2626/2006 ΤΜΗΜΑ Ι
Αποτελούμενο από τον Πρόεδρο του Τμήματος, Αντιπρόεδρο Γεώργιο – Σταύρο Κούρτη, τους Συμβούλους Σωτηρία Ντούνη και Ελένη Λυκεσά (Εισηγήτρια) και τις Παρέδρους Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη και Κωνσταντίνα Ζώη, οι οποίες μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο και τη Γραμματέα Αλεξάνδρα Ηλιοπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριο του Καταστήματός του, στις 16 Μαΐου 2006, με την παρουσία του ασκούντος καθήκοντα Αντεπιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, Συμβούλου, Αντωνίου Νικητάκη, που αναπληρώνει νόμιμα το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος κωλύεται.
Για να δικάσει την από 20.5.2003 (αριθ. κατάθ. 61/5.6.2003) έφεση του Γεωργίου Γερογιαννάκη του Δημητρίου, κατοίκου Ρόδου, (οδός Δενδρινού 47), ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο αλλά δεν παραστάθηκε νόμιμα .
Με την έφεσή του αυτή στρέφεται εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Λαμπρόπουλου και
Κατά της 1271/13.3.2003 απόφασης καταλογισμού του Οικονομικού Επιθεωρητή της Οικονομικής Επιθεώρησης Κρήτης Αριστείδη Σταματάκη.
Με την κρινόμενη έφεση και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή ο εκκαλών ζητά την ακύρωση της ως άνω απόφασης.
Αφού άκουσε
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της κρινόμενης έφεσης και
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε επίσης την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία και
Σκέφτηκε σύμφωνα με το νόμο με την παρουσία όλων των Δικαστών, οι οποίοι συμμετείχαν στη συζήτηση της υπόθεσης παρουσία και της Γραμματέα.
Αποφάσισε τα ακόλουθα:
1. Με την κρινόμενη από 20.5.2003 έφεση, όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώνεται με το από 11.4.2005 υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της 1271/13.3.2003 απόφασης καταλογισμού του Οικονομικού Επιθεωρητή της Οικονομικής Επιθεώρησης Κρήτης Αριστείδη Σταματάκη, με την οποία καταλογίστηκε ο εκκαλών, τέως Προϊστάμενος της Π.Δ. Σ.Δ.Ο.Ε. Νοτίου Αιγαίου, με το ποσό των 633,90 ευρώ (216.000 δραχμών), το οποίο αντιστοιχεί σε έξοδα διανυκτέρευσης και ημερήσιας αποζημίωσης, τα οποία αυτός φέρεται ότι παρανόμως έλαβε για τρεις εκτός έδρας μετακινήσεις που πραγματοποίησε για υπηρεσιακούς λόγους. Η έφεση αυτή νόμιμα επαναφέρεται για συζήτηση μετά την έκδοση της 2083/2005 προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού και τη συμπλήρωση του φακέλου σύμφωνα με τα διαταχθέντα, χωρίς να εμποδίζεται η πρόοδος της δίκης από τη δικονομική απουσία του εκκαλούντος, αφού αυτός εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και δήλωσε ότι επιθυμεί τη συζήτηση της υπόθεσής του (άρθρα 16, 27, 59 και 65 του π.δ/τος 1225/1981).
2. Ο ν. 2362/1995 «Περί Δημόσιου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247) ορίζει στο άρθρο 33 ότι «1. Μη νόμιμες δαπάνες που πληρώθηκαν με οποιονδήποτε τίτλο πληρωμής καταλογίζονται: α) … β) στο λαβόντα εφόσον έχει συντελέσει υπαίτια στη μη νόμιμη πληρωμή και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα αυτού. 2. Αρμόδιο όργανο για τον καταλογισμό μη νόμιμων δαπανών, που πληρώθηκαν με τίτλους πληρωμής που δεν εκδίδονται από τις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου, είναι ο Διατάκτης και οι κάθε ειδικότητας επιθεωρητές, που έχουν διαπιστώσει την παράνομη πληρωμή και σε κάθε περίπτωση το Ελεγκτικό Συνέδριο. … Ο ανωτέρω Διατάκτης είναι αρμόδιος και για τον καταλογισμό των αχρεωστήτως λαβόντων με τίτλους πληρωμής της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου, εφόσον διαπιστωθεί εκ των υστέρων, βάσει νέων στοιχείων, ότι η πληρωμή έγινε με μη νόμιμα δικαιολογητικά ή λανθασμένο υπολογισμό» και στο άρθρο 56 ότι «1. Έλλειμμα δημοσίου υπολόγου είναι οποιοδήποτε έλλειψη χρημάτων, αξιών και υλικού που διαπιστώνεται με τη νόμιμη διαδικασία στη διαχείρισή του, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση διαχειρίσεως που θεωρείται έλλειμμα από το νόμο … 3. Το έλλειμμα που παρουσιάζουν οι δημόσιοι υπόλογοι, επιφυλασσομένων των διατάξεων της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, καταλογίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση από τους διαπιστώσαντες αυτό οικείους διατάκτες και επιθεωρητές. Σε κάθε περίπτωση καταλογίζεται επίσης από το Ελεγκτικό Συνέδριο το αργότερο εντός δέκα (10) ετών από της υποβολής σε αυτό των δικαιολογητικών απόδοσης λογαριασμού της διαχείρισής τους. 4. Στις περιπτώσεις πληρωμής μη νόμιμων δαπανών καταλογίζεται: α) στα υπηρεσιακά όργανα που εκ δόλου ή βαρείας αμέλειας έχουν εκδώσει παράνομες διοικητικές πράξεις ή έχουν συμπράξει στη μη τήρηση των νόμιμων διαδικασιών πραγματοποιήσεως της δαπάνης και β) στους λαβόντες, εφόσον υπέχουν ευθύνη για τη τήρηση των ανωτέρω διαδικασίων. Στους λαβόντες καταλογίζεται και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής». Περαιτέρω το ν.δ. 1264/1942 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί οικονομικής επιθεωρήσεως» (Α΄ 274), που κυρώθηκε και διατηρήθηκε σε ισχύ με την 312/1946 Π.Υ.Σ., ορίζει στο άρθρο 1 ότι «Αντικείμενο αρμοδιότητος της εν τω Υπουργείω των Οικονομικών Υπηρεσίας της Οικονομικής Επιθεωρήσεως είναι η επ’ ονόματι του Υπουργού των Οικονομικών: α) … γ) ενέργεια ελέγχου της διαχειρίσεως παντός δημοσίου υπολόγου,…», στο άρθρο 12 ότι «1. Ο Γενικός Οικονομικός Επιθεωρητής … εφ’ όσον κατά την ενέργειαν επιθεωρήσεως οιασδήποτε δημοσίας ή μη διαχειρίσεως εκ των εν άρθρ. 1 παρ. 1 του παρόντος Νόμου διαλαμβανομένων διαπιστώσωσι την ύπαρξιν ελλείμματος προερχομένου εξ ελλείψεως χρημάτων ή υλικού ή αξιών εν γένει, προβαίνουσιν εις την έκδοσιν ητιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως κατά του υπολόγου και των τυχόν αλληλεγγύως μετ’ αυτού συνευθυνομένων …» και στο άρθρο 15 ότι «Δια πληρωμάς απορριφθείσας υπό του Οικονομικού Επιθεωρητού ως μη στηριζομένας εις νόμιμον τίτλον καταλογίζονται μετά του υπολόγου κατά τους ορισμούς του άρθρ. 12 του παρόντος Νόμου και οι ανοικείως λαβόντες τα χρήματα δημόσιοι υπάλληλοι ή ιδιώται».
3. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Οι διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2362/1995 αφορούν ειδικά στον καταλογισμό υπαλλήλων και αχρεωστήτως λαβόντων σε περίπτωση πληρωμής μη νομίμων δαπανών, οι οποίες όμως διαπιστώνονται ανεξάρτητα από τη διενέργεια ελέγχου στη διαχείριση ενός δημοσίου υπολόγου και τη διαπίστωση ελλείμματος σ’ αυτή. Οι διατάξεις αυτές απονέμουν αρμοδιότητα καταλογισμού στον Οικονομικό Επιθεωρητή σε βάρος του αχρεωστήτως λαβόντα, μόνο όταν οι μη νόμιμες δαπάνες καταβλήθηκαν σ’ αυτόν με τίτλους πληρωμής που δεν έχουν εκδοθεί από τις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου. Αντίθετα, ο Οικονομικός Επιθεωρητής δεν έχει αρμοδιότητα να καταλογίσει μη νόμιμες δαπάνες όταν αυτές καταβλήθηκαν με χρηματικά εντάλματα πληρωμής που εκδόθηκαν από τις εν λόγω Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου. Για τον καταλογισμό των αχρεωστήτως λαβόντων με τις δαπάνες αυτές, είναι αρμόδιος, μόνο ο διατάκτης και μόνο στην ειδική περίπτωση που διαπιστωθεί εκ των υστέρων, βάσει νέων στοιχείων, ότι η πληρωμή έγινε με μη νόμιμα δικαιολογητικά ή λανθασμένο υπολογισμό. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Οικονομικοί Επιθεωρητές έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 του ν. 2362/1995 και 1 και 12 του ν.δ. 1264/1942, γενική μεν αρμοδιότητα καταλογισμού μόνο όμως στις περιπτώσεις διενέργειας ελέγχου στις δημόσιες διαχειρίσεις και τους υπολόγους τους και στην περίπτωση διαπίστωσης ελλείμματος σ’ αυτές, οπότε προχωρούν στον καταλογισμό όχι μόνο του υπολόγου αλλά και του συνευθυνομένου και του αχρεωστήτως λαβόντα. Στην περίπτωση διαπίστωσης πληρωμής μη νομίμων δαπανών ανεξάρτητα από τη διενέργεια ελέγχου στη διαχείριση δημοσίου υπολόγου έχουν αρμοδιότητα καταλογισμού μόνο όπου ρητά τους παρέχεται, και στις περιπτώσεις αυτές δεν εμπίπτουν και οι δαπάνες που έχουν πληρωθεί με χρηματικά εντάλματα. Συνεπώς, σε περίπτωση που ο Οικονομικός Επιθεωρητής προβεί σε καταλογισμό αχρεωστήτως λαβόντα για μη νόμιμες δαπάνες που καταβλήθηκαν σ’ αυτόν με χρηματικά εντάλματα, η οικεία καταλογιστική πράξη είναι ακυρωτέα ως εκδοθείσα από αναρμόδιο όργανο. Τα ανωτέρω συμπορεύονται και με τα κριθέντα με τα Πρακτικά της 3ης/23.2.2005 Γενικής Συνεδριάσεως της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τα οποία η θεώρηση χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής δαπάνης, που γίνεται από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο πλαίσιο του διενεργούμενου από αυτόν προληπτικού ελέγχου των δαπανών του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ, δεν μπορεί να ανακληθεί ή αμφισβητηθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο ή από τη Διοίκηση εφ’ όσον έχει εκτελεσθεί (εξοφληθεί) το σχετικό χρηματικό ένταλμα, καθόσον η πράξη θεωρήσεως του χρηματικού εντάλματος, με την οποία η αναληφθείσα από το διατάκτη δαπάνη κρίνεται ως νόμιμη, είναι πράξη δικαστική τόσο κατά το τυπικό, όσο και κατά το ουσιαστικό, λειτουργικό κριτήριο (βλ. Πρακτικά 23ης/2.6.1997 Γεν. Συνεδρ. Ολομ. Ε.Σ.). Ειδικά στην περίπτωση που η θεώρηση του εξοφληθέντος εντάλματος στηρίχθηκε σε ανύπαρκτα, πλαστά ή ψευδή δικαιολογητικά και γενικά σε απατηλή συμπεριφορά του διοικουμένου είναι δυνατή η αναθεώρηση της ανωτέρω πράξης του Επιτρόπου, αν συντρέξουν οι, περιοριστικά αναφερόμενοι στο άρθρο 29 του π.δ/τος 774/1980, λόγοι για μετά από αίτηση ή οίκοθεν από το Συνέδριο αναθεώρηση.
4. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της κρινόμενης υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν της 1009805/403/ΔΕΥ-Α/298/Φ2484/31.1.2000 εντολής της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, ανατέθηκε στον Οικονομικό Επιθεωρητή Κρήτης Αριστείδη Σταματάκη η διενέργεια έρευνας κατά του εκκαλούντος, Γεωργίου Γερογιαννάκη, τέως Προϊσταμένου της Π.Δ. Σ.Δ.Ο.Ε. Νοτίου Αιγαίου, ενόψει καταγγελίας που υποβλήθηκε σε βάρος του ότι ενώ δεν πραγματοποιούσε υπηρεσιακά ταξίδια εισέπραττε τις αντίστοιχες αμοιβές. Μετά τη διενέργεια της εν λόγω έρευνας εκδόθηκε η 215/15.1.2001 πορισματική έκθεση του άνω Οικονομικού Επιθεωρητή, σύμφωνα με την οποία, παρανόμως καταβλήθηκαν στον εκκαλούντα: Α) Το ποσό των 90.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε έξοδα διανυκτέρευσης και ημερήσια αποζημίωση πέντε ημερών (5 Χ 10.000 και 5 Χ 8.000 αντίστοιχα), για εκτός έδρας μετακίνησή του για υπηρεσιακούς λόγους στην Κω από 28.2.1999 μέχρι και 7.3.1999, για την οποία υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία (Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου στο νομό Δωδεκανήσου) δικαιολογητικά, βάσει των οποίων εισέπραξε επτά (7) διανυκτερεύσεις και τις αντίστοιχες ημερήσιες αποζημιώσεις (με το 53/1999 ΧΕ αρμοδίως θεωρημένο), διότι, από τον έλεγχο του αρχείου του Σ.Δ.Ο.Ε. προέκυψε ότι τις περισσότερες ημέρες βρισκόταν στο γραφείο του στη Ρόδο, όπου και υπέγραψε – εξέδωσε τις 172/28.2.1999, 173/28.2.1999, 174/28.2.1999, 175/1.3.1999, 176/1.3.1999, 177/2.3.1999, 178/2.3.1999, 179/2.3.1999, 180/3.3.1999, 189/5.3.1999, 190/6.3.1999 εντολές ελέγχου και ότι στην Κω διανυκτέρευσε μόνο την Τετάρτη 3.3.1999 και την Πέμπτη 4.3.1999. Β) Το ποσό των 90.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε έξοδα διανυκτέρευσης και ημερήσια αποζημίωση τριών ημερών (3 Χ 10.000 και 3 Χ 20.000 αντίστοιχα), για εκτός έδρας μετακίνησή του για υπηρεσιακούς λόγους στη Λέρο από 25.7.1999 μέχρι και 31.7.1999, για την οποία υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία (Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου στο νομό Δωδεκανήσου) δικαιολογητικά, βάσει των οποίων εισέπραξε έξι (6) διανυκτερεύσεις και τις αντίστοιχες ημερήσιες αποζημιώσεις (144/1999 ΧΕ αρμοδίως θεωρημένο), διότι, τις τέσσερις από τις συνολικά επτά ημέρες της μετακίνησης, βρισκόταν στο γραφείο του στη Ρόδο, όπου και εξέδωσε τις 620/28.7.1999, 621/28.7.1999, 622/29.7.1999, 623/29.7.1999, 624/29.7.1999, 625/29.7.1999, 626/30.7.1999, 627/30.7.1999, 628/30.7.1999, 629/31.7.1999, 630/31.7.1999 εντολές ελέγχου και ότι στη Λέρο διανυκτέρευσε μόνο τρία βράδια. Γ) Το ποσό των 36.