Η ειδική ευθύνη των υπολόγων για την ύπαρξη ελλείμματος είναι διάφορη της αστικής ευθύνης την οποία υπέχουν οι υπάλληλοι, οι οποίοι, χωρίς να είναι υπόλογοι, προξενούν θετική ζημία στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ με υπαίτιες από δόλο ή βαρεία αμέλεια πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών – μη διαχειριστικών καθηκόντων τους.
2384/2016 ΤΜΗΜΑ IV
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την ακόλουθη σύνθεση: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη και Κωνσταντίνος Παραθύρας (εισηγητής), Σύμβουλοι, Αικατερίνη Σπηλιοπούλου και Αθανάσιος Καρακόϊδας, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας Ιωάννης Κάρκαλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα.
Γραμματέας: Ολυμπία Κωνσταντακοπούλου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Γ΄).
Για να δικάσει την από 10.3.2014 (Α.Β.Δ. 21/11.3.2014) αίτηση του Γενικού Επιτρόπου Επικρατείας.
Κατά του Γεωργίου Ζερβάκη του Παναγιώτη, τέως υπαλλήλου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών – Πειραιώς (ήδη Περιφέρειας Αττικής), άλλοτε κατοίκου Γαλατσίου Αττικής (οδός Ξάνθης, αρ. 19) και ήδη αγνώστου διαμονής, ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου.
Η Περιφέρεια Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα, παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Κυριάκου Παπανικολάου (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 21797).
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περιφέρειας, οι οποίοι ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος πρότεινε την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, με την παρουσία και της Γραμματέως του.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο και
Αποφάσισε τα ακόλουθα
Ι. Με την υπό κρίση αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται ο καταλογισμός υπέρ της Περιφέρειας Αττικής του τέως υπαλλήλου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών – Πειραιώς, Γεωργίου Ζερβάκη, με το ποσό των 741.514,97 ευρώ, προς αποκατάσταση ισόποσης θετικής ζημίας που φέρεται ότι αυτός προξένησε στην ως άνω Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση [στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας έχει υπεισέλθει από 1.1.2011, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3θ΄, 114 παρ. 5 και 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α΄ 87), η Περιφέρεια Αττικής] με δόλο, κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του κατά το χρονικό διάστημα από 2001 έως 2010. Η αίτηση αυτή νομίμως επανεισάγεται για νέα συζήτηση μετά την 3348/2015 μη οριστική απόφαση του παρόντος Τμήματος και την εκτέλεση των όσων διατάχθηκαν με αυτήν. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ασκήσεώς της, παρά την απουσία του καθ’ ου η αίτηση, αφού αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστεί κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. την από 6.10.2015 έκθεση επίδοσης του υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Αλέκου Αδάμου, από την οποία προκύπτει ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει κλητευθεί ως αγνώστου διαμονής, βλ. επίσης και άρθρα 16, 27, 33, 34, 41 και 65 του π.δ/τος 1225/1981).
II. Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 15, 17, 22, 25, 27 και 33 του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 774/1980) – ήδη άρθρα 1 παρ. 1 β΄, 28, 38, 44, 46, 50 παρ. 1 και 53 παρ. 1 του «Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (ΦΕΚ Α΄ 52) – προκύπτει ότι δημόσιοι υπόλογοι ή υπόλογοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ή οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) είναι οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. ή των Ο.Τ.Α., καθώς και όσοι, με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικό που ανήκει στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. (εν τοις πράγμασι ή de facto υπόλογοι), επίσης δε και κάθε άλλο πρόσωπο που, εξαιτίας της φύσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων, θεωρείται από ειδική διάταξη νόμου ως δημόσιος υπόλογος ή υπόλογος Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.. Προσδιοριστικό, συνεπώς, στοιχείο της έννοιας του υπολόγου είναι η διαχείριση χρημάτων του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.. Άλλωστε, ως έλλειμμα διαχείρισης χρηματικού νοείται κάθε επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μία δεδομένη χρονική στιγμή, σύμφωνα με τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία, και εκείνης που πράγματι υπάρχει, καθώς και κάθε πληρωμή που βασίζεται σε μη νόμιμο τίτλο, αφού και σε αυτήν την περίπτωση με την παράνομη εκταμίευση του δημοσίου χρήματος δημιουργείται ουσιαστικά έλλειμμα χρημάτων. Μη νόμιμος θεωρείται, δε, ο τίτλος, όχι μόνο όταν ελλείπουν τα εξωτερικά αυτού γνωρίσματα, αλλά και όταν στηρίζεται σε παραστατικά που βεβαιώνουν γεγονότα διαφορετικά των πραγματικών (βλ. Ολ. Ε.