2311/2013 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Γεώργιος Κωνσταντάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Αντιπρόεδροι, Ευάγγελος Νταής, Νικόλαος Μηλιώνης, Γεώργιος Βοΐλης, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά (εισηγήτρια), Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού και Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Σύμβουλοι (η Αντιπρόεδρος Φλωρεντία Καλδή και οι Σύμβουλοι Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Άννα Λιγωμένου, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Γεωργία Μαραγκού, Δημήτριος Πέππας, Γεωργία Τζομάκα και Αντώνιος Κατσαρόλης απουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 22 Οκτωβρίου 2009 αίτηση αναίρεσης (αριθμ. κατ. 642/27.10.2009) κατά της 2167/2008 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των α) Έρσης χήρας Εμμανουήλ Πρωτόπαπα, β) Ευαγγελίας συζύγου Εμμανουήλ Φραγκούλη, το γένος Εμμανουήλ Πρωτόπαπα, γ) Ιωάννη Πρωτόπαπα του Εμμανουήλ και δ) Γεωργίου Πρωτόπαπα του Εμμανουήλ, κατοίκων Άνοιξης Αττικής (οδός Αγράφων 6), οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Αναστασίας Χατζητζανή (ΑΜ/ΔΣΑ 13087).
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη 2167/2008 απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή αποζημίωσης των αναιρεσειόντων, χήρας και τέκνων αποβιώσαντος πολιτικού συνταξιούχου, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει νομιμοτόκως αφενός μεν σε όλους, ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους, το ποσό των 12.947,68 ευρώ, αφετέρου δε στην πρώτη, ως κατά μεταβίβαση πολιτική συνταξιούχο, το ποσό των 14.302,69 ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν με τις διαφορές σύνταξης που στερήθηκαν ο δικαιοπάροχός τους και η χήρα σύζυγος από 1.1.1987 έως 31.5.1991, οπότε δεν ανέτρεξε, κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, η καταβολή της σύνταξης που κανονίστηκε στη χήρα με την 1428/1994 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Την πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, η οποία ζήτησε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.
Το Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την απόρριψή της και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Συμβούλους Ευάγγελο Νταή, Κωνσταντίνο Εφεντάκη και Βασιλική Σοφιανού που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και τη Σύμβουλο Αγγελική Πανουτσακοπούλου που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :
1. Η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 2167/2008 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, αφού καταβλήθηκε και το νόμιμο παράβολο για την άσκησής της (2490900 ειδικό έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου), η αίτηση αυτή είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της.
2. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή των αναιρεσειόντων, χήρας και τέκνων αποβιώσαντος πολιτικού συνταξιούχου, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει νομιμοτόκως, από την επίδοση της από 29.12.1994 όμοιας αγωγής τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. αφενός μεν σε όλους, ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους συνταξιούχου δικαστικού λειτουργού, το ποσό των 12.947,68 ευρώ, αφετέρου δε στην πρώτη, ως κατά μεταβίβαση πολιτική συνταξιούχο, το ποσό των 14.302,69 ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν με τις διαφορές σύνταξης που στερήθηκαν ο δικαιοπάροχός τους και η χήρα σύζυγος και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα από 1.1.1987 έως 31.5.1991, οπότε δεν ανέτρεξε, λόγω του χρονικού περιορισμού του άρθρου 60 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, η καταβολή της αυξημένης σύνταξης που κανονίστηκε στη χήρα με την 1428/1994 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ειδικότερα έγινε δεκτό ότι α) το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει ως αποζημίωση σε όλους τους ανωτέρω, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους και κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, το αιτούμενο από αυτούς ποσό των 12.947,68 ευρώ και στην πρώτη το ποσό 13.183,43 ευρώ αντί του αιτούμενου ποσού των 14.302,69 ευρώ και β) τα ποσά αυτά πρέπει να καταβληθούν, σύμφωνα με το άρθρο 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 «περί Κώδικος Δικών του Δημοσίου», νομιμοτόκως με ποσοστό 6% από την επίδοση, στις 22.11.2001, της τότε επίδικης αγωγής τους στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και όχι από την επίδοση της από 29.12.1994 όμοιας αγωγής τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
3. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως νόμιμα συμπληρώνεται με το από 10.12.2012 υπόμνημα, οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν την ακύρωση της πληττόμενης απόφασης, προβάλλοντας τα εξής: α) Εσφαλμένη εφαρμογή της 2019812/1209/0022/28.2.