ΕΣ 2920/15, Ολομ, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΙΑΤΡΟΥ, ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΖΗΜΙΑΣ Α.46 ΠΔ774.80, ΕΝΝΟΙΑ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ ΑΠΟ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ, ΑΝΑΙΡΕΙ

ΕΣ Ολομ

ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΙΑΤΡΟΥ, ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΖΗΜΙΑΣ Α.46 ΠΔ774.80, ΕΝΝΟΙΑ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ ΑΠΟ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ, ΑΝΑΙΡΕΙ

 

2920 /15   ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Ιωάννης Σαρμάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη (εισηγήτρια), Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου και Δέσποινα Τζούμα, Σύμβουλοι (ο Αντιπρόεδρος Μιχαήλ Ζυμής και οι Σύμβουλοι Άννα Λιγωμένου, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Σταμάτιος Πουλής, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου  απουσίασαν δικαιολογημένα).

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για   να δικάσει την από 2.12.2011 (αριθμ. κατ. 195/2.12.2011) αίτηση του Χαράλαμπου Χριστοφορίδη του Χρήστου, κατοίκου Αλίμου Αττικής, οδός Παύλου Μελά αριθμ.13, ο οποίος παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του Στυλιανού Μπάμπα (Α.Μ./Δ.Σ.2844) και Σπυρίδωνα Φλογαΐτη (ΑΜ/ΔΣΑ 7043). Με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 2740/2011 οριστικής απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κ α τ ά   του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 46 παρ. 6 π.δ/τος 774/1980, αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο για καταλογισμό εις βάρος του αναιρεσείοντος (και άλλων προσώπων εις ολόκληρον) αποζημίωσης, ύψους 500.000 ευρώ, που κατέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο στην Χρυσούλα Ξανθάκου, ως δικαστική συμπαραστάτρια της θυγατέρας της Ναυσικάς.

Με την κρινόμενη αίτηση και για τους λόγους, που επικαλείται σε αυτήν ο αναιρεσείων επιδιώκει την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης ως προς αυτόν.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Και

Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος   πρότεινε επίσης την απόρριψη της αίτησης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Αντιπρόεδρο Ιωάννη Σαρμά και τις Συμβούλους Μαρία Βλαχάκη, Ελένη Λυκεσά και Κωνσταντίνα Ζώη που απουσίασαν λόγω κωλύματος.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα  και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,

Αποφάσισε τα εξής :

1. Η κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (με το διπλότυπο είσπραξης Τύπου Α΄ ΣΤ΄ 90972568, Δ.Ο.Υ. Αθήνας), έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και κατά τα λοιπά νομοτύπως. Επομένως, είναι τυπικώς δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την τυπική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων αυτής.

2. Επειδή με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 4 του π.δ/τος 774/1980 «Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου» (φ. 189 Α΄), ορίζεται ότι «Δημόσιοι υπάλληλοι υπαγόμενοι εις τας διατάξεις του Ν.1811/1951 «Περί Κώδικος καταστάσεως των Δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων», Στρατιωτικοί εν γένει οι ανήκοντες εις τα Σώματα Ασφαλείας και το Λιμενικόν Σώμα ως και οι εις τα Ενόπλους Δυνάμεις υπηρετούντες πάσης κατηγορίας υπάλληλοι ή εργατοτεχνίται, ευθύνονται έναντι του Δημοσίου δια πάσαν θετικήν ζημίαν, ην προξένησαν εις αυτό εκ δόλου ή βαρείας αμελείας κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων αυτών ως και δια τας αποζημιώσεις εις ας υπεβλήθη τούτο έναντι τρίτων ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτών κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων των γενομένων επίσης εκ δόλου ή βαρείας αμελείας (…)» ενώ στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι «Επί της κατά το άρθρον ευθύνης δικάζει το Ελεγκτικόν Συνέδριον τη αιτήσει του παρ’ αυτώ Γενικού Επιτρόπου ενεργούντος είτε κατόπιν εντολής του οικείου Υπουργού, είτε οίκοθεν (…) και στην παρ. 6 ότι «Το Συνέδριον δύναται εις μόνην την περίπτωσιν της ευθύνης εξ αμελείας και αναλόγως των περιστάσεων να καταλογίση τον υπάλληλον και εις μέρος μόνον της επελθούσης εις το Δημόσιον θετικής ζημίας ή της αποζημιώσεως εις την οποίαν τούτου υπεβλήθη» (βλ. ομοίως άρθρο 85 παρ. 1, 2 και 3 του π.δ/τος 611/1977 Υπαλληλικός Κώδικας (ΦΕΚ Α΄ 198), άρθρο 38 παρ. 1, 2 και 3 του μεταγενέστερου ν. 2683/1999 «Κώδικας κατάστασης δημοσίων  πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων και υπαλλήλων νπδδ» (ΦΕΚ Α΄ 19) και ήδη άρθρο 38 του ν. 3528/2007 (ΦΕΚ Α΄ 26) καθώς και άρθρο 1 του ν.δ/τος 2998/1954 με το οποίο οι διατάξεις περί αστικής ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων επεκτάθηκαν στους στρατιωτικούς εν γένει και στους ανήκοντες στα σώματα ασφαλείας).

Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο συνάγεται μεταξύ άλλων ότι οι στρατιωτικοί γιατροί ευθύνονται έναντι του Δημοσίου για κάθε αποζημίωση την οποία το Δημόσιο κατέβαλε σε τρίτους εξαιτίας παράνομων πράξεων ή παραλείψεων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς τους έως του βαθμού της βαρείας αμελείας.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ Α. 46 ΠΔ 774/80

Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της εν λόγω αστικής ευθύνης έναντι του Δημοσίου πέραν της προκληθείσας σε αυτό ζημίας λόγω της καταβληθείσας αποζημίωσης είναι: α) η παράνομη και υπαίτια κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά του στρατιωτικού που συνιστούν νόμιμο λόγο ευθύνης αυτού και β) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ , Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΡΡΕΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΠΙΣΤΗ

Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΤΑΙ ΟΧΙ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΑΛΛΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΓΕΝΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ Ή ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΠΕΙΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΠΙΣΤΗ

 Επίσης ο παράνομος χαρακτήρας θεμελιώνεται όχι μόνο όταν με την ως άνω πράξη ή παράλειψη παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται ιδιαίτερα καθήκοντα ή υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την εν γένει νομοθεσία και τους οικείους κανονισμούς, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης.

ΒΑΡΕΙΑ ΑΜΕΛΕΙΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΤΑΝ Η ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΜΕΣΟ ΣΥΝΕΤΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΚΥΚΛΟΥ.

Περαιτέρω, βαρεία αμέλεια υπάρχει όταν η εν λόγω συμπεριφορά του δρώντος υποκειμένου αποκλίνει σημαντικά και ουσιωδώς από αυτήν του μέσου συνετού ανθρώπου που ανήκει στον ίδιο επαγγελματικό ή επιστημονικό ή κοινωνικό κύκλο. Κατά την εκτίμηση δε της συμπεριφοράς του δράστη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι ειδικές συνθήκες (λ.χ. η ανάγκη ταχείας ενεργείας, το είδος της επιχειρηθείσας πράξης καθώς και ο βαθμός της ηθικής παρέκκλισης του δράστη από τους κανόνες του εκάστοτε φέρεσθαι (βλ. ΕΡΜΑΚ, Μιχαηλίδης–Νουάρος άρθρο 330 αρ. 36).

ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΟΤΗΤΑ

Εξάλλου, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης (παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά) και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπάρχει όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η πράξη ή παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή η παράλειψη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά, ως πρόσφορη αιτία, του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου,η περαιτέρω όμως κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση ή πράξη ή παράλειψη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ήτοι το ζημιογόνο γεγονός βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος με τη ζημία που προκλήθηκε, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του α.ν. 1565/1939 «Περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» (φ. 16 Α΄), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ιατρός οφείλει να ασκεί ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού (άρθρ. 13) και ότι ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας του, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για την διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια δηλαδή αυτή που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του (άρθρο 24).

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΦΟΣΟΝ ΝΑΙ ΜΕ ΤΟ ΖΗΜΙΓΟΝΟ ΓΕΓΟΝΟς ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΥΣΧΙΣΑΝΤΑ ΝΟΜΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΠΑΡΑΓΡΑΦΕΙ ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΕ Ο ΝΕΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ (ΑΝΑΛ. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Α. 18 ΤΟΥ ΕΙΣΝΑΚ)

Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 38 του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999), ο χρόνος παραγραφής της αποζημιωτικής αξίωσης του Δημοσίου κατά των ζημιωσάντων αυτό, εν γένει, υπαλλήλων, οριζόταν σε δύο έτη, αρχομένης αφότου επήλθε η ζημία, ενώ, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 38 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο Υπαλληλικού Κώδικα, ήτοι του ν. 3528/2007, η ισχύς του οποίου (άρθρου) αρχίζει από 9.4.1999 (άρθρο πέμπτο ν. 2683/1999), ο χρόνος παραγραφής της ως άνω αποζημιωτικής αξίωσης του Δημοσίου, οριζόταν σε 5 έτη, ομοίως αφότου επήλθε η ζημία του Δημοσίου. Δεδομένου όμως ότι δεν υπάρχουν ειδικές μεταβατικές διατάξεις στον Υπαλληλικό Κώδικα, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι εφαρμόζονται αναλογικώς οι γενικές μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 18 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και ειδικότερα η παρ. 1 αυτού. Κατά συνέπεια, όταν οι διατάξεις νεότερου νόμου καθιερώνουν μακρότερη παραγραφή, εφαρμογή έχει ο νεότερος νόμος, δηλαδή εν προκειμένω η 5ετής παραγραφή, και επί αξιώσεων που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προηγουμένου νόμουαλλά δεν παραγράφηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, με αφετηρία, όπως προαναφέρθηκε, την επέλευση της ζημίας (Α.Π. 258/2002).

3. Επειδή με τις διατάξεις του κυρωθέντος με την υπ’ αριθμ. Φ.073.2.7/4/93/Σ. 2813/22.10.1993 απόφαση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (Γ.Ε.Ν.) «Κανονισμός Οργανώσεως και Λειτουργία του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών» (Ν.Ν.Α.) ορίζεται ότι το Ν.Ν.Α. αποτελεί Ανεξάρτητη Υπηρεσία του Π.Ν. υπαγόμενη στον Α/Γ.Ε.Ν. με σχέση πλήρους Διοικήσεως (άρθρο 1 παρ. 1) [Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 0502 παρ. 2, Πλήρης Διοίκηση σημαίνει η εξουσία και ευθύνη ενός Διοικητού να εκδίδει διαταγές, να αναθέτει έργα και να ελέγχει τους υφισταμένους του, καλύπτει δε κάθε πλευρά των στρατιωτικών Επιχειρήσεων, των διοικητικών θεμάτων και της υποστήριξης διοικητικής μέριμνας στο πλαίσιο της αποστολής αυτού του Διοικητή. Σημειώνεται επίσης ότι κατά την νομολογία των ναυτικών ποινικών δικαστηρίων η στρατιωτική εντολή δεν είναι αυτοτελής διαταγή, αλλά ως διαταγή λειτουργικά συσχετιζόμενη με ορισμένη κύρια υπηρεσία, συνιστά μία επί μέρους διευκολυντική πτυχή της κύριας υπηρεσίας, εξυπηρετώντας άμεσα στον σκοπό της. Έτσι, παράβαση στρατιωτικής εντολής υπάρχει όταν ο στρατιωτικός, που ασκεί μία υπηρεσία, ο ίδιος δεν εκπληρώνει (δηλαδή ματαιώνει) μία επί μέρους υποχρέωσή του (εντολή), που αφορά τους όρους τελέσφορης διεξαγωγής της υπηρεσίας τους αυτής (Δ. ΝΑΥΤ. ΠΕΙΡ. 748/1998)] και ότι «Η Διεύθυνση Ιατρικής αποτελείται από τις Κλινικές και τα Κλινικά εργαστήρια, τα Ειδικά Τμήματα, τα Εξωτερικά Ιατρεία και τα Εργαστηριακά Τμήματα και οργανώνεται σε τρεις Τομείς, μεταξύ αυτών και τον Χειρουργικό Τομέα, Τμήμα του οποίου αποτελεί το Αναισθησιολογικό – Ανάνηψη (…)» (άρθρο 15 παρ. 2).

