ΕΣ 2504/2013,IV ΤΜ.ΥΠΟΛΟΓΟΣ ΧΕΠ, ΕΟΦ, ΣΕΥΥΠ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ, ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΕΦΟΣΟΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΔΕΣΜΕΥΕΙ ΤΟ ΕΣ (ΜΕΙΟΨ. ΟΧΙ ΘΑ ΣΥΝΕΚΤΙΜΗΘΕΙ) ΚΑΙ 1808/14 ΟΛΟΜ.

Ε.Σ

2504/2013 ΤΜΗΜΑ  IV          

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Γεωργία Μαραγκού και Μαρία Αθανασοπούλου, Σύμβουλοι, Κωνσταντίνος Κρέπης (εισηγητής) και Αικατερίνη Σπηλιοπούλου, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας Ιωάννης Κάρκαλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου, ο οποίος είχε κώλυμα.

Γραμματέας: Ολυμπία Κωνσταντακοπούλου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Γ΄).

Για να δικάσει την από 4.2.2008 (αριθ. κατάθ. 15/8.2.2008) έφεση της Ευγενίας Κρινά του Ιωάννη, κατοίκου Αμφιάλης Πειραιά (οδός Π. Π. Γερμανού 51), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Αντωνακόπουλου (Α.Μ. 19464/ΔΣΑ).

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Συμβούλου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα,

κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων», που εδρεύει στο Χολαργό (οδός Μεσογείων 284) και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αναστασίας Μακαρούνη (Α.Μ. 16621/Δ.Σ.Α.) και

κατά της οικ. 2951/9.8.2007 καταλογιστικής απόφασης των επιθεωρητών του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Και

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, που πρότεινε την εν μέρει παραδοχή αυτής.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, με την παρουσία και της Γραμματέως του.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα:

Ι. Με την υπό κρίση έφεση ζητείται η ακύρωση της οικ. 2951/9.8.2007 απόφασης των επιθεωρητών του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.) του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την οποία καταλογίστηκε υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.) και σε βάρος της εκκαλούσας, υπό την ιδιότητά της ως υπολόγου χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής, το συνολικό ποσό των 15.005,08 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 14.976,70 ευρώ, που αντιστοιχεί σε προσαυξήσεις παρανόμως παρακρατηθέντος ποσού ύψους 32.669,44 ευρώ, από το οποίο αυτή επέστρεψε 32.641,06 ευρώ, και σε 28,38 ευρώ, που συνιστά κύρια οφειλή και αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του φερόμενου ως παρανόμως παρακρατηθέντος ποσού και εκείνου που τελικά επεστράφη. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 3308/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία  αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η συμπλήρωση του φακέλου με τα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα και στοιχεία. Ακολούθως, μετά την εκτέλεση όσων διατάχθηκαν με την ανωτέρω προδικαστική απόφαση, νόμιμα επαναφέρεται για συζήτηση η κρινόμενη έφεση και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της.