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με την οποία καθορίστηκε το ύψος των οφειλόμενων στους δικαστικούς λειτουργούς διαφορών αποδοχών από 1.1.1987 έως 30.11.1991, λόγω των υψηλότερων αποδοχών που καταβάλλονταν κατά το διάστημα αυτό στους γιατρούς του ΕΣΥ. Ειδικότερα προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή της απόφασης αυτής κατά το μέρος που με την αναιρεσιβαλλόμενη κρίθηκε ότι για το από 1.9.1989 έως 31.12.1989 χρονικό διάστημα το μηνιαίο ακαθάριστο ποσό σύνταξης της πρώτης των αναιρεσειόντων έπρεπε να ανέλθει σε 118.107 δραχμές πλέον ΑΤΑ 53.982 δραχμών, αντί του ορθού για το μεν διάστημα από 1.9.1989 έως 30.9.1989 σε 178.059 δραχμές πλέον ΑΤΑ 53.785 δραχμών και για το διάστημα από 1.10.1989 έως 31.12.1989 σε 181.107 δραχμές πλέον ΑΤΑ 53.982 δραχμών, με συνέπεια το Δικαστήριο να της επιδικάσει μειωμένες διαφορές συντάξεων ποσού 311.755 δραχμών και ήδη 914,91 ευρώ. β) Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και συγκεκριμένα εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με την ειδικότερη αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένα αποδέχθηκε ότι τα ποσά συντάξεων που εισέπραξε η πρώτη των αναιρεσειόντων κατά το από 14.12.1988 έως 31.12.1990 χρονικό διάστημα είναι πράγματι τα αναγραφόμενα στην 22343/8.2.2008 βεβαίωση της 45ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία είναι ανακριβής. Ειδικότερα προβάλλεται ότι από τις προσκομισθείσες από 20.1.1995 και 23.12.1994 βεβαιώσεις των συντάξεων που έλαβε η ανωτέρω για τα χρονικά διαστήματα από 14.12.1988 έως 31.12.1989 και από 1.1.1990 έως 31.12.1990 αντίστοιχα, αποδεικνύεται ότι η ίδια έλαβε ποσά συντάξεων συνολικά λιγότερα κατά 285.816,50 δραχμές ή 838,79 ευρώ από αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο ως εισπραχθέντα βάσει της προαναφερόμενης βεβαίωσης, με συνέπεια να της επιδικαστεί αντίστοιχα μειωμένη αποζημίωση. γ) Εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 «περί Κώδικος Νόμων περί Δικών του Δημοσίου» κατά το μέρος που έγινε δεκτό ότι η τοκογονία των απαιτήσεων όλων των αναιρεσειόντων αρχίζει από την επίδοση, στις 22.11.2001, της τότε επίδικης, από 15.11.2001, αγωγής τους στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι από την επίδοση, στις 30.12.1994, της από 29.12.1994 όμοιας αγωγής τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή η τελευταία αυτή απορρίφθηκε με συνέπεια να αρθούν όλα τα αποτελέσματά της ως διαδικαστικής πράξης. Ειδικότερα προβάλλεται ότι σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 340, 341, 345 και 346 του ΑΚ, 75 παρ. 2 του ν. 2717/1999 και στο ανωτέρω άρθρο 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 μετά την απόρριψη μιας αγωγής δεν αίρονται και οι συνέπειές της επίδοσής της ως όχλησης, υπό αντίθετη δε εκδοχή το εν λόγω άρθρο 21 αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α. και 2 παρ. 3α και β, 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997), καθόσον θεσπίζεται προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος. δ) Εσφαλμένη ερμηνεία του ίδιου ως άνω άρθρου 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 κατά το μέρος που έγινε δεκτό ότι το οριζόμενο από αυτό ύψος του επιτοκίου των οφειλών του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 6% δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., 2 παρ. 3α και β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997) και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον και η ανωτέρω ρύθμιση εισάγει αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου σε σχέση με τους αντιδίκους του. Ειδικότερα προβάλλεται ότι με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας, όπου περιλαμβάνονται και γεγενημένες απαιτήσεις, και την οποία το πρόσωπο μπορεί να στερηθεί μόνο για λόγους αποδεδειγμένης συγκεκριμένης δημόσιας ωφέλειας, αναφορικά με την οποία στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται καμία νύξη.
4.Η 2019812/1209/0022/28.2.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης «Καταβολή διαφοράς αποδοχών στους δικαστικούς λειτουργούς» (ΦΕΚ-Β΄ 232), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 11 του ν.1968/1991, καθόρισε το ύψος των οφειλόμενων στους δικαστικούς λειτουργούς διαφορών αποδοχών από 1.1.1987 έως 30.11.1991, λόγω των υψηλότερων αποδοχών που καταβάλλονταν κατά το διάστημα αυτό στους γιατρούς του ΕΣΥ, και ειδικότερα, στον επισυναπτόμενο σ’ αυτήν πίνακα, για τους δικαστικούς λειτουργούς με μισθό Αντεπιτρόπου των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, όπως και ο σύζυγος της πρώτης των αναιρεσειόντων, όρισε τις διαφορές αυτές για το από 1.7.1988 έως 30.9.1989 χρονικό διάστημα σε 325.247 δραχμές και για το διάστημα από 1.10.1989 έως 30.12.1989 σε 335.040 δραχμές. Οι εν λόγω διαφορές αποδοχών δεν έχουν χαρακτήρα αποζημίωσης και επηρεάζουν το συντάξιμο μισθό, με συνέπεια να υποχρεώνουν σε ανακαθορισμό των συντάξεων και σε περίπτωση μη καταβολής της σύνταξης, αναπροσαρμοσμένης σύμφωνα με αυτές, σε αντίστοιχη αποζημίωση (ΕΣ Ολ. 1428/1994) .
5. Περαιτέρω, το άρθρο 58 του π.δ. 774/1980 «Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου» (ΦΕΚ-Α, 189) όριζε ότι «1. Η αίτησις αναιρέσεως ασκείται δια κακήν σύνθεσιν του δικάσαντος Τμήματος, δια παράβασιν ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και δι’ εσφαλμένην ερμηνείαν ή πλημμελή εφαρμογήν τον διέποντος την επίδικον υπόθεσιν νόμου. …» και το άρθρο 115 του π.δ. 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ-Α, 304) ορίζει ότι «Η αίτησις αναιρέσεως ασκείται: α) Διά κακήν σύνθεσιν του δικάσαντος Τμήματος. β) Διά παράβασιν ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, και γ) Δι’ εσφαλμένην ερμηνείαν ή πλημμελή εφαρμογήν του διέποντος την επίδικον υπόθεσιν Νόμου». Κατά τις διατάξεις αυτές η ουσιαστική κρίση του Τμήματος σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, παραμένοντας ανέλεγκτη. Κατά συνέπεια λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων αποδείξεων από το Τμήμα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (Ε.Σ. Ολ. 1384/2012, 589, 748/1996, ΑΠ 156/2012).
6. Εξάλλου, στο άρθρο 21 του Διατάγματος της 26 Ιουν./10 Ιουλ. 1944 «Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», που διατηρήθηκε σε ισχύ με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως … Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης του Δημοσίου προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση σ’ αυτό αντιγράφου της αγωγής, βάσει της οποίας επιδικάστηκε τελικά η σχετική οφειλή σε βάρος του. Ως εκ τούτου χρονική αφετηρία για τον υπολογισμό των τόκων οποιασδήποτε απαίτησης κατ’ αυτού είναι πάντοτε και μόνο το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής και όχι και η εξώδικη όχληση, κατά τα άρθρα 340 341, 345 και 346 του ΑΚ, η επίδοση δε της αγωγής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων αποκλειστικά ως διαδικαστική πράξη και όχι ως όχληση. Άλλωστε, οι ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ, περί υπερημερίας του οφειλέτη και χρόνου έναρξης καταβολής τόκων αντίστοιχα, δεν εφαρμόζονται σε απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, καθόσον αφορούν οφειλές που γεννώνται από έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου και δεν μπορούν, κατά τη ρητή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 21, να εφαρμοστούν και για οφειλές του Δημοσίου οι οποίες διέπονται από το ειδικότερο καθεστώς του άρθρου αυτού. Ενόψει αυτών αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δεν επιφέρει συνέπειες ως διαδικαστική πράξη αλλά ούτε και ως όχληση και δεν μπορεί να αποτελέσει σημείο έναρξης της τοκογονίας της διεκδικούμενης με αυτήν απαίτησης.
7. Η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 21 είναι ειδική, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, που απαιτεί σαφή προσδιορισμό του χρονικού σημείου έναρξης οφειλής τόκων εκ μέρους του Δημοσίου ώστε να εξασφαλίζεται εκ των προτέρων η δυνατότητα υπολογισμού της σχετικής επιβάρυνσής του, και δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που θεσπίζουν την ισότητα του νόμου έναντι των πολιτών. Ειδικότερα, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσμοθετεί ειδικές προνομιακές ρυθμίσεις υπέρ του Δημοσίου που αποβλέπουν στην ορθή διαχείριση και διατήρηση της περιουσίας του, ώστε να είναι δυνατή η εκπλήρωση της αποστολής του, η εξυπηρέτηση δηλαδή των φορολογούμενων πολιτών. Όμοια η ανωτέρω ρύθμιση δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αφού, αποσκοπώντας στον ακριβή προσδιορισμό των οφειλών του Δημοσίουκαι στον άμεσο υπολογισμό του σχετικού κόστους, είναι κατάλληλη και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο. Περαιτέρω, η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α. και 2 παρ. 3 α και β και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, καθόσον με αυτά εξασφαλίζεται το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας και οι εγγυήσεις για δίκαιη δίκη. Οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν τον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις ουσιαστικού δικαίου υπέρ του Δημοσίου, όταν μάλιστα αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, αφού με τον τρόπο αυτό δεν παρέχονται στο Δημόσιο δικονομικά προνόμια σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης των προαναφερόμενων διατάξεων (ΕΣ Ολ. 3026/2012, ΣτΕ 3385/2012, ΑΠ 1005, 707/2011, 702/2010).
8. Πέραν αυτών, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, ο τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ορίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως. Για τους ιδιώτες οφειλέτες το ποσοστό του νόμιμου και του υπερημερίας τόκου οριζόταν κάθε φορά, σύμφωνα με τα άρθρα 293 Α.Κ. και 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, αρμοδιότητα η οποία μεταβιβάστηκε στη συνέχεια στην Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 του ν. 1266/1982) και ασκείται από τον Διοικητή της με αναφορά στα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 2842/2000). Το επιτόκιο που είχε μέχρι τώρα καθοριστεί με βάση τις τελευταίες αυτές διατάξεις ήταν πάντα ανώτερο του 6% και κυμάνθηκε από την επίδοση, στις 22.11.2001, της αγωγής για την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, στις 5.12.2012, από 8,75% έως και 12,25%.