Σ. 2325/2012). Το έλλειμμα προκαλείται και από διαχειριστικές πράξεις του υπολόγου κατά κατάχρηση της εκ του νόμου απονεμηθείσας ή εν τοις πράγμασι ασκηθείσας διαχειριστικής εξουσίας αυτού. Για τα διαπιστούμενα στη διαχείρισή του ελλείμματα ο υπόλογος ευθύνεται καταρχήν για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, η οποία μάλιστα τεκμαίρεται, απαλλάσσεται δε μόνο εάν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα ως προς την επέλευσή τους. Σε περίπτωση, δε, που η υπαιτιότητά του εξικνείται μέχρι του βαθμού της βαρείας αμέλειας ή του δόλου, καταλογίζονται σε βάρος του υπολόγου, πέραν του ποσού του ελλείμματος, και οι εκάστοτε οριζόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974) προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Η αξίωση του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. έναντι του ελλειμματία υπολόγου για την αναπλήρωση του ελλείμματος με την έκδοση καταλογιστικής πράξης υπόκειται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από ειδική διάταξη, στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ., η οποία αρχίζει από τον χρόνο δημιουργίας του ελλείμματος (Ελ.Συν. Ολομ. 2979/2012, 1449/2006, VΙΙ Tμ. 1999/2014, VTμ. 1317/2013, ΙVTμ. 3329/2011).
Β. Περαιτέρω, ο Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (ΦΕΚ Α΄ 52/28.2.2013) ορίζει στο άρθρο 68 υπό τον τίτλο «Αστική ευθύνη υπαλλήλων Δημοσίου» ότι: «1. Κάθε δημόσιος υπάλληλος, ανεξάρτητα από την κατά το άρθρο 44 ευθύνη των δημοσίων υπολόγων, ευθύνεται για κάθε θετική ζημία που επήλθε στο Δημόσιο από δόλο ή αμέλεια, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. 2. (…) 3. (…) 4. Για την ευθύνη κατά το παρόν άρθρο το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφαίνεται ύστερα από αίτηση του Γενικού Επιτρόπου σε αυτό, ο οποίος ενεργεί είτε κατόπιν εγγράφου του οικείου Υπουργού είτε αυτεπαγγέλτως, εφόσον η ευθύνη προκύπτει από τα στοιχεία που υποβάλλονται κατά νόμο στο Ελεγκτικό Συνέδριο (…)». Επιπλέον, στην παρ. 2 του άρθρου 69 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Για την αστική ευθύνη των υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. κατά το άρθρο 38 του ν. 3528/2007 (Α΄ 19) αποφαίνεται το Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου». Συναφώς, στο άρθρο 38 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2683/1999 (ΦΕΚ Α΄ 19) και εφαρμόζεται επί των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. (βλ. άρθρο 2 παρ. 1), συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων των πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων (βλ. άρθρα 35 του ν. 2218/1994 και 112 π.δ. 30/1996). Ειδικότερα, οριζόταν ότι: «1. Ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημία την οποίαν προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την οποία κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια (…) 2. Σε περίπτωση δόλου του υπαλλήλου, αυτός παραπέμπεται υποχρεωτικώς στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Σε περίπτωση βαρειάς αμέλειας, αν ο υπάλληλος παραπεμφθεί, το Ελεγκτικό Συνέδριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, μπορεί να καταλογίσει σε αυτόν μέρος μόνο της ζημίας που επήλθε στο Δημόσιο ή της αποζημίωσης που το τελευταίο υποχρεώθηκε να καταβάλει. 3. (…) 4. Η αξίωση του Δημοσίου για αποζημίωση έναντι των υπαλλήλων του στις περιπτώσεις της παρ. 1 παραγράφεται σε δύο (2) έτη. Στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1, η διετία αρχίζει αφότου επήλθε η ζημία και στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου, αφότου το Δημόσιο κατέβαλε την αποζημίωση. 5. Η αστική ευθύνη των δημόσιων υπολόγων και των διατακτών διέπεται από τις ειδικές γι’ αυτούς διατάξεις. 