1763/1992, 1761/ 1992, IV Τμήματος 158/2004, 170/2004, 1708/2003, 1516/2000, 1026/1998, 1444/1995, VII Τμήματος 112/2006, 111/2006). Σε βάρος του υπολόγου καταλογίζονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα προσαυξήσεις, που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού και είσπραξης δημοσίων εσόδων, απαλλάσσεται δε αυτός μόνον εάν αποδείξει ότι το διαπιστωθέν έλλειμμα δεν οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλειά του. Βαριά αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται όχι μόνον η στις συναλλαγές, αντικειμενικά και αφηρημένα, απαιτούμενη επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου, αλλά ούτε η στοιχειώδης επιμέλεια, έτσι ώστε η αμελής συμπεριφορά να εμφανίζεται ως σοβαρή και ασυνήθιστη και να εκδηλώνεται ως ιδιαίτερα μεγάλη εκτροπή από τους κανόνες της καταβαλλόμενης από τον κοινό και συνήθη άνθρωπο επιμέλειας κατά τις συναλλαγές, ενώ ελαφρά αμέλεια υπάρχει, ενόψει του άρθρου 330 Α.Κ. όταν δεν καταβάλλεται η αξιούμενη κατά τις περιστάσεις επιμέλεια του συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου (αποφάσεις Ολομ.Ελ.Συν. 765/1998, 1051/1995, IV Τμήματος 604/2001 και 1515/2000). Περαιτέρω, στο άρθρο 228 παρ.2 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο δημιουργίας του ελλείμματος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Π.Δ/μα 410/1995 – ΦΕΚ Α 231 -) οριζόταν ότι: «Στους δήμους ο οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας μπορεί να προβλέπει ειδική ταμιακή υπηρεσία» και σε ότι αφορά στη λειτουργία αυτής στο άρθρο 45 του Β.Δ/τος της 17.5/15.6.1959 «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α 114, 145 και 197) ορίζεται ότι: «Εν οις δήμοις συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος λειτουργεί ιδία ταμιακή υπηρεσία, αυτή διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις του κώδικος τούτου και του παρόντος Β.Δ/τος», στο άρθρο 46, ότι: «1. Παρ’ εκάστω των εν τω προηγουμένω άρθρω δήμων, συνιστάται δια του Οργανισμού Εσωτερικής υπηρεσίας αυτού ιδία δημοτική υπηρεσία ή γραφείον υπό την ονομασίαν Ταμείον … 2. Το ούτω συνιστώμενον ταμείον διεξάγει υπό την διεύθυνσιν και προσωπικήν ευθύνην του δημοτικού ταμίου … την ταμιακήν υπηρεσίαν …», στο άρθρο 48, ότι: «Εκάστου των κατά το προηγούμενον άρθρον συνιστωμένων ταμείων των δήμων, προΐσταται ο δι’ αποφάσεως του δημάρχου οριζόμενος δημοτικός ταμίας ούτινος τα καθήκοντα ορίζονται ειδικότερον ως εξής: … Εξοφλεί τα χρηματικά εντάλματα εντός των ορίων των δια του προϋπολογισμού ή δι’ ειδικών αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου κεχορηγημένων πιστώσεων κατά τας κειμένας περί αυτών διατάξεις του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος … Λογοδοτεί δι’ εαυτόν και τα υπ’ αυτόν εισπρακτορικά και διαχειριστικά όργανα, εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον …», στο άρθρο 54, ότι: «1. Η υπό των δημοτικών ταμιών, δημοτικών εισπρακτόρων και γενικώς των εντεταλμένων την είσπραξιν πάσης φύσεως δημοτικών εσόδων είσπραξις τούτων ενεργείται αποκλειστικώς και μόνον δια της εκδόσεως διπλότυπον αποδείξεων εκκοπτομένων εκ των αρμοδίως τεθεωρημένων και παραδιδομένων αυτοίς υπό της Υπηρεσίας βιβλίων διπλότυπον εισπράξεως» και στο άρθρο 60, ότι: «1. Αι πάσης φύσεως πληρωμαί εκ του δημοτικού ταμείου, ενεργούνται ως ακολούθως: … 2. Τα εφ’ εκάστου ταμείου εκδιδόμενα χρηματικά εντάλματα προς πληρωμήν εξόδων του δήμου ως και πας άλλος νόμιμος τίτλος πληρωμής παραδίδονται εις το λογιστικόν γραφείον του ταμείου. Ο δημοτικός ταμίας … ενεργεί υπό προσωπικήν αυτού ευθύνην τον έλεγχον αυτών καθ’ όσον αφορά το νόμιμον και έγκυρον της εντελλομένης δαπάνης κατά τας κειμένας διατάξεις μεθ’ ο προβαίνει εις την πληρωμήν αυτών εις τους δικαιούχους …». Ακολούθως και αναφορικά με τα επισυναπτόμενα σε κάθε χρηματικό ένταλμα δικαιολογητικά, στο άρθρο 21 παρ.3 του ίδιου ως άνω Β.Δ/τος ορίζεται ότι: «Τα δικαιολογητικά έγγραφα εκάστης δαπάνης συντάσσονται εις διπλούν και προσαρτώνται εις τα σχετικά χρηματικά εντάλματα και τα στελέχη τούτων κατά τα ειδικώτερον εν άρθροις 25, 26 και 27 οριζόμενα», στο άρθρο 22, ότι: «1. Η υπό της λογιστικής υπηρεσίας ενεργουμένη εκκαθάρισις εκάστης δαπάνης συνίσταται … εις τον έλεγχον των λογαριασμών και της νομιμότητος των επισυναπτομένων κεκανονισμένων δικαιολογητικών και τον προσδιορισμόν του δικαιώματος του δικαιούχου, συντασσομένης επί των σχετικών καταστάσεων τιμολογίων, πιστοποιήσεων ή λογαριασμών πράξεως, εμφαινούσης αριθμητικώς και ολογράφως το εκκαθαριζόμενον ποσόν …» και στο άρθρο 25, ότι: «Εις παν χρηματικόν ένταλμα δέον να επισυνάπτεται               υπ’ ευθύνη των επιτετραμμένων την εκκαθάρισιν και εντολήν της δαπάνης οργάνων του δήμου παν δικαιολογητικόν έγγραφον εξ ου προκύπτη σαφώς              το δικαίωμα του πιστωτού του δήμου κατά βάσιν και ποσόν». Από τις ως              άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο δημοτικός Ταμίας στους πρωτοβάθμιους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης που έχει συσταθεί ίδια ταμειακή υπηρεσία, ενεργεί πράξεις διαχείρισης των λογαριασμών του Δήμου μετά από έλεγχο της νομιμότητας και εγκυρότητας της εντελλόμενης δαπάνης, δηλαδή μετά τη διαπίστωση ότι αυτή (δαπάνη) προβλέπεται από διάταξη νόμου, υπάρχει εγκεκριμένη και επαρκής πίστωση στον προϋπολογισμό για τη διενέργειά της και στηρίζεται σε πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά. Ως εκ της φύσης των καθηκόντων του, υπέχει ευθύνη δημοσίου υπολόγου (αποφάσεις Ολομ.Ελ.Συν. 1487/200, VII Τμήματος 230/2009, ΙV Τμήματος 551/2012, 2010/2006, 1259/2005, 1861/2003, 16/2003, 603/2001) λογοδοτώντας ενώπιον των αρμοδίων οργάνων (δημοτικές αρχές και Ελεγκτικό Συνέδριο). Περαιτέρω, για τη νομότυπη είσπραξη κάθε χρηματικού ποσού ο δημοτικός Ταμίας πρέπει να εκδίδει γραμμάτιο είσπραξης εισάγοντάς το στη διαχείριση του Δήμου, ώστε να θεωρείται έσοδο αυτού και να δύναται να διατεθεί κατά το σκοπό που προορίζεται, ενώ ως προς την εξόφληση δαπανών οφείλει, μεταξύ άλλων, να ελέγχει εάν στον τίτλο πληρωμής επισυνάπτονται τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, από τα οποία προκύπτει με σαφήνεια το δικαίωμα του πιστωτή «κατά βάσιν και ποσόν». Τέτοια δικαιολογητικά αποτελούν οι αποδείξεις είσπραξης που εκδίδει ο φερόμενος ως δικαιούχος του εντάλματος ή τα εκδοθέντα τιμολόγια, στην περίπτωση που αυτός είναι προμηθευτής ή παρέχει υπηρεσίες προς το Δήμο. Κατά συνέπεια η είσπραξη χρηματικού ποσού, το οποίο ανήκει σε Δήμο, πλην όμως δεν εισάγεται ως έσοδο στη διαχείρισή           του μέσω της ταμιακής υπηρεσίας που έχει συσταθεί σε αυτόν καθώς και                  η διενέργεια πληρωμών, η οποία δεν στηρίζεται σε νόμιμα και πλήρη δικαιολο-γητικά εμπίπτουν στην έννοια του ελλείμματος και καταλογίζονται σε βάρος του αρμοδίου για την είσπραξη και εκταμίευση των χρημάτων του Ο.Τ.Α. δημοτικού Ταμία (αποφάσεις Ολομ.Ελ.Συν. 453/2008, 1/2007, VII Τμήματος 1674/2012, 2176/2010, 3580/2009, 1006/2007, 1376/2006, IV Τμήματος 159/2004, 158/2004, 15/2003).      