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 17, 18, 32 και 35 του ν.δ/τος 496/1974 «περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (ΦΕΚ Α΄ 204) συνάγονται τα εξής: Υπόλογος Ν.Π.Δ.Δ. είναι αυτός που διαχειρίζεται, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, χρήματα, αξίες ή υλικό που ανήκει σε Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και κάθε άλλος θεωρούμενος από το νόμο ως υπόλογος Ν.Π.Δ.Δ.. Σε περίπτωση που προκαταβάλλεται από το Ν.Π.Δ.Δ. χρηματικό ποσό, με την έκδοση χρηματικού εντάλματος προπληρωμής (ΧΕΠ), υπόλογος είναι εκείνος στο όνομα του οποίου εκδίδεται, κατόπιν απόφασης του οικείου διατάκτη, το χρηματικό ένταλμα, ο οποίος και καταλογίζεται σε περίπτωση διαπίστωσης ελλείμματος στη διαχείριση του προϊόντος αυτού. Περαιτέρω, οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες των υπολόγων των Ν.Π.Δ.Δ. από ΧΕΠ καθορίζονται με το π.δ. 470/1975 (ΦΕΚ Α΄ 148), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 19 του ν.δ/τος 496/1974. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του ως άνω π.δ/τος (470/1975) προκύπτει ότι κάθε πληρωμή που ενεργείται από τον υπόλογο ΧΕΠ πρέπει να στηρίζεται σε πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά. Συνεπώς, πληρωμή δαπάνης της οποίας τα δικαιολογητικά δε στηρίζονται στο νόμο (παρατύπως εκδοθέντα, ελλιπή, πλαστά ή νοθευμένα) αποτελεί έλλειμμα στη διαχείριση του υπολόγου, καταλογιζόμενο σε βάρος του από τα κατά περίπτωση αρμόδια όργανα (απόφ. IV Τμ. 2351/2009). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ως άνω π.δ/τος, εφόσον «προ της λήξεως της προς απόδοσιν λογαριασμού ταχθείσης προθεσμίας, ήθελεν εκπληρωθή ή ματαιωθή ο σκοπός δι’ ον εξεδόθη το χρηματικό ένταλμα προπληρωμής, δεν προβλέπεται δε να ενεργηθή ετέρα πληρωμή, ο υπόλογος υποχρεούται να επιστρέψει αμελλητί εις το ΝΠΔΔ το αδιάθετον ποσόν του εντάλματος τούτου και να προβή εις την απόδοσιν λογαριασμού της διαχειρίσεως αυτού, χωρίς να αναμείνη την λήξιν της ταχθείσης προθεσμίας» (παρ. 2), ενώ την ίδια υποχρέωση «υπέχει ο υπόλογος και εις περίπτωσιν, καθ’ ην, συνεχιζομένων των πληρωμών, παρακρατεί αδικαιολογήτως εις χείρας του τα χρήματα εκ του διαχειριζομένου υπό τούτου ποσού του χρηματικού εντάλματος, εφ’ όσον ταύτα δεν προορίζονται δι’ αμέσους και επιτακτικάς ανάγκας πληρωμής δαπανών» (παρ. 3). Άλλωστε, «δια παν χρηματικόν ποσόν … ευρισκόμενον εις χείρας του υπολόγου κατά παράβασιν των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου … οφείλεται και προσαύξησις λόγω εκπροθέσμου επιστροφής, ανερχομένη εις ποσοστόν 2% επί του ποσού τούτου δι’ έκαστον μήνα καθυστερήσεως, εκάστου μηνός λαμβανομένου ιδιαιτέρως και εις το ακέραιον» (παρ. 4).

ΙΙΙ. Περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ. 2 της σύμβασης που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256), ορίζονται τα εξής: «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώο μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». Το κατά το παραπάνω άρθρο της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας ισχύει και για το Ελεγκτικό Συνέδριο, στις περιπτώσεις που τα ίδια πραγματικά περιστατικά και η ίδια προσωπική συμπεριφορά στοιχειοθετούν εκτός από ποινικό αδίκημα και την αιτιολογία του επιβληθέντος καταλογισμού. Συνεπώς, στις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο αθωώνεται τελεσιδίκως από τα ποινικά δικαστήρια, ακόμα και λόγω αμφιβολιών, η αθωωτική απόφαση πρέπει να γίνεται σεβαστή, διαφορετικά παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας (βλ. την από 27.9.2007 απόφαση του ΕΔΔΑ, υπόθεση Β. Σταυρόπουλου κατά Ελλάδας, αποφ. IV Τμ. 2351/2009, V Τμ. 3028/2010, 2703/2011). Η κατά τα ανωτέρω δέσμευση του Ελεγκτικού Συνεδρίου από την αθωωτική ποινική απόφαση συντρέχει αποκλειστικά και μόνο υπό την προϋπόθεση ότι τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία διώχθηκε ποινικά το προτεινόμενο προς καταλογισμό πρόσωπο, αλλά αθωώθηκε έστω και λόγω αμφιβολιών, ταυτίζονται πλήρως με αυτά στα οποία στηρίζεται ο καταλογισμός του (πρβλ. ΣτΕ 1670/2009, 2690/2008, ΔΕφΠειρ 1311/2008).

IV. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας και ιδίως τις υπ’ αριθ. 3103/29.10.2004 και 1516/3.5.2007 εκθέσεις ελέγχου, καθώς και την 2721/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκτιμώμενα το καθένα χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα, υπάλληλος του Ε.Ο.Φ. (Ν.Π.Δ.Δ.), είχε οριστεί, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.1990 έως 5.11.2001, με διαδοχικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού, υπόλογος χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής (ΧΕΠ), με αντικείμενο την καταβολή ταχυδρομικών τελών. Το έτος 2001, με αφορμή τα δικαιολογητικά πληρωμής (αποδείξεις καταβολής ταχυδρομικών τελών) που υπέβαλε η ανωτέρω στη Δ/νση Οικονομικού – Τμήμα Λογ/κών Διαδικασιών, διαπιστώθηκε, μετά από έλεγχο της προς τούτο αρμόδιας υπαλλήλου, ότι το κόστος των τελών που αναγραφόταν στις αποδείξεις πληρωμής ήταν ιδιαίτερα υψηλό σε σχέση με το κόστος που είχε καταβάλει η ίδια για αποστολή προσωπικού της φακέλου. Ενόψει της επισήμανσης αυτής, συστάθηκε τριμελής επιτροπή, προκειμένου να ερευνήσει σε βάθος όλα τα ΧΕΠ ταχυδρομικών τελών και τα συνημμένα σε αυτά δικαιολογητικά πληρωμής. Η παραπάνω επιτροπή, μετά το πέρας του ελέγχου, συνέταξε την ΕΜΠ 552/10.12.2001 έκθεση, στην οποία αναφέρεται ότι διαπιστώθηκαν σοβαρότατες ανωμαλίες στη διαχείριση των χρημάτων που είχε στη διάθεσή της η εκκαλούσα και συγκεκριμένα ότι αυτή υπεξαίρεσε το ποσό των 11.822.443 δραχμών (34.695,36 ευρώ), το οποίο προέκυψε από το σύνολο των παραποιημένων αποδείξεων πληρωμής. Κατόπιν των ανωτέρω, η εκκαλούσα κατέθεσε στο ταμείο του Ε.Ο.Φ. στις 28.12.2001 το ποσό των 11.122.443 δραχμών, με ισόποση τραπεζική επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, μετά από αφαίρεση ποσού 700.000 δραχμών, το οποίο είχε ήδη καταθέσει στα ΕΛΤΑ στις 8.11.2001. Ακολούθως, με το οικ. 145/25.10.2002 έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή του Σ.Ε.Υ.Υ.Π. ανατέθηκε στους επιθεωρητές του Σώματος Ιωάννα Παναγιώτου και Θωμά Δεσύλλα η διενέργεια οικονομικού ελέγχου αναφορικά με τη διαχείριση από την εκκαλούσα του συνόλου των ΧΕΠ πληρωμής ταχυδρομικών τελών. Οι ως άνω επιθεωρητές συνέταξαν σχετικά την 3103/29.10.2004 έκθεση ελέγχου, στην οποία περιέχονται οι ακόλουθες διαπιστώσεις: 1) ότι είχε γίνει παραποίηση των αποδείξεων καταβολής ταχυδρομικών τελών, με εμφανείς διορθώσεις στο καταβληθέν ποσό (λ.χ. η προσθήκη στη χιλιάδα στην αρχή 1 ή στο τέλος 0, με αποτέλεσμα ποσό π.χ. 6.300 δρχ. να γίνεται 16.300 δρχ., ποσό 2.006 δρχ. να γίνεται 20.060 δρχ., η διόρθωση του αριθμού 1 σε 4 και 7, όπως π.χ. ποσό 1.000 δρχ. να γίνεται 7.000 δρχ. κ.λπ.), 2) ότι είχε γίνει παραποίηση του βάρους των δεμάτων, προκειμένου αυτό να πλησιάζει, κατά το δυνατόν, με το αναγραφόμενο παραποιημένο κόστος (π.χ. βάρος 1,5 kg να γίνεται 11,5 kg για χρέωση δέματος αξίας 2.100 δρχ., το οποίο χρεωνόταν από την εκκαλούσα 12.100 δρχ.), 3) ότι είχαν γίνει προσθήκες, ιδιαίτερα στις αποστολές «Πόρτα – Πόρτα», επιπλέον αποστολών δεμάτων, με τη συμπλήρωση και άλλου ή άλλων προορισμών και των αντίστοιχων ποσών, στις αποδείξεις εκείνες όπου δεν είχε αναγραφεί από τον ταχυμεταφορέα το συνολικό ποσό της απόδειξης, 4) ότι αντίστοιχες παραποιήσεις παρατηρήθηκαν και στις αποστολές δεμάτων που έγιναν μέσω των εταιρειών courier (ενδεικτικά αναφέρονται τα ποσά των αποδείξεων της εταιρείας courierACS, συγκρινόμενα με την κατάσταση εξοφλημένων τιμολογίων του Ε.Ο.Φ.), 5) ότι ο αριθμός των αποδείξεων που εμφανίζονται να έχουν παραποιηθεί ανέρχονταν συνολικά σε 1.273, εκ των οποίων οι 687 αφορούσαν αποστολές μέσω των ΕΛΤΑ και οι λοιπές 586 αποστολές μέσω της υπηρεσίας «Ταχυμεταφορές», ενώ για 368 αποδείξεις που αντιπαραβλήθηκαν από τα ΕΛΤΑ (των ετών 1998-2001) διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε ταύτιση με τα ποσά που απέδιδε η εκκαλούσα, 6) ότι από τα στοιχεία που απέστειλε η εταιρεία «Ταχυμεταφορές Α.Ε.» και αφορούσαν αποστολές «Πόρτα – Πόρτα», οι χρεώσεις που είχαν γίνει στην καρτέλα πελάτη ΕΟΦ που τηρούσε η εταιρεία δεν συμφωνούσαν με τα ποσά που κατέβαλε ο ΕΟΦ και αναγράφονταν στις αποδείξεις που φαίνεται ότι είχαν παραποιηθεί, 7) ότι το κόστος των αποστολών «Πόρτα – Πόρτα», βάσει των οικείων τιμοκαταλόγων της εταιρείας «Ταχυμεταφορές Α.Ε.», ουδόλως συμφωνούσε με το αναγραφόμενο κόστος αποστολής στις παραποιημένες αποδείξεις καταβολής ταχυδρομικών τελών και 8) ότι στις παραποιημένες αποδείξεις έτους 1990, το πραγματικό κόστος χρέωσης ΕΛΤΑ φαινόταν καθαρά κοιτάζοντας κάποιος από το πίσω μέρος της απόδειξης, διότι οι αποδείξεις εκείνο το χρονικό διάστημα εκδίδονταν σε καρμπονιζέ χαρτί, με αποτέλεσμα η τιμή να αποτυπώνεται και στις δύο πλευρές αυτής. Μετά ταύτα, οι ως άνω επιθεωρητές, αφού προέβησαν στη σύνταξη συγκεντρωτικών καταστάσεων των παραποιημένων αποδείξεων καταβολής  ταχυδρομικών τελών, ανέγραψαν στα συμπεράσματά τους ότι οι εν λόγω αποδείξεις «της χρονικής περιόδου 1990 έως 2001 … έχουν παραποιηθεί από την υπόλογο κ. Ευγ. Κρινά» με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν και προσδιόρισαν την «προκύπτουσα διαφορά που υπεξαίρεσε» η εκκαλούσα σε 11.132.113 δραχμές και ειδικότερα «υπεξαιρεθέν ποσό» 20.000 δρχ. από 1.7.1990 έως 31.12.1990, 12.310 δρχ. το 1992, 5.500 δρχ. το 1993, 26.960 δρχ. το 1995, 53.000 δρχ. το 1996, 234.847 δρχ. το 1997, 1.012.480 δρχ. το 1998, 3.639.536 δρχ. το 1999, 3.747.450 δρχ. το 2000, 2.363.730 δρχ. από 1.1.2001 έως 30.6.2001 και 16.300 δρχ. από 1.7.2001 έως 5.11.2001. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκκαλούσα είχε ήδη καταβάλει ποσό 11.122.443 δραχμών, πρότειναν να καταλογισθεί σε βάρος της η προκύπτουσα διαφορά εκ ποσού 9.670 δρχ. ή 28,38 ευρώ (11.132.113 δρχ. μείον 11.122.443 δρχ.), καθώς και να υπολογισθούν οι νόμιμες προσαυξήσεις στο «υπεξαιρεθέν ποσό». Στη συνέχεια, σε εκτέλεση της οικ. 494/26.3.2007 εντολής του Γενικού Επιθεωρητή του Σ.Ε.Υ.Υ.Π., οι ίδιοι ως άνω επιθεωρητές συνέταξαν την 1516/3.5.2007 έκθεση ελέγχου, βάσει της οποίας οι αναλογούσες στο ως άνω ποσό (11.132.113 δρχ.) προσαυξήσεις υπολογίστηκαν στο ποσό των 14.976,70 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του π.δ/τος 470/1975, στο οποίο προστέθηκε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, η διαφορά των 28,38 ευρώ, που συνιστά κύρια οφειλή και δεν επεστράφη από την εκκαλούσα το έτος 2001. Ενόψει αυτών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος της εκκαλούσας το ποσό των 15.005,08 (14.976,70+28,38) ευρώ, με την αιτιολογία ότι «το διάστημα κατά το οποίο εκτελούσε χρέη υπολόγου χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής ταχυδρομικών τελών … παράνομα είχε παρακρατήσει ποσό συνολικού ύψους 11.132.113 δρχ. … από το οποίο επέστρεψε ποσό 11.122.443 δρχ. … και οφείλει επιπλέον την διαφορά των 28,38 ευρώ καθώς και το ποσό των 14.976,70 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις προσαυξήσεις του ανωτέρω καταλογισθέντος ποσού». Περαιτέρω, παράλληλα με την προαναφερθείσα διοικητική διαδικασία, κατά της εκκαλούσας ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα 1) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 5.000.000 δρχ. και 2) της απάτης κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 5.000.000 δρχ. Με την 2721/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη (βλ. τα 378/14.12.2007 και 5279/10.12.2007 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα), η εκκαλούσα κηρύχθηκε αθώα, λόγω αμφιβολιών, για τις ανωτέρω πράξεις. Ειδικότερα, κηρύχθηκε αθώα: 1) Του ότι «κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.1999 μέχρι 5.11.2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος νόθευσε με πρόθεση έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Ακολούθως, προέβη σε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος και να βλάψει άλλους, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων [5.000.000] δραχμών … είναι δε δράστης που διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα, έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου του Ελληνικού Οργανισμού Φαρμάκων [ΕΟΦ] και έχοντας οριστεί υπόλογος χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής ταχυδρομικών τελών, που ο εν λόγω οργανισμός πλήρωνε για τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας του και την αποστολή δεμάτων, εκδίδοντας τα αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής με βάση τα δικαιολογητικά και τις αποδείξεις που η κατηγορουμένη συγκέντρωνε, παραποίησε αποδείξεις των ταχυδρομικών τελών που είχαν εκδοθεί από τους αντίστοιχους φορείς που διενεργούσαν τις ταχυδρομικές αποστολές που πραγματοποιήθηκαν από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία και μέσω της υπηρεσίας «Ταχυμεταφορές», με εμφανείς διορθώσεις στο καταβληθέν ποσό … Η κατηγορουμένη προέβη στα ανωτέρω με σκοπό να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Οργανισμού Φαρμάκων [ΕΟΦ] ότι οι παραπάνω ενδείξεις ήταν ορθές, δηλαδή ότι αποτελούσαν πράγματι περιεχόμενο των άνω αποδείξεων ταχυδρομικών τελών και ότι είχαν πραγματοποιηθεί οι δαπάνες καταβολής των ταχυδρομικών τελών, με αποτέλεσμα τα όργανα του ΕΟΦ, θεωρώντας ότι όσα περιέχονταν στις συγκεκριμένες αποδείξεις ταχυδρομικών τελών ήταν αληθή, προερχόμενα από τους φορείς [ΕΛΤΑ, ταχυμεταφορικές εταιρείες] που είχαν διενεργήσει τις ταχυδρομικές αποστολές, να διαμορφώνουν αντιστοίχως και τα ποσά που αναγράφονταν και πληρώνονταν στην κατηγορουμένη με τα εν λόγω χρηματικά εντάλματα, το συνολικό ποσό που προσπορίστηκε η ίδια ανέρχεται συνολικά σε 8.785.836 δραχμές, ήδη σε 25.783,82 ευρώ και πιο αναλυτικά, για το χρονικό διάστημα από 3.6.1999 μέχρι 31.12.1999 σε 1.293.259 δραχμές, για το έτος 2000 σε 3.747.450 δραχμές, για το διάστημα από 1.1.2001 έως 30.6.2001 σε 2.363.730 δραχμές και για το διάστημα από 1.7.2001 έως 5.11.2001 σε 16.300 δραχμές. Ακολούθως, έκανε χρήση των κατά τα ανωτέρω νοθευμένων εγγράφων, δεδομένου ότι με βάση αυτές εκδόθηκαν τα αντίστοιχα χρηματικά εντάλματα προπληρωμής και η ίδια εισέπραξε τα ποσά αυτών …». 2) Του ότι «κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1992 μέχρι 5.11.2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, είναι δε δράστης που ενεργεί απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων [5.000.000] δραχμών … . Συγκεκριμένα, ενεργώντας ως υπόλογος των χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής ταχυδρομικών τελών, που ο Ελληνικός Οργανισμός Φαρμάκων [ΕΟΦ] πλήρωνε για την διεκπεραίωση της αλληλογραφίας του και την αποστολή δεμάτων, και έχοντας προβεί στη νόθευση … αποδείξεων ταχυδρομικών τελών, που είχαν εκδοθεί από τους αντίστοιχους φορείς που διενεργούσαν τις ταχυδρομικές αποστολές, παρέστησε ψευδώς στα αρμόδια όργανα του εν λόγω Οργανισμού [ΕΟΦ], που με βάση τα δικαιολογητικά και τις αποδείξεις εξέδιδαν τα αντίστοιχα για την πληρωμή των ταχυδρομικών τελών εντάλματα πληρωμής, ότι οι παραπάνω ενδείξεις, τις οποίες η ίδια μετά από παραποιήσεις εμφάνιζε ήταν οι ορθές, δηλαδή ότι αποτελούσαν πράγματι περιεχόμενο των άνω αποδείξεων ταχυδρομικών τελών, και ότι οι δαπάνες καταβολής των ταχυδρομικών τελών ήταν οι αναγραφόμενες σε αυτές. Με τον τρόπο αυτό έπειθε τα εν λόγω όργανα ότι όσα περιέχονταν στις συγκεκριμένες αποδείξεις ταχυδρομικών τελών ήταν αληθή και προερχόμενα πράγματι από τους φορείς [ΕΛΤΑ, ταχυμεταφορικές εταιρείες] που είχαν διενεργήσει τις ταχυδρομικές αποστολές, και έτσι εκείνα προέβαιναν στη έκδοση των άνω χρηματικών ενταλμάτων διαμορφώνοντας αντιστοίχως και τα ποσά που αναγράφονταν και πληρώνονταν με τα χρηματικά εντάλματα στην κατηγορουμένη, η οποία καρπώνονταν κάθε φορά τη διαφορά μεταξύ των ποσών που αντιστοιχούσαν στις πραγματικές δαπάνες για τα ταχυδρομικά τέλη και των ποσών που αναγράφονταν στα οικεία χρηματικά εντάλματα, το δε συνολικό ποσό ανέρχεται σε 11.112.113 δραχμές [32.610,75 ευρώ] και αναλυτικότερα για το έτος 1992 σε 12.310 δραχμές, για το έτος 1993 σε 5.500 δραχμές, για το έτος 1995 σε 26.960 δραχμές, για το έτος 1996 σε 53.000 δραχμές, για το έτος 1997 σε 234.847 δραχμές, για το έτος 1998 σε 1.012.480 δραχμές, για το έτος 1999 σε 3.639.536 δραχμές, για το έτος 2000 σε 3.747.450 δραχμές, για το διάστημα από 1.1.2001 έως 30.6.2001 σε 2.363.730 δραχμές και για το διάστημα από 1.7.2001 έως 5.11.2001 σε 16.300 δραχμές …».

Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει και των όσων έγιναν δεκτά στην τρίτη σκέψη της παρούσας αναφορικά με το τεκμήριο αθωότητας, εφόσον οι ποινικά κολάσιμες πράξεις για τις οποίες αθωώθηκε η εκκαλούσα από το ποινικό δικαστήριο (πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια), έχουν, όσον αφορά στο χρονικό διάστημα από 1.1.1992 έως 5.11.2001, την ίδια αντικειμενική υπόσταση, είναι δηλαδή ταυτόσημες με τις παράνομες πράξεις που της αποδίδονται με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία στηρίζεται στις προαναφερθείσες 3103/29.10.2004 και 1516/3.5.2007 εκθέσεις ελέγχου, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αποστεί από την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, από την οποία ήδη απέρρευσε δεδικασμένο ως προς το ότι η εκκαλούσα δεν τέλεσες τις αποδιδόμενες σε αυτήν πράξεις, που συνιστούν έγκλημα και παράλληλα εμφανίζονται ως η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης ελλείμματος στη διαχείριση του Ε.Ο.Φ.. Τούτο, διότι, ο ένδικος καταλογισμός, που κατά κύριο λόγο αφορά σε προσαυξήσεις λόγω εκπρόθεσμης επιστροφής εκ μέρους της εκκαλούσας του φερόμενου ως υπεξαιρεθέντος ποσού από τη διαχείριση των ΧΕΠ πληρωμής ταχυδρομικών τελών, στηρίζεται αποκλειστικά στο ότι αυτή παραποίησε με πρόθεση τις αναφερόμενες στην 3103/29.10.2004 έκθεση ελέγχου αποδείξεις πληρωμής ταχυδρομικών τελών, αποκτώντας παράνομα αντίστοιχο περιουσιακό όφελος, παραδοχή που ωστόσο ανατράπηκε στη συνέχεια από το ποινικό δικαστήριο με την αθώωσή της, έστω και λόγω αμφιβολιών. Περαιτέρω, αναφορικά με το έτος 1990, το οποίο δεν καλύπτεται από την παραπάνω ποινική απόφαση (το έτος 1991 δεν διαπιστώθηκε έλλειμμα), όπου αναλογεί, κατά τις προαναφερθείσες εκθέσεις ελέγχου, «υπεξαιρεθέν» ποσό ύψους 20.000 δραχμών, στο οποίο αντιστοιχούν προσαυξήσεις 52.800 δραχμών (ή 154,95 ευρώ), υφίστανται ομοίως αμφιβολίες αναφορικά με την τέλεση από την εκκαλούσα των παραπάνω παράνομων πράξεων, λαμβανομένου υπόψη ότι ουδέποτε έγινε γραφολογική εξέταση (βλ. σελ. 7 της 2721/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) και επομένως σε καμία περίπτωση δεν δύναται να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι αυτή προέβη στην παραποίηση των αντιστοιχούντων στο έτος αυτό αποδείξεων πληρωμής ταχυδρομικών τελών προς ίδιον όφελος, όπως γίνεται δεκτό στις ως άνω εκθέσεις ελέγχου. Αν και κατά την ειδικότερη γνώμη του έχοντος συμβουλευτική ψήφο Παρέδρου Κωνσταντίνου Κρέπη, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του – κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 –  Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), που εφαρμόζεται αναλόγως και στις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκες (βλ. το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006), η οποία ορίζει ότι τα δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη», χωρίς ανάλογη πρόβλεψη και για τις αθωωτικές, ρυθμίζει διαφορετικά το ζήτημα της δέσμευσης των διοικητικών δικαστηρίων – και του Ελεγκτικού Συνεδρίου – ανάλογα με το εάν πρόκειται για καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση. Έτσι, ενώ οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων είναι δεσμευτικές ως προς την ενοχή του δράστη, επομένως και ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αποδοθέντος ποινικού αδικήματος, τη συνδρομή ή μη των οποίων δεν έχει την εξουσία να εξετάσει εκ νέου το Ελεγκτικό Συνέδριο (απόφ. IV Τμ. 2800/2012), δεν ισχύει το ίδιο για τις αθωωτικές αποφάσεις, τις οποίες το Δικαστήριο υποχρεούται απλώς να συνεκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσεώς του (πρβλ. ΣτΕ 2067/2011, Α.Π. 1077/2012). Ενόψει αυτών, η 2721/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η εκκαλούσα αθωώθηκε, λόγω αμφιβολιών, για τις ανωτέρω πράξεις, δεν θα έπρεπε να οδηγήσει στην, άνευ ετέρου, απαλλαγή της από τον ένδικο καταλογισμό, αλλά έπρεπε απλώς να συνεκτιμηθεί από το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της κρίσεώς του.

V. Συνακόλουθα, πρέπει η ένδικη έφεση, κατά παραδοχή του αντίστοιχου λόγου αυτής, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων έφεσης, να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί η απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 56 του π.δ/τος 774/1980, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 57 του ν. 3659/2008).

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την έφεση.

Ακυρώνει την οικ. 2951/9.8.2007 καταλογιστική απόφαση των επιθεωρητών του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Και

 Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου έφεσης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2013.

                Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                          Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΠΑΡΕΔΡΟΣ

           ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΛΔΗ                                     ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΚΡΕΠΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 11 Ιουνίου 2013.

            Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

      ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΛΔΗ                 ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