6 (…)». Ομοίου δε, περιεχομένου ρυθμίσεις περιλαμβάνονται και στο άρθρο 38 του ισχύοντος από 9.2.2007 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (ΦΕΚ Α΄ 26), με τις οποίες, όμως, ορίσθηκε ότι η αξίωση του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. κατά υπαλλήλων τους για αποζημίωση υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει αφότου το αρμόδιο όργανο για την υποβολή της αίτησης καταλογισμού έλαβε γνώση της ζημίας και του λόγου αυτής. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι υπάλληλοι του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. ευθύνονται έναντι των φορέων αυτών για κάθε θετική ζημία που προκάλεσαν με υπαίτια, σε βαθμό δόλου ή βαρείας αμέλειας, ενέργειά τους, κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, καθώς και για την αποζημίωση την οποία το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ. κατέβαλε σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, οφειλόμενες, ομοίως, σε δόλο ή βαρεία αμέλεια. Ως θετική ζημία, σε αποκατάσταση της οποίας υποχρεούται ο υπάλληλος, νοείται η ελάττωση της υφιστάμενης περιουσίας του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., είτε ως μείωση του ενεργητικού είτε ως αύξηση του παθητικού της (Ολ. Ε.Σ 31/2012), ενώ στην εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων ανάγεται και κάθε ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη που διαπράχθηκε επ’ ευκαιρία, κατά κατάχρηση ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, αρκεί ο αδικοπραγήσας να έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου και η πράξη ή παράλειψη να τελεί σε εσωτερικό σύνδεσμο με τη συγκεκριμένη ιδιότητά του (Ελ.Συν. IV Τμ. 1936/2015, 1260/2011, 20/2010).
Γ. Από τα εκτιθέμενα ανωτέρω συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η ειδική ευθύνη των υπολόγων για την ύπαρξη ελλείμματος είναι διάφορη της αστικής ευθύνης, την οποία υπέχουν οι υπάλληλοι, οι οποίοι, χωρίς να είναι υπόλογοι, προξενούν θετική ζημία στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ. με υπαίτιες, από δόλο ή βαρεία αμέλεια, πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών – μη διαχειριστικών – καθηκόντων τους. Οι υπόλογοι, άλλωστε, σε αντίθεση με τους αστικώς υπεύθυνους υπαλλήλους, φέρουν αυξημένη ευθύνη για τη δημιουργία του σχετικού ελλείμματος τόσο ως προς το χρόνο παραγραφής, όσο και ως προς τη μορφή και το βαθμό υπαιτιότητας (βλ. αποφ. IV Τμ. 2569/2008, 543/2007, 407/2005). Επί πλέον, στην περίπτωση της αστικής ευθύνης, για την ύπαρξη αυτής, καθώς και για τον καταλογισμό της σχετικής ζημίας, κρίνει το Ελεγκτικό Συνέδριο, ύστερα από αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας. Αντιθέτως, όσον αφορά τους υπολόγους, αρμόδια όργανα για τον καταλογισμό τους είναι είτε οι διατάκτες των οικείων πιστώσεων (βλ. άρθρο 96 του ν. 4270/2014), είτε το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τη διενέργεια του τακτικού διαχειριστικού ελέγχου (βλ. άρθρα 1, 38 παρ. 1 και 2, 46 και 51 του ν. 4129/2013), σε κάθε δε περίπτωση κατά τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου μετά από εντολή του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. άρθρο 51 παρ. 6 του ν. 4129/2013 και Πρακτικά Ολομ. Ελ. Συν. 19ης Γεν. Συν./30.10.2013), είτε οι Οικονομικοί Επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομικών (ν.δ. 1264/1942) ή η Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, κατά περίπτωση (ν. 3492/2006, γνωμ. Ν.Σ.Κ. 317/2013), είτε άλλα αρμόδια προς τούτο, βάσει ειδικών διατάξεων, όργανα. Στην περίπτωση, δε, που υποκείμενο της ευθύνης είναι υπάλληλος του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., που ενεργεί με την ιδιότητα του υπολόγου, η δημιουργηθείσα διαφορά εισάγεται στο αρμόδιο Τμήμα όχι με αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά με την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά της προβλεπόμενης από τη δημοσιολογιστική νομοθεσία εκτελεστής καταλογιστικής πράξης που εκδίδεται σε βάρος του υπολόγου. Επομένως, αναρμοδίως ασκείται ενώπιον του Τμήματος τούτου και είναι απορριπτέα αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία ζητείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 4 και 69 παρ. 2 του ν. 4129/2013, ο καταλογισμός υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και ειδικότερα υπαλλήλου πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, ο οποίος φέρει ευθύνη υπολόγου για τη δημιουργία ελλείμματος στη χρηματική διαχείριση του οικείου φορέα (πρβλ. Ελ.Συν. VIITμ. 3939/2014, VTμ. 1317/2013, ΙVTμ. 2569/2008, 543/2007, 538/2006, 407/2005).