Περαιτέρω,  με την Φ.458/127/99/851/19.1.1999 Διαταγή του Διευθυντή του Χειρουργικού Τομέα του Ν.Ν.Α. στην οποία αναγράφονται κανόνες στους οποίους στηρίζεται η λειτουργία του Χειρουργείου, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική για όλους τους γιατρούς, το προσωπικό του Χειρουργείου και το προσωπικό του Νοσοκομείου που εμπλέκεται με την υποστήριξή του – ορίζεται ότι οι εγχειρίσεις προγραμματίζονται σε ειδικό βιβλίο που τηρεί η προϊσταμένη από την προηγουμένη εκάστης στο οποίο αναγράφονται με ακρίβεια α) το ονοματεπώνυμο του αρρώστου, β) …, γ) …, δ) …, ε) το είδος της εγχείρησης,  στ) …, ζ) το όνομα του χειρουργού και η) το είδος της νάρκωσης και τα ονόματα των αναισθησιολόγων της ημέρας. Η σειρά των επεμβάσεων καθορίζεται από τους Διευθυντές των Χειρουργικών Κλινικών υπό την εποπτεία του Διευθυντού των Χειρουργείων και σε συνεργασία με τον Διευθυντή του Αναισθησιολογικού και την Προϊσταμένη του Χειρουργείου. Το εφαρμόσιμο ή όχι κατά το χρονικό διάστημα της κανονικής λειτουργίας των Χειρουργείων (και της πιθανής δυνατής παράτασης) θα κρίνεται από τον Τομεάρχη του Χειρουργικού Τομέα, αφού λάβει υπόψη του τις εισηγήσεις του Διευθυντή Αναισθησιολογικού και της Προϊσταμένης του Χειρουργείου. Έκτακτα επείγοντα περιστατικά κατά την διάρκεια του τακτικού ωραρίου, αντιμετωπίζονται άμεσα παρακάμπτοντας το πρόγραμμα του Χειρουργείων. Χαρακτηρισμός ενός περιστατικού ως επείγοντος τίθεται μόνο μετά την εισήγηση του αρμοδίου χειρουργού και την σύμφωνη γνώμη του Τομεάρχη του Χειρουργικού Τομέα (Κεφ. Γ΄ παρ. 11, 12, 13 και 16). Ο Διευθυντής Αναισθησιολογικού μεριμνά, μεταξύ άλλων, για την κατανομή των αναισθησιολόγων και ειδικευομένων γιατρών, ανά αίθουσα χειρουργείου (Κεφ. ΣΤ΄ Τμήμα Αναισθησίας παρ. 27). Ο χειρουργημένος άρρωστος δεν παραμένει στην αίθουσα χειρουργείου χωρίς την παρουσία ιατρού της χειρουργικής ομάδας, πριν διακομιστεί στην ανάνηψη και ότι για την διεκπεραίωση των επεμβάσεων σε κάθε αίθουσα εκτός από τους χειρουργούς και τους αναισθησιολόγους και βοηθούς απαιτείται και η παρουσία μιας εργαλειοδότριας και μιας τουλάχιστον νοσηλεύτριας για τον συντονισμό και την εξυπηρέτηση των γενικών αναγκών. Απαγορεύεται χειρουργική επέμβαση ή αναισθησία ασθενούς από ιατρό στερούμενο τίτλο ειδικότητας εάν δεν καλύπτεται από υπεύθυνο με τίτλο της αντίστοιχης ειδικότητας (Κεφ. Θ΄ παρ. 31 ιι΄, ιιι΄, v΄). Σκοπός εξάλλου του καθορισμού με την παρούσα Διαταγή της διαδικασίας της επεμβάσεως του κάθε ασθενούς είναι η θεσμοθέτηση κανόνων βάσει των οποίων ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες εμφάνισης επιπλοκών πάσης φύσεως πριν, κατά και μετά την εγχειρητική πράξη. Ο ευρισκόμενος στο χώρο του χειρουργείου ασθενής δεν θα εγκαταλείπεται μόνος, θα παρακολουθείται συνεχώς (καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο χώρο) από το προσωπικό του Χειρουργείου (Κεφ. ΙΑ΄ παρ. 41δ΄).

4.  Επειδή στην Απόφαση Υπουργού Υγείας 4α/3592/96/1997 (φ. 1044 Β΄) «Καθορισμός ελαχίστων ορίων προδιαγραφών για Ασφαλή Χορήγηση Αναισθησίας», ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στην στελέχωση ενός Αναισθησιολογικού Τμήματος (Α.Τ.) με Ιατρικό, Νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι: – στο εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών πρέπει να περιλαμβάνονται και οι εκτός χειρουργείου δραστηριότητες ενός αναισθησιολόγου, – επί εφημερίας πρέπει να υπολογίζεται ο μέγιστος ασφαλής χρόνος συνεχούς εργασίας εντός χειρουργείου ενός αναισθησιολόγου (άρθρ. 6.1.2.), ότι για κάθε ασθενή, που υποβάλλεται σε κάποια τεχνική αναισθησίας … απαιτείται η συνεχής παρουσία ειδικού αναισθησιολόγου. Συνεχής παρουσία σημαίνει ότι όταν ο γιατρός χρειάζεται να αντικατασταθεί η αντικατάστασή του γίνεται μόνον από άλλο γιατρό (θα πρέπει να εννοηθεί αναισθησιολόγο) (άρθρο 6.2.1), ότι η εντός χειρουργείου απασχόληση (ενν. του αναισθησιολόγου) δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 25 ώρες ανά 40 ώρες πρωινής εργασίας εβδομαδιαίως (άρθρο 6.2.2) και ότι επί εφημερίας ο μέγιστος ασφαλής χρόνος συνεχούς εργασίας εντός του χειρουργείου δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 12 έως 16 ώρες ανά 24ωρο (άρθρο 6.2.2). Η πλήρης δε εφαρμογή της εν λόγω Υ.Α. αναβλήθηκε διαδοχικώς έως 31.12.2008, σύμφωνα με την Υ.Α. 4α/162871/07 (φ. 2491 Β΄/31.12.2007), προδήλως λόγω αδυναμίας επαρκούς στελέχωσης των δημόσιων νοσοκομείων, χωρίς πάντως τούτο να σημαίνει ότι δεν θα εφηρμόζοντο οι γενικές αρχές ασφαλείας, που προέβλεπε η εν λόγω Υ.Α., π.χ. ώρες απασχόλησης, φροντίδα ασθενών.

5.  Επειδή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα  κρίσιμα για την προκειμένη  υπόθεση πραγματικά περιστατικά: Στις 4.4.1999 εισήχθη στο Τμήμα Πλαστικής Χειρουργικής του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών (Ν.Ν.Α.) η Ναυσικά Ξανθάκου του Γεωργίου, ετών 19, προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης ασυμμετρίας των μαστών. Στις 5.4.1999 και αφού υπεβλήθη σε πλήρη προεγχειρητικό έλεγχο, η ασθενής μεταφέρθηκε στην ΣΤ΄ αίθουσα χειρουργείου, όπου περί τις 8.30 της χορηγήθηκε αναισθησία από τον αναισθησιολόγο ιατρό Ιωάννη Κατσιαδράμη και στις 9.00 περίπου άρχισε η χειρουργική επέμβαση από τον πλαστικό χειρουργό Χαράλαμπο Χριστοφορίδη, ο οποίος συνεπικουρείτο από τους ειδικευόμενους ιατρούς Σωτήριο Πήττα και Αικατερίνη Ανέστη, ενώ υπηρεσία βοηθού αναισθησιολόγου εκτελούσε η νοσηλεύτρια Δήμητρα Μότσιλα. Ο ανωτέρω εκτελούσε την ημέρα εκείνη και καθήκοντα εφημερεύοντος ιατρού αναισθησιολόγου και επιπλέον είχε οριστεί υπεύθυνος σε δύο χειρουργικές αίθουσες (τη Δ΄ και τη ΣΤ΄). Όπως δε προκύπτει από το πρόγραμμα του χειρουργείου, νομίμως υπογεγραμμένο, στις 5.4.1999 είχαν προγραμματιστεί να πραγματοποιηθούν στο Ν.Ν.Α. έντεκα (11) επεμβάσεις, οι αίθουσες των χειρουργείων ήταν τέσσερις (4) και οι διαθέσιμοι αναισθησιολόγοι, λόγω σοβαρής έλλειψης ιατρών της συγκεκριμένης ειδικότητας, όπως είχε επισημανθεί επανειλημμένα από το Ν.Ν.Α. προς το Γ.Ε.Ν., μόνον τρεις (3), με αποτέλεσμα, ο αναιρεσείων να ασκεί τα καθήκοντά του ταυτόχρονα σε δύο (2) αίθουσες, εγκαταλείποντας εναλλάξ και κατά διαστήματα τους ασθενείς. Περί ώρα 10.50, ο ανωτέρω εκλήθη να αντιμετωπίσει έκτακτο περιστατικό στην παρακείμενη χειρουργική αίθουσα Δ΄. Στις 11.00 περίπου, ο χειρουργός Χαράλαμπος Χριστοφορίδης της εξελισσόμενης εγχείρησης, αφού ολοκλήρωσε την πλαστική επέμβαση, έδωσε εντολή στην νοσηλεύτρια να χορηγήσει αντιβίωση στην ασθενή και στους ειδικευόμενους ιατρούς να προχωρήσουν στη συρραφή των τραυμάτων και αποχώρησε από την αίθουσα. Οι ειδικευόμενοι ιατροί άρχισαν τη διαδικασία συρραφής και η νοσηλεύτρια, αφού ενέχυσε αρχικά στην ασθενή μικρή ποσότητα αντιβίωσης προκειμένου να διαπιστώσει ενδεχόμενες αλλεργικές αντιδράσεις, προχώρησε μετά την πάροδο 3 – 4 λεπτών στη χορήγηση της υπολειπόμενης δόσης. Μόλις αφαίρεσε τη σύριγγα από την ασθενή, αντιλήφθηκε από την οθόνη του μηχανήματος ότι αυτή παρουσίαζε βραδυκαρδία (σταδιακή πτώση σφυγμού). Όταν οι σφυγμοί έπεσαν κάτω από το όριο των 50 παλμών ανά λεπτό, της χορηγήθηκε ατροπίνη, ωστόσο η ασθενής δεν ανταποκρίθηκε αλλά αντιθέτως οι καρδιακοί παλμοί της, σε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός λεπτού, μειώθηκαν περισσότερο, μέχρι που έφτασαν τους 35 παλμούς το λεπτό. Τότε η νοσηλεύτρια κάλεσε σε βοήθεια, οπότε και έσπευσε στην αίθουσα ο αναισθησιολόγος Σάββας Ιωαννίδης, ο οποίος έτυχε να βρίσκεται στο διάδρομο των χειρουργείων και μετά ο χειρουργός Χαράλαμπος Χριστοφορίδης. Ο αναισθησιολόγος Σάββας Ιωαννίδης, αφού χορήγησε στην ασθενή δεύτερη δόση ατροπίνης, έθεσε σε εφαρμογή διαδικασία καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης, ενώ χορηγήθηκε στην ασθενή και αδρεναλίνη. Εν τω μεταξύ εισήλθε στην αίθουσα και ο αναιρεσείων αναισθησιολόγος. Η ασθενής ανταποκρίθηκε στη διαδικασία της ανάνηψης μετά την παρέλευση 5λέπτου, ενώ από την εμφάνιση της βραδυκαρδίας έως την ανάνηψη παρήλθε συνολικά χρονικό διάστημα 10 λεπτών, κατά τη διάρκεια του οποίου, λόγω της παρατεταμένης βραδυκαρδίας, η ασθενής υπέστη υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια και, ως αποτέλεσμα αυτής, στελεχιαία συνδρομή βαριάς μορφής με τετραπληγία, με συνέπεια να καταστεί ανάπηρη δια βίου. Στη συνέχεια, μετά την ως άνω αποκατάσταση του καρδιακού της ρυθμού με τη διαδικασία της ανάνηψης, η ασθενής διασωληνώθηκε και διακομίστηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του Ν.Ν.Α. σε βαθύ κώμα, αφού δε παρέμεινε νοσηλευόμενη στη Μ.Ε.Θ. έως και στις 18.7.1999, διακομίστηκε στο εξειδικευμένο κέντρο αποκατάστασης του νοσοκομείου Wellington στη Μεγάλη Βρετανία, όπου και αφυπνίστηκε, νοσηλεύθηκε επί 17 μήνες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην οικία της στην Ελλάδα. Όπως δε προκύπτει από την 684/2004 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς (βλ. σελ. 36) η ασθενής φέρει αντλία εμφυτευμένη υποδορίως για συνεχή ενδοραχιαία έγχυση φαρμάκου, έχει αντίληψη του περιβάλλοντος και επικοινωνεί με το βλέμμα, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει (αφωνία), η διατροφή της γίνεται με γαστροστομία, πάσχει από σοβαρή στοματοφαρυγγική δυσφαγία με μη ασφαλείς καταπόσεις σάλιου, σοβαρή διαταραχή επικοινωνίας με παντελή έλλειψη συστήματος επικοινωνίας, σοβαρή δυσαρθρία και στοματική και λεκτική απραξία, ενώ από τις σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις προκύπτει ότι και μακροπρόθεσμα θα παραμείνει πλήρως εξαρτημένη και θα χρειάζεται περίθαλψη επί 24ώρου βάσης. Στη συνέχεια έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη ότι βάσει των αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων, ήτοι της 3131/2004 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και 5487/2006 του Τριμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και των στοιχείων, που προσκομίστηκαν σε εκτέλεση της 3029/2010 προδικαστικής απόφασης του V Τμήματος, κατεβλήθησαν έως την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης, ως αποζημίωση στην Χρυσούλα Ξανθάκου, ως δικαστικής συμπαραστάτριας της θυγατέρας της Ναυσικάς, συνολικό ποσόν 851.740,09 ευρώ, για τις βλάβες και την αντιμετώπιση αυτών, που αυτή υπέστη. Σε σχέση δε με την ευθύνη όλων των καταλογισθέντων, ότι νομίμως ζητείται ο καταλογισμός αυτών «εξαιτίας παρανόμων πράξεων και παραλείψεων συμμόρφωσης αυτών προς τα κεκανονισμένα και τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων από βαρεία αμέλεια» (σ. 20).

Ακολούθως και σε σχέση ειδικότερα με την ευθύνη του αναιρεσείοντος, Χαραλάμπου Χριστοφορίδη, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: Ως πλαστικός χειρουργός, ενώ ανέλαβε να υποβάλει σε εγχείριση την Ναυσικά Ξανθάκου έχοντας, λόγω της θέσης του, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί στις ενδεικνυόμενες ενέργειες για την διαφύλαξη της ζωής και της υγείας της ανωτέρω δέχθηκε να χορηγήσει αναισθησία ο Ιωάννης Κατσιαδράμης αν και γνώριζε ότι δεν θα εξασφαλιζόταν η απαιτούμενη, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, συνεχής παρουσία αυτού κατά τη διάρκεια της εγχείρισης και μέχρι την αφύπνιση της ασθενούς και άρα όφειλε να μην προχωρήσει στην εκτέλεση της προγραμματισμένης επέμβασης. Εντούτοις, προχώρησε σε αυτήν και περαιτέρω αποχώρησε και ο ίδιος από τη χειρουργική αίθουσα πριν την ολοκλήρωση της, παραλείποντας τη συνεχή προσωπική επίβλεψη της ασθενούς, ως εκ τούτου, επέδειξε βαρεία αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεδομένου ότι συνεπεία των ανωτέρω πράξεων και παραλείψεων του δεν διαγνώσθηκε, εγκαίρως, η βραδυκαρδία της ασθενούς και δεν της χορηγήθηκε άμεσα η ενδεικνυόμενη ιατρική συνδρομή (βλ. άρθρα 18 του Κ.Ο.Λ. /Ν.Ν.Α., Υ4Α/3592/96/31-11-1997 «Καθορισμός ελάχιστων ορίων προδιαγραφών για Ασφαλή χορήγηση Αναισθησίας», Φ.458/127/99//851/19-1-1999 «Οργάνωση / Λειτουργία Χειρουργείων Ν.Ν.Α.» Κεφάλαιο Θ΄ «Ιατρικό –Νοσηλευτικό – Βοηθητικό Προσωπικό στο Χειρουργείο αρ. 31 περ. ιι΄ και αρ. 31 περ. ν΄, Κεφάλαιο ΙΑ΄ «Διαδικασία Εγχείρισης «αρ. 41 περ. ε΄). Περαιτέρω, δοθέντος ότι, από την  σχετική διαταγή για την λειτουργία των χειρουργείων του Ν.Ν.Α. προβλέπεται ότι και οι αναισθησιολόγοι ορίζονται την προηγούμενη ημέρα και τα ονόματά τους αναγράφονται στο πρόγραμμα του χειρουργείου, συνεπώς ο καθ’ ου, όφειλε να φροντίσει ώστε να πληροφορηθεί για το ποιος θα ήταν ο αναισθησιολόγος πριν την πραγματοποίηση της επέμβασης και να επιβεβαιώσει ότι ο ορισθείς αναισθησιολόγος δεν θα είχε ορισθεί να παρέχει αναισθησία και σε άλλη αίθουσα ταυτόχρονα. Όπως εξάλλου ο καθ’ ου συνομολογεί (βλ. σελ. 25 της 684/2004 απόφασης του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιά) είχε αρκετές φορές χειρουργήσει με αναισθησιολόγο που έδινε αναισθησία και σε άλλη αίθουσα. Ως εκ τούτου, ήταν γνώστης της επικίνδυνης αυτής τακτικής και παρόλα αυτά δεν φρόντισε να μην πραγματοποιήσει την επέμβαση, χωρίς πρώτα να εξασφαλίσει ότι αυτή θα διεξήγετο με συνεχή παρουσία αναισθησιολόγου, αφού δεν επρόκειτο για επείγον περιστατικό (αλλά για πλαστική επέμβαση αποκατάστασης ασυμμετρίας μαστών, δηλαδή για καθαρά αισθητική επέμβαση) και θα μπορούσε ευχερώς να την έχει αναβάλει. Περαιτέρω, από το Τμήμα κρίθηκε ότι, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του ότι δεν αντιλήφθηκε καν την αποχώρηση του αναισθησιολόγου από την αίθουσα, λόγω της ύπαρξης του παραβάν αποστειρώσεως ανάμεσα στον αναισθησιολόγο και τη χειρουργική ομάδα. Και αυτό διότι, ανεξαρτήτως του ότι όπως προκύπτει από τις υποβληθείσες με το υπόμνημά του φωτογραφίες το εν λόγω παραβάν δεν τίθεται κατά τρόπο που να αποκλείει τη οπτική επαφή μεταξύ τους, σε κάθε περίπτωση η ευθύνη του είναι αυτοτελής, δοθέντος ότι κατά παράβαση της σχετικής διαταγής λειτουργίας χειρουργείων του Ν.Ν.Α. (βλ. Κεφάλαιο Θ΄ Ιατρικό – Νοσηλευτικό – Βοηθητικό Προσωπικό στο Χειρουργείο αρ. 31 παρ. ι΄ και ιι΄ και αρ. 31 περ. v΄, Kεφάλαιο ΙΑ΄ Διαδικασία Εγχείρισης αρ. 41 περ. ε΄) εγκατέλειψε την αίθουσα του χειρουργείου, πριν την ολοκλήρωση της ανάνηψης της ασθενούς και συνεπώς, πριν την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας, παραλείποντας τη συνεχή προσωπική επίβλεψη της ασθενούς, η οποία δεν δύναται βέβαια να αναπληρωθεί από την παρουσία των γιατρών που στερούνταν αντίστοιχου τίτλου ειδικότητας. Ενόψει της ιδιαίτερης αυτής νομικής του υποχρέωσης και με δεδομένη την κατάθεση του αναπληρωτή καθηγητή της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Π. Μπεχράκη (βλ. σελ. 13 της 684/2004 απόφασης του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς) σύμφωνα με την οποία οι ιατροί με ειδικότητες σχετικές με χειρουργεία έχουν γνώση της διαδικασίας της ανάταξης, αλυσιτελώς προβλήθηκε, κατά την κρίση του Τμήματος, ο ισχυρισμός ότι δεν θα μπορούσε να συνεισφέρει με οποιοδήποτε τρόπο στην ομαλή εξέλιξη του περιστατικού. Περαιτέρω το Τμήμα έκρινε ότι, από τη συγκλίνουσα αμέλεια των καθ’ ων η αίτηση ως εμπλεκομένων στο συμβάν, οι οποίοι επέδειξαν κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά που αποκλίνει σημαντικά από τη συμπεριφορά του μέσου ιατρού προκλήθηκε σωματική βλάβη της παθούσας, ουδενός δε η αμελής συμπεριφορά διέκοψε την πορεία της αμελούς συμπεριφοράς του άλλου προς το επιβλαβές αποτέλεσμα αλλά απεναντίας προσετέθησαν όλες και κατευθύνθηκαν δυναμικότερα προς τη βλάβη έτσι ώστε αιτιωδώς και υπαιτίως όλες οι αμελείς συμπεριφορές να ενέχονται στη βλάβη της υγείας της παθούσας. Εξάλλου, αφού από τα στοιχεία του φακέλου προέκυψε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ήταν γνώστης των ελλείψεων του Ν.Ν.Α. σε αναισθησιολόγους, γεγονός που δεν αίρει την, σε βαθμό βαρείας αμελείας, των καθ’ ων ευθύνη για την εξέλιξη του συγκεκριμένου περιστατικού πλην, η πλημμελής αυτή οργάνωση συνετέλεσε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην ακολουθούμενη και μάλιστα κατ’ εξακολούθηση πρακτική της ταυτόχρονης χορήγησης αναισθησίας σε περισσότερες της μίας αίθουσες χειρουργείων, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, άγεται στην κρίση ότι, εις βάρος των καθ’ ων η αίτηση πρέπει να καταλογισθεί, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 46 παρ. 6 του π.δ/τος 774/1980, μέρος μόνο της καταβληθείσας από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωσης και να περιορισθεί το καταλογιστέο σε βάρος τους και υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ποσό σε αυτό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ.

