ΕΣ 2498.2015 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος,Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Ιωάννης Σαρμάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισάβετ Koυλουμπίνη, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα (εισηγήτρια), Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου και Δέσποινα Τζούμα, Σύμβουλοι (ο Αντιπρόεδρος Μιχαήλ Ζυμής και οι Σύμβουλοι Άννα Λιγωμένου, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Σταμάτιος Πουλής, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου απουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ :Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 6.12.2011 (αριθμ. κατ. 214/16.12.2011) αίτηση του Ιωάννη Κατσιαδράμη του Βασιλείου, Πλωτάρχη Π.Ν., κατοίκου Τριλόφου Δ. Θέρμης Θεσσαλονίκης (ανώνυμη οδός), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κωνσταντίνου Φινοκαλιώτη (Α.Μ./Δ.Σ. Θεσσαλονίκης 3803). Με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 2740/2011 οριστικής απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 46 παρ. 5 π.δ/τος 774/1980, αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο για καταλογισμό εις βάρος του αναιρεσείοντος (και άλλων προσώπων εις ολόκληρον) αποζημίωσης ύψους 500.000 ευρώ, που κατέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο στην Χρυσούλα Ξανθάκου, ως δικαστική συμπαραστάτρια της θυγατέρας της Ναυσικάς.
Με την κρινόμενη αίτηση και για τους λόγους, που επικαλείται σε αυτήν ο αναιρεσείων επιδιώκει την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης ως προς αυτόν.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Και
Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε επίσης την απόρριψη της αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Αντιπρόεδρο Ιωάννη Σαρμά και τις Συμβούλους Μαρία Βλαχάκη, Ελένη Λυκεσά και Κωνσταντίνα Ζώη που απουσίασαν λόγω κωλύματος.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :
1. Η κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (με το διπλότυπο είσπραξης Τύπου Α΄ Η 6140585, Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς), έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και κατά τα λοιπά νομοτύπως. Επομένως, είναι τυπικώς δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την τυπική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων αυτής.
2. Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 46 παρ. 4 του κωδικοποιητικού π.δ/τος 774/1980 «Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου» (φ. 189 Α΄), στο οποίο είχαν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις του άρθρου 57 ν. 1811/1951 (Υ.Κ.) και 1 ν.δ/τος 2998/1954, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, και οι οποίες είναι όμοιες κατά περιεχόμενο με αυτές του άρθρου 85 του π.δ/τος 611/1987 (Υπαλληλικός Κώδικας), που ίσχυε επίσης κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι οι στρατιωτικοί ιατροί ευθύνονται έναντι του Δημοσίου για κάθε αποζημίωση την οποία το Δημόσιο κατέβαλε σε τρίτους εξαιτίας παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς έως του βαθμού της βαρείας αμελείας. Προϋποθέσεις για την θεμελίωση της εν λόγω αστικής ευθύνης έναντι του Δημοσίου, πέραν της προκληθείσης σε αυτό ζημίας λόγω της καταβληθείσης αποζημίωσης σε τρίτους, είναι α) η παράνομη και υπαίτια, κατά τα ανωτέρω, συμπεριφορά του στρατιωτικού ιατρού, που συνιστούν τον νόμιμο λόγο ευθύνης αυτού και β) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου (ή συμβατική υποχρέωση), ενώ βαρεία αμέλεια υπάρχει όταν η εν λόγω συμπεριφορά του δρώντος υποκειμένου αποκλίνει σημαντικά και ουσιωδώς από αυτήν του μέσου συνετού ανθρώπου, που ανήκει στον ίδιο επαγγελματικό ή επιστημονικό ή κοινωνικό κύκλο. Κατά την εκτίμηση δε της συμπεριφοράς του δράστη πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν όλες οι ειδικές συνθήκες (λ.χ. η ανάγκη ταχείας ενέργειας, το είδος της επιχειρηθείσης πράξης και προπαντός ο βαθμός της ηθικής παρέκκλισης του δράστη από τους κανόνες του εκάστοτε φέρεσθαι, βλ. ΕΡΜΑΚ Μιχαηλίδης – Νουάρος, άρθρο 330, αρ. 36). Αιτιώδης δε σύνδεσμος ή πρόσφορη αιτιότητα μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης (παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά) και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπάρχει όταν η εν λόγω συμπεριφορά έχει την τάση, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (βλ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ, κατ’ άρθρον Ερμηνεία, άρθρ. 297-298, ιδίως αρ. 50 επ.).
3. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του α.ν. 1565/1939 «Περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» (φ. 16 Α΄), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ιατρός οφείλει να ασκεί ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού (άρθρ. 13) και ότι ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας του, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για την διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγειών.
ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΤΗΣ ΑΞΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
4. Επειδή, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 38 του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999), ισχύοντος από 9.4.1999 (άρθρο πέμπτο), ο χρόνος παραγραφής της αποζημιωτικής αξίωσης του Δημοσίου κατά των ζημιωσάντων αυτό, εν γένει, υπαλλήλων, οριζόταν σε δύο έτη, αρχομένου αφότου επήλθε η ζημία, ενώ, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 38 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Υπαλληλικού Κώδικα, ήτοι του ν. 3528/2007 (θέση σε ισχύ 9.2.2007), ο χρόνος παραγραφής της ως άνω αποζημιωτικής αξίωσης του Δημοσίου, οριζόταν σε 5 έτη, ομοίως αφότου επήλθε η ζημία του Δημοσίου. Δεδομένου όμως ότι δεν υπάρχουν ειδικές μεταβατικές διατάξεις στον Υπαλληλικό Κώδικα, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι εφαρμόζονται αναλογικώς οι γενικές μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 18 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και ειδικότερα η παρ. 1 αυτού. Κατά συνέπεια, όταν οι διατάξεις νεότερου νόμου καθιερώνουν μακρότερη παραγραφή, εφαρμογή έχει ο νεότερος νόμος, δηλαδή εν προκειμένω η 5ετής παραγραφή, και επί αξιώσεων που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προηγουμένου νόμου αλλά δεν παραγράφηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, με αφετηρία, όπως προαναφέρθηκε, την επέλευση της ζημίας (Α.Π. 258/2002).