ΙΙΙ. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας, εκτιμώμενα το καθένα χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ειδικότερα δε, από την 476/Α/2011 Έκθεση Επιθεώρησης Ελέγχου της Επιθεωρήτριας-Ελεγκτού Μαρίας Τσολακίδου του Σώματος Επιθεωρητών – Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, προκύπτουν τα εξής: Ο καθ’ ου η αίτηση Γεώργιος Ζερβάκης υπηρετούσε στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών – Πειραιώς/Νομαρχία Αθηνών από το έτος 1996, αρχικά με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και από το έτος 2000, ως μόνιμος υπάλληλος. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι κατά τα έτη 2001 έως 2010, ο εν λόγω υπάλληλος υπηρετούσε στο Τμήμα Προϋπολογισμού και Λογιστικής Διαχείρισης της Διεύθυνσης Οικονομικών της Νομαρχίας Αθηνών. Λόγω δε των ειδικών γνώσεων που εθεωρείτο ότι είχε στη χρήση των ηλεκτρονικών συστημάτων και ελλείψει υποστήριξης του συγκεκριμένου Τμήματος από το Τμήμα Πληροφορικής της Νομαρχίας, είχε ανατεθεί σ’ αυτόν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου η διαδικασία της πληρωμής, μέσω της Εμπορικής Τράπεζας, των επιδομάτων ΑΜΕΑ που δεν είχαν καταβληθεί στους δικαιούχους κατά το πρώτο στάδιο πληρωμής τους. Ειδικότερα, για την πληρωμή των επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας από την τέως Νομαρχία Αθηνών, κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα, ηκολουθείτο η εξής διαδικασία: Οι Διευθύνσεις Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Αθηνών (κεντρικού, ανατολικού, νότιου και δυτικού τομέα) έστελναν στις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου (Υ.Δ.Ε.) έντυπες καταστάσεις με τα στοιχεία των δικαιούχων για την έκδοση του σχετικού χρηματικού εντάλματος, το οποίο εν συνεχεία εξωφλείτο από την ταμειακή υπηρεσία της Διεύθυνσης Οικονομικών της Νομαρχίας στα ΕΛΤΑ σε πίστωση τραπεζικού λογαριασμού των ΕΛΤΑ. Στην περίπτωση, όμως, μη είσπραξης των επιδομάτων από τους δικαιούχους εντός είκοσι (20) ημερών από τη λήξη της ημερομηνίας πληρωμής των επιταγών που είχαν εκδοθεί επ’ ονόματί τους, λόγω θανάτου, απουσίας τους ή άλλου κωλύματος, δεν επαναλαμβανόταν η ανωτέρω διαδικασία και συγκεκριμένα, δεν εκδιδόταν νέο χρηματικό ένταλμα, αλλά η διαδικασία πληρωμής τους είχε ως εξής: Οι Διευθύνσεις Κοινωνικής Πρόνοιας υπέβαλλαν με διαβιβαστικό έγγραφο στη Διεύθυνση Οικονομικών της Νομαρχίας και ειδικότερα στο Τμήμα Προϋπολογισμού και Λογιστικής Υποστήριξης, στο οποίο υπηρετούσε ο καθ’ ου, καταστάσεις πληρωμής με τα ονόματα των δικαιούχων που δεν είχαν εξοφληθεί. Οι καταστάσεις αυτές συνήθως δεν υπογράφονταν ανά σελίδα και στο τέλος τους από τους υπευθύνους των προγραμμάτων, τους τμηματάρχες και τους προϊσταμένους των εν λόγω Διευθύνσεων. Επίσης, στις καταστάσεις αυτές ή στο διαβιβαστικό έγγραφο που τις συνόδευε δεν αναγράφονταν ο συνολικός αριθμός των δικαιούχων και το συνολικό ποσό πληρωμής τους. Βάσει, λοιπόν, αυτών των καταστάσεων, ο καθ’ ου δημιουργούσε ένα μαγνητικό πεδίο (δισκέτα) εντολών πληρωμής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην από 4.6.1997 σύμβαση μεταξύ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών και της Εμπορικής Τράπεζας, όπως τροποποιήθηκε με πρόσθετη πράξη που υπεγράφη τον Μάρτιο του έτους 1998. Ειδικότερα, ο καθ’ ου δημιουργούσε στον υπολογιστή του αρχείο, στο οποίο αναγράφονταν ο οικείος τομέας Κοινωνικής Πρόνοιας, ο αριθμός εντολής για κάθε δικαιούχο, τα στοιχεία του δικαιούχου και το χρηματικό ποσό που εδικαιούτο, στη συνέχεια, δε, απέστελλε το αρχείο αυτό στην Εμπορική Τράπεζα μέσω modem. Για κάθε αρχείο που διαβιβαζόταν στην ανωτέρω Τράπεζα συντασσόταν έγγραφο, με το οποίο αυτή ενημερωνόταν για τη διαβίβαση του αρχείου μέσω modem. Στο έγγραφο αυτό αναγράφονταν το όνομα του αρχείου, το σύνολο των εγγραφών, το συνολικό πληρωτέο ποσό και η ημερομηνία πληρωμής, ενώ διδόταν και εξουσιοδότηση στην Τράπεζα να μεταφέρει το αναγραφόμενο συνολικό ποσό στον λογαριασμό, ο οποίος θα χρεωνόταν. Επίσης, το έγγραφο αυτό υπογραφόταν από τον Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών και τον αρμόδιο Αντινομάρχη, χωρίς, όμως, να συνοδεύεται από εκτυπωμένες καταστάσεις δικαιούχων, με την προβαλλόμενη αιτιολογία ότι οι εν λόγω καταστάσεις είχαν μετατραπεί σε γλώσσα προγραμματισμού μη αναγνώσιμη και μη δυνάμενη να εκτυπωθεί. Ως εκ τούτου, δεν γινόταν αντιπαραβολή των καταστάσεων που περιλαμβάνονταν στο αρχείο που δημιουργούσε ο καθ’ ου με τις καταστάσεις των δικαιούχων που αποστέλλονταν από τις Διευθύνσεις Κοινωνικής Πρόνοιας. Επιπλέον, ο καθ’ ου εξέδιδε τα ειδοποιητήρια των επιταγών (επιταγές-εντολές), στα οποία αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, ο αριθμός εντολής, τα στοιχεία του δικαιούχου, το ποσό και η ημερομηνία πληρωμής. Τα ειδοποιητήρια αυτά, τα οποία απευθύνονταν στην Εμπορική Τράπεζα, αποστέλλονταν από τη Διεύθυνση Οικονομικών στις Διευθύνσεις Κοινωνικής Πρόνοιας σε μορφή ακριβούς αντιγράφου με προτυπωμένη υπογραφή της Προϊσταμένης της Κεντρικής Γραμματείας της Νομαρχίας Αθηνών και από εκεί παραλαμβάνονταν από τους δικαιούχους, προκειμένου αυτοί να τα προσκομίσουν στην Τράπεζα για την πληρωμή τους. Με την ΣΕΕΔΔ/Φ.2/4/983/28.1.2011 εντολή επιθεώρησης του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης διατάχθηκε η διενέργεια επιθεώρησης – ελέγχου στην Περιφέρεια Αττικής, προκειμένου να διαπιστωθεί η βασιμότητα των αναφερθέντων σε ανώνυμη τηλεφωνική καταγγελία προς την ανωτέρω υπηρεσία, που έλαβε χώρα στις 27.12.2010. Στην εν λόγω καταγγελία αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι ο καθ’ ου εξέδιδε παρανόμως, επί σειρά ετών, εντολές πληρωμής επιδομάτων ΑΜΕΑ στο όνομα της θείας του, «Μαρίας Βλαχοσωτάκη». Στο πλαίσιο της διερεύνησης των ανωτέρω καταγγελιών από την επιθεωρήτρια-ελεγκτή Μαρία Τσολακίδου του Σώματος Επιθεωρητών – Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης ζητήθηκαν από την Εμπορική Τράπεζα αντίγραφα καταστάσεων πληρωμής στο όνομα «Μαρία Βλαχοσωτάκη» για τα έτη 2000 και εντεύθεν, καθώς επίσης και κατάλογος με τους κωδικούς των καταστημάτων της Τράπεζας, προκειμένου να εντοπισθούν αυτά στα οποία η εν λόγω φερόμενη ως δικαιούχος είχε εξοφλήσει τις επιταγές της. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της εν λόγω επιθεωρήτριας, οι οποίες διαλαμβάνονται στην 476/Α/2011 Έκθεση Επιθεώρησης Ελέγχου, από τα ανωτέρω στοιχεία που απέστειλε η Εμπορική Τράπεζα, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε εγγραφή με το αναφερθέν στην καταγγελία όνομα «Μαρία Βλαχοσωτάκη», υπήρχαν όμως εγγραφές για το όνομα «Μαρία Βραχασωτάκη» (βλ. και την 132/9.2.2011 επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας προς την Διεύθυνση Οικονομικών της Περιφέρειας Αττικής με τις συνημμένες καταστάσεις). Ειδικότερα, από τα ανωτέρω στοιχεία προέκυψε ότι η Μαρία Βραχασωτάκη, η οποία ήταν θεία του καθ’ ου (όπως αμφότεροι συνομολογούν στις καταθέσεις τους που ελήφθησαν στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας) και πιθανολογείται ότι διέμενε στην ίδια διεύθυνση με αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα από 9.2.2001 έως 22.12.2010 είχε εισπράξει συνολικά το ποσό των 723.364,97 ευρώ (713.794,32 + 9.570,65 ευρώ) δυνάμει 334 εντολών πληρωμής. Παράλληλα, από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στα μητρώα δικαιούχων επιδόματος ΑΜΕΑ των Διευθύνσεων Κοινωνικής Πρόνοιας και των τεσσάρων τομέων (κεντρικού, ανατολικού, νότιου και δυτικού) της Νομαρχίας Αθηνών διαπιστώθηκε ότι η Μαρία Βραχασωτάκη δεν ήταν εγγεγραμμένη στα μητρώα των ανωτέρω υπηρεσιών, ήτοι δεν ήταν δικαιούχος κανενός είδους επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας. Επίσης, πέραν της Μαρίας Βραχασωτάκη, στις εν λόγω καταστάσεις δεν περιλαμβανόταν και ο Αριστείδης Τσακλίδης, στο όνομα του οποίου, όμως, είχαν εκδοθεί επιταγές συνολικού ποσού 18.150,00 ευρώ, οι οποίες και είχαν εξοφληθεί. Συγκεκριμένα, από την κατάσταση με τις εντολές πληρωμής που απέστειλε η Εμπορική Τράπεζα, διαπιστώθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 2.8.2010 έως 16.9.2010, είχαν εκδοθεί επ’ ονόματι του ανωτέρω προσώπου (Αριστείδη Τσακλίδη) οι ακόλουθες δέκα (10) εντολές πληρωμής, συνολικού ποσού 18.150,00 ευρώ: 1) 8115492 ποσού 1.200 ευρώ, 2) 8115493 ποσού 1.200 ευρώ, 3) 8115494 ποσού 1.200 ευρώ, 4) 8115543 ποσού 120 ευρώ, 5) 8115544 ποσού 120 ευρώ, 6) 8115953 ποσού 2.830 ευρώ, 7) 8115700 ποσού 2.870 ευρώ, 8) 8115891 ποσού 2.870 ευρώ, 9) 8115613 ποσού 2.880 ευρώ και 10) 8115784 ποσού 2.860 ευρώ. Tα ανωτέρω χρηματικά ποσά είχαν εισπραχθεί από τον φερόμενο ως δικαιούχο, τούτο δε, πέραν του ότι προκύπτει από τα παραστατικά που τηρούνταν στα υποκαταστήματα της Εμπορικής Τράπεζας, στα οποία είχαν εξοφληθεί τα ποσά αυτά, συνομολογείται και από τον ίδιο τον Αριστείδη Τσακλίδη κατά την παροχή εξηγήσεων που έδωσε στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας (βλ. την από 25.10.2011 παροχή εξηγήσεων ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών). Σημειωτέον δε, ότι στον Αριστείδη Τσακαλίδη καταβαλλόταν από την Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας του Ανατολικού Τομέα επίδομα, το οποίο πράγματι εδικαιούτο λόγω παθήσεως από την οποία έπασχε. Εντούτοις, όμως, παράλληλα με το επίδομα αυτό, το εν λόγω πρόσωπο, το έτος 2010 εισέπραξε και τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά, τα οποία δεν αντιστοιχούν σε κανενός είδους προνοιακό επίδομα. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο καθ’ ου η αίτηση καταλογισμού, ως υπάλληλος της Διεύθυνσης Οικονομικού της τέως Νομαρχίας Αττικής (Τμήμα Προϋπολογισμού και Λογιστικής Διαχείρισης), εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι, κατά τα έτη 2001 έως 2010, του είχε ανατεθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου και κατ’ αποκλειστικότητα η κίνηση της διαδικασίας πληρωμής των ανεξόφλητων επιδομάτων ΑΜΕΑ μέσω της Εμπορικής Τράπεζας, συμπεριέλαβε στις καταστάσεις που διαβίβασε μέσω modem στην Εμπορική Τράπεζα τα ονόματα των Μαρία Βραχασωτάκη και Αριστείδη Τσακλίδη και ταυτόχρονα εξέδωσε επ’ ονόματί τους εντολές πληρωμής – επιταγές προνοιακών επιδομάτων συνολικών ποσών 723.364,97 ευρώ και 18.150 ευρώ, αντιστοίχως, ήτοι συνολικού ποσού 741.514,97 ευρώ, χωρίς όμως τα πρόσωπα αυτά να είναι πράγματι δικαιούχοι των επιδομάτων αυτών, αφού δεν ήταν εγγεγραμμένοι στα μητρώα των δικαιούχων επιδομάτων ΑΜΕΑ των Διευθύνσεων Κοινωνικής Πρόνοιας των τεσσάρων τομέων (κεντρικού, ανατολικού, νότιου και δυτικού) της Νομαρχίας Αθηνών. Στις ενέργειες αυτές προέβη ο καθ’ ου η αίτηση με δόλο, εκμεταλλευόμενος, αφενός μεν το γεγονός ότι είχε αναλάβει σχεδόν εξ ολοκλήρου και κατ’ αποκλειστικότητα την κίνηση της διαδικασίας πληρωμής ανεξόφλητων επιδομάτων ΑΜΕΑ, αφετέρου δε την πλημμελή οργάνωση της εν λόγω διαδικασίας, η οποία, ελλείψει ασφαλιστικών δικλείδων, κατέλειπε σ’ αυτόν το περιθώριο να προβαίνει συστηματικά και επί σειρά ετών στις προεκτεθείσες παράνομες ενέργειες. Η κατά τα ανωτέρω παράνομη δράση του καθ’ ου ευνοήθηκε κυρίως από τους εξής παράγοντες: Oι καταστάσεις των δικαιούχων μη καταβληθέντων επιδομάτων ΑΜΕΑ κατά το πρώτο στάδιο πληρωμής τους, που αποστέλλονταν από τις Διευθύνσεις Κοινωνικής Πρόνοιας στη Διεύθυνση Οικονομικού, και ειδικότερα στο Τμήμα Προϋπολογισμού και Λογιστικής Υποστήριξης, ήταν ανυπόγραφες, ενώ δεν αναγραφόταν, ούτε και στο σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο, ο συνολικός αριθμός των δικαιούχων. Τούτο καθιστούσε δυνατή την αλλοίωση των εν λόγω καταστάσεων, με την προσθήκη και άλλων ονομάτων, πέραν των πραγματικών δικαιούχων. Επίσης, ούτε στις εν λόγω καταστάσεις, αλλά ούτε και στο σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο αναγραφόταν η συνολική δαπάνη πληρωμής τους, με συνέπεια να μην είναι εύκολη η διαπίστωση της υπέρβασης της δαπάνης αυτής, με την καταβολή επιδομάτων και σε άλλα πρόσωπα, πέραν των αναγραφομένων στις εν λόγω καταστάσεις. Επιπροσθέτως, οι καταστάσεις των δικαιούχων επιδομάτων ΑΜΕΑ που περιλαμβάνονταν στο αρχείο που διαμόρφωνε ο καθ’ ου και έστελνε στην Εμπορική Τράπεζα μέσω modem, δεν διατηρούνταν και σε έντυπη μορφή στο αρχείο της Νομαρχίας, με συνέπεια να μην γίνεται αντιπαραβολή των καταστάσεων αυτών με τις αντίστοιχες καταστάσεις που αποστέλλονταν από τις Διευθύνσεις Κοινωνικής Πρόνοιας. Από τα ανωτέρω, συνεπώς, προκύπτει ότι ο καθ’ ου με τις προεκτεθείσες δόλιες ενέργειές του, στις οποίες προέβη κατά κατάχρηση της ασκήσεως των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, προκάλεσε την παράνομη εκταμίευση από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών του συνολικού ποσού των 741.514,97 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω και με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, με την ένδικη αίτηση ζητείται ο καταλογισμός του καθ’ ου με το προαναφερόμενο ποσό προς αποκατάσταση της ισόποσης θετικής ζημίας που προξένησε στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών-Πειραιώς (ήδη Περιφέρεια Αττικής) με δόλο κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του.