IV. Στο άρθρο 20 παρ.2 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι: «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του». Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 1264 της 16/25.4.1942 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί Οικονομικής Επιθεωρήσεως» ορίζεται ότι: «Αντικείμενα αρμοδιότητος της εν τω Υπουργείω των Οικονομικών Υπηρεσίας της Οικονομικής Επιθεωρήσεως είναι η επ’ ονόματι του Υπουργού των Οικονομικών: α) … β) έρευνα                    της οικονομικής καταστάσεως των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, … γ) ενέργεια ελέγχου της διαχειρίσεως παντός δημοσίου υπολόγου, διαχειριζομένου οπωσδήποτε … χρήματα, τίτλους ή υλικόν ανήκοντα εις το Δημόσιον ή τα κατά το εδαφ. β΄ Νομικά Πρόσωπα κ.λπ. …» και στο άρθρο 12, ότι: «1. … οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων … εφ’ όσον κατά την ενέργειαν επιθεωρήσεως οιασδήποτε δημοσίας … διαχειρίσεως εκ των εν αρθρ.1 του παρόντος Νόμου διαλαμβανομένων διαπιστώσωσι την ύπαρξιν ελλείμματος προερχομένου εξ ελλείψεως χρημάτων ή υλικού ή αξιών εν γένει, προβαίνουσιν εις την έκδοσιν ητιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως κατά του υπολόγου … εάν η εξακριβωθείσα έλλειψις δεν ήθελεν αναπληρωθή εντός 24 ωρών …». Ακολούθως, στο άρθρο 56 παρ.2 του Ν. 2362/1995 «Περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 247) ορίζεται ότι: «Οποιοδήποτε έλλειμμα αναπληρώνεται από τον υπόλογο μέσα σε 48 ώρες διαφορετικά αυτός απομακρύνεται από τη διαχείριση αμέσως και καταλογίζεται με το ποσό του ελλείμματος που βεβαιώνεται χωρίς αναβολή, ως δημόσιο έσοδο …». Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση διαπίστωσης ελλείμματος κατά τον έλεγχο δημόσιας διαχείρισης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου από τον Οικονομικό Επιθεωρητή, ο τελευταίος υποχρεούται να καλέσει τον υπόλογο να το αναπληρώσει εντός σαράντα οκτώ ωρών. Με την κλήση αυτή παρέχεται στον υπόλογο η δυνατότητα να ασκήσει το συνταγματικό δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, αντικρούοντας την ύπαρξη του ελλείμματος ή προβάλλοντας τους λόγους εκείνους, που κατά την άποψή του, δεν γεννούν   ή εξαλείφουν την υποχρέωση προς αποκατάστασή του. Ενόψει δε του                        ότι η προγενέστερη της έκδοσης της καταλογιστικής απόφασης κλήση αποτελεί πραγμάτωση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης, αλλά και εξαιτίας της βαρύτητας των συνεπειών            που επιφέρει ο καταλογισμός στα έννομα συμφέροντα του υπολόγου, αυτή αποτελεί ουσιώδη τύπο έκδοσης της πράξης καταλογισμού, η μη τήρηση              του οποίου επάγεται την ακυρότητα αυτής. Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να μη φαλκιδεύεται το δικαίωμα ακρόασης, πρέπει, εφόσον ζητείται, να τίθεται υπόψη του υπολόγου, ο πλήρης φάκελος της υπόθεσης ώστε να μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά αντικρούοντας το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων, που πρόκειται να αποτελέσουν το θεμέλιο της τυχόν εκδοθησομένης καταλογιστικής πράξης.

V. Στο άρθρο 5 του Ν.Δ/τος 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (ΦΕΚ Α 90), όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης                        της προσβαλλόμενης καταλογιστικής απόφασης, ορίζεται ότι: «Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. …5. Τα χρέη δημοσίων υπολόγων από καταλογισμό, την ημέρα που ο υπόλογος είχε υποχρέωση για την εισαγωγή των εισπράξεων στο Δημόσιο, εφόσον ο καταλογισμός έγινε για παράλειψη εισαγωγής εισπράξεων, ενώ σε περίπτωση ελλείμματος, την ημέρα που εξακριβώθηκε ότι δημιουργήθηκε το έλλειμμα και αν η εξακρίβωση είναι αδύνατη, την ημέρα κατά την οποία έχει ανακαλυφθεί, κατά την επιθεώρηση ή την παράδοση της διαχείρισης το έλλειμμα. Αν η εξακρίβωση του ελλείμματος στη διαχείριση γίνει μετά τη λήξη του οικονομικού έτους και είναι αδύνατος ο προσδιορισμός της ημέρας που δημιουργήθηκε αυτό, την ημέρα λήξης του οικονομικού έτους της ελλειμματικής διαχείρισης» και στο άρθρο 6 παρ.1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ.1 του Ν. 1882/1990 (ΦΕΚ Α 43), ότι: «1. Από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας, κατά την οποία σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται σ’ αυτά προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Το ποσοστό της προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ορίζεται σε 1% για κάθε μήνα καθυστέρησης και η προσαύξηση δεν μπορεί να υπερβεί το 100% του οφειλόμενου κάθε φορά χρέους. … [Με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 2523/1997 (ΦΕΚ Α 179) ορίσθηκε ότι: «Η προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής χρέους δεν μπορεί να υπερβεί το τριακόσια τοις εκατό (300%)              του χρέους που οφείλεται, ανεξάρτητα αν πρόκειται για χρέος από κύρια οφειλή, από τόκους ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, οι οποίες βεβαιώνονται αυτοτελώς» και με το άρθρο 13 παρ.1 – 3 του Ν. 3193/2003 (ΦΕΚ Α 266) ορίσθηκε ότι: «Το ανώτατο όριο προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Ν.Δ. 356/1975 … ανακαθορίζεται σε ποσοστό διακόσια στα εκατό (200%) του εισπραττόμενου κάθε φορά χρέους]. Το ποσοστό της προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής, καθώς και το ανώτατο όριο αυτής δύνανται να αναπροσαρμόζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η αναπροσαρμογή αυτή δύναται να γίνεται είτε γενικώς για κάθε οφειλή προς το Δημόσιο, είτε κατά κατηγορίες οφειλών. [Το ποσοστό των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο, το οποίο είχε ορισθεί σε 1,5% από 1.10.1999 με την ΥΑ 1084024/4813-12/0016/ΠΟΛ.1182/99 απόφαση    του Υπουργού Οικονομικών μειώθηκε σε 1% με την 1072306/4143-12/0016/ 2.8.2001 απόφαση του ίδιου οργάνου (ΦΕΚ Β 1018) «… για κάθε μήνα καθυστέρησης μέχρι την ημερομηνία καταβολής τους υπό την προϋπόθεση ότι για τα χρέη αυτά έχει παρασχεθεί διευκόλυνση τμηματικής καταβολής … και οι οφειλέτες αυτών είναι συνεπείς προς τις αποφάσεις των εν λόγω οργάνων, αναφορικά με την καταβολή των δόσεων. …». Εν συνεχεία              δε, με την 1016358/800/0016/1.3.2005 υπουργική απόφαση ορίσθηκε ότι: «1. Το ποσοστό των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής των χρεών                προς το Δημόσιο που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 6 του                Ν.Δ. 356/1974 …, όπως ισχύει μειώνεται και ορίζεται σε ένα (1%) τοις εκατό για κάθε μήνα καθυστέρησης μέχρι την ημερομηνία καταβολής τους. 2. Τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο εφαρμόζονται χωρίς αναδρομική ισχύ και για τα χρέη προς το Δημόσιο, τα οποία μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα και δεν έχουν εξοφληθεί και για όσο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία αυτή και μετά καθυστερούν να εξοφληθούν».] 2. Κατά την εκάστοτε είσπραξιν των δημοσίων εσόδων εισπράττεται υποχρεωτικώς και η επί του καταβαλλομένου ποσού της οφειλής αναλογούσα προσαύξησις λόγω εκπροθέσμου καταβολής. 3. … 4. … 5. Οι υπόλογοι της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του παρόντος Ν.Δ., απαλλάσσονται των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής κατά τας περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυούσας διατάξεις, δια το μέχρι της βεβαιώσεως του χρέους              των εις το Δημόσιον Ταμείον διάστημα εφ’ όσον ήθελον αποδείξει ότι η παράλειψις ή το έλλειμμα δεν οφείλονται εις δόλον ή βαρείαν αυτών αμέλειαν. 6. Αναστολαί καταβολής χρεών προς το Δημόσιον και των μετά τούτων συνεισπραττομένων, αναστολαί λήψεως αναγκαστικών μέτρων ως και διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής παρεχόμεναι υπό των αρμοδίων κατά νόμον οργάνων ή δικαστηρίων, δεν απαλλάσσουν τα χρέη εκ των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής καθ’ όν χρόνον διαρκεί η παρασχεθείσα αναστολή ή διευκόλυνσις. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 8 παρ.3 του Ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α 288), ορίζεται ότι: «Για τις απαιτήσεις οι οποίες έχουν καταχωριστεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων μέχρι και                την 31η Δεκεμβρίου 2013, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 6 του                  ν.δ. 356/1974, όπως ισχύει έως την ανωτέρω ημερομηνία, ως προς τον υπολογισμό και το ανώτατο όριο των προσαυξήσεων. ..» και στο άρθρο 6 παρ.5 του νυν ισχύοντος Κώδικα Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων, ορίζεται             ότι: «Αναστολή είτε του νόμιμου τίτλου βεβαίωσης ή είσπραξης είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων διοικητικής εκτέλεσης, από το νόμο                ή βάσει δικαστικής απόφασης δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου, δεν απαλλάσσει τα χρέη από τους τόκους του άρθρου 53 παρ.1 του ν. 4174/2013, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή, για το ποσό που εν τέλει οφείλεται». Τέλος στο άρθρο 19 του Ν. 4321/2015 «Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση              της οικονομίας» (ΦΕΚ Α 32/21.3.2015) ορίζεται ότι: «1. Τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 57 του ν. 4174/2013 και του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90) καταργούνται. 2. Η κατάργηση των προστίμων της προηγούμενης παραγράφου καταλαμβάνει οφειλές που καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης από τη δημοσίευση του παρόντος». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι επί ελλειμμάτων υπολόγων για τα οποία έχουν εκδοθεί καταλογιστικές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων και τα οικεία χρέη έχουν βεβαιωθεί ταμειακά (δια της εγγραφής τους στον χρηματικό κατάλογο) μέχρι τις 31.12.2013, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, που προέβλεπε ότι σε βάρος των υπολόγων καταλογίζονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα και οι αναλογούσες στο έλλειμμα προσαυξήσεις που υπολογίζονται, επί μεν παραλείψεως εισαγωγής των εισπράξεων στη διαχείριση, από τότε που ο υπόλογος όφειλε να εισαγάγει τα εισπραχθέντα στο Ταμείο έως την ημέρα έκδοσης της οικείας απόφασης καταλογισμού, επί δε ελλείμματος τελούμενου δια πράξεως του υπολόγου, από την ημέρα που εξακριβώθηκε η τέλεση της πράξης και συνακόλουθα η δημιουργία αυτού και εάν η εξακρίβωση του ελλείμματος γίνει μετά τη λήξη του οικονομικού έτους και είναι αδύνατος                      ο προσδιορισμός της ημέρας δημιουργίας του, από την ημέρα λήξης του οικονομικού έτους της ελλειμματικής διαχείρισης (αποφάσεις VII Τμήματος 1787/2011, 3580/2009, IV Τμήματος 860/2003). Το ύψος των προσαυξήσεων από το χρονικό διάστημα δημιουργίας του επίδικου ελλείμματος (οικονομικά έτη 2001 και 2002) και εντεύθεν κυμαινόταν σε 1% για κάθε μήνα καθυστέ-ρησης, το δε συνολικό ποσό των προσαυξήσεων, κατά τον ως άνω χρόνο δημιουργίας αυτού και έκδοσης της ακυρωθείσας 7885/17.11.2003 καταλο-γιστικής απόφασης δεν μπορούσε να υπερβεί το τριπλάσιο (300%) του ποσού που καταλογίσθηκε, ενώ κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης 5642/12.6.2013 το διπλάσιο (200%) αυτού. Περαιτέρω τόσο υπό την ισχύ            των διατάξεων του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, πριν από την αναμόρφωσή του, όσο και υπό τον νυν ισχύοντα, η αναστολή που χορηγείται από τα αρμόδια Δικαστήρια για την καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους (αναπλήρωση ελλείμματος) δεν απαλλάσσει τούτο από τις αναλογούσες προσαυξήσεις.

VI. Στο άρθρο 95 παρ.5 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι:              «Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για             τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». Περαιτέρω, στο άρθρο 91 του Π.Δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α 304) ορίζεται ότι: «Αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων, αι μη υποκείμεναι εις ανακοπήν, είναι τελεσίδικοι και αποτελούν δεδικασμένο» και στο άρθρο 92 ότι: «Το δεδικασμένον εκτείνεται επί του κριθέντος ουσιαστικού ζητήματος, εφ’ όσον η απόφασις έκρινεν οριστικώς            επί εννόμου σχέσεως. Το δεδικασμένον εκτείνεται επίσης επί του κριθέντος δικονομικού ζητήματος». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση ακύρωσης προβαλλόμενης καταλογιστικής πράξης με απόφαση του Τμήματος ή της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, η ακυρωτική απόφαση ανατρέχει στο χρόνο έκδοσης της πράξης που ακυρώθηκε και το ακυρωτικό της αποτέλεσμα ισχύει απέναντι σε όλους, η δε Διοίκηση οφείλει να μην εκδώσει πράξη              που είναι αντίθετη με το περιεχόμενο αυτής, καθόσον τότε συντρέχει παράβαση του δεδικασμένου. Εάν η ακύρωση λάβει χώρα για λόγους που ανάγονται στην εξωτερική (τυπική) νομιμότητα της προσβαλλόμενης            πράξης (π.χ. λόγω έλλειψης αιτιολογίας, παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, αναρμοδιότητας του εκδόσαντος την πράξη οργάνου), η Διοίκηση δεν εμποδίζεται να εκδώσει δια του αρμοδίου οργάνου της, νέα πράξη,                      με το ίδιο περιεχόμενο, τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία και με νόμιμη αιτιολογία, καθόσον στην περίπτωση αυτή η ακυρωθείσα απόφαση δεν περιέλαβε κρίση επί του ουσιαστικού ζητήματος και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα παράβασης του δεδικασμένου.

VII. Στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ/μα 53/1974 (ΦΕΚ Α 256) ορίζεται ότι: «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώο μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του» και στο άρθρο 4 παρ.1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987 (ΦΕΚ Α 89) ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Π.Δ/μα 258/1986 – ΦΕΚ Α 121-), το οποίο κατ’ άρθρον 123 του Π.Δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α 304), εφαρμόζεται και στην ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκη, ορίζεται ότι: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται … από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι το κατά την ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας      ισχύει και για το Ελεγκτικό Συνέδριο, στις περιπτώσεις που τα ίδια πραγμα-τικά περιστατικά και η ίδια προσωπική συμπεριφορά στοιχειοθετούν εκτός    από ποινικό αδίκημα και την αιτιολογία του επιβληθέντος καταλογισμού. Συνεπώς, συντρεχουσών των ως άνω προϋποθέσεων (ταυτότητα πραγματικών περιστατικών και προσωπικής συμπεριφοράς) εάν ένα πρόσωπο αθωώνεται τελεσιδίκως από τα ποινικά δικαστήρια, η αθωωτική απόφαση πρέπει να γίνεται σεβαστή από το διοικητικό δικαστήριο, διαφορετικά παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας (βλ. την από 27.9.2007 απόφαση του ΕΔΔΑ, υπόθεση Β. Σταυρόπουλου κατά Ελλάδας, αποφάσεις IV Τμήματος 2504/2013, 2351/2009, V Τμήματος 2703/2011, 3028/2010, αποφάσεις ΣτΕ 1741/2015, 2067/2011). Η κατά τα ανωτέρω δέσμευση του Δικαστηρίου από την αθωωτική απόφαση συντρέχει αποκλειστικά και μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία διώχθηκε ποινικά το προτεινόμενο προς καταλογισμό πρόσωπο και αθωώθηκε ταυτίζονται πλήρως με αυτά στα                  οποία στηρίζεται ο καταλογισμός (πρβλ. ΣτΕ 1670/2009, 2690/2008,              ΔΕφΠειρ 1311/2008) και όχι όταν ο καταλογισμός στηρίζεται (και) σε στοιχεία, που δεν είχε λάβει υπόψη του το ποινικό δικαστήριο. Περαιτέρω, ο καταλογισμός του υπολόγου δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου (ποινή strictosensu) που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους            και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας προς το σκοπό της γενικότερης νομικής, ηθικής και κοινωνικής αποδοκιμασίας της συμπεριφοράς του            δράστη, αλλά έχει αποκαταστατικό χαρακτήρα, επιβάλλεται από διοικητικά όργανα και τείνει στην αναπλήρωση ελλείμματος που δημιουργήθηκε στους λογαριασμούς δημοσίου υπολόγου. Τούτο διότι ούτε ο νομικός χαρακτηρισμός του καταλογισμού κατά το εσωτερικό δίκαιο, ούτε η ίδια η φύση της παράβασης (δημιουργία ελλείμματος) ούτε η φύση και η σοβαρότητα της κύρωσης που ενδέχεται να επιβληθεί στον υπόλογο (η οποία συνιστάται              στην αποκατάσταση του δημιουργηθέντος ελλείμματος) συνηγορούν στην αποδοχή της φύσης του καταλογισμού ως κύρωσης ποινικού χαρακτήρα (Ως προς τα ως άνω «κριτήρια Engel», για το χαρακτηρισμό μιας κύρωσης                          ως ποινικής βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ της 8ης Ιουνίου 1976, Engel και λοιποί κατά Ολλανδίας, της 24ης Σεπτεμβρίου 1997, Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδος, ΣτΕ 689/2009). Συνεπεία αυτού και εφόσον ο καταλογισμός δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής nebisinidem          που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και συνακόλουθα η τυχόν ανοιγείσα ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκη (συνεπεία προσβολής της οικείας καταλογιστικής πράξης) δεν κωλύεται σε περίπτωση που για την ίδια παράβαση έχει ολοκληρωθεί η ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων διαδικασία, με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη. Η διάταξη δε του άρθρου 5 παρ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας,                              με την οποία το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη», όχι όμως και από τις αμετάκλητες αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων με τις οποίες αθωώνεται ο κατηγορούμενος, δεν αντιβαίνει στα άρθρα 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, ενόψει των διαφορών μεταξύ ποινικής και διοικητικής δίκης (ιδία δε ενόψει της διαφοροποιήσεως των κανόνων απόδειξης που διέπουν τις δύο αυτές κατηγορίες διαφορών – ως προς τη δεύτερη απαιτείται βεβαία δικανική πεποίθηση, ενώ δεν ισχύει η αρχή «εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου» -). Κατά συνέπεια, η αμετάκλητη αθώωση υπολόγου από τα ποινικά δικαστήρια δεν δεσμεύει τον δημοσιονομικό δικαστή που κρίνει επί της ακύρωσης ή μεταρρύθμισης καταλογιστικής απόφασης, πλην όμως τον υποχρεώνει να τη συνεκτιμήσει και δη κατά τρόπο ειδικό, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες ως προς τα ανωτέρω εκτεθέντα περί του τεκμηρίου της αθωώτητας, επιτρέποντάς του πάντως να στηρίξει            την τυχόν αντίθετη απόφασή του και σε πραγματικά περιστατικά που δεν έλαβε υπόψη του το ποινικό δικαστήριο (πρβλ. αποφάσεις ΣτΕ 2543/2015, 1741/2015, 1239/2015 401/2013, Α.Π. 1077/2012 ΔΕφ Αθηνών 3523/2013, 3414/2013, 2565/2013).

VIII. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από ειδική διάταξη νόμου,               το δικαίωμα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης να απαιτήσουν από            τον υπόλογο που ευθύνεται για τη δημιουργία του ελλείμματος την αποκατάσταση αυτού και συνακόλουθα το δικαίωμά τους να εκδώσουν σε βάρος του καταλογιστική πράξη ή απόφαση παραγράφεται, κατά γενική              αρχή του δικαίου, μετά την πάροδο εικοσαετίας από τη δημιουργία του ελλείμματος (αποφάσεις Ολομ.Ελ.Συν. 2979/2012, 12007, 892/2005, VII Τμήματος 586/2014, 3225/2013, 947/2010, 393/2010). Τούτου δοθέντος,              επί παραλείψεως εισαγωγής εσόδων στη χρηματική διαχείριση Δήμου, η παραγραφή άρχεται από τότε που γεννήθηκε η υποχρέωση εισαγωγής                  των χρημάτων στη διαχείριση, ενώ επί καταβολής ανοικείων πληρωμών, από                τότε που οι τελευταίες έλαβαν χώρα, άλλως και εφόσον δεν δύναται να διακριβωθεί ο ακριβής χρόνος πληρωμής, από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου πληρώθηκαν.