9. Σύμφωνα με τα ανωτέρω το Δημόσιο, με την ιδιότητα του οφειλέτη, καταβάλλει τόκο υπερημερίας σε ποσοστό μικρότερο εκείνου που υποχρεούνται να καταβάλουν οι ιδιώτες οφειλέτες. Όπως όμως έχει προσφάτως αποφανθεί το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με την 25/2012 απόφασή του, η οποία κατά το άρθρο 51 παρ. 1 του ν. 345/1976 ισχύει από τη δημοσίευσή της έναντι πάντων, η προνομιακή αυτή μεταχείριση του Δημοσίου ως οφειλέτη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος. Ειδικότερα κρίθηκε ότι η θέσπιση επιτοκίου 6% για τις οφειλές του Δημοσίου, έστω και αν δεν ανάγεται άμεσα στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, αποβλέπει στην ορθή άσκησή της μέσω της διαφύλαξης της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με τον περιορισμό της αύξησης του κρατικού χρέους από τόκους για ληξιπρόθεσμες οφειλές, προκειμένου να εξασφαλιστούν τα αναγκαία έσοδα για την εκπλήρωση των κατά το Σύνταγμα και τους νόμους υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών και ως εκ τούτου δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν νοείται ισότητα μεταξύ ιδιωτών και Δημοσίου. Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται επίσης στην κατοχυρωμένη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αφού, ενόψει των σοβαρών δημοσιονομικών κρίσεων που υπήρξαν καθόλη τη διάρκεια ισχύος της, είναι κατάλληλη για τον περιορισμό των οφειλών του Δημοσίου από τόκους και την αποτροπή της αύξησης του κρατικού χρέους και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για το σκοπό αυτό μέτρο. Όμοια δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος περί αναλογικής ισότητας κατά τη συμμετοχή των πολιτών στα δημόσια βάρη, καθόσον, ενόψει του ότι για την αντιμετώπιση των κατά καιρούς δημοσιονομικών προβλημάτων λήφθηκαν διάφορα δημοσιονομικά μέτρα σε βάρος όλων ή μεγάλων κατηγοριών πολιτών, η θέσπιση ευνοϊκού επιτοκίου υπερημερίας για τις οφειλές του Δημοσίου, που εντάσσεται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων αυτών, συνιστά μία τέτοιου είδους επιτρεπτή και ανεκτή επιβάρυνση. Περαιτέρω, η επίμαχη ρύθμιση δεν αντίκειται και στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι με το άρθρο αυτό εξασφαλίζεται το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας και οι εγγυήσεις για δίκαιη δίκη. Ο ορισμός του ύψους του τόκου των οφειλών του Δημοσίου, δεν αποτελεί δικονομική διάταξη αλλά διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου με αυτήν το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται έναντι των ιδιωτών με προνόμια δικονομικού περιεχομένου, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης του ανωτέρω άρθρου του Συντάγματος. Τέλος, με την ίδια απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου έγινε δεκτό και ότι το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, κατά το μέρος που θεσπίζει προνομιακό επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου, δεν αντίκειται αυτό καθεαυτό στο άρθρο 17 του Συντάγματος, διότι, εκτός του ότι αποβλέπει στην επίτευξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, δεν επιφέρει σε κάθε περίπτωση περιορισμό, πολύ περισσότερο δε στέρηση περιουσιακού δικαιώματος, αφού μόνη η πρόβλεψη μεγαλύτερου επιτοκίου για τις οφειλές των ιδιωτών έναντι του επιτοκίου που ισχύει για τις οφειλές του Δημοσίου δεν ιδρύει περιουσιακό δικαίωμα των δανειστών του Δημοσίου για την καταβολή τόκων με βάση το μεγαλύτερο αυτό επιτόκιο, καθόσον το επιτόκιο αυτό δεν είναι εφαρμοστέο και για τις οφειλές του Δημοσίου.
11. Ενόψει των ανωτέρω κριθέντων, η προαναφερόμενη ρύθμιση του άρθρου 21 δεν αντίκειται και στο άρθρο 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των πολιτών, για τους ίδιους λόγους που δεν αντίκειται και στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, επειδή δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση δεν νοείται ισότητα μεταξύ ιδιωτών και Δημοσίου. Επίσης δεν αντίκειται στα άρθρα 6, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α. και 2 παρ. 3 α και β και 14 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Διεθνούς Συμφώνου, τα οποία εξασφαλίζουν το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και εγγυήσεις για δίκαιη δίκη, για τους ίδιους ως ανωτέρω λόγους που δεν αντίκειται και στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω δηλαδή μη θέσπισης προνομίου δικονομικού περιεχομένου υπέρ του Δημοσίου.
12. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη που πλειοψήφησε, η ως άνω διάταξη του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου δεν παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε, όπως και η Σύμβαση, με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον …».
Οι ανωτέρω διατάξεις επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται και τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα και οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι το προστατευόμενο με τις διατάξεις αυτές περιουσιακό δικαίωμα δεν γεννάται όταν δεν υφίσταται διάταξη που να το αναγνωρίζει, δεν ιδρύεται αξίωση των πιστωτών του Δημοσίου για καταβολή τόκων με το αυξημένο επιτόκιο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες οφειλέτες, αφού το επιτόκιο αυτό δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται για τις οφειλές του Δημοσίου. Σε κάθε περίπτωση, κατά τη ρητή πρόβλεψη του ίδιου άρθρου, μπορεί να επιβληθεί περιορισμός στην περιουσία για λόγους δημόσιας ωφέλειας και το κράτος μπορεί να θέτει επίσης περιορισμούς στην απόλαυση των δικαιωμάτων και στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος και την αποτελεσματική εκτέλεση της αποστολής του, η οποία στην προκειμένη περίπτωση συνίσταται στη διαφύλαξη της δημόσιας περιουσίας που κατά κανόνα συντίθεται από τη συνεισφορά των φορολογούμενων πολιτών. Η εν λόγω διαφύλαξη της οικονομικής ευρωστίας του κράτους, μέσω της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας του, διαφέρει από το απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου και ως εκ τούτου αποτελεί αποχρώντα λόγο γενικότερου συμφέροντος που μπορεί να δικαιολογήσει τη διαφοροποίηση μεταξύ του επιτοκίου που αφορά στις οφειλές του Δημοσίου και του υψηλότερου επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές μεταξύ ιδιωτών, ενόψει μάλιστα και της εύλογης σχέσης των επιτοκίων αυτών κατά το διάστημα από την άσκηση της αγωγής των αναιρεσειόντων μέχρι και τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως για τους ανωτέρω λόγους ο περιορισμός που τίθεται στην ικανοποίηση της αξίωσης των πολιτών, με την πρόβλεψη χαμηλότερου επιτοκίου για τις απαιτήσεις τους κατά του Δημοσίου, είναι εύλογος και δικαιολογημένος (ΣτΕ 1285/2012, 1620/2011, ΑΠ 1614/2011, 1504/2010, Ε.Δ.Δ.Α. Μεϊδάνης κατά Ελλάδος 22.5.2008 ).