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε έξοδα διανυκτέρευσης και ημερήσια αποζημίωση δύο ημερών (2 Χ 10.000 και 2 Χ 8.000 αντίστοιχα), για εκτός έδρας μετακίνησή του για υπηρεσιακούς λόγους στην Κω από 21.5.1999 μέχρι και 28.5.1999, για την οποία υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία (Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου στο νομό Δωδεκανήσου) δικαιολογητικά, βάσει των οποίων εισέπραξε επτά (7) διανυκτερεύσεις και τις αντίστοιχες ημερήσιες αποζημιώσεις (105/1999 ΧΕ αρμοδίως θεωρημένο), διότι, σύμφωνα με την πορισματική έκθεση, από τον έλεγχο του αρχείου του Σ.Δ.Ο.Ε. προέκυψε ότι την Τρίτη 25.5.1999 και την Τετάρτη 26.5.1999 βρισκόταν στο γραφείο του στη Ρόδο, όπου και εξέδωσε τις 438/25.5.1999, 439/25.5.1999, 440/25.5.1999, 441/25.5.1999, 442/25.5.1999, 443/26.5.1999 και 444/26.5.1999 εντολές ελέγχου και ότι έπρεπε να είχε εισπράξει έξοδα διανυκτέρευσης και ημερήσια αποζημίωση μόνο για πέντε ημέρες. Με βάση την ανωτέρω πορισματική έκθεση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1271/13.3.2003 απόφαση καταλογισμού του Οικονομικού Επιθεωρητή Κρήτης, με την οποία καταλογίστηκε ο εκκαλών, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2362/1995, με το συνολικό ποσό των 633,90 ευρώ (216.000 δραχμών), το οποίο αντιστοιχεί στα έξοδα διανυκτέρευσης και ημερήσιας αποζημίωσης, τα οποία αυτός φέρεται ότι παρανόμως έλαβε για τις τρεις ως άνω εκτός έδρας μετακινήσεις του. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις ενόψει του γεγονότος ότι τα έξοδα μετακίνησης για τις εκτός έδρας μετακινήσεις του εκκαλούντος καταβλήθηκαν σ’ αυτόν με χρηματικά εντάλματα πληρωμής, τα οποία ελέγχθηκαν και θεωρήθηκαν από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μετά από έλεγχο των δικαιολογητικών που τα συνόδευαν στο πλαίσιο του προληπτικού ελέγχου δαπανών του Δημοσίου, η ως άνω καταλογιστική απόφαση, ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη της καταλογιζόμενης μ’ αυτή δαπάνης, είναι ακυρωτέα, διότι εκδόθηκε από αναρμόδιο προς τούτο όργανο. Κατά συνέπεια, για το λόγο αυτό, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα (άρθρα 56 παρ. 2 π.δ/τος 774/1980, 61 παρ. 3 π.δ/τος 1225/1981).
Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει ερήμην του εκκαλούντος.
Δέχεται τυπικά και κατ΄ ουσίαν την από 20.5.2003 έφεση του Γεωργίου Γερογιαννάκη.
Ακυρώνει την υπ΄ αριθμ. 1271/13.3.2003 απόφαση καταλογισμού του Οικονομικού Επιθεωρητή της Οικονομικής Επιθεώρησης Κρήτης Αριστείδη Σταματάκη.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου έφεσης στον εκκαλούντα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ ΕΛΕΝΗ ΛΥΚΕΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις
7 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΡΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