ΙΧ. Στο άρθρο 26 του Ν. 3274/2004 «Οργάνωση και λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού» (ΦΕΚ Α 195), ορίζεται ότι : «1. Θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που πληρώθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003 από … δήμους … σε βάρος των προϋπολογισμών τους, εφόσον αυτές : α) προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις ή συνάδουν προδήλως με την αποστολή και τις αρμοδιότητες των παραπάνω φορέων,              β) έχουν εγκριθεί και βεβαιωθεί από τα αρμόδια όργανα, γ) διενεργήθηκαν για σκοπό που έχει επιτελεσθεί, και δ) δεν έχουν ακυρωθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. 2. Καταλογισμοί που έχουν γίνει σε βάρος αιρετών οργάνων ή υπαλλήλων των ανωτέρω φορέων … για δαπάνες της προηγούμενης παραγράφου αίρονται, τυχόν δε βεβαιωθέντα ποσά από την ίδια αιτία διαγράφονται …». Ακολούθως, στο άρθρο 29 παρ.8 του Ν. 3448/2006 «Για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα και τη ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης» (ΦΕΚ Α 57) ορίζεται ότι : «Η αληθής έννοια της παρ.1 του άρθρου 26 του ν. 3274/2004 … είναι ότι θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που πληρώθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003 από … Δήμους … σε βάρος των προϋπολογισμών τους, εφόσον : α) το είδος της δαπάνης προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις ή συνάδει με τις αρμοδιότητες και την εν γένει κοινωνική αποστολή των παραπάνω φορέων, όπως απορρέουν από την κείμενη νομο-θεσία, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πλημμέλεια ή παράλειψη κατά τη σχετική διαδικασία, από την οποία και δημιουργήθηκε για τους παραπάνω φορείς υποχρέωση εξόφλησης της οικείας δαπάνης, β) έχουν εγκριθεί και βεβαιωθεί από τα αρμόδια όργανα, γ) αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο μέσο ότι ο σκοπός για τον οποίο διενεργήθηκαν έχει εκπληρωθεί και δ) δεν έχουν ακυρωθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία». Η τελευταία αυτή διάταξη, ως γνησίως ερμηνευτική της αμέσως προηγούμενης, όπως τούτο προκύπτει από τη γραμματική της διατύπωση, αλλά και από το σκοπό της θέσπισής της, που συνίσταται στην άρση των αμφισβητήσεων και παρερμηνειών που                είχαν ανακύψει ως προς την αληθή έννοια της παρ.1 του άρθρου 26 του                    Ν. 3274/2004, ανατρέχει επιτρεπτώς, σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ.2 του ισχύοντος Συντάγματος, στην ημερομηνία έναρξης της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 26 του Ν. 3274/2006. Με τις διατάξεις αυτές, ο νομοθέτης, ενεργώντας στο πλαίσιο της συνταγματικής του αρμοδιότητας για τη ρύθμιση των εννόμων σχέσεων και καταστάσεων νομιμοποίησε αναδρομικά δαπάνες που διενεργήθηκαν μέχρι τις 31.12.2003 από πρωτοβάθμιους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, σε βάρος των προϋπολογισμών τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι προεκτιθέμενες προϋποθέσεις (αποφάσεις Ολομ.Ελ. Συν.1584/2011, 1152/2007, VII Τμήματος 2664/2006, 2663/2006). Ειδικότερα, η πρώτη κατά σειρά αυτών συντρέχει όχι μόνον όταν η δαπάνη που διενεργήθηκε προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις, αλλά και όταν συνάδει           με τις αρμοδιότητες και την ευρύτερη κοινωνική αποστολή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως αυτές προκύπτουν από τη νομοθεσία που τους διέπει, ανεξάρτητα από την ειδικότερη πλημμέλεια ή παράλειψη που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία της ανάληψης και διενέργειάς της, από την οποία δημιουργήθηκε και η υποχρέωση του οικείου Οργανισμού για την εξόφλησή της (αποφάσεις Ολομ.Ελ.Συν. 1584/2011, 2079/2010 όπου και μειοψηφία).                Η πρόβλεψη της δαπάνης σε διάταξη Νόμου καλύπτει και την πρόβλεψη της διαδικασίας, μέσω της οποίας δημιουργείται για τον οικείο Ο.Τ.Α. υποχρέωση εξοφλήσεως αυτής, όπως τούτο ρητά προβλέπεται στη νεότερη διάταξη του            Ν. 3448/2006. Περαιτέρω, με τις ως άνω διατάξεις, ερμηνευόμενες σύμφωνα με τις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 98 παρ.1δ, με το οποίο κατοχυρώνεται ο κατασταλτικός έλεγχος των δαπανών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των ν.π.δ.δ. από το Ελεγκτικό Συνέδριο, στο πλαίσιο του οποίου προστατεύεται η αρμοδιότητα των οργάνων του Δικαστηρίου για έλεγχο και καταλογισμό των υπολόγων των εν λόγω νομικών προσώπων, καθώς και του άρθρου 102 παρ.5, σύμφωνα με το οποίο το Κράτος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και των πόρων των Ο.Τ.Α. για την εκπλήρωση της αποστολής τους, με ταυτόχρονη διασφάλιση της διαφάνειας κατά τη διαχείριση των πόρων αυτών, νομιμοποιούνται εκείνες μόνον οι δαπάνες, που πληρώθηκαν από τους ως            άνω φορείς και συγκεντρώνουν τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις, εφόσον              κατά τη διαδικασία της ανάληψης της σχετικής υποχρέωσης και εκτελέσης αυτών δεν παραβιάσθηκε ουσιώδης τύπος της διαδικασίας. Ειδικότερα,              όπως έχει κριθεί, η τήρηση των κανόνων του λογιστικού αναφορικά με τη διεξαγωγή της ταμειακής διαχείρισης του οικείου Δήμου αποτελεί ουσιώδη διαδικαστικό τύπο που αποσκοπεί στη διαφάνεια της διακίνησης χρημάτων    και αξιών και την αποφυγή του κινδύνου διασπάθισης και παράνομης ιδιοποίησης του δημοσίου χρήματος και, ως εκ τούτου, δεν νομιμοποιούνται δαπάνες που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο εξωταμειακής διαχείρισης (αποφάσεις VII Τμήματος 2664/2006, 2663/2006, 2461/2006). Τέλος, εφόσον η δαπάνη υπερβαίνει κατά ποσό το προκύπτον από τα οικεία δικαιολογητικά δικαίωμα του πιστωτή, είναι μη νόμιμη κατά το υπερβάλλον, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται η αιτία της διενέργειά της και συνεπεία αυτού, δεν μπορεί                  να θεωρηθεί λειτουργική και νομιμοποιητέα.

X. Στο άρθρο 37 παρ.1 του Ν. 3801/2009 «Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και άλλες διατάξεις οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης» (ΦΕΚ Α 163/4.9.2009), το οποίο έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 105 του κυρωθέντος           με το άρθρο πρώτο του Ν. 4129/2013 (ΦΕΚ Α 52) Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, ορίζεται ότι: «Το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον των Τμημάτων του … σε υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν από οποιαδήποτε αιτία σε βάρος των αιρετών οργάνων Δήμων … ή σε βάρος υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισης τούτων … από όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μέχρι 1.7.2005, μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του βαρυνομένου με τον καταλογισμό, που υποβάλλεται με το δικόγραφο του ένδικου μέσου …, να μειώσει το ποσό του καταλογισμού ως το ένα δέκατο του καταλογισθέντος ποσού, καθώς και να απαλλάξει τον υπαίτιο από τις προσαυξήσεις ή τόκους επί του καταλογισθέντος κεφαλαίου και αν ακόμη υφίσταται ελαφρά αμέλεια αυτού. Για την πιο πάνω μείωση ή απαλλαγή το Δικαστήριο συνεκτιμά το βαθμό της υπαιτιότητας του καταλογισθέντος,    την προσωπική και οικογενειακή οικονομική του κατάσταση, τη βαρύτητα            της δημοσιονομικής παράβασης, τις συνθήκες τέλεσής της και το επελθόν            από αυτή αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει, επίσης, τον καταλογισθέντα από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, αν κρίνει                        ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του καταλογισθέντα συγγνωστή πλάνη για το δημιουργηθέν έλλειμμα. … Εξαιρούνται των ρυθμίσεων της παρούσας καταλογιστικές πράξεις, οι οποίες αφορούν αποδοχές και αποζημιώσεις εν γένει υπαλλήλων δήμων, κοινοτήτων, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ιδρυμάτων αυτών, καθώς και έξοδα παράστασης αιρετών οργάνων δήμων και κοινοτήτων». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά την εκδίκαση έφεσης κατά πράξης καταλογισμού που έχει εκδοθεί σε βάρος αιρετών οργάνων Δήμων, για έλλειμμα που έχει δημιουργηθεί μέχρι την 1.7.2005 και δεν αφορά σε αποδοχές και αποζημιώσεις εν γένει υπαλλήλων ή σε έξοδα παράστασης του Δημάρχου, των Αντιδημάρχων κ.λπ., αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση του εκκαλούντος, μπορεί είτε να απαλλάξει τον καταλογισθέντα από το συνολικό ποσό του καταλογισμού εάν κρίνει ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του συγγνωστή πλάνη    ως προς τη δημιουργία του ελλείμματος είτε να μειώσει το ποσό του καταλογισμού έως το ένα δέκατο (1/10) του καταλογισθέντος ποσού και να τον απαλλάξει από τις προσαυξήσεις επί του κεφαλαίου, συνεκτιμώντας το βαθμό της υπαιτιότητάς του, την προσωπική, οικογενειακή και την οικονομική             του κατάσταση, τη βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, τις συνθήκες τέλεσής της και το επελθόν από αυτή αποτέλεσμα (αποφάσεις Ολομ.Ελ.Συν. 2973 – 2978/2012, 2319/2012, 2318/2012 όπου και μειοψηφία).

XΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Με βάση τις 1001672/21/4-Α/10.1.2003 και 1003201/35-Α/13.1.2003 εντολές της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης (Διεύθυνση Επιθεώρησης ΝΠ και ΔΕΚΟ) του Υπουργείου Οικονομικών διενεργήθηκε διαχειριστικός έλεγχος στους λογαριασμούς του Δήμου Θήρας οικονομικών ετών 1998 – 2002 από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές Γ. Σαρμαντά, Ν. Νότα και Π. Σιμόπουλο. Τα πορίσματα του ελέγχου καταγράφηκαν σε τρεις συνταχθείσες εκθέσεις, στην 1596/20.3.2003, στην 2912/15.5.2003 και στην 7885/17.11.2003, οι οποίες αναφέρονται σε ελλείμματα που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο από 1.8.2000, χρονικό σημείο κατά το οποίο λειτούργησε στο Δήμο ίδια Ταμειακή Υπηρεσία έως τις 31.12.2002. Με την τελευταία εξ αυτών (7885/17.11.2003), η οποία αφορά στον επίδικο καταλογισμό, διαπιστώθηκε ότι: Α) Με την 16587/17.4.2002 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης εγκρίθηκε η επιχορήγηση του Δήμου Θήρας με το ποσό των 29.687,46 ευρώ από τον προϋπολογισμό του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΣΑΕ 055/2001 έργο 2001ΣΕ05500002 «εκτέλεση έργων από τους Ο.Τ.Α. της    χώρας για την αντιμετώπιση του φαινομένου της λειψυδρίας κατά τους θερινούς μήνες») για την εκτέλεση της «προμήθειας δεξαμενών νερού».                    Το ποσό αυτό μεταφέρθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος (πρακτορείο Νάξου), ενσωματώθηκε στην 50918038-8 επιταγή του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος, εισπράχθηκε στις 19.9.2002 από τον τότε Δήμαρχο Θήρας, Αρτέμιο Μητροπία και παραδόθηκε στον υπάλληλο του Δήμου, Αντώνιο Αργυρό, ο οποίος την επόμενη ημέρα το έδωσε στην εκκαλούσα που από τις 9.2.2001 είχε αναλάβει καθήκοντα ειδικής Ταμία του Δήμου (βλ. την 2/9.2.2001 απόφαση του Δημάρχου Θήρας, την από 23.6.2003 ένορκη κατάθεση του Φλώριου Μπαρδάκη, υπαλλήλου της Τραπέζης της Ελλάδος στο Πρακτορείο Νάξου Νομού Κυκλάδων και τις από 11.6.2003 και 15.10.2003 ανωμοτί καταθέσεις του Αντωνίου Αργυρού και της Άννας Θεολόγου, αντίστοιχα). Η τελευταία, καίτοι παρέλαβε τα χρήματα, δεν τα εισήγαγε στη διαχείριση του Δήμου, εκδίδοντας προς τούτο το οικείο γραμμάτιο είσπραξης, αλλά ενεργώντας σύμφωνα με προφορική εντολή του Δημάρχου, τα χρησιμοποίησε προκειμένου να πληρώσει «… τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του Δήμου» (βλ. τη κατάθεση της ίδιας που ελήφθη στο πλαίσιο της συνταχθείσας ως άνω 7885/17.11.2003 πορισματικής έκθεσης). Οι Επιθεωρητές έκριναν ότι η ως άνω επιχορήγηση,         η οποία εισπράχθηκε από το Δήμο (μέσω του Δημάρχου), αποδόθηκε στην εκκαλούσα και δεν εισήχθη στη διαχείριση (καθόσον δεν εκδόθηκε το προβλεπόμενο νόμιμο παραστατικό) συνιστά έλλειμμα στη διαχείριση του Δήμου, ύψους 29.687,46 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2002 και ως τέτοιο καταλογίσθηκε με την προσβαλλόμενη, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και              σε βάρος της επειδή ήταν αρμόδια για την έκδοση του γραμματίου είσπραξης. Σε βάρος της καταλογίσθηκαν επίσης και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής του ελλείμματος για τη χρονική περίοδο από 19.9.2002 έως τον Ιούνιο του έτους 2013, ύψους 42.601,50 ευρώ και Β) Το έτος 2001 ο Δήμος Θήρας εξέδωσε είκοσι επτά (27) χρηματικά εντάλματα, με τα οποία καταβλήθηκε στη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως Αποχετεύσεως και Καθαριότητας Θήρας (Δ.Ε.Υ.Α.Κ.Θ.)», συνολικό ποσό 264.073.665 δραχμών ως αντάλλαγμα                για την εκ μέρους της παροχή υπηρεσιών καθαριότητας και λοιπών εργασιών της αρμοδιότητάς της, οι οποίες εκτελέσθηκαν από το προσωπικό αυτής              και δεν προσδιορίζονται ειδικότερα. Συγκεκριμένα, εντός του οικονομικού αυτού έτους εκδόθηκαν τα κάτωθι χρηματικά εντάλματα, συνολικού ποσού 264.073.655 δραχμών:

Αριθμός χρηματικού εντάλματος Ποσό σε δραχμές
62/2001 22.600.000
285/2001 5.650.000
561/2001 15.000.000
562/2001 10.000.000
729/2001 5.000.000
730/2001 5.000.000
731/2001 1.487.867
877/2001 20.000.000
879/2001 3.152.355
880/2001 291.848
881/2001 279.223
882/2001 1.276.574
980/2001 39.580.000
981/2001 20.000.000
1097/2001 2.941.041
1098/2001 30.000.000
1322/2001 3.016.897
1483/2001 2.734.325
1486/2001 3.152.355
1487/2001 2.941.040
1762/2001 17.000.000
1829/2001 3.016.897
1889/2001 3.108.154
1916/2001 3.016.897
1917/2001 3.016.897
2388/2001 36.039.680
2389/2001 6.351.605

                           Σύνολο                                                                             264.073.655

           

Έναντι του ως άνω καταβληθέντος στη Δ.Ε.Υ.Α.Κ.Θ. ποσού, η τελευταία εξέδωσε παραστατικά (αποδείξεις είσπραξης και τιμολόγια), τα οποία, καίτοι δεν αντιστοιχίζονται πλήρως με το καταβληθέν με κάθε χρηματικό ένταλμα ποσό, έγιναν δεκτά από τον έλεγχο και δεν δύνανται να αμφισβητηθούν πλέον, καθόσον στην κατ’ έφεση δίκη δεν επιτρέπεται                  κατ’ άρθρον 49 παρ.3 του Π.Δ/τος 1225/1981, να καταστεί χειρότερη η θέση του εκκαλούντος. Συγκεκριμένα :

Εκδοθέν παραστατικό στοιχείο Ποσό σε δραχμές
Τιμολόγιο Ε9000023246476/17.1.2001 36.039.680
Τιμολόγιο 159/13.2.2001 6.351.605
Τιμολόγιο 293/11.4.2001 22.600.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 1/21.5.2001 5.650.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 2/15.6.2001 15.000.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 3/15.6.2001 10.000.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 4/3.7.2001 5.000.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 5/3.7.2001 5.000.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 6/3.7.2001 1.487.867
Απόδειξη Είσπραξης Α 7/30.7.2001 20.000.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 8/30.7.2001 3.152.235
Απόδειξη Είσπραξης Α 9/30.7.2001 291.848
Απόδειξη Είσπραξης Α 10/10.8.2001 279.223
Απόδειξη Είσπραξης Α 11/10.8.2001 1.276.574
Απόδειξη Είσπραξης Α 12/29.8.2001 39.580.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 13/29.8.2001 20.420.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 14/1.10.2001 2.941.041
Απόδειξη Είσπραξης Α 15/19.10.2001 30.000.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 16/1.11.2001 3.016.898
Απόδειξη Είσπραξης Α 17/29.11.2001 2.734.325
Απόδειξη Είσπραξης Α 18/4.12.2001 5.000.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 19/21.12.2001 15.000.000
Απόδειξη Είσπραξης Α 20/27.12.2001 3.016.898
Απόδειξη Είσπραξης Α 21/2001 3.016.898
Απόδειξη Είσπραξης Α 22/2001 3.108.154

                         Σύνολο                                                                                 259.963.366

Το σύνολο των ως άνω παραστατικών ανέρχεται στο ποσό των 259.963.366 δραχμών, του υπολοίπου, ύψους 4.110.289 (= 264.073.655 – 259.965.366) δραχμών (και ήδη 12.062,48 ευρώ) μη δυναμένου να δικαιολογηθεί. Περαιτέρω, το έτος 2002 ο Δήμος Θήρας εξέδωσε σαράντα τέσσερα χρηματικά εντάλματα πληρωμής, με τα οποία κατέβαλε στη Δ.Ε.Υ.Α.Κ.Θ. ποσό ύψους 1.077.158,10 ευρώ ως αντάλλαγμα για την εκ μέρους της παροχή υπηρεσιών καθαριότητας και άλλων εργασιών, που               στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της εκτελέσθηκαν από το προσωπικό της. Συγκεκριμένα εντός του αυτού οικονομικού έτους εκδόθηκαν τα κάτωθι χρηματικά εντάλματα:

Αριθμός χρηματικού εντάλματος Ποσό σε ευρώ
111/2002 148.000,00
140/2002 8.813,05
141/2002 9.090,01
144/2002 8.710.63
145/2002 4.931,30
205/2002 9.090.01
232/2002 59.000,00
365/2002 46.471,76
343/2002 13.528,24
439/2002 8.925,51
509/2002 30.000,00
646/2002 40.000,00
670/2002 28.500,00
671/2002 5.000,00
673/2002 9.744,56
712/2002 44.000,00
753/2002 35.000,00
757/2002 9.089,88
879/2002 9.881,78
880/2002 15.000,00
881/2002 22.000,00
882/2002 6.000,00
883/2002 3.500,00
884/2002 2.000,00
885/2002 5.000,00
886/2002 5.000,00
914/2002 8.000,00
919/2002 5.500,00
926/2002 8.500,00
935/2002 6.800,00
936/2002 8.000,00
937/2002 5.000,00
949/2002 6.000,00
951/2002 9.881,78
965/2002 41.957,62
983/2002 4.000,00
984/2002 55.000,00
985/2002 56.584,30
986/2002 90.000,00
1063/2002 9.881,87
1514/2002 9.881,87
1680/2002 10.293,54
1681/2002 40.000,00
1682/2002 42.000,00

                           Σύνολο                                                                            1.003.558,07

Έναντι του ως άνω καταβληθέντος στη Δ.Ε.Υ.Α.Κ.Θ. ποσού, η τελευταία εξέδωσε παραστατικά (αποδείξεις είσπραξης), τα οποία, καίτοι δεν αντιστοιχίζονται απόλυτα με το καταβληθέν με κάθε χρηματικό ένταλμα ποσό, έγιναν δεκτά από τον έλεγχο και δεν δύνανται να αμφισβητηθούν πλέον, καθόσον, όπως ήδη προεκτέθηκε στην κατ’ έφεση δίκη δεν επιτρέπεται κατ’ άρθρον 49 παρ.3 του Π.Δ/τος 1225/1981 να καταστεί χειρότερη η θέση του εκκαλούντος. Συγκεκριμένα :

Εκδοθέν παραστατικό στοιχείο Ποσό σε ευρώ
Απόδειξη Είσπραξης Α 23/11.1.2002 8.853,70
Απόδειξη Είσπραξης Α 24/10.3.2002 8.813,05
Απόδειξη Είσπραξης Α 25/5.4.2002 9.090,01
Απόδειξη Είσπραξης Α 26/30.4.2002 13.641,93
Απόδειξη Είσπραξης Α 27/24.5.2002 148.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 29/7.6.2002 9.090,01
Απόδειξη Είσπραξης Α 30/7.6.2002 59.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 31/20.6.2002 56.584,30
Απόδειξη Είσπραξης Α 32/20.6.2002 3.415,70
Απόδειξη Είσπραξης Α 33/28.6.2002 90.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 34/11.7.2002 8.925,51
Απόδειξη Είσπραξης Α 35/16.7.2002 30.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 36/25.7.2002 40.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 37/1.8.2002 28.500.00
Απόδειξη Είσπραξης Α 38/2.8.2002 5.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 39/9.8.2002 9.826,58
Απόδειξη Είσπραξης Α 40/12.8.2002 44.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 41/14.8.2002 35.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 42/21.8.2002 15.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 43/23.8.2002 9.089,98
Απόδειξη Είσπραξης Α 44/30.8.2002 5.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 45/2.9.2002 2.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 46/4.9.2002 3.500,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 47/9.9.2002 22.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 48/10.9.2002 9.881,78
Απόδειξη Είσπραξης Α 49/10.9.2002 6.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 50/11.9.2002 5.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 51/16.9.2002 8.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 52/19.9.2002 5.500,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 53/23.9.2002 8.500,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 54/25.9.2002 6.800,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 55/26.9.2002 8.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 56/27.9.2002 5.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 57/8.10.2002 41.957,62
Απόδειξη Είσπραξης Α 58/17.10.2002 9.881,87
Απόδειξη Είσπραξης Α 59/17.10.2002 4.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 60/22.10.2002 41.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 61/7.11.2002 1.300
Απόδειξη Είσπραξης Α 62/11.11.2002 9.881,78
Απόδειξη Είσπραξης Α 63/26.11.2002 42.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 64/5.12.2002 5.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 65/9.12.2002 9.881,87
Απόδειξη Είσπραξης Α 66/9.12.2002 40.000,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 67/12.12.2002 2.200,00
Απόδειξη Είσπραξης Α 68/13.12.2002 3.500.00
Απόδειξη Είσπραξης Α 69/19.12.2002 10.293,54
Απόδειξη Είσπραξης Α 70/19.12.2002 2.000,00
Αποδεικτικό Είσπραξης Β 1/1.10.2002 6.000,00
Αποδεικτικό πληρωμής 402/15.10.2002 18.094,35
Αποδεικτικό Είσπραξης 1281/19.12.2002 1.885,55

                        Σύνολο                                                                                 939.703,43

Το σύνολο των ως άνω αποδείξεων ανέρχεται στο ποσό των 939.703,43 ευρώ, του υπολοίπου, ύψους 63.854,64 (= 1.003.558,07 – 939.703,43) ευρώ, μη δυναμένου να δικαιολογηθεί. Επειδή ήταν αδύνατη η ακριβής αντιστοίχιση των δικαιολογητικών με τις ενταλματοποιηθείσες δαπάνες και συνεπεία    αυτού, ο ειδικότερος εντοπισμός των ενταλμάτων από τα οποία ελλείπουν                  τα κατά νόμον δικαιολογητικά που αποδεικνύουν το δικαίωμα του πιστωτού του Δήμου «κατά βάσιν και ποσόν», οι Οικονομικοί Επιθεωρητές έκριναν              ότι η δαπάνη που καταβλήθηκε με τα χρηματικά εντάλματα των ετών 2001 και 2002 δεν είναι κανονική, κατά το μέρος που δεν καλυπτόταν με αντίστοιχα δικαιολογη-τικά και καταλόγισαν την εκκαλούσα με την προσβαλλόμενη πράξη με το συνολικό ποσό αυτής ύψους 75.917,12 (= 12.062,48 + 63.854,64) ευρώ, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων ύψους 105.524,79 ευρώ υπολογιζό-μενες από το τέλος κάθε οικονομικού έτους κατά το οποίο δημιουργήθηκε                 το έλλειμμα έως τον Ιούνιο του έτους 2013. Αρχικά, για την αποκατάσταση του ελλείμματος που προέκυψε από τις ως άνω δύο κατηγορίες δαπανών εκδόθηκε η 7887/17.11.2003 καταλογιστική απόφαση των Οικονομικών Επιθεωρητών, η οποία, κατά το μέρος που αφορούσε στην μη εισαγωγή της επιχορήγησης στη χρηματική διαχείριση του Δήμου, ακυρώθηκε με την 1742/2007 απόφαση του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθόσον            ο καταλογισμός εγένετο υπέρ του Δήμου και όχι υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, κατά δε το μέρος που αφορούσε στην καταβολή χρηματικών ποσών στη δημοτική επιχείρηση χωρίς τη λήψη των οικείων παραστατικών, ακυρώθηκε με την 2365/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου,                   με την αιτιολογία ότι η ως άνω καταλογιστική απόφαση εκδόθηκε χωρίς                     η εκκαλούσα να κληθεί να εκθέσει τις απόψεις της κατά παράβαση                        της συνταγματικής αρχής της προηγούμενης ακρόασης. Σε συμμόρφωση                 προς τις ως άνω αποφάσεις, ο Οικονομικός Επιθεωρητής της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, Αχιλλέας Καρανίκας, κοινοποίησε στην εκκαλούσα στις 19.11.2012, την 7885/17.11.2003 πορισματική έκθεση καθώς και την 11691/1.11.2012 κλήση προς ακρόαση, θέτοντας στη διάθεσή της τα στοιχεία του φακέλου και τάσσοντας σε αυτήν προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών για τη διατύπωση αντιρρήσεων ή την κατάθεση των απόψεών της επί των διαπιστώσεων του ελέγχου. Στις 5.12.2012 η εκκαλούσα υπέβαλε με τηλεομοιοτυπία (fax) αίτηση, με την οποία ζήτησε να της χορηγηθούν αντίγραφα όλων των στοιχείων και παραστατικών που διατηρούνταν στην Υπηρεσία, η οποία διαβιβάσθηκε με το 12894/5.12.2012 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών στη Διεύθυνση Επιθεώρησης Διαχείρισης Εθνικών Κληροδοτημάτων (ΔΕΔΕΚ), προκειμένου να μεριμνήσει για την ικανοποίηση του αιτήματός της. Την 1.3.2013 ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, δυνάμει ειδικής συμβολαιογραφικής εντολής, παρέλαβε τα αιτηθέντα στοιχεία (σχετ. το Α 1039772/ΕΞ/4.3.2012 έγγραφο  της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Διαχείρισης Εθνικών Κληροδοτημάτων προς                τη Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης, με την οποία η αποστέλλουσα Υπηρεσία ενημέρωσε την παραλήπτρια για την παραλαβή τους) και στις 20.5.2013 επιδόθηκε στην εκκαλούσα η 1340/30.4.2013 κλήση του ίδιου Οικονομικού Επιθεωρητή, με την οποία καλούνταν αύτη να προβεί στην αναπλήρωση του διαπιστωθέντος ελλείμματος εντός σαράντα οκτώ ωρών, καταβάλλοντας ποσό 71.992,08 ευρώ (= 29.687,46 ευρώ για το έλλειμμα πλέον 42.304,80 ευρώ για προσαυξήσεις από το Δεκέμβριο του έτους 2003    έως τον Μάιο του έτους 2013) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου εξαιτίας της             μη εισαγωγής της ληφθείσας επιχορήγησης στη διαχείριση του Δήμου το              έτος 2002 και ποσό 180.682,74 ευρώ (= 75.917,12 ευρώ για το έλλειμμα    πλέον 104.765,62 ευρώ για προσαυξήσεις της ίδιας χρονικής περιόδου) υπέρ του Δήμου Θήρας για την καταβολή χρηματικών ποσών στη Δ.Ε.Υ.Α.Κ.Θ. χωρίς νόμιμα παραστατικά κατά τα έτη 2001 και 2002. Παρελθούσης άπρακτης της ως άνω προθεσμίας, ο Οικονομικός Επιθεωρητής εξέδωσε                στις 12.6.2013, την προσβαλλόμενη 5642/2013 απόφαση με την οποία καταλογίσθηκε σε βάρος της, για την ίδια αιτία, ποσό 72.288,96 ευρώ                       (= 29.687,46 ευρώ για το έλλειμμα + 42.601,50 ευρώ για προσαυξήσεις της περιόδου από το Δεκέμβριο του έτους 2002 έως τον Ιούνιο του έτους 2013) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και ποσό 181.441,91 ευρώ (= 75.917,12 ευρώ για το έλλειμμα + 105.524,79 ευρώ για προσαυξήσεις της ίδιας χρονικής περιόδου) υπέρ του Δήμου Θήρας. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 22.7.2013. Περαιτέρω, σε ότι αφορά στο ποινικό σκέλος της υπόθεσης, η εκκαλούσα με την 11/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου κηρύχθηκε αθώα, μεταξύ άλλων: α) του ότι στις 19.9.2002 ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 29.687,46 ευρώ, το οποίο της παρέδωσε ο Δήμαρχος Θήρας και αντιστοιχούσε σε επιχορήγηση που έλαβε ο Δήμος από το Υπουργείο Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας και την προμήθεια δεξαμενών νερού και η ίδια δεν το εισήγαγε στη διαχείριση του Δήμου εκδίδοντας σχετικό γραμμάτιο είσπραξης και β) του ότι ιδιοποιήθηκε παράνομα εντός του έτους 2001 συνολικό ποσό 12.062,48 ευρώ και εντός του έτους 2002 συνολικό ποσό 63.854,64 ευρώ, το οποίο κατείχε ως Ταμίας και αποτελούσε μέρος των εσόδων του Δήμου καθώς και του ότι μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα προκειμένου να μην αποκαλυφθεί η τέλεση αυτής της πράξης με την έκδοση επιπλέον χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής προς τη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης και Καθαριότητας Θήρας σε σχέση με τα ποσά που πράγματι καταβλήθηκαν από το Δήμο προς την Επιχείρηση (σελ. 91 – 92 της ως άνω απόφασης). Τέλος, κατά τα γνωστά στο Δικαστήριο από προηγούμενες αποφάσεις του (αποφάσεις 2003 – 2005/2014 του VII Τμήματος επί αιτήσεων αναστολής), από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος της εκκαλούσας των ετών 2010, 2011 και 2012 προκύπτει ότι αυτή απέκτησε εισοδήματα ύψους 21.897,50, 19.653,52 και 21.977,73 (συμπεριλαμβανομένων των αυτοτελώς φορολογούμενων ποσών) αντίστοιχα και από τα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας της μηνών Ιανουαρίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2013 εμφαίνεται ότι οι αποδοχές τα ανήλθαν κατά τους ως άνω μήνες στα ποσά των 1.235,31, 751,06, 1.239,45, 1.239,46 και 1.266,45 ευρώ αντίστοιχα. Επίσης, από τις από 6.2.2013 και 9.2.2013 ιατρικές γνωματεύσεις της Βιοκλινικής Πειραιά και του οφθαλμίατρου Μάνου Παπαδημητρίου, εμφαίνεται ότι αυτή πάσχει από χρόνια φλεβική ανεπάρκεια και υψηλό υπερμετρωπικό αστιγματισμό, ενώ εκκρεμούν σε βάρος της και άλλες καταλο-γιστικές αποφάσεις (σχετ. η 12236/20.11.2012 απόφαση του Οικονομικού Επιθεωρητή, με την οποία η ίδια καταλογίσθηκε υπέρ του Δήμου Θήρας, εις ολόκληρον με τα αναφερόμενα στην ίδια απόφαση πρόσωπα, με το ποσό                          των 509.729,05 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι συνιστά έλλειμμα στη διαχείριση αυτού κατά τα οικονομικά έτη 2001 και 2002 πλέον των αναλογουσών προσαυξήσεων ύψους 665.196,41 ευρώ και η 12237/20.11.2012 απόφαση του Οικονομικού Επιθεωρητή, με την οποία καταλογίσθηκε υπέρ του Δήμου Θήρας, με το ποσό των 511.274,16 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι συνιστά έλλειμμα στη διαχείριση του ως άνω Δήμου κατά τα οικονομικά έτη 2001 και 2002 πλέον των αναλογουσών προσαυξήσεων ύψους 665.196,41 ευρώ).    

ΧIΙ. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι: α) Συντρέχει                εν προκειμένω παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσης της προσβαλλομένης καταλογιστικής απόφασης καθόσον, αν και η εκκαλούσα κλήθηκε να εκθέσει τις απόψεις της, δεν το έπραξε διότι δεν της χορηγήθηκαν όλα τα ζητηθέντα έγγραφα και η καταλογιστική πράξη εκδόθηκε καθ’ ον    χρόνο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανέμενε τηλεφωνική ειδοποίηση (κατόπιν συνεννόησης με τους αρμοδίους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Διαχείρισης Εθνικών Κληροδοτημάτων) για να τα παραλάβει, β) Η προσβαλ-λόμενη εκδόθηκε κατά παράβαση του δεδικασμένου που προκύπτει από την 2365/2011 αμετάκλητη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία ακυρώθηκε η 7887/17.11.2003 καταλογιστική πράξη, ενώ περαιτέρω δεν δικαιολογείται η επιβολή προσαυξήσεων αναδρομικά, μετά την ακύρωση αυτής, γ) Η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης προσβάλλει το κατ’ άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, που ισχύει για τα διοικητικά δικαστήρια, καθόσον με την 11/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου, η ίδια και οι συγκατηγορούμενοί της (Δήμαρχος              και Προϊσταμένη Οικονομικών Υπηρεσιών) απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της πλαστογραφίας κατ’ εξακολούθηση,    οι δε οικονομικοί επιθεωρητές, στην κατάθεσή τους στο ακροατήριο δήλωσαν ότι δεν διαπίστωσαν υπεξαίρεση και ότι οι οικείες δαπάνες δεν ήταν εικονικές, δ) Η προσβαλλόμενη παρορά ότι το έτος 2007 διενεργήθηκε δεύτερος διαχειριστικός επανέλεγχος (σχετ. η 6474/4.12.2007 έκθεση της οικονομικής επιθεωρήτριας) καθώς και ότι οι απολογισμοί των οικονομικών ετών 2001 και 2002, κατά τα οποία διενεργήθηκαν οι οικείες δαπάνες έχουν εγκριθεί με αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων που επικυρώθηκαν από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, ο δε Δήμος Θήρας, σύμφωνα με              τη βεβαίωση του Δημάρχου και την ένορκη κατάθεση του ιδίου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου δεν υπέστη ζημία, ε) Η εκκαλούσα δεν φέρει ευθύνη υπολόγου διότι ανέλαβε τα καθήκοντα της Ταμία στις αρχές του Ιανουαρίου του έτους 2001 χωρίς να γνωρίζει το σύστημα ηλεκτρονικής μηχανογράφησης, στο οποίο δεν είχε καμία πρόσβαση καθόσον υπήρχε υπεύθυνος υπάλληλος για το χειρισμό του, περαιτέρω δε, στο βαθμό που τα οικεία χρηματικά εντάλματα περιέρχονταν σε αυτήν και έφεραν τις υπογραφές των Προϊσταμένων της και η ίδια λάμβανε εντολές εξόφλησης (από αυτούς και το Δήμαρχο) ήταν υποχρεωμένη να προβαίνει στις οικείες πληρωμές, στ) Σε κάθε περίπτωση έχει παρέλθει δεκαετία από το φερόμενο ως χρόνο δημιουργίας των ελλειμμάτων και ως εκ τούτου, ισχύουν οι διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για καταλογισμό σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 86 του Ν. 2362/1995 και ζ) Η προσβαλλόμενη παρίσταται ακυρωτέα διότι δεν χωρεί ανάκληση των πράξεων της φορολογικής και τελωνειακής αρχής, οι οποίες κατέστησαν αμετάκλητες και εν προκειμένω υπάρχει αμετάκλητη κρίση μετά την έκδοση της 2365/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