13.Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη του Συμβούλου Σταμάτη Πουλή, συντρέχει προσβολή της περιουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, μόνο στην περίπτωση που το Δημόσιο αυθαιρέτως αφαιρεί περιουσία από τον πολίτη ή τον αποξενώνει από την άσκηση και απόλαυσή της. Το πρωταρχικό δηλαδή γνώρισμα που χαρακτηρίζει, εν προκειμένω, την έννοια της προσβολής είναι η αφαίρεση ή η στέρηση της απόλαυσης της περιουσίας. Συνεπώς, δεν δύναται να νοηθεί, αφού δεν εντάσσεται ούτε στο πλάτος ούτε στο βάθος της έννοιας, ως προσβολή η βραδύτερη, σε σχέση με άλλες διατάξεις, αύξηση της περιουσίας (χαμηλότερο επιτόκιο υπερημερίας). Ενδεχομένως, στην περίπτωση που το επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο προβλέπεται για τους δανειστές του Δημοσίου, είναι χαμηλότερο σε σχέση με αυτό που ισχύει για τους οφειλέτες του Δημοσίου, εγείρεται ζήτημα προσβολή της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Ζήτημα όμως επί του οποίου έχει ήδη αποφανθεί αρνητικώς με την ως άνω απόφαση το ΑΕΔ. Δεν τίθεται, επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση θέμα προσβολής της περιουσίας και παραβίασης των διατάξεων του ως άνω Πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι δεν συντρέχει αφαίρεση περιουσίας και αποξένωση από την απόλαυσή της, αλλά βραδύτερη της γενικώς ισχυούσης αύξηση αυτής, η οποία πάντως αύξηση, ενόψει του γεγονότος ότι κατά την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία ο πληθωρισμός (αύξηση των τιμών) είναι σαφώς κατώτερος του 6% και δη κατά το τρέχον έτος προβλέπεται μηδενικός, είναι πραγματική, ήτοι όχι μόνο δεν προσβάλλεται η περιουσία, αλλά η καταβολή τόκου υπερημερίας σε ποσοστό 6% οδηγεί σε πραγματική αύξηση αυτής.
14. Μειοψήφησαν επτά (7) μέλη του δικαστηρίου και ειδικότερα οι Αντιπρόεδροι Ανδρονίκη Θεοτοκάτου και Σωτηρία Ντούνη και οι Σύμβουλοι Ασημίνα Σαντοριναίου, Αγγελική Μυλωνά, Αργυρώ Λεβέντη, Βιργινία Σκεύη και Αγγελική Μαυρουδή, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. «περιουσία» είναι όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και κάθε δικαίωμα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Έτσι, προστατευόμενο περιουσιακό δικαίωμα δεν είναι μόνο η υφιστάμενη περιουσία, αλλά και κάθε αξίωση για την οποία υπάρχει νόμιμη προσδοκία για την ικανοποίησή της. Όταν λοιπόν αναγνωρίζεται δικαστικά ότι ορισμένο πρόσωπο δικαιούται συγκεκριμένο χρηματικό ποσό προσαυξημένο με τόκους υπερημερίας, αποκτά το πρόσωπο αυτό μία αξίωση σχετικά με τους τόκους υπερημερίας, που είναι επαρκώς αποδεδειγμένη και συνεπώς απαιτητή. Η περιουσιακής φύσεως αξίωσή του αυτή πλήττεται (περιορίζεται) όταν υπόχρεο πρόσωπο για την ικανοποίησή της είναι το Ελληνικό Δημόσιο, για τις οφειλές του οποίου εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, επιτόκιο σε ποσοστό 6%, το οποίο είναι κατά πολύ χαμηλότερο εκείνου που ισχύει κάθε φορά για τις οφειλές των ιδιωτών (από το έτος 1995 μέχρι το τέλος του 2011 κυμάνθηκε μεταξύ 32% και 8,75%). Και ναι μεν το Δημόσιο, στο πλαίσιο άσκησης της δημόσιας εξουσίας του και προκειμένου να εκπληρώσει τις κατά το Σύνταγμα και τους νόμους υποχρεώσεις του έναντι των πολιτών, απολαμβάνει προνομίων και ασυλιών, πλην όμως η εφαρμογή των προνομίων αυτών πρέπει να είναι η απολύτως αναγκαία και ικανή για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Πάντως, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η επίμαχη ρύθμιση αποβλέπει στον περιορισμό της αύξησης του κρατικού χρέους από τόκους για ληξιπρόθεσμες οφειλές, προκειμένου να διαφυλαχθεί η δημοσιονομική ισορροπία και η περιουσία του Κράτους, ιδίως μάλιστα σε περιόδους σοβαρών δημοσιονομικών κρίσεων, εντούτοις δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η θέσπιση χαμηλού (6%) επιτοκίου για τις οφειλές του Δημοσίου είναι αναγκαία και ικανή για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, αν ληφθεί υπόψη ότι, παρά το γεγονός ότι εφαρμόζεται επί πολλά έτη το μέτρο αυτό, σε συνδυασμό μάλιστα και με άλλα τέτοιου είδους και σκοπού μέτρα, δεν επιτεύχθηκε η αντιμετώπιση των εκάστοτε δημοσιονομικών προβλημάτων, τα οποία αντίθετα οξύνθηκαν ιδιαίτερα τα τελευταία έτη. Άλλωστε, το απλό και μόνο ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου και γενικότερα η ανάγκη προστασίας της περιουσίας και οικονομικής κατάστασης του Δημοσίου δεν συνιστά, κατά τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας ωφέλειας που να δικαιολογεί τη θέσπιση και εφαρμογή του ως άνω δημοσίου προνομίου και κατ’ επέκταση την εκ του λόγου τούτου προσβολή του προστατευόμενου από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. δικαιώματος στην περιουσία των πιστωτών του Δημοσίου. Ακολούθως, κατά τη μειοψηφούσα αυτή άποψη, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, κατά το μέρος με το οποίο θεσπίζεται προνομιακό (χαμηλό) επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου, είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στην υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και πρέπει να τύχει εφαρμογής και στις οφειλές του Δημοσίου το επιτόκιο υπερημερίας που ισχύει κάθε φορά για τους ιδιώτες οφειλέτες (βλ. σχετ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 22.5.2007 – υπόθεση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, Ολ. Ελ. Συν. 513/2009, Ολ. ΣτΕ 1663/2009). Πλην όμως, η γνώμη αυτή δεν κράτησε.