ΙV. Με τα δεδομένα, όμως, αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Τμήμα κρίνει ότι η προαναφερόμενη ζημία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιώς (ήδη Περιφέρειας Αττικής) από την παράνομη εκταμίευση του ως άνω ποσού, συνολικού ύψους 741.514,97 ευρώ, προκλήθηκε από την άσκηση των διαχειριστικών – και όχι απλώς υπηρεσιακών – καθηκόντων που είχαν εν τοις πράγμασι ανατεθεί στον καθ’ ου, και μάλιστα κατά κατάχρηση των καθηκόντων αυτών. Ειδικότερα, ο καθ’ ου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην από 4.6.1997 σύμβαση μεταξύ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών – Πειραιώς/Νομαρχίας Αθηνών και της Εμπορικής Τράπεζας, δημιουργούσε ένα μαγνητικό πεδίο (δισκέτα) με τις εντολές προς την Τράπεζα για την πληρωμή των επιδομάτων ΑΜΕΑ στους δικαιούχους. Συγκεκριμένα, δημιουργούσε ένα αρχείο, στο οποίο αναγράφονταν, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία του κάθε δικαιούχου, ο αριθμός της εντολής πληρωμής του και το χρηματικό ποσό που εδικαιούτο. Η σύνταξη των εν λόγω εντολών πληρωμής, την οποία είχε αναλάβει σχεδόν εξ ολοκλήρου ο καθ’ ου, χωρίς τη σύμπραξη, τον έλεγχο ή την εποπτεία άλλων υπαλλήλων της Διεύθυνσης Οικονομικού, σε συνδυασμό με την έκδοση και αντίστοιχων ειδοποιητηρίων επ’ ονόματι των δικαιούχων για την είσπραξη των αναγραφομένων σε αυτά ποσών από την Τράπεζα, οδηγούσε άμεσα στην εκταμίευση των χρημάτων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης για την πληρωμή των εν λόγω επιδομάτων και, ως εκ τούτου, συνιστούσε «εν τοις πράγμασι» άσκηση διαχειριστικών πράξεων, με συνέπεια την ευθύνη του καθ’ ου η αίτηση ως defacto υπολόγου. Ως εκ τούτου, η θεωρούμενη «ως ζημία» της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιώς (ήδη Περιφέρειας Αττικής), η οποία προκλήθηκε από την εν «τοις πράγμασι» άσκηση διαχειριστικού έργου του καθ’ ου, αποτελεί πραγματικό έλλειμμα, συνιστάμενο στο προαναφερόμενο ποσό των 741.514,97 ευρώ, το οποίο εκταμιεύθηκε παρανόμως από τους λογαριασμούς του ανωτέρω νομικού προσώπου. Αρμόδια, δε, για τον καταλογισμό του καθ’ ου για το ανωτέρω προκληθέν έλλειμμα τυγχάνουν, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην σκέψη ΙΙ.Γ., είτε οι διατάκτες των οικείων πιστώσεων (βλ. άρθρο 96 του ν. 4270/2014), είτε το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τη διενέργεια του τακτικού διαχειριστικού ελέγχου (βλ. άρθρα 1, 38 παρ. 1 και 2, 46 και 51 του ν. 4129/2013), σε κάθε, δε, περίπτωση κατά τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου μετά από εντολή του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. άρθρο 51 παρ. 6 του ν. 4129/2013 και Πρακτικά Ολομ. Ελ. Συν. 19ης Γεν. Συν./30.10.2013), είτε οι οικονομικοί Επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομικών (ν.δ. 1264/1942) ή η Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών κατά περίπτωση (ν. 3492/2006, γνωμ. Ν.Σ.Κ. 317/2013) είτε άλλα αρμόδια προς τούτο, βάσει ειδικών διατάξεων, όργανα. Εν προκειμένω η εν λόγω διαφορά εισάγεται στο Δικαστήριο, με αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, και όχι, ως έπρεπε, με άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά της εκδιδόμενης σύμφωνα με τη δημοσιολογιστική νομοθεσία καταλογιστικής πράξης εις βάρος του υπολόγου. Κατόπιν τούτων, αφού, επί της ειδικής αυτής ευθύνης του καθ’ ου το Δικαστήριο τούτο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί κατά την παρούσα διαδικασία, η ένδικη αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για καταλογισμό του καθ’ ου, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 68 παρ. 4 και 69 παρ. 2 του ν. 4129/2013 (ΦΕΚ Α΄ 52), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την, από 10.3.2014 αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο για καταλογισμό του Γεωργίου Ζερβάκη του Παναγιώτη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΛΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΑΘΥΡΑΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