ΧΙΙΙ. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, το Τμήμα κρίνει ότι: 1) Δεν θεμελιώνεται εν προκειμένω παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, διότι, μετά την ακύρωση της αρχικής 7887/2003 καταλογιστικής απόφασης, για παράβαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, κοινοποιήθηκε                στην εκκαλούσα, στις 19.11.2012, η πορισματική έκθεση και κλήθηκε αυτή              να καταθέσει τις απόψεις της επί του ελλείμματος που διαπιστώθηκε στη διαχείρισή της, ενώ μετά την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση αντιγράφων όλων των εγγράφων και παραστατικών που διατηρούνταν στην Υπηρεσία, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, την 1.3.2013 παρέλαβε τα αιτηθέντα στοιχεία. Κατόπιν αυτού, στις 30.4.2013 κλήθηκε εκ νέου να προβεί στην αναπλήρωση του ελλείμματος εντός προθεσμίας σαράντα οκτώ ωρών, το οποίο δεν έπραξε, χωρίς περαιτέρω να προβάλει εγγράφως ότι εκκρεμεί η απόδοση στον πληρεξούσιο δικηγόρος της και άλλων, πέραν των ήδη ληφθέντων εγγράφων. Εν συνεχεία, στις 12.6.2013 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5642/2013 καταλογιστική απόφαση. Πέραν δε του ότι η επίκληση, το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη, του ισχυρισμού ότι ο πληρεξούσιός της δικηγόρος ανέμενε τηλεφωνική ειδοποίηση για να παραλάβει και άλλα στοιχεία (πέραν αυτών    που του είχαν ήδη χορηγηθεί σε αυτόν την 1.3.2013), δεν αποδεικνύεται              από κανένα στοιχείο του φακέλου, δεν αναφέρονται περαιτέρω ποια κρίσιμα στοιχεία ή έγγραφα δεν παρεδόθησαν σε αυτήν (ενόψει και του ότι είχε μεσολαβήσει η δικαστική ακύρωση της αρχικής πράξης και υπήρχε η δυνατότητα να λάβει γνώση του φακέλου της υπόθεσης στην κατ’ έφεση και κατ’ αναίρεση δίκη) ώστε να δύναται να διακριβωθεί εάν πράγματι στοιχειοθετείται παράβαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης. 2) Η ακύρωση καταλογιστικής απόφασης για λόγους που ανάγονται στην εξωτερική τυπική νομιμότητα αυτής, ως η παράβαση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης, δεν εμποδίζει τη Διοίκηση να εκδώσει νέα πράξη, όμοιου περιεχομένου, επί τη βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών, τηρώντας   τη νόμιμη διαδικασία, διότι σε αυτήν την περίπτωση η ακυρωτική απόφαση δεν διαλαμβάνει κρίση επί του ουσιαστικού ζητήματος (ύπαρξη του ελλείμματος) και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα παράβασης του δεδικασμένου. Αντιθέτως, το δεδικασμένο που παρήχθη αφορά στη μη            ορθή αναγραφή του υπερ ου ο καταλογισμός προσώπου και στη μη τήρηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, τα οποία καλύφθηκαν με την έκδοση της νέας 5642/12.6.2013 καταλογιστικής απόφασης και την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων που η 1742/2007 απόφαση του Τμήματος τούτου και η 2365/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου έθεσαν ως αναγκαίους όρους για την έκδοσή της. 3) Η 11/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω και              δεν προσβάλλει τις αρχές του τεκμηρίου αθωότητας και του nebisinidem, διότι δι’ αυτής η εκκαλούσα αθωώθηκε ως προς τις ποινικά κολάσιμες              πράξεις της παράνομης ιδιοποίησης των χρημάτων (χωρίς τις προσαυξήσεις) που αποτελούν αντικείμενο του καταλογισμού και της χρήσης ιδιαιτέρων τεχνασμάτων προκειμένου να μην ανακαλυφθεί η τέλεση της υπεξαίρεσης, ενώ ο επίδικος καταλογισμός αφορά στην μη εισαγωγή της επιχορήγησης            στα έσοδα του Δήμου, οικονομικού έτους 2001 (και στη διαχείριση του            ποσού αυτής εξωταμειακά) καθώς και στην καταβολή χρηματικών ποσών              στη Δ.Ε.Υ.Α.Κ.Θ. χωρίς νόμιμα παραστατικά, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε έλλειμμα ύψους 29.687,46 ευρώ που καταλογίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και έλλειμμα ύψους 75.917,12 ευρώ που καταλογίσθηκε υπέρ του Δήμου Θήρας αντίστοιχα, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων.                  Ως ήδη δε εξετέθη ανωτέρω, ο καταλογισμός σκοπεί στην αποκατάσταση της ελλειμματικής διαχείρισης, με την αναπλήρωση των οικείων ποσών και δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο δε της κρινόμενης καταλογιστικής απόφασης ουδόλως διατυπώθηκε κρίση αντίθετη με την ως άνω ποινική απόφαση. 4) Το Δημοτικό Συμβούλιο, με την έγκριση των απολογισμών οικονομικών ετών 2001 και 2002, διαπίστωσε το σύνολο των εισπράξεων και πληρωμών που διενεργήθηκαν κάθε έτος και προσδιόρισε το χρηματικό υπόλοιπο της χρήσης, που μεταφέρθηκε στο επόμενο οικονομικό έτος.                      Η εγκριτική απόφαση, η οποία αποτελεί έκφανση της αρχής της διαφάνειας που πρέπει να διέπει τη διαχείριση κάθε Ο.Τ.Α., εξυπηρετεί πρωτίστως λογιστικούς σκοπούς, καθόσον σε αυτήν αποτυπώνεται η οικονομική κατάσταση του οικείου Ο.Τ.Α. στο τέλος της χρήσης και το Δημοτικό Συμβούλιο δεν μπορεί να μην συμπεριλάβει στον απολογισμό δαπάνες ή έσοδα, τα οποία θεωρεί κατά το στάδιο αυτό ως μη νόμιμα. (Πρακτικά Ολομ.Ελ.Συν. της 8ης Γεν.Συν. της 7ης Μαΐου 2008, – Θέμα Α΄-). Κατά συνέπεια η έγκριση των απολογισμών και η επικύρωση των εγκριτικών αποφάσεων από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, ο οποίος ασκεί            έλεγχο νομιμότητας στη λογιστική απεικόνιση των λογαριασμών, δεν εμποδίζει την διενέργεια ελέγχου από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές και            σε περίπτωση διαπίστωσης ελλειμμάτων τον καταλογισμό των προσώπων           που ευθύνονται για τη δημιουργία τους. Σε κάθε περίπτωση δε, η εκκαλούσα όφειλε να διενεργήσει την είσπραξη των εσόδων και την καταβολή των δαπανών σύμφωνα με τις οικείες διαταξεις (απόφαση VII Τμήματος 1740/2007). Τέλος, η διενέργεια επανελέγχου στις ως άνω διαχειρίσεις κατά        το έτος 2007 και η έκδοση της 6474/4.12.2007 έκθεσης της Οικονομικής Επιθεωρήτριας Χαρίκλειας Μπέση, ουδόλως ασκεί επιρροή εν προκειμένω, καθόσον δεν αφορά στη μη νομιμότητα των δαπανών που καταλογίσθηκαν              με την προσβαλλόμενη πράξη (σχετ. η 7885/2003 πορισματική έκθεση),          αλλά αναφέρεται στις μη νόμιμες δαπάνες που διαπιστώθηκαν με τις 1596/20.3.2003 και 2912/15.5.2003 πορισματικές εκθέσεις, οι οποίες δεν σχετίζονται με τον επίδικο καταλογισμό. 5) Η εκκαλούσα ανέλαβε τα καθήκοντα της δημοτικής Ταμία στις 9.2.2001 (σχετ. η 2/9.2.2001 απόφαση του Δημάρχου Θήρας) και υπέχει, λόγω των αρμοδιοτήτων που συνδέονται          με τη θέση της, αλλά και λόγω των συγκεκριμένων ενεργειών στις οποίες προέβη (είσπραξη εσόδων και εξόφληση δαπανών) ευθύνη δημοσίου υπολόγου, υποχρεούμενη, ως εκ της ιδιότητάς της, στην αποκατάσταση του ελλείμματος που ανέκυψε στη διαχείρισή της. Ο ισχυρισμός δε αυτής ότι δεν γνώριζε το σύστημα μηχανογράφησης και ότι υπήρχε άλλος υπάλληλος αρμόδιος για το χειρισμό του, και αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί επιρροή            εν προκειμένω, διότι η ευθύνη της συνδέεται ευθέως με τα καθήκοντά της                ως δημοτικής Ταμία, δηλαδή με την μη έκδοση νόμιμου παραστατικού (γραμματίου είσπραξης) για την εισαγωγή της επιχορήγησης στη χρηματική διαχείριση του Δήμου και με την πληρωμή δαπανών χωρίς τη λήψη των αναγκαίων, νόμιμων δικαιολογητικών. Ομοίως απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός της ότι είχε υποχρέωση να συμμορφώνεται με «εντολές εξόφλησης» των προϊσταμένων της, αφενός διότι η υπογραφή άλλων προσώπων (του Δημάρχου ή του Προϊσταμένου Οικονομικών Υπηρεσιών)          επί του σώματος των χρηματικών ενταλμάτων δεν συνιστά «εντολή εξόφλησης», αφετέρου δε, διότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι δόθηκε σε αυτήν έγγραφη εντολή εξόφλησης από το αρμόδιο προς τούτο όργανο (Δήμαρχο). Σε κάθε περίπτωση δε, στον τότε ισχύοντα Δημοτικό και Κοινοτικό Κώδικα (Π.Δ/μα 410/1995) προβλεπόταν ειδική διαδικασία αμφισβήτησης της νομιμότητας των δαπανών από τον Ταμία, η οποία προϋποθέτει την έγγραφη προβολή λόγων από αυτόν, την έγγραφη απόρριψή τους από το Δήμαρχο και εν συνεχεία την παροχή              ειδικής εντολής εξόφλησης από αυτόν, διαδικασία η οποία δεν τηρήθηκε                  εν προκειμένω. 6) Η αξίωση του Δημοσίου και του Δήμου Θήρας για                      την αναπλήρωση του ελλείμματος, με την έκδοση της προσβαλλόμενης καταλογιστικής απόφασης, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, η οποία άρχεται από τη δημιουργία αυτού. Εν προκειμένω, το έλλειμμα δημιουργήθηκε από τότε που το ποσό της επιχορήγησης από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων δεν εισήχθη στη διαχείριση του Δήμου (έτος 2002) και από το τέλος των οικονομικών ετών κατά τα οποία πληρώθηκαν δαπάνες στη Δ.Ε.Υ.Α.Κ.Θ. χωρίς τη λήψη των νόμιμων δικαιολογητικών (έτη 2001 και 2002) και ως εκ τούτου, η εικοσαετής παραγραφή δεν έχει συμπληρωθεί   εισέτι. 7) Ο προβαλλόμενος λόγος ότι η προσβαλλόμενη 5642/12.6.2013 καταλογιστική απόφαση συνιστά ανάκληση της προηγούμενης ακυρωθείσας 7887/17.11.2003 απόφασης του Τμήματος ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπό-θεσης, καθόσον αυτή, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, συνιστά νέα πράξη ομοίου περιεχομένου προς την προγενέστερη, εκδόθηκε δε σε συμμόρφωση προς            τις αποφάσεις του Τμήματος και της Ολομέλειας που ακύρωσαν την τελευταία για τυπικούς λόγους (μη ορθή αναγραφή του υπερ ου ο καταλογισμός προσώπου και παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης).                     8) Δεδομένου ότι η τήρηση των κανόνων του λογιστικού αναφορικά με τη διεξαγωγή της ταμειακής διαχείρισης του οικείου Δήμου αποτελεί ουσιώδη διαδικαστικό τύπο που αποσκοπεί στη διαφάνεια της διακίνησης χρημάτων και αξιών και την αποφυγή του κινδύνου διασπάθισης του δημοτικού χρήματος, δεν νομιμοποιούνται δαπάνες που διενεργήθηκαν εξωταμειακά (αποφάσεις VII Τμήματος 2664/2006, 2663/2006, 2461/2006), ως η μη εισαγωγή της επιχορήγησης στη χρηματική διαχείριση του Δήμου Θήρας. Ακολούθως και      σε ότι αφορά σε δαπάνες που υπερβαίνουν κατά ποσόν το προκύπτον από            τα επισυναπτόμενα δικαιολογητικά δικαίωμα του πιστωτή, ως οι καταβολές ποσών προς τη Δ.Ε.Υ.Α.Κ.Θ. χωρίς τη λήψη από αυτή των αναγκαίων τιμολογίων ή των αποδείξεων είσπραξης, δεν δύναται να αποδειχθεί η νομιμότητα ή η λειτουργικότητα αυτών και συνεπεία αυτού, δεν δύνανται ομοίως να νομιμοποιηθούν και 9) Σε ότι αφορά στην εφαρμογή του άρθρου 37 παρ.1 του Ν. 3801/2009, το Τμήμα, συνεκτιμώντας ότι: α) η προσβαλλόμενη καταλογιστική απόφαση αναφέρεται σε χρονικό διάστημα πριν την 1.7.2005, β) το ποσό του ελλείμματος δεν οφείλεται σε παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων από την εκκαλούσα, όπως δέχθηκε η 11/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου, η οποία κατέστη ήδη αμετάκλητη,                                γ) υπήρχε υστέρηση στις υπηρεσίες του Δήμου αναφορικά με την υλικοτεχνική υποδομή, την τεχνογνωσία και την κατάρτιση των υπαλλήλων (απόφαση VII Τμήματος 586/2014), δ) τα μηνιαία εισοδήματα της εκκαλούσας ανέρχονται στο ύψος των 1.200,00 ευρώ περίπου και εκκρεμούν σε βάρος της και άλλες καταλογιστικές αποφάσεις για τα ίδια οικονομικά έτη, ε) η ίδια παρουσιάζει προβλήματα υγείας (χρόνια φλεβική ανεπάρκεια), τα οποία χρήζουν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και στ) από τα έτη 2001 και 2002, ότε δημιουργήθηκαν τα ελλείμματα, έχει παρέλθει μακρύ χρονικό διάστημα, το οποίο καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή την ανεύρεση εγγράφων στοιχείων που            να αποδεικνύουν τον τρόπο διάθεσης των χρημάτων, πρέπει να απαλλαγεί                η εκκαλούσα από τις προσαυξήσεις και να μειωθεί το ποσό του καταλογισμού στο ένα δέκατο του ελλείμματος, δηλαδή στο ποσό των 10.560,46                            (= 105.604,46 Χ 1/10) ευρώ, το οποίο αναλύεται: α) σε ποσό 2.968,75                     (= 29.687,46 Χ 1/10) ευρώ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και β) σε ποσό 7.591,71 (= 75.917,12 Χ 1/10) ευρώ υπέρ του Δήμου Θήρας.

XIV. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη επί της σωρευθείσας στην έφεση ανακοπής, να γίνει εν μέρει δεκτή                η κρινόμενη έφεση, να μεταρρυθμιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να περιοριστεί το ποσό του καταλογισμού σε 10.560,46 ευρώ και να αποδοθεί στην εκκαλούσα το κατατεθέν παράβολο (άρθρο 61 του Π.Δ/τος 1225/1981).

Για τους λόγους αυτούς

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της σωρευθείσας στο δικόγραφο της εφέσεως ανακοπής.

Δέχεται εν μέρει την έφεση.

Μεταρρυθμίζει την 5642/12.6.2013 καταλογιστική απόφαση του Οικονομικού Επιθεωρητή της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών και περιορίζει το καταλογισθέν σε βάρος της εκκαλούσας ποσό στο ύψος των 10.560,46 ευρώ και

Διατάσσει την επιστροφή σε αυτήν του κατατεθέντος παραβόλου.

           

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                  Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΠΑΡΕΔΡΟΣ      

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ                                         ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΕΡΑΦΗ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Οκτωβρίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                               Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

      ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ                                               ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