15. Ο Σύμβουλος όμως Γεώργιος Βοΐλης διατύπωσε την εξής ειδικότερη άποψη : Μετά την ως άνω αναφερόμενη 25/2012 απόφαση του ΑΕΔ με την οποία κρίθηκε ότι το επιτόκιο που οφείλει να καταβάλλει το Δημόσιο για τις χρηματικές του υποχρεώσεις ανέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 περί Κώδικος Δικών του Δημοσίου σε ποσοστό 6% και η απόφαση αυτή ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 1 του ν. 345/1976, έναντι πάντων, συνεπώς και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεν καταλείπεται πλέον κανένα περιθώριο περαιτέρω έρευνας του συγκεκριμένου αυτού νομικού ζητήματος αφού τούτο επελύθη πλέον κατά τρόπο δεσμευτικό έναντι πάντων και ως εκ τούτου το Δικαστήριο τούτο υποχρεούται, με βάση το άρθρο 100 παρ. 1 εδ. ε΄ του Συντάγματος και την ως άνω αναφερόμενη διάταξη νόμου, να συμμορφωθεί πλήρως χωρίς καμία δυνατότητα απόκλισης απ’ αυτήν την απόφαση και για κανένα λόγο επιδικάζοντας ως επιτόκιο για τις χρηματικές οφειλές του Δημοσίου ποσοστό 6%.
16. Στην υπό κρίση υπόθεση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων έπρεπε κατά το από 1.9.1989 έως 31.12.1989 χρονικό διάστημα να λάβει σύνταξη ποσού 118.107 δραχμών και την αντίστοιχη σ’ αυτή ΑΤΑ ποσού 53.982 δραχμών και συνολικά ποσού 172.089 δραχμών. Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε και έγινε δεκτό και με την 1428/1994 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου αυτού που έκρινε το συνταξιοδοτικό δικαίωμα της ήδη αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την 2019812/1209/0022/28.2.1992 κοινή υπουργική απόφαση οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του Αντεπιτρόπου των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, όπως και ο σύζυγος της ανωτέρω, ανήλθαν για το χρονικό διάστημα από 1.9.1989 έως 30.9.1989 στο ποσό των 325.247 δραχμών, συγκροτούμενες από βασικό μισθό 120.000 δραχμών, επίδομα χρόνου υπηρεσίας 72.000 δραχμών (120.000 δραχμές Χ 60%) και αντίστοιχη ΑΤΑ 54.686 δραχμών (120.000 + 72.000 + 54.686 = 246.686) και για το χρονικό διάστημα από 1.10.1989 έως 31.12.1989 στο ποσό των 335.040 δραχμών, συγκροτούμενες επίσης από βασικό μισθό 120.000 δραχμών, επίδομα χρόνου υπηρεσίας 72.000 δραχμών (120.000 δραχμές Χ 60%) και ΑΤΑ 54.686 δραχμών. Από το ανωτέρω ποσά των 325.247 και 335.040 δραχμών στο βασικό μισθό αντιστοιχεί ποσό 158.216 δραχμών για το από 1.9.1989 έως 30.9.1989 χρονικό διάστημα (325.247 Χ 120.000 / 246.686 = 158.216) και ποσό 162.980 δραχμών για το από 1.10.1989 έως 31.12.1989 χρονικό διάστημα (335.040 Χ 120.000 / 246.686 = 162.980), με συνέπεια από 1.9.1989 έως 30.9.1989 ο βασικός μηνιαίος μισθός του Αντεπιτρόπου των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, που λαμβάνεται υπόψη για τον κανονισμό της σύνταξης της ανωτέρω, να ανέρχεται σε 278.216 δραχμές (158.216 + 120.000 = 278.216) και το αντίστοιχο χρονοεπίδομα σε 166.930 δραχμές (278.216 Χ 60% = 166.930) και από 1.10.1989 έως 31.12.1989 σε 282.980 δραχμές (162.980 + 120.000 = 282.980) και το αντίστοιχο χρονοεπίδομα σε 169.788 δραχμές (282.980 Χ 60% = 169.788). Ακολούθως, ο συντάξιμος μισθός της ανωτέρω ανέρχεται για το από 1.9.1989 έως 30.9.1989 χρονικό διάστημα σε 178.059 δραχμές (278.216 + 166.930 = 445.146 Χ 80% = 356.117 Χ 50% = 178.059) και μετά την πρόσθεση της αντίστοιχης ΑΤΑ ποσού 53.785 δραχμών, συνολικά σε 231.844 δραχμές και για το από 1.10.1989 έως 31.12.1989 χρονικό διάστημα σε 181.107 δραχμές (282.980 + 169.788 = 452.768 Χ 80% = 362.214 Χ 50% = 181.107) και μετά την πρόσθεση της ΑΤΑ ποσού 53.982 δραχμών, ανέρχεται συνολικά σε 235.089 δραχμές. Με τα δεδομένα αυτά το Τμήμα που αποφάνθηκε ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων έπρεπε κατά το από 1.9.1989 έως 31.12.1989 χρονικό διάστημα να λάβει σύνταξη συνολικά ποσού 172.089 δραχμών αντί 231.844 δραχμών από 1.9.1989 έως 30.9.1989 και 235.089 δραχμών από 1.10.1989 έως 31.12.1989, εσφαλμένα εφάρμοσε τα οριζόμενα από την 2019812/1209/0022/28.2.1992 κοινή υπουργική απόφαση και ως εκ τούτου η κρίση του είναι μη νόμιμη. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει κατά το μέρος αυτό να αναιρεθεί.
17. Περαιτέρω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, μετά από εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων του φακέλου, ότι, όπως αναφέρεται και στην 22343/8.2.2008 βεβαίωση της 45ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, πράγματι η πρώτη των αναιρεσειόντων εισέπραξε σύνταξη συνολικού ποσού 2.094.289,50 δραχμών κατά το από 14.12.1988 έως 31.12.1989 χρονικό διάστημα και σύνταξη ποσού 1.909.090 δραχμών κατά το από 1.1.1990 έως 31.12.1990 διάστημα. Ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων με την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένα αποδέχθηκε ότι τα ποσά συντάξεων που εισέπραξε η ανωτέρω κατά τα εν λόγω χρονικά διαστήματα είναι πράγματι τα αναγραφόμενα στην 22343/8.2.2008 βεβαίωση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και όχι όπως η ίδια ισχυρίζεται 1.822.719 δραχμές και 1.894.844 δραχμές αντίστοιχα, συνιστά αμφισβήτηση της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ακριβές ποσό συντάξεων που αυτή εισέπραξε και είναι, σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, υπό την εκδοχή ότι με τον λόγο αυτό προτείνεται η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων από το Τμήμα, τα προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα καθόσον ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται και βεβαιώνεται ότι για τον υπολογισμό των ποσών συντάξεων που εισπράχθηκαν από την πρώτη των αναιρεσειόντων λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε «το σύνολο των στοιχείων του φακέλου». Οι επικαλούμενες άλλωστε, με το αναιρετήριο, από την ανωτέρω από 20.1.1995 και 23.12.1994 βεβαιώσεις συντάξεων, για τις οποίες δεν γίνεται ειδικότερη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποδείχθηκε ότι προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο και αποτέλεσαν στοιχεία του φακέλου, καθόσον ούτε στο δικόγραφο της αγωγής ούτε σε κάποιο από τα από 4.11.2003, 5.10.2007 και 21.5.2008 υπομνήματά της γίνεται επίκληση και προσκομιδή των στοιχείων αυτών. Ενόψει αυτών ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του.
18. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε επίσης δεκτό ότι η επιδικασθείσα υπέρ των αναιρεσειόντων αποζημίωση πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, να τους καταβληθεί νομιμοτόκως από την επίδοση της από 15.11.2001 αγωγής τους στο ήδη αναιρεσίβλητο Δημόσιο, και όχι από την επίδοση της από 29.12.1994 όμοιας αγωγής τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε με αποτέλεσμα να αρθούν όλες οι συνέπειές της ως διαδικαστικής πράξης και μεταξύ αυτών και η τοκογονία της διεκδικούμενης με την αγωγή αυτή απαίτησης. Όπως ήδη αναφέρθηκε χρονική αφετηρία για τον υπολογισμό τόκων υπερημερίας από οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου είναι πάντοτε και μόνο το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής που επιδίκασε τη σχετική οφειλή σε βάρος του και όχι και η εξώδικη όχληση. Ως εκ τούτου η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι νόμιμη και όσα αντίθετα προτείνονται περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου και περί αντίθεσής του στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α. και 2 παρ. 3α και β, 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Σε κάθε περίπτωση ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης προβάλλεται πλέον άνευ εννόμου συμφέροντος, αφού ήδη, με την 1437/2010 απόφαση του ΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, καταβλήθηκαν τόκοι στους αναιρεσείοντες από 30.12.1994, από την επίδοση δηλαδή της από 29.12.1994 αγωγής τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
19. Τέλος, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό και ότι η επιδικασθείσα υπέρ των αναιρεσειόντων αποζημίωση πρέπει, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, το οποίο δεν αντίκειται σε συνταγματικής ή υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, να τους καταβληθεί με τόκο ποσοστού 6%. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την απόφαση 25/2012 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και όσα ήδη αναφέρθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι νόμιμη και όσα αντίθετα προτείνονται περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου 21 και περί αντίθεσής του στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 20 παρ. 1, 17 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, 6, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α. και 2 παρ. 3α και β, 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προτείνει το ανίσχυρο της επίμαχης ρύθμισης λόγω παραβίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης, είναι επίσης, σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας, απορριπτέος ως αβάσιμος, λόγω μη ύπαρξης γεγενημένης αξίωσης των πιστωτών του Δημοσίου για καταβολή τόκων με το αυξημένο επιτόκιο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες οφειλέτες και σε κάθε περίπτωση η διαφοροποίηση μεταξύ του επιτοκίου που αφορά στις οφειλές του Δημοσίου και του υψηλότερου επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές μεταξύ ιδιωτών δικαιολογείται από λόγους δημόσιας ωφέλειας. Αντίθετα, κατά την άποψη της μειοψηφίας ο λόγος αυτός έπρεπε να γίνει δεκτός, καθόσον η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου κατά το μέρος που καθορίζει το επιτόκιο που υποχρεούται να καταβάλει το Δημόσιο για τις οφειλές του σε ποσοστό 6%, σε ποσοστό δηλαδή πολύ χαμηλότερο εκείνου που ισχύει κάθε φορά για τους ιδιώτες οφειλέτες, παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρη.
20. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, κατ’ αποδοχή του πρώτου λόγου της περί εσφαλμένης εφαρμογής της 2019812/1209/0022/28.2.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. Στη συνέχεια να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκανε δεκτό ότι για το από 1.9.1989 έως 31.12.1989 χρονικό διάστημα το μηνιαίο ακαθάριστο ποσό σύνταξης της πρώτης των αναιρεσειόντων έπρεπε να ανέλθει σε 172.089 δραχμές, αντί του ορθού για το μεν διάστημα από 1.9.1989 έως 30.9.1989 σε 231.844 δραχμές και για το διάστημα από 1.10.1989 έως 31.12.1989 σε 235.089 δραχμές, και να διαταχθεί η επιστροφή στην ανωτέρω του παραβόλου που κατατέθηκε (άρθρο 56 του π.δ. 774/1980). Το Δικαστήριο δε, εκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνει ότι πρέπει να απαλλαγεί το Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη της πρώτης των αναιρεσειόντων (άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 275 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).
21. Μετά την αναίρεση κατά το μέρος αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν, η υπόθεση, που δεν χρειάζεται διερεύνηση κατά το πραγματικό της μέρος, πρέπει να διακρατηθεί και να δικασθεί περαιτέρω στην ουσία από την Ολομέλεια (άρθρο 56 του π.δ. 774/1980).
22. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις και στην 1428/1994 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου αυτού που έκρινε το συνταξιοδοτικό δικαίωμα της πρώτης των αναιρεσειόντων, βάσει της 2019812/1209/0022/28.2.1992 κοινής υπουργικής απόφασης ο συντάξιμος μισθός της ανέρχεται για το από 1.9.1989 έως 30.9.1989 χρονικό διάστημα σε 231.844 δραχμές και για το από 1.10.1989 έως 31.12.1989 χρονικό διάστημα σε 235.089 δραχμές. Ως εκ τούτου η ανωτέρω έλαβε βάσει της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για το διάστημα 1.9.1989 έως 30.9.1989 σύνταξη 172.089 δραχμών ενώ έπρεπε να λάβει 231.844 δραχμές με συνέπεια να δικαιούται διαφορά σύνταξης 59.755 δραχμών και για το διάστημα από 1.10.1989 έως 31.12.1989 έλαβε σύνταξη ποσού 688.356 (172.089 Χ 4) δραχμών ενώ έπρεπε να λάβει ποσό 940.356 (235.089 Χ 4) δραχμών, με συνέπεια να δικαιούται διαφορά σύνταξης 252.000 δραχμών και συνολικά για το από 1.9.1989 έως 31.12.1989 χρονικό διάστημα ποσό 311.755 δραχμών και ήδη 914,91 ευρώ.
23. Επομένως, πρέπει κατά το μέρος αυτό να γίνει δεκτή η από 15.11.2001 αγωγή της πρώτης των αναιρεσειόντων και να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως με τόκο 6% από την επίδοση, στις 22.11.2001, της ένδικης αγωγής της στο Ελληνικό Δημόσιο, αποζημίωση ποσού 914,91 ευρώ.Τέλος, πρέπει να απαλλαγεί το Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας (άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 275 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 2167/2008 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού.
Αναιρεί την απόφαση αυτή κατά το μέρος που καθόρισε τη δικαιούμενη από την πρώτη των αναιρεσειόντων αποζημίωση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην πρώτη των αναιρεσειόντων.
Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη της ανωτέρω.
Διακρατεί την υπόθεση.
Δικάζει την από 15.11.2001 αγωγή της πρώτης των αναιρεσειόντων.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή αυτή.
Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως, με τόκο 6% από την επίδοση, στις 22.11.2001, της ένδικης αγωγής της στο Ελληνικό Δημόσιο, αποζημίωση ποσού 914,91 ευρώ και
Απαλλάσσει το Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2013.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ | ΕΛΕΝΗ ΛΥΚΕΣΑ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 5 Ιουνίου 2013.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ | ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ |
