ΑΡΙΘΜΟΣ: 2503/10
ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ IV ΤΜΗΜΑ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
Έφεση κατά καταλογιστικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, με την οποία οι εκκαλούντες, που κατά το κρίσιμο διάστημα διετέλεσαν ο μεν πρώτος Πρόεδρος και οι λοιποί μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου Κοινωφελούς Ιδρύματος, καταλογίστηκαν με χρηματικό ποσό, το οποίο φέρεται να ζημίωσαν υπαιτίως Ίδρυμα, με απόφασή τους για τη μείωση του μηνιαίου μισθώματος ενός από τα ακίνητα ιδιοκτησίας Ιδρύματος και κατά το οποίο φέρεται να ζημίωσαν υπαιτίως το Δημόσιο λόγω της μείωσης του αναλογούντος στο μίσθωμα τέλους χαρτοσήμου. Οι διοικητές και διαχειριστές κοινωφελών ιδρυμάτων υπόκεινται σε καταλογισμό σε κάθε περίπτωση υπαίτιας εκ μέρους τους πρόκλησης ζημίας στην οικεία διαχείριση. Δεκτή η έφεση καθόσον δεν αποδεικνύεται η πρόκληση ζημίας στο Ίδρυμα από τη μείωση του επίμαχου ενοικίου.
ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΤΜΗΜΑ IV
ΑΠΟΦΑΣΗ 2503/2010
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την ακόλουθη σύνθεση: Διονύσιος Λασκαράτος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Γεωργία Μαραγκού και Μαρία Αθανασοπούλου, Σύμβουλοι, Κωνσταντίνος Εφεντάκης και Αγγελική Πανουτσακοπούλου (εισηγήτρια), Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ιωάννης Κάρκαλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα.
Γραμματέας: Διονυσία Κεραμισάνου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΠΕ, με βαθμό Α΄).
Για να δικάσει την από 17.8.2009 έφεση των: 1) …. και 6) ….., που παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Εμμανουήλ Γιαννακόπουλου,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη,
κατά του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία «….» και
κατά της 5179/13.12.2004 καταλογιστικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση οι εκκαλούντες, που κατά το κρίσιμο διάστημα διετέλεσαν ο μεν πρώτος Πρόεδρος και οι λοιποί μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία «….», καταλογίστηκαν: α) με το ποσό των 4.402,05 ευρώ, κατά το οποίο φέρεται να ζημίωσαν υπαιτίως το Ίδρυμα αυτό για το χρονικό διάστημα από 1.12.2000 έως 13.12.2002 και β) με το ποσό των 158,47 ευρώ, κατά το οποίο φέρεται να ζημίωσαν υπαιτίως το Δημόσιο για το ίδιο διάστημα, δηλαδή με το συνολικό ποσό των 4.560,52 ευρώ.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλούντων, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης,
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, που ζήτησε την απόρριψή της και
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την παραδοχή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
Αποφάσισε τα ακόλουθα:
Ι. Με την κρινόμενη έφεση ζητείται η ακύρωση της 5179/13.12.2004 καταλογιστικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία οι εκκαλούντες, που κατά το κρίσιμο διάστημα διετέλεσαν ο μεν πρώτος Πρόεδρος και οι λοιποί μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία «….», καταλογίστηκαν με το συνολικό ποσό των 4.560,52 ευρώ, το οποίο αναλύεται: α) στο ποσό των 4.402,05 ευρώ, κατά το οποίο φέρεται να ζημίωσαν υπαιτίως το ως άνω Ίδρυμα, για το χρονικό διάστημα από 1.12.2000 έως 13.12.2002, με την 36/28.12.2000 απόφασή τους για τη μείωση του μηνιαίου μισθώματος ενός από τα ακίνητα ιδιοκτησίας του Ιδρύματος και β) στο ποσό των 158,47 ευρώ, κατά το οποίο φέρεται να ζημίωσαν υπαιτίως το Δημόσιο για το ίδιο διάστημα, λόγω της μείωσης του αναλογούντος στο μίσθωμα τέλους χαρτοσήμου. Η έφεση αυτή, για την οποία έχει κατατεθεί το προσήκον παράβολο (βλ. το 2201742/3.9.2009 σειράς Α΄ έντυπο παράβολο Δημοσίου), έχει ασκηθεί παραδεκτώς, σύμφωνα με όσα διατάχθηκαν με την 2348/2009 απόφαση του Τμήματος, με την οποία η ένδικη έφεση χωρίστηκε από το αρχικό ενιαίο δικόγραφο, που ασκήθηκε από κοινού με το ως άνω Ίδρυμα, ως προς τους ήδη εκκαλούντες, τάχθηκαν οι προϋποθέσεις για την παραδεκτή άσκησή της με αυτοτελές δικόγραφο και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 9.2.2010. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, παρά τη δικονομική απουσία του καθ’ου Ιδρύματος, το οποίο κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για να παρασταθεί στη συζήτηση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από την από 18.1.2010 έκθεση επίδοσης του υπαλλήλου του Δήμου …. και στο οποίο επίσης επιδόθηκε νομίμως αντίγραφο του δικογράφου της κρινόμενης έφεσης, όπως προκύπτει από την από 4.9.2009 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …., που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Τμήματος στις 23.9.2009.
II. O α.ν. 2039/1939 «Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των Νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών» (ΦΕΚ Α΄ 455), που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με το άρθρο 101 του Εισ. Ν. Α.Κ., ορίζει, στο άρθρο 101, ότι: «1. Οι διοικηταί και υφ’ οιονδήποτε τίτλον διαχειρισταί των περί ων τα άρθρα 95 παρ. 1 και 97 παρ. 2 ιδρυμάτων καταρτίζουσι και υποβάλλουσιν εις το Υπουργείον Οικονομικών προϋπολογισμόν και απολογισμόν των εσόδων και εξόδων αυτών, εις ους οι εκτελούμενοι τυχόν πλείονες σκοποί εμφανίζονται υπό ίδια κεφάλαια…2. Ο προϋπολογισμός των εσόδων και εξόδων υποβάλλεται 3 μήνας προ της ενάρξεως του οικονομικού έτους, ο δε απολογισμός μετά του ισολογισμού εντός 2 μηνών από της λήξεως αυτού. 3….4. Ο προϋπολογισμός και απολογισμός εγκρίνονται δια πράξεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνωμοδότησιν της κατά την παρ. 6 επιτροπής. Δια της πράξεως ταύτης δύνανται να τροποποιώνται, τα εν τω προϋπολογισμώ αναγραφόμενα ποσά των τε εσόδων και εξόδων ή και να εγγράφωνται νεά έσοδα και έξοδα. Μέχρι της εκδόσεως της κατά τα ανωτέρω εγκριτικής πράξεως του Υπουργού των Οικονομικών, η διοίκησις των εσόδων και εξόδων του ιδρύματος ενεργείται επί τη βάσει του δια το λήξαν οικονομικό έτος εγκεκριμένου προϋπολογισμού αυτού. 5…» στο άρθρο 102 ότι: «1. Ουδεμία μεταβολή ούτε μεταφορά πιστώσεων από κεφαλαίου εις κεφάλαιον και από άρθρου εις άρθρον επιτρέπεται εις τον προϋπολογισμόν άνευ προηγουμένης εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. 2. Ουδεμία δαπάνη εις βάρος των ιδρυμάτων επιτρέπεται άνευ προηγουμένης αναγραφής της εν τω εγκεκριμένω κατά τ’ ανωτέρω προϋπολογισμώ. 3. Πάσα δαπάνη ενεργουμένη παρά τας διατάξεις του παρόντος ή της συστατικής πράξεως ή του οργανισμού, ή άνευ εγκεκριμένου προυπολογισμού ή καθ’ υπέρβασιν των εν τω προϋπολογισμώ αναγραφομένων πιστώσεων βαρύνει αλληλεγγύως τους εντειλαμένους την δαπάνην διοικητάς και διαχειριστάς του ιδρύματος, καταλογίζεται δε δια πράξεως, του Υπουργού των Οικονομικών, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 32, 33 και 82 του παρόντος… 4….», στο άρθρο 104 ότι: «1. … 2. Αι διατάξεις των άρθρων 32, 33 και 82 του παρόντος έχουσιν εφαρμογήν και επί των διοικητών και διαχειριστών των κατά τα άρθρα 95 παρ. 1 και 97 παρ. 2 ιδρυμάτων κλπ. και περιουσιών», στο άρθρο 32 ότι: «Ο Υπουργός των Οικονομικών λαμβάνων γνώσιν της διαχειρίσεως καταλογίζει εις βάρος του εκκαθαριστού, μη αποκλειομένης και της ποινικής διώξεως αυτού, πάσαν επελθούσαν προφανώς εις την περιουσίαν εκ δόλου ή βαρείας αμέλειας ή εκ διαχειρίσεως και διαθέσεως της περιουσίας παρά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου ζημίαν, εντόκως, επί τω τόκω υπερημερίας, υπολογιζομένω αφ’ ης ως εκ της πράξεως ή παραλείψεως επήλθε η ζημία εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων του εδαφ. 2 του άρθρου 26 του από 3/17 Ιουλίου 1933 Διατάγματος «περί κωδικοποιήσεως των περί οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων». Ο καταλογισμός γίνεται δι’ ητιολογημένης πράξεως του Υπουργού των Οικονομικών (…) 2. Ο καταλογισμός ενεργείται μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν Επιτροπής ελέγχου λογοδοσιών αποτελουμένης (…) 3. Κατά των πράξεων καταλογισμού και εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως αυτών επιτρέπεται το ένδικον μέσον της εφέσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδικαζομένης κατά τας περί οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικάς διατάξεις…». 4 (…)» και στο άρθρο 82 ότι: «Ο εκτελεστής υποχρεούται εις λογοδοσίαν προς τον Υπουργόν των Οικονομικών και τους κληρονόμους εφαρμοζομένων επ’ αυτής των άρθρ. 31, 32 και 33 του παρόντος. Περίπτωσιν καταλογισμού αποτελεί και η διαχείρισις και διάθεσις της περιουσίας παρά τας διατάξεις της συστατικής πράξεως. Τα καταλογιζόμενα ποσά βεβαιούμενα επιμελεία του Οικονομικού Εφόρου και εισπραττόμενα κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων κατατίθενται επιμελεία του Διευθυντού του Ταμείου εις την Τράπεζαν παρ’ η είναι κατατεθειμένη η περιουσία του ιδρύματος ή σκοπού». Περαιτέρω με την 1097082/1274/A0006/22.10.2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (Φ. Β΄ 1425) μεταβιβάστηκε στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας η κατά τις διατάξεις του α.ν. 2039/39 αρμοδιότητα εποπτείας, μη εξαιρουμένης και της σχετικής καταλογιστικής αρμοδιότητας, διαφόρων κληροδοτημάτων και ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων και του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία «Ίδρυμα Υποτροφιών Απόρων Νέων και Νεανίδων Πηνελόπης Κατσέα – Σπάνδου».
