ΕλΣυν Ολ 2437/2007
(παρατ. Ν. Μηλιώνης)
Πρόεδρος: Γ.-Σ. Κούρτης, Πρόεδρος ΕλΣυν
Εισηγητής: Δ. Λασκαράτος, Σύμβουλος ΕλΣυν
Δικηγόρος: Π. Λαμπρόπουλος, Πάρεδρος ΝΣΚ
Η θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 61 παρ.3 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα εξάμηνη προθεσμία, εντός της οποίας οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνταξιούχου οφείλουν να γνωστοποιήσουν στο Δημόσιο τις κληρονομικές τους απαιτήσεις, συνιστά δυσανάλογο επαχθές μέτρο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο με τη διάταξη αυτή σκοπό και ως εκ τούτου αντίκειται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος .
Διατάξεις: άρθρα 25 [παρ.1] Συντ., 61 ΠΔ 166/2000 (ήδη ΠΔ 169/2007 )
Ι. Με την από 24.10.2002 αίτηση ο ήδη αποβιώσας … ζήτησε από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) την αναπροσαρμογή της σύνταξής του κατά τις διατάξεις των Ν 2838/2000 και 3016/2002, η δε αίτησή του αυτή απορρίφθηκε σιωπηρώς. Κατά της τελευταίας αυτής πράξης ο ανωτέρω άσκησε ένσταση ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του ΓΛΚ, η οποία απορρίφθηκε επίσης σιωπηρώς, λόγω άπρακτης παρόδου τρίμηνης προθεσμίας από την υποβολή της. Κατά της τεκμαιρόμενης αυτής σιωπηρής απόρριψης της ένστασης ο ίδιος άσκησε έφεση στο ΙΙΙ Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία εκδόθηκε η 713/2007 απόφασή του, με την οποία κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 61 του ΠΔ 166/2000 (ήδη ΠΔ 169/2007 ) αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνει το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και παραπέμφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος , το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των διατάξεων αυτών στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Ενόψει των ανωτέρω, μετά την 713/2007 απόφαση του ΙΙΙ Τμήματος, το οποίο επιλαμβανόμενο σε υπόθεση της αρμοδιότητάς του έκρινε αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 3 του ΣΚ, πρέπει η Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, αφού τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, να αποφανθεί επί του παραπεμφθέντος ζητήματος της συνταγματικότητας ή μη της ανωτέρω διάταξης (ΕλΣυν Ολ 1492/2002 , 2287/2005), παρά την απουσία των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων του αρχικά εκκαλούντος, οι οποίοι κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως (βλ. τις από 18.5.2007 περί επιδόσεως κλήσεως στους κληρονόμους τρεις εκθέσεις του υπαλλήλου του ΕλΣυν …) για να παραστούν στην παρούσα δικάσιμο (άρθρα 27, 65 και 117 ΠΔ 1225/1981 ).
ΙΙ. Σύμφωνα με την απορρέουσα από την έννοια του κράτους δικαίου (άρθρα 1 παρ. 3 και 4, 25, 26, 87, 94, 95 Συντάγματος ) και προβλεπόμενη πλέον ρητώς στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος , όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, αρχή της αναλογικότητας, ο κοινός νομοθέτης όταν θεσπίζει δυσμενή μέτρα σε βάρος μιας κατηγορίας προσώπων που συνεπάγονται την εξαίρεσή τους από ένα ευμενή γενικότερο κανόνα δικαίου, οφείλει να χρησιμοποιεί κριτήρια αντικειμενικά που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τα θεσπιζόμενα δε αυτά επαχθή μέτρα πρέπει να είναι μόνο τα αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να τελούν σε άμεση συνάφεια όχι μόνο προς αυτόν τούτον τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά και προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Επομένως, όλα τα μέσα άσκησης της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, πρέπει να πληρούν τα κριτήρια της εν λόγω αρχής, να είναι δηλαδή α) πρόσφορα-κατάλληλα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, με την έννοια ότι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου δημοσίου σκοπού δεν