5. Επειδή, εξάλλου, με τις διατάξεις του κυρωθέντος με την υπ’ αριθμ. Φ.073.2.7/4/93/Σ. 2813/22.10.1993 απόφαση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (Γ.Ε.Ν.) «Κανονισμός Οργανώσεως και Λειτουργία του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών» (Ν.Ν.Α.) ορίζεται ότι το Ν.Ν.Α. αποτελεί Ανεξάρτητη Υπηρεσία του Π.Ν. υπαγόμενη στον Α/Γ.Ε.Ν. με σχέση πλήρους Διοίκησης (άρθρο 1 παρ. 1) [Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 0502 παρ. 2 του Κεφ. 5 του π.δ/τος 210/1993 (φ. 89 Α΄), Πλήρης Διοίκηση σημαίνει η εξουσία και ευθύνη ενός Διοικητού να εκδίδει διαταγές, να αναθέτει έργα και να ελέγχει τους υφισταμένους του, καλύπτει δε κάθε πλευρά των στρατιωτικών επιχειρήσεων, των διοικητικών θεμάτων και της υποστήριξης διοικητικής μέριμνας στο πλαίσιο της αποστολής αυτού του Διοικητή. Σημειώνεται επίσης ότι κατά την νομολογία των ναυτικών ποινικών δικαστηρίων η στρατιωτική εντολή δεν είναι αυτοτελής διαταγή, αλλά ως διαταγή λειτουργικά συσχετιζόμενη με ορισμένη κύρια υπηρεσία, συνιστά μία επί μέρους διευκολυντική πτυχή της κύριας υπηρεσίας, εξυπηρετώντας άμεσα στον σκοπό της. Έτσι, παράβαση στρατιωτικής εντολής υπάρχει όταν ο στρατιωτικός, που ασκεί μία υπηρεσία, ο ίδιος δεν εκπληρώνει (δηλαδή ματαιώνει) μία επί μέρους υποχρέωσή του (εντολή), που αφορά τους όρους τελέσφορης διεξαγωγής της υπηρεσίας τους αυτής (Δ. ΝΑΥΤ. ΠΕΙΡ. 748/1998)] και ότι η Διεύθυνση Ιατρικής αποτελείται από τις Κλινικές και τα Κλινικά εργαστήρια, τα Ειδικά Τμήματα, τα Εξωτερικά Ιατρεία και τα Εργαστηριακά Τμήματα και οργανώνεται σε τρεις Τομείς, μεταξύ αυτών και τον Χειρουργικό Τομέα, Τμήμα του οποίου αποτελεί το Αναισθησιολογικό – Ανάνηψη (…)» (άρθρο 15 παρ. 2).
Συναφώς, με την Φ. 458/127/99/851/19.1.1999 Διαταγή του Διευθυντή του Χειρουργικού Τομέα του Ν.Ν.Α. ορίζεται ότι οι εγχειρήσεις προγραμματίζονται σε ειδικό βιβλίο που τηρεί η προϊσταμένη από την προηγούμενη εκάστης, στο οποίο αναγράφονται με ακρίβεια α) το ονοματεπώνυμο του αρρώστου, β) …, γ) …, δ) …, ε) το είδος της εγχείρησης, στ) …, ζ) το όνομα του χειρουργού και η) το είδος της νάρκωσης και τα ονόματα των αναισθησιολόγων της ημέρας (Κεφ. Γ παρ. 11), ότι ο χειρουργημένος άρρωστος δεν παραμένει στην αίθουσα του χειρουργείου χωρίς την παρουσία ιατρού της χειρουργικής ομάδας, πριν διακομιστεί στην ανάνηψη και ότι για την διεκπεραίωση των επεμβάσεων σε κάθε αίθουσα, εκτός από τους χειρουργούς και τους αναισθησιολόγους και βοηθούς, απαιτείται και η παρουσία μίας εργαλειοδότριας … [Κεφ. Θ παρ. 31 ii), iii)].
6. Επειδή στην Απόφαση Υπουργού Υγείας 4α/3592/96/1997 (φ. 1044 Β΄) «Καθορισμός ελαχίστων ορίων προδιαγραφών για Ασφαλή Χορήγηση Αναισθησίας», ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «Στην στελέχωση ενός Αναισθησιολογικού Τμήματος (Α.Τ.) με Ιατρικό, Νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι: – στο εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών πρέπει να περιλαμβάνονται και οι εκτός χειρουργείου δραστηριότητες ενός αναισθησιολόγου, – επί εφημερίας πρέπει να υπολογίζεται ο μέγιστος ασφαλής χρόνος συνεχούς εργασίας εντός χειρουργείου ενός αναισθησιολόγου» (άρθρ. 6.1.2.), ότι «Για κάθε ασθενή, που υποβάλλεται σε κάποια τεχνική αναισθησίας … απαιτείται η συνεχής παρουσία ειδικού αναισθησιολόγου. Συνεχής παρουσία σημαίνει ότι όταν ο γιατρός χρειάζεται να αντικατασταθεί η αντικατάστασή του γίνεται μόνον από άλλο γιατρό» (οίκοθεν νοείται ότι πρόκειται για αντικατάσταση από αναισθησιολόγο) (άρθρο 6.2.1), ότι «… εντός χειρουργείου απασχόληση δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 25 ώρες ανά 40 ώρες πρωινής εργασίας εβδομαδιαίως» (άρθρο 6.2.2) και ότι «Επί εφημερίας ο μέγιστος ασφαλής χρόνος συνεχούς εργασίας εντός του χειρουργείου δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 12 έως 16 ώρες ανά 24ωρο» (άρθρο 6.2.2). Η πλήρης δε εφαρμογή της εν λόγω Υ.Α. είχε προβλεφθεί αρχικώς έως το 2004 και αναβλήθηκε διαδοχικώς, σύμφωνα με τις Υ.Α. 1221/2004 (φ. 1902 Β΄) έως 31.12.2005, 477472006 (φ. 857 Β΄) έως 31.12.2007 και 162871/2007 (φ. 249 Β΄) έως 31.12.2008, προδήλως λόγω αδυναμίας επαρκούς στελέχωσης των δημόσιων νοσοκομείων, χωρίς πάντως τούτο να σημαίνει ότι δεν θα εφηρμόζοντο οι γενικές αρχές ασφαλείας, που προέβλεπε η εν λόγω Υ.Α., π.χ. ώρες απασχόλησης, φροντίδα ασθενών.
7. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 115 του π.δ/τος 1225/1981 (φ. 304 Α΄), η αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκείται, μεταξύ άλλων, και για εσφαλμένη ερμηνεία ή πλημμελή εφαρμογή του διέποντος την επίδικη υπόθεση νόμου, καθώς και για παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας.
8. Επειδή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής κρίσιμα για την κρινόμενη υπόθεση πραγματικά περιστατικά: Στις 4.4.1999 εισήχθη στο Τμήμα Πλαστικής Χειρουργικής του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών (Ν.Ν.Α.) η Ναυσικά Ξανθάκου του Γεωργίου, ετών 19, προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης ασυμμετρίας των μαστών. Στις 5.4.1999 και αφού υπεβλήθη σε πλήρη προεγχειρητικό έλεγχο, η ασθενής μεταφέρθηκε στην ΣΤ΄ αίθουσα χειρουργείου, όπου περί τις 8.30 της χορηγήθηκε αναισθησία από τον αναισθησιολόγο ιατρό Ιωάννη Κατσιαδράμη και ήδη αναιρεσείοντα και στις 9.00 περίπου άρχισε η χειρουργική επέμβαση από τον πλαστικό χειρουργό Χαράλαμπο Χριστοφορίδη, ο οποίος συνεπικουρείτο από τους ειδικευόμενους ιατρούς Σωτήριο Πήττα και Αικατερίνη Ανέστη, ενώ υπηρεσία βοηθού αναισθησιολόγου εκτελούσε η νοσηλεύτρια Δήμητρα Μότσιλα. Ο ανωτέρω εκτελούσε την ημέρα εκείνη και καθήκοντα εφημερεύοντος ιατρού αναισθησιολόγου και επιπλέον είχε οριστεί υπεύθυνος σε δύο χειρουργικές αίθουσες (τη Δ΄ και τη ΣΤ΄). Όπως δε προκύπτει από το πρόγραμμα του χειρουργείου, νομίμως υπογεγραμμένο, στις 5.4.1999 είχαν προγραμματιστεί να πραγματοποιηθούν στο Ν.Ν.Α. ένδεκα επεμβάσεις, οι αίθουσες των χειρουργείων ήταν τέσσερις και οι διαθέσιμοι αναισθησιολόγοι, λόγω σοβαρής έλλειψης ιατρών της συγκεκριμένης ειδικότητας, όπως είχε επισημανθεί επανειλημμένως από το Ν.Ν.Α. προς το Γ.Ε.Ν., μόνον τρεις, με αποτέλεσμα ο αναιρεσείων να ασκεί τα καθήκοντά του ταυτόχρονα σε δύο αίθουσες, εγκαταλείποντας εναλλάξ και κατά διαστήματα τους ασθενείς. Περί ώρα 10.50, ο ανωτέρω εκλήθη να αντιμετωπίσει έκτακτο περιστατικό στην παρακείμενη χειρουργική αίθουσα Δ΄. Στις 11.00 περίπου, ο χειρουργός Χαράλαμπος Χριστοφορίδης της εξελισσόμενης εγχείρησης, αφού ολοκλήρωσε την πλαστική επέμβαση, έδωσε εντολή στην νοσηλεύτρια να χορηγήσει αντιβίωση στην ασθενή και στους ειδικευόμενους ιατρούς να προχωρήσουν στη συρραφή των τραυμάτων και αποχώρησε από την αίθουσα. Οι ειδικευόμενοι ιατροί άρχισαν τη διαδικασία συρραφής και η νοσηλεύτρια, αφού ενέχυσε αρχικά στην ασθενή μικρή ποσότητα αντιβίωσης προκειμένου να διαπιστώσει ενδεχόμενες αλλεργικές αντιδράσεις, προχώρησε μετά την πάροδο 3 – 4 λεπτών στη χορήγηση της υπολειπόμενης δόσης. Μόλις αφαίρεσε τη σύριγγα από την ασθενή, αντιλήφθηκε από την οθόνη του μηχανήματος ότι αυτή παρουσίαζε βραδυκαρδία (σταδιακή πτώση σφυγμού). Όταν οι σφυγμοί έπεσαν κάτω από το όριο των 50 παλμών ανά λεπτό, της χορηγήθηκε ατροπίνη, ωστόσο η ασθενής δεν ανταποκρίθηκε αλλά αντιθέτως οι καρδιακοί παλμοί της, σε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός λεπτού, μειώθηκαν περισσότερο, μέχρι που έφτασαν τους 35 παλμούς το λεπτό. Τότε η νοσηλεύτρια κάλεσε σε βοήθεια, οπότε και έσπευσε στην αίθουσα ο αναισθησιολόγος Σάββας Ιωαννίδης, ο οποίος έτυχε να βρίσκεται στο διάδρομο των χειρουργείων και μετά ο χειρουργός Χαράλαμπος Χριστοφορίδης. Ο αναισθησιολόγος Σάββας Ιωαννίδης, αφού χορήγησε στην ασθενή δεύτερη δόση ατροπίνης, έθεσε σε εφαρμογή διαδικασία καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης, ενώ χορηγήθηκε στην ασθενή και αδρεναλίνη. Εν τω μεταξύ εισήλθε στην αίθουσα και ο αναιρεσείων αναισθησιολόγος. Η ασθενής ανταποκρίθηκε στη διαδικασία της ανάνηψης μετά την παρέλευση 5λέπτου, ενώ από την εμφάνιση της βραδυκαρδίας έως την ανάνηψη παρήλθε συνολικά χρονικό διάστημα 10 λεπτών, κατά τη διάρκεια του οποίου, λόγω της παρατεταμένης βραδυκαρδίας, η ασθενής υπέστη υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια και, ως αποτέλεσμα αυτής, στελεχιαία συνδρομή βαριάς μορφής με τετραπληγία, με συνέπεια να καταστεί ανάπηρη δια βίου. Στη συνέχεια, μετά την ως άνω αποκατάσταση του καρδιακού της ρυθμού με τη διαδικασία της ανάνηψης, η ασθενής διασωληνώθηκε και διακομίστηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του Ν.Ν.Α. σε βαθύ κώμα, αφού δε παρέμεινε νοσηλευόμενη στη Μ.Ε.Θ. έως και στις 18.7.1999, διακομίστηκε στο εξειδικευμένο κέντρο αποκατάστασης του νοσοκομείου Wellington στη Μεγάλη Βρετανία, όπου και αφυπνίστηκε, νοσηλεύθηκε επί 17 μήνες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην οικία της στην Ελλάδα. Όπως δε προκύπτει από την 684/2004 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς (βλ. σελ. 36) η ασθενής φέρει αντλία εμφυτευμένη υποδορίως για συνεχή ενδοραχιαία έγχυση φαρμάκου, έχει αντίληψη του περιβάλλοντος και επικοινωνεί με το βλέμμα, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει (αφωνία), η διατροφή της γίνεται με γαστροστομία, πάσχει από σοβαρή στοματοφαρυγγική δυσφαγία με μη ασφαλείς καταπόσεις σάλιου, σοβαρή διαταραχή επικοινωνίας με παντελή έλλειψη συστήματος επικοινωνίας, σοβαρή δυσαρθρία και στοματική και λεκτική απραξία, ενώ από τις σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις προκύπτει ότι και μακροπρόθεσμα θα παραμείνει πλήρως εξαρτημένη και θα χρειάζεται περίθαλψη επί 24ώρου βάσης. Στη συνέχεια έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη ότι βάσει των αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων, ήτοι της 3131/2004 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και 5487/2006 του Τριμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και των στοιχείων, που προσκομίστηκαν σε εκτέλεση της 3029/2010 προδικαστικής απόφασης του V Τμήματος, κατεβλήθησαν έως την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης, ως αποζημίωση στην Χρυσούλα Ξανθάκου, ως δικαστικής συμπαραστάτριας της θυγατέρας της Ναυσικάς, συνολικό ποσόν 851.740,09 ευρώ, για τις βλάβες και την αντιμετώπιση αυτών, που αυτή υπέστη. Σε σχέση δε με την ευθύνη όλων των καταλογισθέντων, έγινε δεκτό ότι νομίμως ζητείται ο καταλογισμός αυτών «εξαιτίας παρανόμων πράξεων και παραλείψεων συμμόρφωσης αυτών προς τα κεκανονισμένα και τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων από βαρεία αμέλεια» (σ. 20).
Ακολούθως και σε σχέση ειδικότερα με την ευθύνη του αναιρεσείοντος, η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε τα εξής (σ. 18, 19): Με τις ανωτέρω 6352/2003, 3131/2004 και 5487/2006 αποφάσεις γίνεται δεκτό ότι η σοβαρότατη βλάβη της υγείας της παθούσας οφείλεται στην απουσία του υπεύθυνου αναισθησιολόγου ιατρού από το χειρουργείο, που είχε ως συνέπεια την καθυστέρηση της έναρξης των προσπαθειών ανάνηψης της ασθενούς και η οποία αποτελεί παράβαση πάγιας ιατρικής αρχής, επισημαίνεται δε ότι δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η διαδικασία ανάνηψης δεν ήταν σωστή και ότι στο διάγραμμα αναισθησίας δεν είχαν καταχωρηθεί βασικές ενδείξεις, καθόσον δεν διενεργούνταν συνεχείς μετρήσεις από τον υπεύθυνο αναισθησιολόγο όπως θα έπρεπε κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, τονίζεται όμως ότι η ανωτέρω απουσία του αναισθησιολόγου ήταν αποτέλεσμα των ελλείψεων του Ναυτικού Νοσοκομείου σε προσωπικό της αντίστοιχης ειδικότητας, δηλαδή ήταν αποτέλεσμα της ελλιπούς λειτουργίας και οργάνωσης αυτού. Τα προβλήματα δε αυτά είχαν γνωστοποιηθεί από μακρού χρόνου στα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου (Γ.Ε.Ν. και Υπουργείο Εθνικής Άμυνας), τα οποία ωστόσο, παρά τις διαρκείς επισημάνσεις και οχλήσεις της διοίκησης του Ν.Ν.Α., μόνο μετά το εν λόγω συμβάν προέβησαν σε διορισμούς και τοποθετήσεις αναισθησιολόγων στο συγκεκριμένο Νοσοκομείο. Έκρινε δε η αναιρεσιβαλλόμενη (σ. 24 επ.) ότι ο ανωτέρω ευθύνεται (εις ολόκληρον με άλλα πρόσωπα) διότι, μολονότι γνώριζε ότι είχε οριστεί να χορηγήσει αναισθησία σε περισσότερα του ενός χειρουργεία, παρέλειψε να δηλώσει εγγράφως ή και προφορικώς στους αρμόδιους προϊσταμένους του ότι θα έπρεπε να είναι μόνιμα διαθέσιμος μόνο για τα έκτακτα περιστατικά και ότι εάν τον όριζαν σε προγραμματισμένο περιστατικό, δεν θα το εγκατέλειπε σε καμία περίπτωση για να επιληφθεί του εκτάκτου, οπότε έτσι θα έθετε τους προϊσταμένους του προ των ευθυνών τους και, περαιτέρω, γιατί ενώ είχε οριστεί υπεύθυνος του χειρουργείου της Ναυσικάς Ξανθάκου, εγκατέλειψε την αίθουσα στην οποία αυτή εχειρουργείτο προκειμένου να αντιμετωπίσει άλλο περιστατικό πριν ακόμη αυτή αφυπνισθεί, με αποτέλεσμα κατά την εμφάνιση βραδυκαρδίας να μην είναι παρών ώστε να της προσφέρει αμέσως την βοήθειά του στον αναγκαίο χρόνο και συνεπώς επέδειξε βαρεία αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του (βλ. Υ4α/3592/96/31.11.1997 «Καθορισμός (ελαχίστων) ορίων προδιαγραφών για Ασφαλή Χορήγηση Αναισθησίας», Φ.458/127/99/851/19.1.1999 «Οργάνωση / Λειτουργία Χειρουργείων Ν.Ν.Α.», Κεφάλαιο Γ «Προγραμματισμός Χειρουργικών Επεμβάσεων» άρ.16, Κεφάλαιο Θ «Ιατρικό – Νοσηλευτικό – Βοηθητικό Προσωπικό στο Χειρουργείο» άρθρ. 31 περ. ιι΄, Κεφάλαιο ΙΑ «Διαδικασία Εγχείρισης» άρθρ. 41 περ. ε΄). Οι ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσείοντος ότι ήταν διαδεδομένη η πρακτική της ταυτόχρονης χορήγησης αναισθησίας σε περισσότερες της μία αίθουσες (σε δύο ή τρεις συγχρόνως), ότι ο ίδιος ως στρατιωτικός ιατρός είχε αυξημένη υποχρέωση υπακοής στις διαταγές των προϊσταμένων του και ότι την συγκεκριμένη ημέρα πέραν της ανάθεσης των επεμβάσεων στις αίθουσες Δ΄ και ΣΤ΄, ασκούσε και καθήκοντα εφημερεύοντος αναισθησιολόγου (για τα έκτακτα περιστατικά) και καθήκοντα αναισθησιολόγου στο «άγημα ανάνηψης» (για ανάνηψη σε κάθε νοσηλευόμενο ασθενή), προβάλλονται αβασίμως, αφού βάσει των θεμελιωδών αρχών της ιατρικής επιστήμης, των ανωτέρω αναφερόμενων ειδικών διατάξεων και λόγω της ειδικότητάς του αυτός γνώριζε ότι είναι αναγκαία η συνεχής παρουσία αναισθησιολόγου καθ’ όλη τη διάρκεια που πραγματοποιείται εγχείρηση, εντούτοις από βαρειά αμέλεια συνήνεσε στη εφαρμογή αυτής της επικίνδυνης «πρακτικής» και παρέλειψε να αρνηθεί – αφού πέραν της στρατιωτικής του ιδιότητας ο καθ’ ου είναι πρωτίστως ιατρός – την πολλαπλή ανάληψη καθηκόντων τα οποία θα έθεταν ενδεχομένως σε κίνδυνο τη ζωή των ασθενών του, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι, όπως κατέθεσε και ο ίδιος ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, η Ναυσικά Ξανθάκου του είχε αναφέρει ότι παρουσίαζε κατά καιρούς διάφορες αλλεργίες και μάλιστα της είχε χορηγήσει «ατροπίνη από την αρχή διότι ήταν νέα και υπερευαίσθητη».
9. Ήδη με την κρινόμενη αίτησή του ο αναιρεσείων προβάλλει: 1) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του διέποντος την επίδικη έννομη σχέση νόμου, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας υπό την έκφανση της ελλιπούς αιτιολογίας, αφού εσφαλμένως χαρακτηρίστηκαν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ως “βαρεία αμέλεια” εκ μέρους του. Ειδικότερα εσφαλμένως θεμελιώνεται η υπαιτιότητά του σε βαθμό βαρείας αμελείας στο ότι α) παρέλειψε να δηλώσει εγγράφως ή και προφορικώς στους αρμοδίους προϊσταμένους του ότι θα έπρεπε να είναι μόνιμα διαθέσιμος μόνο για τα έκτακτα περιστατικά και β) εγκατέλειψε την αίθουσα του χειρουργείου προκειμένου να συμμετάσχει σε άλλο έκτακτο περιστατικό κατά παράβαση της ιατρικής δεοντολογίας. Ως προς την υπό α) ως άνω παράλειψη, ο αναιρεσείων προβάλλει περαιτέρω ότι η παραδοχή περί της ως άνω μη δηλώσεως εκ μέρους του είναι και αντιφατική αφού η ίδια η προσβαλλόμενη αναφέρει και μάλιστα αναλυτικά στη σ. 33 αυτής ότι οι προϊστάμενοι αυτού εγνώριζαν τις ελλείψεις του ιατρικού προσωπικού σε αναισθησιολόγους, ακόμη και ο Αρχηγός Γ.Ε.Ν., υπό την πλήρη διοίκηση του οποίου τελούσε το Νοσοκομείο, ενώ εσφαλμένως παρά ταύτα γίνεται δεκτό ότι η βαρύτητα της αμέλειάς του συμπίπτει με την γνώση από τους προϊσταμένους του της έλλειψης ιατρικού προσωπικού. Ως προς δε το υπό β) σκέλος θεμελίωσης της βαρείας αμέλειάς του, ο αναιρεσείων επικαλείται περαιτέρω προς επίρρωση του προβληθέντος αναιρετικού του λόγου ότι, καίτοι προβλήθηκε ενώπιον του Τμήματος, ότι τοποθετούμενος και ως εφημερεύων αναισθησιολόγος για τα έκτακτα περιστατικά, εκτελούσε στρατιωτική εντολή και συνεπώς δεν “εγκατέλειψε” την αίθουσα του χειρουργείου, εσφαλμένως έγινε δεκτό ότι ο ισχυρισμός του είναι αβάσιμος. Συναφώς ότι δεν αξιολογήθηκε, καίτοι προεβλήθη, ο ισχυρισμός ότι ευρέθηκε προ της άμεσης και επείγουσας επιλογής μεταξύ ενός περιστατικού (της Ξανθάκου), το οποίο εξελίσσετο ομαλώς -και εν πάση περιπτώσει παρέμεινε στο χειρουργείο κατά την απουσία του η ορισθείσα από το Νοσοκομείο βοηθός αναισθησιολόγος-, και ενός επείγοντος περιστατικού στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως εφημερεύοντος, του οποίου ο φορέας ασθενής αντιμετώπιζε άμεσο κίνδυνο ζωής και έπρεπε να διασωληνωθεί από αυτόν.
Επ’ αυτών και ενόψει όσων προεκτέθηκαν, έγιναν δεκτά, κατά την πλειοψηφήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, τα εξής: Για την κρίση από την αναιρεσιβαλλόμενη περί της βαρείας αμελείας του αναιρεσείοντος έπρεπε αυτή, πρωτογενώς, να καθορίσει ποιά όφειλε να είναι η συμπεριφορά του μέσου ομότεχνου αυτού, ήτοι του αναισθησιολόγου που εκτελεί υπηρεσία εντός στρατιωτικού Νοσοκομείου και συνεπώς εκτελούσε στρατιωτικές εντολές – δεδομένου ότι και η εκτέλεση της εφημερίας αφορούσε, προδήλως, κατά την Διοίκηση του Νοσοκομείου, στην τελέσφορη διεξαγωγή της αποστολής του –, και ευρέθη υπό τις συνθήκες επιλογής μεταξύ των δύο περιστατικών, όπως αναφέρονται στην προσβαλλόμενη. Και με σημείο αφετηρίας αυτή την συμπεριφορά να εξειδικεύσει με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εάν ο αναιρεσείων εξετέλεσε ευσυνειδήτως, με ζήλο και αφοσίωση το ιατρικό του καθήκον, ώστε σε αντίθετη περίπτωση η συμπεριφορά του να είναι παράνομη, και την τυχόν σοβαρή και ουσιώδη απόκλιση της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, ώστε η συμπεριφορά του να είναι υπαίτια. Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλόμενη έπρεπε να λάβει υπ’ όψιν της και να εκτιμήσει ειδικώς την ανάγκη ταχείας ενέργειας του αναιρεσείοντος, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει έκτακτο περιστατικό, το είδος της πράξης που ετέλεσε, αν αυτή είχε ηθική απαξία και βεβαίως το γεγονός ότι η Ξανθάκου, το περιστατικό της οποίας εξελίσσετο ομαλά, δεν “εγκατελείφθη” στο χειρουργείο χωρίς την παρουσία ιατρών της χειρουργικής ομάδος (βοηθών χειρουργών) και ιδίως, της ορισθείσης βοηθού αναισθησιολόγου· δηλαδή έπρεπε η αναιρεσιβαλλόμενη να εκφέρει σαφή και αιτιολογημένη κρίση, ενόψει όλων των προαναφερομένων συνθηκών, αν το έκτακτο περιστατικό, όπως περιγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δικαιολογούσε την αποχώρηση του αναιρεσείοντος από το χειρουργείο την συγκεκριμένη χρονική στιγμή και για τον σύντομο χρόνο, κατά τον οποίο, λόγω της φύσης του περιστατικού, δηλαδή της διασωλήνωσης, προεβλέπετο η απουσία του. Επιπλέον έπρεπε να ληφθεί υπ’ όψιν από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να αιτιολογήσει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του ζημιογόνου αποτελέσματος, το γεγονός ότι οι προσπάθειες ανάνηψης της άτυχης Ξανθάκου άρχισαν αμέσως, τόσο με την παρέμβαση της αρμόδιας βοηθού αναισθησιολόγο, όσο και με την παρέμβαση του, έστω και τυχαίως, εκεί ευρεθέντος αναισθησιολόγου Σάββα Ιωαννίδη. Τέλος, ουδεμία αιτιολογία ερειδόμενη σε πραγματικά περιστατικά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη σχετικώς με το ότι ο αναιρεσείων “εγκατέλειπε εναλλάξ και κατά διαστήματα τους ασθενείς” (σ. 13). Εξάλλου η γνώση ή μη των προϊσταμένων του αναιρεσείοντος, δια προφορικής ή έγγραφης δήλωσης αυτού, της ανεπαρκούς στελέχωσης του Νοσοκομείου, ουδεμία σχέση έχει με την τυχόν βαρεία αμέλεια του ανωτέρω, δηλαδή με την υποκειμενική συμπεριφορά αυτού, πέραν του ότι από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη προκύπτει ότι τούτο ήταν γνωστό και στην Διοίκηση του Νοσοκομείου και στην Διοίκηση του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού. Συνεπώς, βασίμως προβάλλεται κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη ο α΄ λόγος αναίρεσης. Κατά την γνώμη όμως των Ιωάννη Καραβοκύρη, Προέδρου, Γεωργίου Βοΐλη, Μαρίας Αθανασοπούλου, Ευαγγελίας – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Αγγελικής Μυλωνά, Γεωργίας Τζομάκα, Χριστίνας Ρασσιά, Βιργινίας Σκεύη, Αγγελικής Μαυρουδή, Αγγελικής Πανουτσακοπούλου και Δέσποινας Τζούμα, Συμβούλων, που μειοψήφησαν, τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν υπαιτιότητα σε βαθμό βαρείας αμέλειας του αναιρεσείοντος εφόσον, μολονότι είχε οριστεί να χορηγήσει αναισθησία σε περισσότερα του ενός χειρουργεία αφενός παρέλειψε, ως όφειλε, να δηλώσει στους Προϊσταμένους του ότι θα έπρεπε να είναι μόνιμα διαθέσιμος μόνο για τα έκτακτα περιστατικά και ότι αν τον όριζαν σε προγραμματισμένο περιστατικό δεν θα το εγκατέλειπε σε καμία περίπτωση για να επιληφθεί του εκτάκτου περιστατικού, αφετέρου, ενώ είχε οριστεί υπεύθυνος του χειρουργείου, εγκατέλειψε την αίθουσα στην οποία αυτή χειρουργείτο για να αντιμετωπίσει άλλο περιστατικό, πριν ακόμη η ασθενής αφυπνισθεί, κατά παράβαση των κοινών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης που επέβαλαν την παρουσία του κατά την ανάνηψη της ασθενούς με αποτέλεσμα κατά την εμφάνιση της βραδυκαρδίας να μην είναι παρών, ώστε να της προσφέρει αμέσως τη βοήθειά του στον αναγκαίο χρόνο ενώ από την εμφάνιση της βραδυκαρδίας έως την ανάνηψη παρήλθε συνολικά χρονικό διάστημα δέκα (10) λεπτών, κατά τη διάρκεια του οποίου λόγω της παρατεταμένης βραδυκαρδίας, η ασθενής να υποστεί υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια και ως αποτέλεσμα αυτής στελεχιαία συνδρομή βαριάς μορφής με τετραπληγία και να καταστεί ανάπηρη δια βίου. Η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος η οποία συνίσταται στην παράλειψη του ιδιαίτερου καθήκοντός του ως ιατρού αναισθησιολόγου για τη συνεχή παρουσία του καθ’ όλη τη διάρκεια της προγραμματισμένης επέμβασης επιβαλλόμενο όχι μόνο από την κείμενη εν γένει νομοθεσία (βλ. Φ.458/127/99/851/19.1.1999 Διαταγή του Διευθυντή ΄΄Οργάνωση Λειτουργία Χειρουργείων του ΝΝΑ΄΄ άρθρο 31 περιπτ. ι΄ και v΄, 41.α) αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης, συνιστά ιδιαίτερα σοβαρή και αδικαιολόγητη απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού γιατρού. Αβάσιμα περαιτέρω υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Τμήμα δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε ουσιώδη ισχυρισμό του ότι αφού είχε τοποθετηθεί ως εφημερεύων αναισθησιολόγος για τα έκτακτα περιστατικά εκτελούσε ΄΄στρατιωτική εντολή΄΄, κατά συνέπεια, δεν εγκατέλειψε την αίθουσα του χειρουργείου, δοθέντος ότι η ευθύνη του εν προκειμένω στοιχειοθετείται, διότι η αντίστοιχη παράλειψη εκ μέρους του (της συνεχούς παρουσίας του στην επέμβαση) δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας, που απορρέει από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, οφείλεται δε σε παράβαση των κοινών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και υπερτερεί της ΄΄στρατιωτικής εντολής΄΄ να βρίσκεται σε περισσότερες αίθουσες ταυτόχρονα συναινώντας μ’ αυτό τον τρόπο στην εφαρμογή μιας πρακτικής, για την οποία υπήρχε το σοβαρό ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή των ασθενών του. Επίσης αβάσιμα υποστηρίζεται ότι δεν αξιολογήθηκε αν και προβλήθηκε ότι ο αναιρεσείων ευρέθηκε προς της άμεσης και επείγουσας επιλογής μεταξύ ενός περιστατικού προγραμματισμένου που εξελισσόταν ομαλά και ενός επείγοντος και έκτακτου περιστατικού στο πλαίσιο των καθηκόντων του, ως εφημερεύοντος ιατρού, δοθέντος ότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν απέδειξε τον επείγοντα και έκτακτο χαρακτήρα του περιστατικού αυτού, δεν αναιρείται εκ του λόγου τούτου η ευθύνη του έναντι του τακτικού περιστατικού για το οποίο όφειλε να παρίσταται συνεχώς και αδιαλείπτως στην αίθουσα για να παρακολουθεί τις ζωτικές λειτουργίες της ασθενούς μέχρι την πλήρη αφύπνισή της. Σε κάθε περίπτωση η παρουσία νοσηλεύτριας δεν δύναται να θεωρηθεί ότι εξασφάλιζε ισότιμα στην ασθενή επαρκή ιατρική κάλυψη, γα την παρακολούθηση της οποίας απαιτείτο η συνεχής παρουσία του αναισθησιολόγου, ο οποίος είχε την ευθύνη του περιστατικού και είχε οριστεί, εκ του λόγου τούτου, εγγυητής της ομαλής μετεγχειρητικής εξέλιξης της υγείας της και συνακόλουθα της ζωής της. Περαιτέρω με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αφού λήφθηκαν υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του ΝΝΑ καθώς και οι ελλείψεις του προσωπικού σε αναισθησιολόγους κρίθηκε ότι συντρέχουν, εν προκειμένω, περιστατικά που δικαιολογούν την μείωση του ποσού του καταλογισμού κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 46 παρ. 6 του π.δ. 774/1980 και ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κάνοντας χρήση της ευχέρειας που του δίνεται στην περίπτωση αυτή από το νόμο ,χωρίς όμως με την κρίση του αυτή να αίρει την σε βαθμό βαρείας αμελείας ευθύνη των καθ’ ων για την εξέλιξη του περιστατικού έκρινε ότι, η πλημμελής οργάνωση και η συνεπεία αυτής ακολουθούμενη και μάλιστα κατ’ εξακολούθηση πρακτική της ταυτόχρονης χορήγησης αναισθησίας σε περισσότερες αίθουσες χειρουργείων δικαιολογεί τον περιορισμό του ποσού του καταλογισμού σε αυτό των πεντακοσίων (500.000) χιλιάδων ευρώ. Κατ’ ακολουθία το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προσδιόρισε την συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ως ιδιαιτέρως σοβαρή και αδικαιολόγητη απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού γιατρού θεμελιώνοντας ταυτόχρονα τον ειδικότερο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της επελθούσας σωματικής βλάβης της ασθενούς και ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά στη νομική έννοια της βαρείας αμέλειας και ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όμως η γνώμη αυτή δεν εκράτησε.
10. Επειδή, γενομένου δεκτού του α΄ λόγου αναίρεσης, παρέλκει η εξέταση του β΄ λόγου, που αναφέρεται στο συντρέχον πταίσμα του Δημοσίου για την επέλευση της επίδικης ζημίας.
11. Επειδή, τέλος, με τον γ΄ λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι η αποζημιωτική αξίωση του Δημοσίου έχει παραγραφεί αφού αυτή ήταν διετής, υπό το κράτος του προϊσχύσαντος νόμου, και παρήλθε, δεδομένου ότι το οικείο χρηματικό ένταλμα εκδόθηκε 27.4.2005, η δε αίτηση προς καταλογισμό, διακόπτουσα την παραγραφή, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 8.5.2007. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι εκκινεί από την εσφαλμένη αφετηρία ότι η ζημία επήλθε κατά την έκδοση στις 27.4.2005 του οικείου χρηματικού εντάλματος, ενώ όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, την ημερομηνία αυτή ελήφθη από τον αρμόδιο Δ/ντή του Γ.Ε.Ν. η σχετική απόφαση, τα δε δύο επίμαχα χρηματικά εντάλματα εκδόθηκαν στις 18.5.2005 και 14.6.2005 και άρα εξοφλήθηκαν οπωσδήποτε αργότερα – τότε επήλθε η ζημία – και συνεπώς στις 8.5.2007, ημερομηνία επίδοσης της αίτησης καταλογισμού του Γενικού Επιτρόπου, δεν είχε παρέλθει η τότε ισχύουσα 2ετής παραγραφή και η αξίωση ήταν ενεργή, επιπλέον δε για τον λόγο τούτο η επίμαχη αξίωση κατελήφθη από την 5ετή προθεσμία παραγραφής, λόγω του από 9.2.2007 ισχύοντος ν. 3528/2007.
12. Επειδή κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στο δικάσαν Τμήμα, προκειμένου υπό διαφορετική σύνθεση, να αιτιολογήσει πλήρως και εμπεριστατωμένως την βαρεία αμέλεια του αναιρεσείοντος, κατά τα αναφερόμενα στην 9η σκέψη της παρούσης, μετά δε την τυχόν διαπίστωση βαρείας αμέλειας του αναιρεσείοντος, θα πρέπει, βεβαίως να αιτιολογηθεί και η πρόσφορη αιτιότητα, όπως αναφέρεται στην 2η σκέψη της παρούσης. Μετά δε την αποδοχή της αίτησης πρέπει να επιστραφεί το κατατεθέν παράβολο στον αναιρεσείοντα και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση.
Αναπέμπει την υπόθεση στο δικάσαν V Τμήμα προς νέα κρίση, υπό διαφορετική σύνθεση, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2014.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ | ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ | |
Δημοσιεύθηκε δε σε δημόσια συνεδρίαση στις 1 Απριλίου 2015.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ | ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ |