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι οι διοικητές και διαχειριστές κοινωφελών ιδρυμάτων υπόκεινται σε καταλογισμό σε κάθε περίπτωση υπαίτιας εκ μέρους τους πρόκλησης ζημίας στην οικεία διαχείριση, σύμφωνα με το άρθρο 32 του α.ν. 2039/39, με τις εξής διακρίσεις ως προς το βαθμό της συντρέχουσας υπαιτιότητας: Για τον καταλογισμό σε περίπτωση ζημίας που προέρχεται από την υπαίτια παραβίαση της γενικής ευθύνης για τη διοίκηση και διαχείριση της οικείας περιουσίας, απαιτείται να συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια, ενώ για τον καταλογισμό σε περίπτωση ζημίας «εκ διαχειρίσεως ή διαθέσεως της περιουσίας παρά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου», δηλαδή συνεπεία παράβασης συγκεκριμένων κανόνων του α.ν. 2039/39, που προβλέπουν τις υποχρεώσεις των διοικητών και διαχειριστών, η σχετική ευθύνη δεν περιορίζεται στο βαθμό του δόλου και της βαριάς αμέλειας αλλά εκτείνεται και στο βαθμό της ελαφράς αμέλειας (βλ. αποφ. Ολομ. Ε.Σ. 1462/2006, IV Τμ. 338/2001, 283/1999). Επίσης, τα ανωτέρω πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 82 του ως άνω νόμου, υπόκεινται σε καταλογισμό και σε περίπτωση διαχείρισης και διάθεσης της περιουσίας παρά τις διατάξεις της συστατικής πράξης. Εξάλλου, η διοίκηση των εσόδων και εξόδων των κοινωφελών ιδρυμάτων ενεργείται βάσει προϋπολογισμού εγκριθέντος από τον Υπουργό των Οικονομικών, με πράξη του οποίου μπορούν επίσης να εγκρίνονται τροποποιήσεις στα αναγραφόμενα ποσά εσόδων και εξόδων. Ειδικά η διενέργεια δαπανών παρά τις διατάξεις του ως άνω νόμου ή της συστατικής πράξης ή άνευ εγκεκριμένου προϋπολογισμού ή καθ’ υπέρβαση των οικείων πιστώσεων, συνιστά επαρκή προϋπόθεση για τον καταλογισμό των σχετικών ποσών αλληλεγγύως σε βάρος των διοικητών και διαχειριστών που αποφάσισαν τις αντίστοιχες δαπάνες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 102 του ως άνω νόμου, χωρίς να απαιτείται η εν λόγω παράνομη διενέργεια δαπάνης να συναρτάται απαραίτητα και με την πρόκληση ζημίας στην οικεία διαχείριση. Αντίθετα, ελλείψει αντίστοιχης πρόβλεψης ως προς τη διενέργεια των εσόδων, η παράτυπη διενέργεια εσόδου μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 104 του α.ν. 2039/39, να οδηγήσει σε καταλογισμό των υπαιτίων διοικητών-διαχειριστών, μόνο εφόσον συνάπτεται με την πρόκληση ζημίας στην οικεία διαχείριση (άρθρο 32) ή με την παράβαση των διατάξεων της οικείας συστατικής πράξης (άρθρο 82).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Επιθεωρητής …. της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης του τότε Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών διενήργησε διαχειριστικό έλεγχο για τα έτη 1999-2002 στο Κοινωφελές Ίδρυμα με την επωνυμία «…..» και έδρα το …. Θεσσαλονίκης και συνέταξε την 2702/03/2337/26.4.2004 έκθεση ελέγχου. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση δεν διαπιστώθηκαν εν γένει διαχειριστικές ατασθαλίες και η μοναδική παρατυπία συνίστατο στο ότι το Δ.Σ. του Ιδρύματος, με την 36/28.12.2000 απόφασή του (μειοψηφούντος του Αντιπροέδρου ….), ενέκρινε τη μείωση σε ποσοστό 15% του εκ δρχ 400.000 μηνιαίου μισθώματος ενός καταστήματος ιδιοκτησίας του Ιδρύματος επί της οδού …. στη Θεσσαλονίκη, με μισθωτή το …., κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτού, με αποτέλεσμα για το χρονικό διάστημα από 1.12.2000 μέχρι 31.12.2002 να απολεσθούν έσοδα από ενοίκια συνολικού ύψους 1.500.000 δρχ και να εισπραχθεί λιγότερο χαρτόσημο κατά 54.000 δρχ. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, η απόφαση αυτή, που εφαρμόστηκε χωρίς έγκριση από την εποπτεύουσα αρχή, τροποποίησε τα προϋπολογιστικά δεδομένα του Ιδρύματος από 1.12.2000 και μετά, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 101 του α.ν. 2039/39. Περαιτέρω, στα γενικά συμπεράσματα της έκθεσης αυτής αναφέρεται ότι: «1) Δεν διαπιστώθηκαν υπερβάσεις στις εγγεγραμμένες πιστώσεις των προϋπολογισμών της τετραετίας 1999-2002. 2) Η όλη διαχείριση του Ιδρύματος διακρίνεται στην ουσία από τάξη και επιμέλεια. 3) Τα μισθώματα εισπράττονται εντός των συμβατικών προθεσμιών και κατατίθενται αμέσως στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. 4) Ο τρόπος διοίκησης και διαχείρισης ήταν ο ενδεδειγμένος, η δε απόφαση της διοίκησης για μείωση του μισθώματος πρέπει να εξεταστεί από την αρμόδια Επιτροπή, καθότι εφαρμόζεται χωρίς έγκριση. 5) Όλες οι δαπάνες του Ιδρύματος καλύπτονται από νομιμότητα, κρίνονται ως απαραίτητες και κινούνται στα πλαίσια της υφισταμένης διαθήκης και των διατάξεων του α.ν. 2039/39. Κατόπιν τούτων προτείνουμε την έγκριση των απολογισμών του Ιδρύματος, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια Επιτροπή των Εθνικών Κληροδοτημάτων θα γνωμοδοτήσει σχετικά με το θέμα της μείωσης του μισθώματος και της επελθούσης ζημίας του Ιδρύματος». Στη συνέχεια επελήφθη το Περιφερειακό Συμβούλιο Εθνικών Κληροδοτημάτων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο με το 633/13.12.2004 πρακτικό του γνωμοδότησε υπέρ της έγκρισης των απολογισμών των ετών 1999-2002 και υπέρ του καταλογισμού του Προέδρου και των μελών του Δ.Σ. του ως άνω Ιδρύματος με το ποσό των 4.560,52 ευρώ, με την αιτιολογία ότι η ανωτέρω απόφαση μείωσης του ενοικίου «δεν είναι σύννομη με τις διατάξεις του α.ν. 2039/39 και επί πλέον ζημιώνει το ίδρυμα κατά 4.402,05 ευρώ από την είσπραξη των μειωμένων μισθωμάτων. Η ανωτέρω απόφαση ζημιώνει και το Δημόσιο κατά 158,47 ευρώ από την είσπραξη του αναλογούντος στο μειωμένο μίσθωμα χαρτοσήμου». Με το ως άνω πρακτικό του το Π.Σ.Ε.Κλ. δέχθηκε εν μέρει την από 8.12.2004 εισήγηση του εισηγητή …., προϊσταμένου ΤΟΔ της ΠΚΜ, με την οποία επισημάνθηκε μεν ότι η μείωση του ενοικίου έπρεπε να είχε εγκριθεί από την εποπτεύουσα αρχή, πλην όμως, προτάθηκε ο μη καταλογισμός του Δ.Σ. του ως άνω Ιδρύματος «γιατί η περιοχή έχει πράγματι αρκετά ανοίκιαστα καταστήματα και σε περίπτωση που έμενε κενό το εν λόγω κατάστημα η ζημία για το ίδρυμα θα ήταν πολύ μεγαλύτερη». Κατόπιν αυτών, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη 5179/13.12.2004 απόφασή του, με την οποία αποφάσισε την έγκριση των απολογισμών των ετών 1999-2002 του ως άνω Ιδρύματος και τον καταλογισμό του Προέδρου και των μελών του Δ.Σ. με το ποσό των 4.560,52 ευρώ, λόγω της κατά τα ανωτέρω μείωσης του επίμαχου ενοικίου, χωρίς να προηγηθεί έγκριση της εποπτεύουσας αρχής, με αποτέλεσμα τη φερόμενη ζημία κατά 4.402,05 ευρώ του Ιδρύματος και κατά 158,47 ευρώ του Δημοσίου, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Εξάλλου, όσον αφορά το επίμαχο ζήτημα της μείωσης του ενοικίου του ως άνω καταστήματος, το Δ.Σ. του Ιδρύματος επελήφθη αυτού κατόπιν της από 5.9.2000 αίτησης του από το έτος 1997 μισθωτή …., εμπόρου ηλεκτρολογικού υλικού, για μείωση του καταβαλλόμενου από αυτόν μισθώματος σε ποσοστό 20%, λόγω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, της ύπαρξης γενικότερων προβλημάτων στις εμπορικές επιχειρήσεις, της μείωσης του κύκλου εργασιών στην περιοχή και της επιδρομής των πολυκαταστημάτων, με αποτέλεσμα να έχει περιέλθει και ο ίδιος σε δύσκολη θέση. Στην ως άνω αίτησή του ανέφερε περαιτέρω ότι στην οδό …. υπήρχαν πέντε καταστήματα ανοίκιαστα, δύο στον αρ. 3 (από τα οποία το ένα είχε κλείσει προσφάτως και το άλλο παρέμενε ανοίκιαστο για έξι περίπου μήνες) και τρία στον αρ. 6 (που παρέμεναν ανοίκιαστα για 18 μήνες, για 10 μήνες και για 2 μήνες). Επίσης ανέφερε ότι άλλα 10 καταστήματα ήταν ανοίκιαστα στην οδό …. (από … μέχρι την πλατεία …) και ότι σε ακτίνα 100 μέτρων υπήρχαν 50 καταστήματα ανοίκιαστα, ενώ επισύναψε και φωτογραφίες των κλειστών καταστημάτων της οδού ….. Κατόπιν αυτού, το Δ.Σ., με την 36/28.12.2000 απόφασή του και σύμφωνα με την εισήγηση του Προέδρου του, αποφάσισε τη μείωση του επίμαχου μισθώματος σε ποσοστό 15%, αφού έλαβε υπόψη του τους παραπάνω ισχυρισμούς, οι οποίοι, σύμφωνα με την ως άνω εισήγηση, μετά από έρευνα αποδείχθηκαν αληθείς, διότι πράγματι πολλά καταστήματα της περιοχής παρέμεναν ανοίκιαστα αρκετό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να είναι προς το συμφέρον του Ιδρύματος να μην αποχωρήσει ο μισθωτής, με κίνδυνο να παραμείνει το μίσθιο ανοίκιαστο για κάποιο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια να νοικιαστεί με πολύ μικρότερο τίμημα από το τότε καταβαλλόμενο. Περαιτέρω, ο ως άνω μισθωτής, με την από 11.9.2003 αίτησή του, επανήλθε στο ίδιο ζήτημα και επικαλούμενος την έντονη κρίση, την οποία υφίσταντο οι επαγγελματίες, με αποτέλεσμα πολλά καταστήματα να κλείνουν, ζήτησε περαιτέρω μείωση του μισθώματος, σύμφωνα με τις τότε μειωμένες μισθωτικές αξίες (κατά τους ισχυρισμούς του 650-700 ευρώ), αναφέροντας ότι τα περισσότερα καταστήματα επί της οδού …. ήταν από πολλού ανοίκιαστα και ειδικότερα ανάφερε ότι στην οδό …. υπήρχε ένα κατάστημα κλειστό για περίπου 2-3 χρόνια, στον αρ. 3 υπήρχαν 2 καταστήματα κλειστά για περίπου 3-4 χρόνια (το ζητούμενο ενοίκιο ήταν αρχικά 1.028 ευρώ και είχε μειωθεί στο ποσό των 585 ευρώ), στον αρ. 7 υπήρχε αποθηκευτικός χώρος κλειστός για 3-4 χρόνια και ένα κατάστημα είχε κλείσει εκείνο το χρόνο, στον αρ. 9 ένα κατάστημα είχε επίσης κλείσει εκείνο το χρόνο και στον αρ. 6 ένα κατάστημα ήταν κλειστό για 3-4 χρόνια, ένα άλλο για 2-3 χρόνια και ολόκληρος ο πρώτος και ο δεύτερος όροφος (πρώην κλινική ….) ήταν κλειστοί για περίπου 2 χρόνια. Το αίτημά του αυτή τη φορά δεν έγινε δεκτό, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει από το μίσθιο, το οποίο εξακολουθεί να παραμένει ανοίκιαστο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην κρινόμενη έφεση. Προσκομίζονται, μάλιστα, τα πρακτικά 4 πλειοδοτικών δημοπρασιών εκμίσθωσης αυτού, που διενεργήθηκαν από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας στις 24.8.2008, 21.9.2008, 5.10.2008 και 25.1.2009, που όμως απέβησαν όλες άγονες και μάλιστα παρά το ότι η τελευταία ορίστηκε ότι θα διενεργείτο με το σύστημα των ελεύθερων προσφορών (ενώ οι προηγούμενες είχαν ως ελάχιστο όριο πρώτης προσφοράς το ποσό των 1.061 ευρώ). Με τα παραπάνω δεδομένα και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το Τμήμα κρίνει ότι μη νομίμως εχώρησε ο επίδικος καταλογισμός σε βάρος των εκκαλούντων, διότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται η πρόκληση ζημίας στο Ίδρυμα εκ της ως άνω απόφασης για τη μείωση του επίμαχου μισθώματος, η οποία (ζημία) συνιστούσε απαραίτητη προϋπόθεση για τη νόμιμη έκδοση της σχετικής καταλογιστικής απόφασης, χωρίς να επηρεάζει εν προκειμένω η διαπίστωση ότι δεν χορηγήθηκε η έγκριση της εποπτεύουσας αρχής για την εν λόγω μείωση. Ειδικότερα, η καταλογιστική απόφαση δέχθηκε άνευ άλλου την πρόκληση ζημίας εκ της μείωσης του μισθώματος, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι η ενέργεια αυτή δεν ήταν η ενδεδειγμένη από τις περιστάσεις και ότι πράγματι εξ’ αυτής ζημιώθηκε το Ίδρυμα, δοθέντος ότι ούτε από την ίδια την καταλογιστική απόφαση, ούτε από τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη για την έκδοσή της, αμφισβητούνται τα όσα έγιναν δεκτά με την επίμαχη απόφαση του Δ.Σ. του Ιδρύματος περί δυσχερειών στην αγορά και ύπαρξης αρκετών ανοίκιαστων καταστημάτων πλησίον του μισθίου, καθώς και περί της επιβαλλόμενης από το συμφέρον του Ιδρύματος ανάγκης να εξασφαλιστεί η παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο και η συνέχιση της είσπραξης ενοικίων, έστω μειωμένων κατά το ως άνω ποσοστό. Ούτε, άλλωστε, γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε δεδομένα της αγοράς και σε συγκριτικά στοιχεία εκ μισθώσεων άλλων ακινήτων στην περιοχή, που να ανατρέπουν τις ανωτέρω παραδοχές ή να καταδεικνύουν τυχόν μη εύλογη αναπροσαρμογή του ως άνω μισθώματος. Σύμφωνα επομένως με τα ανωτέρω, αυτή καθαυτή η μείωση του μισθώματος δεν συνιστά άνευ άλλου ζημία του Ιδρύματος, αλλά πρόκειται για μια μεμονωμένη διαχειριστική πράξη, που πλαισιώνεται, σύμφωνα με την ως άνω έκθεση ελέγχου, από μια συστηματικά ενδεδειγμένη κατά τα λοιπά συνολική διαχειριστική δράση του ως άνω Δ.Σ., το οποίο, εκτιμώντας τις ως άνω περιστάσεις, που δεν αμφισβητούνται, την έκρινε ως την πλέον πρόσφορη για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Ιδρύματος και με τον τρόπο αυτό εξασφάλισε την παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο, με μίσθωμα του οποίου επίσης δεν αμφισβητείται το εύλογο ύψος, παρά τις αντίξοες συνθήκες, οι οποίες, όπως διαφάνηκε και από την πορεία των πραγμάτων, τελούσαν υπό επιδείνωση, με τελικό αποτέλεσμα την, μετά την αποχώρηση του ανωτέρω μισθωτή, παντελή αδυναμία μίσθωσης του παραπάνω ακινήτου, ακόμα και μετά τη διενέργεια τεσσάρων δημοπρασιών, αφού αυτές απέβησαν όλες άγονες. Κατόπιν αυτών, η προσβαλλόμενη καταλογιστική απόφαση δεν εκδόθηκε νόμιμα δοθέντος ότι δεν αποδεικνύεται, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η πρόκληση ζημίας στο Ίδρυμα από τη μείωση του επίμαχου ενοικίου και συνεπώς για το λόγο αυτό, που βασίμως προβάλλεται, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη καταλογιστική απόφαση και να αποδοθεί το κατατεθέν παράβολο στους εκκαλούντες.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται την από 17.8.2009 έφεση των: 1) …. και 6) ……
Ακυρώνει την 5179/13.12.2004 καταλογιστική απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους εκκαλούντες.