είναι δυνατή η επιλογή άλλου εξίσου αποτελεσματικού, αλλά λιγότερου επαχθούς, μέτρου και γ) αναλογικά να τελούν σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης από αυτά βλάβης. Σε αντίθετη περίπτωση, αν το επιβαλλόμενο μέτρο είναι τέτοιας έντασης και διάρκειας που υπερακοντίζει καταδήλως τον επιδιωκόμενο σκοπό, συνεπάγεται δηλαδή μειονεκτήματα που είναι δυσανάλογα προς τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την εξυπηρέτηση του δημοσίου σκοπού, αντίκειται στην ως άνω συνταγματική αρχή και η διάταξη που το προβλέπει είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρη (ΕλΣυν Ολ 2287/2005 , 1492/2002, ΑΠ 769/2007 ΝοΒ 55,1565). Στην παρ. 1 του άρθρου 61 του Ν 1854/1951 , που κωδικοποιήθηκε στο ταυτάριθμο άρθρο του Συνταξιοδοτικού Κώδικα ή άλλως Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (ΠΔ 166/2000 και ήδη 169/2007) ορίζεται ότι “Συντάξεις ή παντός είδους επιδόματα ή βοηθήματα μη εισπραχθέντα δι’ οιονδήποτε λόγον εντός ενός έτους παραγράφονται υπέρ του Δημοσίου …” και στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ότι “Αι οπωσδήποτε οφειλόμεναι συντάξεις, έστω και μη αναγνωρισθείσαι εισέτι, των αποβιούντων καταβάλλονται εις τους κληρονόμους εφ’ όσον ούτοι ητήσαντο εγγράφως την πληρωμήν ή αναγνώρισιν των συντάξεων εντός εξαμήνου από του θανάτου των δικαιοπαρόχων αυτών, συνυποβάλλοντες τη αιτήσει των εις το αρμόδιο Υπουργείον ή το Ελεγκτικόν Συνέδριον σχετικήν ληξιαρχικήν πράξιν θανάτου, άλλως αι συντάξεις αύται παραγράφονται υπέρ του Δημοσίου”. Με την πρώτη των ως άνω διατάξεων θεσπίζεται παραγραφή των αξιώσεων των ίδιων των δικαιούχων για καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα ή βοηθήματα υπέρ του Δημοσίου, ενώ με τη δεύτερη προβλέπεται παραγραφή μόνο των οφειλόμενων συντάξεων στους κληρονόμους είτε αυτές καθυστερούνται είτε δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί στους δικαιοπαρόχους τους. Ακολούθως, με το άρθρο 91 παρ. 5 του ΝΔ 321/1969 (Δημόσιο Λογιστικό), όπως επαναλήφθηκε με την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Ν 2362/1995 “Περί Δημοσίου Λογιστικού…”, που κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 61 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου του Ν 1854/1951 και ορίστηκε ότι “Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων γενικά και βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων τους, από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο ετών…”. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται πλέον η παραγραφή των αξιώσεων του ίδιου του συνταξιούχου, αλλά και των κληρονόμων τους από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα, με αποτέλεσμα το πεδίο εφαρμογής της διάταξης της παρ. 3 άρθρο 61 του Ν 1854/1951 (τήρηση εξαμήνου), που εξακολουθεί να ισχύει, να περιορίζεται στις μη αναγνωρισθείσες συντάξεις που οφείλονται στο δικαιοπάροχό τους. Η θέσπιση συντομότατης προθεσμίας με την τελευταία διάταξη υπαγορεύτηκε από δημοσιονομικούς λόγους, την ταχεία δηλαδή εκκαθάριση των κληρονομικών απαιτήσεων από δεδουλευμένες συντάξεις που οφείλονται σε συνταξιούχους, οι οποίοι αποβίωσαν. Έτσι, σε περίπτωση αδράνειας των δικαιούχων κληρονόμων πέραν του εξαμήνου καταλύεται το δικαίωμά τους και οι σχετικές αξιώσεις του δικαιοπαρόχου τους για μη αναγνωρισθείσες συντάξεις παραγράφονται υπέρ του Δημοσίου, παρόλο που για την παραγραφή των λοιπών απαιτήσεων του δικαιούχου συνταξιούχου και των κληρονόμων του απαιτείται η πάροδος διετίας. Όμως, η απαίτηση των κληρονόμων για οφειλόμενες συντάξεις, έστω και αν δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί, δεν επιτρέπεται να περιοριστεί δυσανάλογα προς χάριν ενός επικαλούμενου δημοσίου συμφέροντος, διαταράσσοντας τη δίκαιη ισορροπία, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ αυτού και των επιταγών για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου (κληρονομιαία περιουσία), κατά τρόπο που να αναιρείται ή να καθίσταται ανενεργός η άσκησή της. Από την άποψη αυτή, η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 3 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (ΚΠΣΣ) κατά το μέρος που με αυτή θεσπίζεται συντομότατη (εξάμηνη) προθεσμία για την υποβολή αίτησης εκ μέρους των κληρονόμων με αντικείμενο την καταβολή των χρηματικών ποσών που για οποιοδήποτε λόγο οφείλονταν στο δικαιοπάροχό τους, συνιστά παρέκκλιση τόσο από τις λοιπές περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 61 ΚΠΣΣ, στις οποίες προβλέπεται διετία όσο και προς τις ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα, στις οποίες ορίζεται ότι ο κληρονόμος δύναται να αποποιηθεί την επαγόμενη κληρονομιαία περιουσία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών από τότε που πληροφορήθηκε την επαγωγή και το λόγο της (ΑΚ 1847 ), ενώ το δικαίωμά του για την άσκηση της περί κλήρου αγωγής παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών (ΑΚ 249, 1871 επ.). Μετά δε την τροποποίηση-προσθήκη της επίμαχης διάταξης (61 παρ. 3 του ΣΚ) με το άρθρο 3 παρ. 14 του Ν 3513/2006 , που εξαιρεί τους δικαιούχους της σύνταξης του θανόντος από την εξάμηνη προθεσμία, περιορίζεται ακόμη το ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής της, όπως και στην περίπτωση διακοπής και συνεχίσεως της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι υπεισέρχονται στα δικαιώματα του τελευταίου στην εκκρεμή δίκη, στην οποία είναι ήδη γνωστή στο Δημόσιο η κατ’ αυτού απαίτηση και εκλείπουν οι ως άνω δημοσιονομικοί λόγοι, που υπαγορεύουν την ύπαρξή της. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 3 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (ΠΔ 166/2000 και ήδη 169/2007) εξάμηνη προθεσμία, εντός της οποίας οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνταξιούχου (που δεν είναι δικαιούχοι της συντάξεως) οφείλουν να γνωστοποιήσουν με αίτησή τους στο Δημόσιο τις κληρονομικές τους απαιτήσεις αναφορικά με συντάξεις που δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί και οι οποίες οφείλονται στο δικαιοπάροχό τους, συνιστά, ενόψει και της παραγραφής των σχετικών συνταξιοδοτικών αξιώσεων υπέρ του Δημοσίου που συνεπάγεται η μη τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας, δυσανάλογο επαχθές μέτρο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο με τη διάταξη αυτή σκοπό (σύντομη εκκαθάριση των κληρονομικών απαιτήσεων σε βάρος του Δημοσίου από οφειλόμενες συντάξεις του δικαιοπαρόχου τους), η ικανοποίηση του οποίου μπορεί να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά από τη γενικότερη διετή προθεσμία παραγραφής που τάσσεται υπέρ του Δημοσίου στο άρθρο 90 παρ. 5 του ισχύοντος νόμου περί δημοσίου λογιστικού (Ν 2362/1995 , ΦΕΚ Α΄ 247), που κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 61 παρ. 1 του ΣΚ, για τις απαιτήσεις των συνταξιούχων και των κληρονόμων τους από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και πάσης φύσεως βοηθήματα. Επομένως, η ως άνω διάταξη περιέχει κανόνα δικαίου, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με την κατά τα ανωτέρω κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη.
ΙΙΙ. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, επιλύοντας το παραπεμφθέν σ’ αυτή ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 61 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, αποφαίνεται ότι η διάταξη αυτή αντίκειται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα. Πρέπει, ακολούθως, να αναπέμψει την υπόθεση στο ΙΙΙ Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου προκειμένου να ερευνηθεί η υπόθεση κατά το πραγματικό της μέρος.