7. Ήδη, με την κρινόμενη αίτησή του, ο αναιρεσείων προβάλλει:              1) Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, υπό τις ειδικότερες αιτιάσεις:              α) της πλημμελούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς την θεμελίωση της αυτοτελούς ευθύνης του, ως Χειρουργού, για την εξέλιξη του περιστατικού και μάλιστα σε βαθμό βαρείας αμελείας, δοθέντος ότι, για την ορθή εφαρμογή της Διαταγής του Διευθυντού του Ν.Ν.Α. (άρθρο 31 παρ. ιι΄) απαιτείτο και αρκούσε η παρουσία ενός εκ των ιατρών της χειρουργικής ομάδας, ήτοι, εν προκειμένω, των ειδικευομένων γιατρών, οι οποίοι ανέλαβαν, ως ήταν επιβεβλημένο, στα πλαίσια της πρακτικής τους άσκησης, την πραγματοποίηση της συρραφής των εξωτερικών ραμμάτων, β) της μη λήψης υπόψη ουσιωδών ισχυρισμών για την αποκλειστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για την επελθούσα βλάβη της υγείας της παθούσας, αφού ο ίδιος, ως στρατιωτικός γιατρός δεν ήταν δυνατόν να αρνηθεί την διενέργεια προγραμματισμένης επέμβασης, εφόσον είχαν ληφθεί οι απαιτούμενες εγκρίσεις από τα αρμόδια όργανα του Ν.Ν.Α., οι οποίες υποδήλωναν ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την ομαλή διεξαγωγή της, καθώς και για τη διακοπή του αιτιώδους  συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του ζημιογόνου αποτελέσματος δοθέντος ότι, το μεν, ο ίδιος είχε αναθέσει την ολοκλήρωση της επέμβασης σε δύο ειδικευόμενους γιατρούς με επαρκείς γνώσεις και εμπειρία, το δε, οι επιπλοκές στο περιστατικό της Ξανθάκου αφορούσαν στο στάδιο της ανάνηψης και οποιαδήποτε παρέμβαση από ιατρό που δεν είχε τις γνώσεις της αντίστοιχης ειδικότητας στο στάδιο αυτό ήταν επικίνδυνη. Σε κάθε περίπτωση, ο αιτιώδης σύνδεσμος διακόπηκε λόγω της μακρόχρονης νοσηλείας της παθούσας στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.), όπου λόγω ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε, γ) της μη λήψης υπόψη ουσιωδών αποδεικτικών μέσων, όπως οι γνωμοδοτήσεις επιστημόνων και επιστημονικών φορέων από τις οποίες προκύπτει ότι η χειρουργική ομάδα είναι ανεξάρτητη από την αναισθησιολογική και οι γιατροί της ειδικότητας του (πλαστικοί χειρουργοί) δεν χειρίζονται μηχανήματα χορήγησης αναισθησίας, σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη διαχωριστικού παραβάν αποστειρώσεως δεν επέτρεπε την παρακολούθηση από αυτόν των ενεργειών της αναισθησιολογικής ομάδας, δ) παράβασης του δεδικασμένου που απορρέει από τις αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία εκδίκασης για την επιδίκαση αποζημίωσης στην παθούσα, οι οποίες τελεσιδίκησαν, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι  η βλάβη της υγείας της παθούσας οφείλεται στην απουσία του υπεύθυνου αναισθησιολόγου από το χειρουργείο, γεγονός που είχε ως συνέπεια την καθυστέρηση έναρξης των προσπαθειών της ανάνηψης της. 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της αόριστης νομικής έννοιας της βαρείας αμέλειας, ειδικότερα ότι τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά εσφαλμένως υπήχθησαν στην αόριστη νομική έννοια της βαρείας αμέλειας δοθέντος ότι ο ίδιος, δεν γνώριζε, ούτε όφειλε να γνωρίζει, ποιος ήταν εφημερεύων αναισθησιολόγος κατά την ημέρα της εγχείρισης της παθούσας, ο  υπεύθυνος αναισθησιολόγος δεν του ανέφερε κάποιο πρόβλημα που θα εμπόδιζε την εκ μέρους του άσκηση των καθηκόντων του, ούτε σε κάθε περίπτωση γνώριζε ότι ήταν ταυτόχρονα και εφημερεύων αναισθησιολόγος επί τυχόν εκτάκτων περιστατικών.

8. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία κρίνει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξειδικεύεται ειδικά και εμπεριστατωμένα:        α) Ποια ήταν η οφειλόμενη, σύμφωνα με τους κοινούς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν δύναται να γεννηθεί αμφισβήτηση,  συμπεριφορά του μέσου ομότεχνου του αναιρεσείοντος ο οποίος  εκτελεί υπηρεσία σε στρατιωτικό νοσοκομείο, ήτοι σε καθεστώς πλήρους διοίκησης, υπό συνθήκες έλλειψης ιατρικού προσωπικού και προσπάθειας εξυπηρέτησης περισσότερων ασθενών και με τη συνήθη πρακτική της χορήγησης αναισθησίας από έναν αναισθησιολόγο σε περισσότερους ασθενείς, χωρίς τούτο να συνιστά ηθική παρέκκλιση, ιδίως αν πρόκειται για περιστατικά χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ενώ στη συνέχεια δεν αιτιολογείται, ειδικώς, η σοβαρή και αδικαιολόγητη απόκλιση της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος  από αυτή του μέσου συνετού και επιμελή ιατρού της αντίστοιχης ειδικότητας, ήτοι  η βαρεία αμέλεια αυτού. β) Ποια περιστατικά της παράνομης και υπαίτιας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, λαμβανομένου υπόψη ότι η πλήρης εφαρμογή της Υ.Α. 4α/3592/96/1997 (φ. 1044 Β΄) κατά το κρίσιμο χρόνο προβλεπόταν να έχει ολοκληρωθεί έως το έτος 2004, παρά τα επανειλημμένα διαβήματα προς την Διοίκηση του Ν.Ν.Α. για πλήρη στελέχωση του Αναισθησιολογικού Τμήματος συνετέλεσαν αιτιωδώς, ήτοι, είχαν την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα δηλαδή το ατύχημα της Ξανθάκου, το περιστατικό της οποίας σημειωτέον εξελίσσετο ομαλώς μέχρι την εμφάνιση της βραδυκαρδίας. Πολλώ δε μάλλον διότι, όπως έγινε δεκτό από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ο Ι. Κατσιαδράμης (σελ. 24) ενώ είχε οριστεί υπεύθυνος αναισθησιολόγος του χειρουργείου της Ναυσικάς Ξανθάκου εγκατέλειψε την αίθουσα στην οποία αυτή χειρουργείτο, προκειμένου να αντιμετωπίσει άλλο περιστατικό, πριν ακόμη αυτή αφυπνισθεί, με αποτέλεσμα κατά την εμφάνιση της βραδυκαρδίας να μην είναι παρών ώστε να της προσφέρει τη βοήθειά του, ενώ ο ίδιος ο αναιρεσείων δεν  ήταν δυνατόν να επέμβει, λόγω της ειδικότητας του, σε οργανωμένο χειρουργείο, σε θέματα αναισθησίας της ασθενούς. Επίσης, δεν αιτιολογείται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ειδικώς, η αιτιώδης συνάφεια της μη αναφοράς στο πρόγραμμα του χειρουργείου των ονομάτων των αναισθησιολόγων με το ατύχημα της Ξανθάκου και το εξ αυτού ζημιογόνο γεγονός, ιδίως λόγω του ότι δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η εφαρμογή της Υ.Α. 4α/3592/96/3.11.1997 (φ. 1044 Β΄) “Καθορισμός ελάχιστων ορίων προδιαγραφών για Ασφαλή Χορήγηση Αναισθησίας”. Συνεπώς, κατά την κρατήσασα άποψη, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ουσιώδη τύπο της διαδικασίας υπό την ειδικότερη αιτίαση της πλημμελούς αιτιολογίας αυτής, ενώ, μη ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ως προς τη θεμελίωση της ευθύνης του, στην αόριστη νομική έννοια της βαρείας αμέλειας και είναι για τους λόγους τούτους αναιρετέα η απόφαση.  

Κατά την γνώμη όμως του Προέδρου Ιωάννη Καραβοκύρη και των Συμβούλων Γεωργίου Βοΐλη, Μαρίας Αθανασοπούλου, Ευαγγελίας – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Αγγελικής Μυλωνά, Γεωργίας Τζομάκα, Χριστίνας Ρασσιά, Βιργινίας Σκεύη, Αγγελικής Μαυρουδή, Αγγελικής Πανουτσακοπούλου και Δέσποινας Τζούμα, που μειοψήφησαν, τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν υπαιτιότητα σε βαθμό βαρείας αμέλειας του αναιρεσείοντος δοθέντος ότι, υπό τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων, αφού γνώριζε ότι επρόκειτο να αναλάβει τη χειρουργική επέμβαση της Ν. Ξανθάκου με αναισθησιολόγο που ήταν και εφημερεύων εκτάκτων περιστατικών και αποδεχόταν για το λόγο αυτό τον κίνδυνο τη μη εξασφάλισης της απαιτούμενης, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, συνεχούς παρουσίας αυτού κατά την διάρκεια της επέμβασης και μέχρι την ολοκλήρωση αυτής η οποία περιλαμβάνει και τη διαδικασία της ανάνηψης, το μεν, όφειλε να μην προχωρήσει στην εκτέλεση της προγραμματισμένης αυτής επέμβασης, το δε, όταν προέβη τελικώς στην εκτέλεση αυτής, αποχώρησε από την αίθουσα, παραλείποντας την εκπλήρωση  της βασικής υποχρέωσής του για την παραμονή του και την παρακολούθηση της ασθενούς μέχρι την ολοκλήρωση της επέμβασης. Η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος, η οποία, συνίσταται στην παράλειψη του ιδιαίτερου καθήκοντός του, ως πλαστικού χειρουργού, για τη συνεχή παρουσία του καθ’ όλη τη διάρκεια της επέμβασης -στην οποία περιλαμβάνεται εκτός από το στάδιο της εγχειρίσεως και αυτό της ανανήψεως με αποτέλεσμα αυτή να συνιστά, στην ουσία, μια ολότητα, η οποία οργανώνεται και κατευθύνεται από τον υπεύθυνο χειρουργό με στόχο την καλή έκβαση αυτής- επιβαλλόμενο όχι μόνο από την κείμενη νομοθεσία (βλ. Φ.458/127/99/89/19-1-1999 Διαταγή του Διευθυντή «Oργάνωση και Λειτουργία Χειρουργείων του Ν.Ν.Α.», άρθρο 31 περιπτ. ι΄ και ιι΄ και ν΄ και 41 περιπτ. δ΄) αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης, συνιστά ιδιαίτερα σοβαρή και αδικαιολόγητη απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού γιατρού, της αντίστοιχης ειδικότητας. Αβάσιμα περαιτέρω  υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Τμήμα δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε ουσιώδη ισχυρισμό αυτού ότι, ως στρατιωτικός γιατρός, δεν ήταν δυνατόν να αρνηθεί την διενέργεια προγραμματισμένης επέμβασης και ότι εφόσον είχαν δοθεί οι απαιτούμενες εγκρίσεις από τα αρμόδια όργανα του Ν.Ν.Α. συνέτρεχαν για το λόγο αυτό όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την ομαλή διεξαγωγή της, δοθέντος ότι η ευθύνη του, εν προκειμένω, στοιχειοθετείται διότι η αντίστοιχη παράλειψη εκ μέρους του, ήτοι η μη εκπλήρωση έναντι της ασθενούς του της ιδιαίτερης υποχρέωσής του για τη συνεχή παρουσία του στην επέμβαση δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας που απορρέει από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, οφείλεται δε σε παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση (legeartis) και υπερτερεί της «στρατιωτικής εντολής» να προβεί σε προγραμματισμένη επέμβαση περιστατικού, το οποίο ουδέποτε χαρακτηρίστηκε επείγον, συναινώντας με αυτό τον τρόπο στην εφαρμογή μιας επικίνδυνης πρακτικής ταυτόχρονης χορήγησης αναισθησίας σε περισσότερους ασθενείς, η οποία (πρακτική) είχε το σοβαρό ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή των ασθενών του. Εξάλλου, οι από μακρόν διαπιστωθείσες ελλείψεις στο προσωπικό, κυρίως η έλλειψη σε αναισθησιολόγους, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν από μόνες τους ικανές, χωρίς την μεσολάβηση των πράξεων και παραλείψεων των εμπλεκομένων στο περιστατικό ιατρών να επιφέρουν ως πρόσφορη αιτία το ζημιογόνο αποτέλεσμα, συνηγορούσαν, όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στον προγραμματισμό μόνο των απολύτως επειγουσών και αναγκαίων επεμβάσεων. Περαιτέρω, με νόμιμη αιτιολογία, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του ζημιογόνου αποτελέσματος, αφού ο ανωτέρω παραβίασε αυτοτελή του υποχρέωση που ανάγεται στα ιδιαίτερα καθήκοντά του και συνάπτεται με την ιδιαίτερη μέριμνα και επιμέλεια που αυτός οφείλει να επιδεικνύει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ενώ αυτός δεν διεκόπη από την μεσολάβηση των πράξεων  των δύο ειδικευομένων γιατρών που αφορούσαν στην τελική συρραφή επιδερμικών ραμμάτων για την ολοκλήρωση της επέμβασης δοθέντος ότι, η συμμετοχή των τελευταίων στα πλαίσια της πρακτικής τους άσκησης, ουδόλως, εμπεριείχε  κατανομή αρμοδιοτήτων και επιμερισμό ευθυνών μεταξύ αυτών και του αναιρεσείοντος, ενώ δεν στοιχειοθετείται διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου ούτε από  το γεγονός ότι οι επιπλοκές στο συγκεκριμένο περιστατικό, όπως έγινε δεκτό, εμφανίστηκαν στο στάδιο της ανάνηψης, λόγω της αυτοτελούς ευθύνης του αναιρεσείοντος για την παρακολούθηση της ασθενούς μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας στην οποία, όπως έγινε δεκτό, περιλαμβάνεται και η ανάνηψη. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη του περιστατικού  με την απουσία του  υπεύθυνου αναισθησιολόγου, η οποία συνιστούσε, εν δυνάμει, λόγο επικινδυνότητας για την ομαλή έκβαση της επέμβασης και η πλημμελής άσκηση από τον υπεύθυνο αναισθησιολόγο των καθηκόντων του τελούσε με την εξίσου βαρέως αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε σχέση διαζευκτικής αιτιότητας ως προς την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, αφού όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλομένη, αμφότερες οι συμπεριφορές συνιστούσαν δυνατούς αιτιώδεις όρους επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και αυτό διότι, όταν εμφανίστηκαν οι επιπλοκές, η επέμβαση εξελισσόταν με την παρουσία δύο ειδικευόμενων γιατρών και μιας νοσηλεύτριας, ήτοι ατόμων που στερούνταν τίτλους ειδικότητας, οι οποίοι δεν δύνανται να θεωρηθεί ότι εξασφάλιζαν ισότιμα στην ασθενή επαρκή ιατρική κάλυψη. Εξάλλου, ορθά απορρίφθηκαν από το Τμήμα, ως αναπόδεικτοι, οι ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσείοντος περί επιδείνωσης της υγείας της παθούσας λόγω της μακρόχρονης νοσηλείας της στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ενώ δεν διακόπηκε και εξ αυτού του λόγου ο αιτιώδης σύνδεσμος. Περαιτέρω το Τμήμα έλαβε υπόψη του όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, παρά το γεγονός ότι γίνεται ιδιαίτερη μνεία σε φωτογραφικό υλικό, σε κάθε περίπτωση, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπονται αμφιβολίες ότι ο αναιρεσείων  μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί   την αποχώρηση του αναισθησιολόγου από την αίθουσα δοθέντος ότι, όπως έγινε δεκτό, η ύπαρξη του παραβάν αποστειρώσεως δεν διέκοπτε την οπτική επαφή με την αναισθησιολογική ομάδα. Αλυσιτελώς προβάλλεται η ανεξαρτησία της χειρουργικής από την αναισθησιολογική ομάδα, αφού κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η ευθύνη του είναι αυτοτελής και συνίσταται στην παραβίαση της υποχρέωσής του για τη συνεχή προσωπική επίβλεψη της ασθενούς, η οποία δεν ήταν δυνατόν να αναπληρωθεί από την παρουσία των ειδικευόμενων γιατρών. Περαιτέρω, οι αποφάσεις που εκδόθηκαν στις δίκες που έκριναν την αξίωση της αποζημίωσης της παθούσας δεν δημιουργούν δεδικασμένο και δεν δεσμεύουν  στην δίκη που ακολουθεί για την εξ αναγωγής αξίωση, εν προκειμένω, του Ελληνικού Δημοσίου, δοθέντος ότι δεν υπάρχει, το μεν, ταυτότητα νομικής αιτίας (η πρώτη δίκη στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, η αξίωση αναγωγής στηρίζεται στο άρθρο 46 του π.δ. 774/1980) το δε,  ταυτότητα διαδίκων, αφού στη δίκη της αποζημίωσης οι συνοφειλέτες είναι απλοί ομόδικοι, ενώ στη δίκη της αναγωγής οι συνοφειλέτες παρίστανται με διαφορετική ιδιότητα και είναι αντίδικοι, συνεπώς και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση της ύπαρξης δεδικασμένου που απορρέει από τις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων.

Σημειωτέον ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αφού λήφθηκαν υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του Ν.Ν.Α. καθώς και οι ελλείψεις του προσωπικού σε αναισθησιολόγους κρίθηκε ότι συντρέχουν, εν προκειμένω, περιστατικά που δικαιολογούν την μείωση του ποσού του καταλογισμού κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 46 παρ. 6 του π.δ. 774/1980 και ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κάνοντας χρήση της ευχέρειας που του δίνεται στην περίπτωση αυτή από το νόμο, χωρίς όμως με την κρίση του αυτή να αίρει την σε βαθμό βαρείας αμελείας ευθύνη των καθ’ ων για την εξέλιξη του περιστατικού έκρινε ότι, η πλημμελής οργάνωση και η συνεπεία αυτής ακολουθούμενη και μάλιστα κατ’ εξακολούθηση πρακτική της ταυτόχρονης χορήγησης αναισθησίας σε περισσότερες αίθουσες χειρουργείων δικαιολογεί τον περιορισμό του ποσού του καταλογισμού σε αυτό των πεντακοσίων (500.000) χιλιάδων ευρώ. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προσδιόρισε την συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ως ιδιαιτέρως σοβαρή και αδικαιολόγητη απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού γιατρού θεμελιώνοντας ταυτόχρονα τον ειδικότερο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της επελθούσας σωματικής βλάβης της ασθενούς και ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά στη νομική έννοια της βαρείας αμέλειας και  ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί, επίσης, ως αβάσιμος. Ως εκ τούτου, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η σχετική αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Όμως η γνώμη αυτή δεν εκράτησε.

9. Επειδή κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στο δικάσαν Τμήμα, προκειμένου, υπό διαφορετική σύνθεση, να προβεί στην ορθή υπαγωγή των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών της επίδικης περίπτωσης στην αόριστη νομική έννοια της βαρείας αμέλειας προβαίνοντας σε ορθή εξειδίκευση αυτής, μετά δε την διαπίστωση αυτής, να αιτιολογηθεί και η πρόσφορη αιτιότητά της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, ήτοι, εάν ο ανωτέρω παραλείποντας τις νόμιμες υποχρεώσεις του, οι οποίες ανάγονται στα ιδιαίτερα καθήκοντά του, λόγω της θέσεως του και των ειδικών του γνώσεων, συνέβαλε αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Μετά την αποδοχή της αίτησης πρέπει να επιστραφεί το παράβολο στον αναιρεσείοντα και να συμψηφιστούν τα έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την αίτηση.

 Αναιρεί την απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα.

Αναπέμπει την υπόθεση στο δικάσαν V Τμήμα προς νέα κρίση, υπό διαφορετική σύνθεση, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

 Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις  19 Ιουνίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ  ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ – ΕΛΙΣΑΒΕΤ  ΚΟΥΛΟΥΜΠΙΝΗ
   
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ  ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ

Δημοσιεύθηκε δε σε δημόσια συνεδρίαση στις  22 Απριλίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΕΛΕΝΗ  ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