Παρατηρήσεις
Το ζήτημα της ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 61 παρ. 3 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (ΠΔ 166/2000 και ήδη 169/2007) δεν είναι καινούργιο. Κατ’ αρχάς, η νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ολομ. 703/1994, 1222/1999, 596/2000 κ.ά.) είχε επιμείνει στην άποψη ότι η θέσπιση της εν λόγω «παραγραφής», την οποία έκρινε ως αποσβεστική προθεσμία, τέθηκε για δημοσιονομικούς λόγους, με την έννοια ότι οι κληρονόμοι του δικαιοπαρόχου της σύνταξης, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμη και όταν δεν έχει αναγνωριστεί υπέρ αυτού συνταξιοδοτικό δικαίωμα, πρέπει εντός έξι μηνών από τον θάνατό του να υποβάλουν τη σχετική αίτηση στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, αλλιώς σε περίπτωση αδρανείας τους καταλύεται ολοσχερώς το δικαίωμά τους και οι σχετικές αξιώσεις παραγράφονται υπέρ του Δημοσίου. Σημειωτέον ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Ν 2362/1995 (Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού), που θεσπίζει τη διετή παραγραφή από αξιώσεις από καθυστερούμενες συντάξεις, που έχουν ήδη αναγνωριστεί υπέρ των ίδιων των συνταξιούχων ή σε περίπτωση θανάτου αυτών υπέρ των κληρονόμων τους, κρινόταν ότι δεν ήταν δυνατόν να τύχει εφαρμογής σε κληρονόμους αποβιωσάντων, στους οποίους οφείλονταν συντάξεις, αν οι κληρονόμοι αυτοί δεν ζητήσουν εντός της εξάμηνης προθεσμίας την πληρωμή των συντάξεων. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή λόγω της συντελεσθείσας, μετά την περίοδο της ανωτέρω προθεσμίας, «παραγραφής» των εν λόγω συντάξεων υπέρ του Δημοσίου, δεν γεννάται καμιά αξίωση υπέρ των κληρονόμων, ώστε να ανακύψει ζήτημα διετούς παραγραφής αυτής.
Στη συνέχεια, με την ΕλΣυν (ΙΙΙ τμ.) 2681/2006 επήλθε η πρώτη ρήξη με την εδραιωμένη αυτή θέση. Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 3 του ΠΔ 166/2000 δεν είναι συμβατή με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η απαίτηση των κληρονόμων για τις οφειλόμενες συντάξεις, που είχε ήδη γεννηθεί στο πρόσωπο του συνταξιούχου όσο εκείνος βρισκόταν στη ζωή και αποτελεί από τη γέννησή της στοιχείο της κληρονομούμενης περιουσίας του θανόντος, έστω και αν δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί, δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται δυσανάλογα προς χάριν ενός επικαλούμενου δημόσιου συμφέροντος, διαταράσσοντας έτσι τη δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και των επιταγών για διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, κατά τρόπο που να αναιρείται ή να καθίσταται ανενεργός η άσκησή της. Υπό το πρίσμα αυτό, η ως άνω διάταξη του άρθρου 61 παρ. 3 του ΠΔ 166/2000 , κατά το μέρος που με αυτή θεσπίζεται συντομότατη προθεσμία για την υποβολή αίτησης εκ μέρους των κληρονόμων ή των δικαιούχων κατά μεταβίβαση της σύνταξης του αποβιώσαντος με αντικείμενο την καταβολή των χρηματικών ποσών που για οποιοδήποτε λόγο οφείλονταν στον δικαιούχο τους, κρίθηκε ότι συνιστά παρέκκλιση τόσο από τις λοιπές περί παραγραφής ρυθμίσεις του άρθρου 61 παρ. 1 του ΠΔ 166/2000 , στις οποίες προβλέπεται διετία, όσο και από τις ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα, στις οποίες ορίζεται ότι ο κληρονόμος δύναται να αποποιηθεί την επαγόμενη κληρονομική περιουσία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών από τότε που έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου της (άρθρο 1847 ΑΚ ), ενώ το δικαίωμά του για την άσκηση αγωγής περί κλήρου παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών (άρθρα 249, 1871 επ. ΑΚ ). Με τον τρόπο αυτό κρίθηκε ότι περιορίζεται δυσανάλογα το συνταξιοδοτικό δικαίωμα των κληρονόμων, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από λόγους δημόσιου συμφέροντος, εφόσον από μόνη της η αναμενόμενη για το Δημόσιο δημοσιονομική ωφέλεια από την απόσβεση των σχετικών έναντι αυτού περιουσιακών απαιτήσεων δεν αποτελεί επαρκή λόγο αποστέρησης της περιουσίας, πολλώ δε μάλλον εφόσον δεν συνοδεύεται και από τη θέσπιση άλλων παροχών ή ωφελημάτων υπέρ των δικαιούχων κληρονόμων, που να αντισταθμίζουν την περιουσιακή απώλεια (ΑΠ 71/2003 ). Κατά συνέπεια, κρίθηκε αυτεπαγγέλτως ότι η ως άνω συνταξιοδοτική διάταξη είναι ασύμβατη με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Την ίδια άποψη υιοθέτησε και η γνωμοδοτούσα Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου (πρακτικά 1ης ειδικής συνεδρίασης της 18.8.2006), όταν σύμφωνα με τα άρθρα 73 παρ. 2 και 98 παρ. 1 εδάφ. γ΄ του Συντάγματος και 79 παρ. 1 εδάφ. γ΄ του ΠΔ 774/1980 , εξέφερε γνώμη επί υποβληθέντος σχετικού συνταξιοδοτικού νομοσχεδίου που καθόριζε ότι «η ανωτέρω εξάμηνη προθεσμία δεν ισχύει για τους δικαιούχους της σύνταξης του θανόντος». Συγκεκριμένα, η Ολομέλεια υπενθύμισε, κατ΄ αρχάς, ότι οι δικαιούχοι της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος, στην οποία προδήλως περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις, είναι οι εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου, η ιδιότητα των οποίων δεν συμπίπτει κατά νόμο αναγκαίως στα ίδια πρόσωπα με την ιδιότητα των δικαιούχων από μεταβίβαση της σύνταξης. Στη συνέχεια, παρατήρησε ότι με την προταθείσα ρύθμιση για μεν τους κληρονόμους που είναι και δικαιούχοι της σύνταξης θα ίσχυε ο κανόνας της διετούς παραγραφής του άρθρου 61 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, ενώ για τους λοιπούς κληρονόμους του θα ίσχυε η εξάμηνη προθεσμία της παρ. 3 του ίδιου άρθρου. Για τον λόγο αυτό, η Ολομέλεια πρότεινε την καθ’ ολοκληρίαν κατάργηση της εξαμηνιαίας παραγραφής και την ισχύ των γενικών περί διετούς παραγραφής διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 61 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα για όλους τους κληρονόμους, ανεξάρτητα αν είναι δικαιούχοι ή μη της κατά μεταβίβαση σύνταξης. Τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο συνταξιοδοτικός νομοθέτης δεν την έλαβε υπόψη του, αφού με την τροποποίηση – προσθήκη της επίμαχης διάταξης του άρθρου 61 παρ. 3 του ΠΔ 166/2000 , η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 14 του Ν 3513/2006 επέμεινε ότι «η ανωτέρω εξάμηνη προθεσμία δεν ισχύει για τους δικαιούχους της σύνταξης του θανόντος».
Κατόπιν αυτού, το ΙΙΙ τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την 713/2007 απόφασή του, μεταβάλλοντας την αιτιολογία της μη εφαρμογής της επίμαχης διάταξης του άρθρου 61 παρ. 3 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, έκρινε αυτήν ευθέως αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος , και παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος , η οποία εξέδωσε την ως άνω 2437/2007 απόφασή του, με την οποία επικυρώθηκαν οι θέσεις του παραπέμποντος Τμήματος.
Νικόλαος Αλ. Μηλιώνης,
Σύμβουλος ΕλΣυν, Δρ Πολιτικών Επιστημών
