ΕΣ 2926/15, Ολομ., ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ, ΟΓΑ ΔΙΕΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΚΑΤΑ ΟΓΑ , ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟ Α. 90 ΚΔΛ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟ ΠΔ 496/74 ΣΤΟΥΣ ΟΚΑ, ΔΕΝ ΑΝΤΙΚΕΙΤΑΙ ΣΤΟ 4 §1 Σ, 6 ΕΣΔΑ ΔΙΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΤΑΞΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ, ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΤ

ΕΣ Ολομ

2925/2015 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Ιωάννης Σαρμάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Μαρία Βλαχάκη, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Κωνσταντίνα Ζώη (εισηγήτρια), Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Φλωρεντία Καλδή και Μιχαήλ Ζυμής και οι Σύμβουλοι Χρυσούλα Καραμαδούκη, Άννα Λιγωμένου, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Σταμάτιος Πουλής, Δημήτριος Πέππας και Στυλιανός Λεντιδάκης απουσίασαν δικαιολογημένα).

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για να δικάσει την, από 14.3.2012 (αριθμ. καταθ. 47/16.3.2012), αίτηση  αναίρεσης του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή αυτού, που παραστάθηκε δια της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αικατερίνης Κανελοπούλου, κατά της 2915/2011 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και

κ α τ ά  των 1) Παρασκευής συζ. Κωνσταντίνου Σαμιώτη, κατοίκου Αθηνών, οδός Σωστράτου αρ. 25,  2) Ευαγγελίας Τσονιώτη του Νικολάου, κατοίκου Πεύκης Αττικής, οδός  Σκρα αρ. 11,   3) Μαρίας Κοντάκη-Μαντούκου του Νικολάου, κατοίκου Βύρωνα Αττικής, οδός Λητούς αρ. 7,  4) Αθηνάς Καπνιστού-Θεοδωράκη του Σταύρου, κατοίκου Αθηνών, οδός Χαριλάου Τρικούπη αρ. 54,  5) Αναστασίας Μπελεχρή-Φραγκαντώνη του Δημητρίου, κατοίκου Πύργου Ηλείας,  6) Χάριτος Τερζή του Θεοδώρου, κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής, οδός Δεπάστα αρ. 11,  7) Αικατερίνης συζ. Δημητρίου Πουλούδη, κατοίκου Χολαργού Αττικής, οδός Ασπασίας αρ. 85 και   8) Ευγενίας Παπαϊωάννου-Νινιού του Εμμανουήλ, κατοίκου Μελισσίων Αττικής, οδός Κλαυδίου Γαληνού αρ. 20Α , οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Με την κρινόμενη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αιτούντος, η οποία ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.

Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της αίτησης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την Αντιπρόεδρο Ευφροσύνη Κραμποβίτη και τους Συμβούλους Γεώργιο Βοΐλη, Γεωργία Μαραγκού, Ελένη Λυκεσά, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Γεωργία Τζομάκα, Αγγελική Πανουτσακοπούλου και Δημήτριο Τσακανίκα που απουσίασαν λόγω κωλύματος, με την παρουσία της Γραμματέως Μάρθας Δήμου.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα  και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Αποφάσισε τα εξής :

Ι. Η υπό κρίση αίτηση του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (στο εξής Ο.Γ.Α.) για αναίρεση της 2915/2011 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, για την οποία  δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρο 56 παρ. 1 του π.δ. 774/1980 ΦΕΚ 189 Α΄ και ήδη άρθρο 73 παρ. 1 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.4129/2013 ΦΕΚ 52 Α΄), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής, χωρίς να εμποδίζεται η πρόοδος της δίκης από την απουσία των αναιρεσιβλήτων κατά την παρούσα δικάσιμο, εφόσον αυτές κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν, όπως προκύπτει από τις σχετικές εκθέσεις επίδοσης κλήσης.

II.  Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, τέως υπαλλήλων και ήδη συνταξιούχων του Ο.Γ.Α. και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του ανωτέρω Οργανισμού να καταβάλει στην 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, και 8η εξ αυτών το ποσό των 1760,82 ευρώ και στην 7η το ποσό των 2.641,23 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής στον Ο.Γ.Α., τα οποία ποσά αντιστοιχούν στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου και τέκνων που δεν τους καταβλήθηκε κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαστήματα.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ  ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΚΑΤΑ ΟΓΑ

ΙΙΙ.  Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων Οργανισμός προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση μόνο κατά το μέρος της με το οποίο έγινε δεκτό από το δικάσαν Τμήμα ότι ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων του Ο.Γ.Α. κατ’ αυτού από καθυστερούμενες συντάξεις είναι πέντε ετών, σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ. 17 του Αστικού Κώδικα, προβάλλοντας ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το ανωτέρω ζήτημα, δεν έγινε δεκτό από το Τμήμα ότι οι ανωτέρω απαιτήσεις υπόκεινται σε διετή παραγραφή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 90 παρ. 5 του ν.2362/1995, οι διατάξεις του οποίου δεν αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης αυτής, καθώς και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997.

ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου», συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να χειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2007, 1/2012).

V. Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, όπως και η Σύμβαση, με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) και έχει κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, την οποία μπορεί να στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της προστατευόμενης περιουσίας περιλαμβάνονται και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες είναι και οι ήδη γεννημένες απαιτήσεις για συνταξιοδοτικές και για κοινωνικοασφαλιστικές εν γένει παροχές. Περαιτέρω, εναπόκειται στο νομοθέτη να εκτιμήσει τους λόγους δημοσίας ωφέλειας, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, κατόπιν στάθμισης παραμέτρων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσης, αρκεί η εκτίμηση αυτή  να μην στερείται προδήλως λογικής βάσης (ΕΔΔΑ απόφαση της 7.5.2013 Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, αρ. 57665 και 57657/2012, σκ. 31 και 39). Σε κάθε, όμως, περίπτωση επέμβασης στην περιουσία, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της απαίτησης σεβασμού της περιουσίας των προσώπων, ενώ απαιτείται να πληρούνται και οι όροι της αρχής της αναλογικότητας (βλ. Ολ. Ελ. Συν. 4333/2014).

Ο ΟΓΑ  ΠΟΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΚ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΕΠ΄ΑΥΤΩΝ ΤΟ ΠΔ 496/74 (ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΝΠΔΔ). Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.

VΙ. Στο άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4169/1961 «Περί Γεωργικών Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (ΦΕΚ Α΄ 81) ορίζεται ότι «Ο ΟΓΑ απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού και κοινοτικού ή υπέρ τρίτου φόρου, άμεσου ή έμμεσου, των υπέρ Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων κρατήσεων, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και δικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον». Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του π. 437/1977 (ΦΕΚ 134 Α΄) εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του                    ν.δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, που υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών. Στη συνέχεια, με το άρθρο μόνο του π.δ. 305/1985 (ΦΕΚ 113 Α΄) ορίστηκε ότι οι διατάξεις του ν.δ. 496/1974 εφαρμόζονται στους ανωτέρω οργανισμούς με εξαίρεση το Ι.Κ.Α. και τον Ο.Γ.Α.. Περαιτέρω, με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν.1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α΄) ορίστηκε ότι το Ι.Κ. και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου. Εξάλλου, με το άρθρο 29 παρ. 4 του ν.3232/2004 (ΦΕΚ 48 Α΄) ορίστηκε ότι «Η έννοια της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν.4169/1961 είναι ότι ο Ο.Γ.Α. απολαύει ανεξαιρέτως όλων των ατελειών και ουσιαστικών προνομίων, ως εάν να είναι το ίδιο το Δημόσιο».

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο ΟΓΑ, ο οποίος υπάγεται στους φορείς κοινωνικών ασφαλίσεων, αρμοδιότητας εποπτείας του πρώην Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του 1558/1985, που ίσχυαν κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν.1902/1990), στην εποπτεία του οποίου υπουργείου οι φορείς αυτοί είχαν υπαχθεί με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 7 του                ν.δ. 1/1968 (ΦΕΚ 270 Α΄), έχει αποσυνδεθεί από το Λογιστικό των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και με την επανάληψη της διατύπωσης του ν.4169/1961, έχουν παρασχεθεί σ’ αυτόν τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου, όπου στην έννοια των ανωτέρω δικαστικών προνομίων δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι νοούνται τα δικονομικά προνόμια -εφόσον αυτά αναφέρονται ήδη ρητά στο νόμο και συνεπώς ο νομοθέτης κατά λογική ακολουθία δεν μπορεί να θέλησε να αναφέρει το ίδιο είδος προνομίων δύο φορές- αλλά περιλαμβάνονται τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου (πρβλ. και αποφ. ΑΠ 21/2008, 1/2014), εκείνα δηλαδή που συνδέονται με ζητήματα του ουσιαστικού δικαίου, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνο του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των συνταξιούχων, πρώην τακτικών υπαλλήλων του, έναντι αυτού, που ρυθμίζεται από τα άρθρα 90 παρ. 5 και 91 του νόμου 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247), για τις απαιτήσεις των συνταξιούχων τέως υπαλλήλων έναντι του Δημοσίου.

ΟΙ ΠΡΩΗΝ ΤΑΚΤΙΚΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΤΟΥ ΟΓΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΟΥΝΤΑΙ ΟΠΩΣ ΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΤΟΥ ΙΚΑ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ Ν.3163/55 ΔΗΛΑΔΗ ΟΠΩΣ ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ.

ΣΥΝΠΕΩΣ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ Α.90 ΚΔΛ (ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ Α.61 ΚΠΣΣ) ΩΣ ΤΟ ΠΛΕΟΝ ΣΥΓΓΕΝΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑ ΑΦΟΥ Ο Ν. ΠΕΡΙ ΟΓΑ ΔΕΝ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ. ΣΥΝΕΠΩΣ ΔΙΕΤΙΑ.

Περαιτέρω, οι πρώην τακτικοί υπάλληλοι του ΟΓΑ συνταξιοδοτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τους δημοσίους υπαλλήλους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του αρθ. 1 του ν.437/1976 (ΦΕΚ 250 Α΄), που παραπέμπουν αναλόγως για τους υπαλλήλους αυτούς στο νόμο 3163/1955, που ρυθμίζει τα ζητήματα συνταξιοδότησης των τακτικών υπαλλήλων του Ι.Κ.Α. και ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι οι υπάλληλοι αυτοί δικαιούνται σύνταξης, εφαρμοζομένων αναλόγως όλων των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων για την απονομή σύνταξης στους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους. Εξάλλου, όσον αφορά τις απαιτήσεις των ανωτέρω συνταξιούχων του κατά του Ο.Γ.Α., πρέπει να σημειωθεί ότι το ως άνω ζήτημα της παραγραφής δεν ρυθμίζεται στις καταστατικές διατάξεις του Οργανισμού αυτού και συνεπώς σε κάθε περίπτωση οι διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, που ίσχυαν τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, είναι το πλέον συγγενές νομοθέτημα ως προς το θέμα αυτό, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, ο Ο.Γ.Α. έχει εξαιρεθεί από το ν.δ. 496/1974. Συνεπώς, για τις αξιώσεις των συνταξιούχων πρώην τακτικών υπαλλήλων του Ο.Γ.Α. έναντι αυτού από καθυστερούμενες συντάξεις ή επιδόματα, εφαρμογή έχει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν.2362/1995 που ορίζει ως χρόνο παραγραφής τη διετία, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 91 του ανωτέρω νόμου, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της και η οποία  λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (άρθρο 94 του ν.2362/1995).

Η ΔΙΕΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΔΕΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΔΙΟΤΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΑΧΕΙΑΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΟΓΑ.

          VΙΙ. Η ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του  ν.2362/1995, που έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 61 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 166/2000) και θεσπίζει, όπως προαναφέρθηκε διετή παραγραφή για τις έναντι του Δημοσίου αξιώσεις των συνταξιούχων του, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 για άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου (πενταετία), όσο και από τις παραγράφους 2 (πενταετία) και 3 (εικοσαετία) του άρθρου 86 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο), καθώς και οι προεκτεθείσες διατάξεις από τις οποίες προκύπτει ότι η ρύθμιση αυτή έχει εφαρμογή και στην περίπτωση των αξιώσεων των πρώην τακτικών υπαλλήλων, συνταξιούχων του Ο.Γ.Α., κατά του Οργανισμού αυτού, δεν αντίκεινται στην αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και τούτο διότι η εν λόγω ρύθμιση δικαιολογείται από τις ιδιαίτερες συνθήκες που διαφοροποιούν τον ανωτέρω Οργανισμό έναντι των ασφαλισμένων του, εφόσον η παραγραφή αυτή έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και, συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των ανωτέρω αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ο.Γ.Α. και ως εκ τούτου είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασής του και κατ’ επέκταση για την προστασία της δημοσιονομικής ευρωστίας του, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομαλή εξυπηρέτηση των σκοπών του, προς όφελος και των ιδίων των ασφαλισμένων του.Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις εν λόγω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Ο.Γ.Α., είναι αναγκαία αφενός μεν προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων ο Οργανισμός προβαίνει στην κατάρτιση του προϋπολογισμού του και στην πρόβλεψη των σχετικών δαπανών του και αφετέρου προς αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγεται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού του η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του υπερβολικού ύψους των σχετικών απαιτήσεων, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών, που ανακύπτουν από την άσκηση αγωγών των συνταξιούχων του κατ’ αυτού. Ο στόχος αυτός του Ο.Γ.Α. να προγραμματίζει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικού ύψους ανεξόφλητα χρέη παρελθόντων ετών, δικαιολογεί την θέσπιση ευλόγου χρόνου παραγραφής των σχετικών αξιώσεων (πρβλ. ΑΕΔ 1/2012). Εξάλλου, η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995, η οποία εισάγει περιορισμό στην περιουσία των συνταξιούχων του Ο.Γ.Α., ενόψει των δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα και ως εκ τούτου της επιτακτικής ανάγκης να αποφευχθεί η ανατροπή των οικονομικών δεδομένων, με βάση τα οποία ρυθμίζεται η λειτουργία των δημοσίων οργανισμών, ώστε να δύναται να προβλεφθούν οι επιπτώσεις στον προϋπολογισμό τους τυχόν οικονομικών αξιώσεων τρίτων, λαμβανομένου υπόψη και του μεγάλου ύψους των αξιώσεων αυτών, που έχουν συσσωρευτεί και οι οποίες ασκούνται από μεγάλο αριθμό συνταξιούχων, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον τηρήθηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της απαίτησης σεβασμού της περιουσίας των συνταξιούχων, ενώ, εξάλλου, η επέμβαση στο συγκεκριμένο δικαίωμα ήταν πρόσφορη για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών δημοσίου συμφέροντος και δεν υπερέβη το μέτρο που απαιτείτο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών. Εξάλλου, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με το οποίο εξασφαλίζεται το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας και οι εγγυήσεις για δίκαιη δίκη (βλ. και άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 2 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα), καθόσον, ενόψει του οριζόμενου με αυτήν διετούς χρόνου παραγραφής, δεν περιορίζεται υπερβολικά η δυνατότητα των συνταξιούχων του Ο.Γ.Α. να διεκδικήσουν δικαστικά τις συντάξεις, τα βοηθήματα και τα επιδόματα που τους οφείλει η διοίκηση (πρβλ. ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας),  εκτός του ότι οι ως άνω διατάξεις δεν εμποδίζουν τον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις ουσιαστικού δικαίου υπέρ του Ο.Γ.Α., όταν μάλιστα αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, αφού με τις ρυθμίσεις αυτές δεν παρέχεται στον ανωτέρω Οργανισμό δικονομικό προνόμιο σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, αλλά ανεκτό -κατά τα προεκτεθέντα- ουσιαστικό προνόμιο αυτού (πρβλ. Ολ. Ελ. Συν. 4333/2014 κ.ά.  όπου και μειοψηφία).

VΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Τμήμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: Οι ήδη αναιρεσίβλητες είναι συνταξιούχοι και πρώην τακτικές υπάλληλοι του Ο.Γ.Α.. Με αγωγή τους που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά το μέρος που παραπέμφθηκε με την 11502/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού στο Ελεγκτικό Συνέδριο και της οποίας το αίτημα περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι ο ανωτέρω Οργανισμός οφείλει να καταβάλει σ’ αυτές νομιμοτόκως τα ποσά που αναφέρονταν στην αγωγή και αντιστοιχούσαν σε μη καταβληθείσα σ’ αυτές οικογενειακή παροχή λόγω γάμου και τέκνων, κατά τα αναφερόμενα  για εκάστη ενάγουσα χρονικά διαστήματα και, ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 24.8.1989 έως 30.6.2002 για την 1η, από 17.2.1990 έως 30.6.2002 για τη 2η , από 27.10.1987 έως 30.6.2002 για την 3η, από 5.3.1986 έως 30.6.2002 για την 4η, από 18.10.1990 έως 30.6.2002 για την 5η, από 2.7.1990 έως 30.6.2002 για την 6η, από 9.11.1988 έως 30.6.2002 για την 7η και από 11.2.1992 έως 30.6.2002 για την 8η. Το Τμήμα αφού έκρινε ότι για το χρονικό διάστημα από 1.3.2001 μέχρι 30.6.2002 η δίκη πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3205/2003 και της Φ.10321/7598/367/17.5.2004, ΦΕΚ Β΄ 755, κοινής απόφασης των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, δυνάμει των οποίων καθορίσθηκε ο τρόπος και ο χρόνος εξόφλησης των απαιτήσεων οικογενειακής παροχής των συνταξιούχων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3163/1955, των Ν.Π.Δ.Δ., για το χρονικό διάστημα από 1.3.2001 έως 30.6.2002, δέχθηκε ακολούθως ότι οι αξιώσεις τους υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 17 του Αστικού Κώδικα, εφόσον ο Ο.Γ.Α. έχει εξαιρεθεί της εφαρμογής του                      ν.δ. 496/1974. Ακολούθως, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή τους και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του ανωτέρω Οργανισμού να καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 28.2.2001 στην 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, και 8η αναιρεσίβλητη το ποσό των 600.000 δραχμών ή 1760,82 ευρώ ως οικογενειακή παροχή συζύγου (ήτοι 50 μήνες Χ 12.000 δραχμές) και στην 7η το ποσό των 2.641,23 ευρώ, το οποίο αποτελεί το σύνολο του ποσού των 600.000 δραχμών ή 1760,82 ευρώ (ήτοι 50 μήνες Χ 12.000 δραχμές) που δικαιούται ως οικογενειακή παροχή συζύγου, για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 28.2.2001 και του ποσού των 300.000 δραχμών ή 880,41 ευρώ (50 μήνες Χ 6.000 δραχμές), που δικαιούται ως προσαύξηση δεύτερου τέκνου για το ίδιο χρονικό διάστημα, ενώ δεν δικαιούται την αιτούμενη προσαύξηση  για το πρώτο τέκνο της. Τα ανωτέρω ποσά έκρινε ότι οφείλονται νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής στον Ο.Γ.Α., ενώ για το χρονικό διάστημα πριν την 1.1.1997 έκρινε ότι οι αξιώσεις τους, ενόψει του χρόνου κατάθεσης της αγωγής (30.12.2002) και των διαδικαστικών πράξεων και ενεργειών που μεσολάβησαν έκτοτε, έχουν υποπέσει στην προαναφερθείσα πενταετή παραγραφή. Αυτά δεχθέν το Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις που διέπουν την επίδικη υπόθεση και δεν δέχθηκε ότι πρέπει να τύχει εφαρμογής, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο αναιρέσεως, για τις κατά του Ο.Γ.Α. αξιώσεις των συνταξιούχων του, το άρθρο 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995 που θεσπίζει διετή παραγραφή και του οποίου οι διατάξεις δεν αντίκειται, κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα στις σκέψεις VΙΙ της παρούσας, στις προαναφερθείσες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις.

ΙΧ. Κατ’ ακολουθία αυτών, που προηγουμένως κρίθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που δέχθηκε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων κατά του Ο.Γ.Α. υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 του Αστικού Κώδικα και ότι αυτές δικαιούνται οικογενειακή παροχή συζύγου και η 7η εξ αυτών συζύγου και τέκνου για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.12.1999. Πρέπει δε να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος και να απαλλαγούν οι αναιρεσίβλητες από τα δικαστικά έξοδα του Ο.Γ.Α. (βλ. άρθρα 16 παρ. 5 ν. 4169/1961 και 18 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, Διάταγμα της 26.6/10.7.1944), κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων της δίκης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, (ΦΕΚ Α΄ 97) και το οποίο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις δίκες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006, (ΦΕΚ Α΄ 135).

Χ. Μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα προεκτεθέντα, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής, η υπόθεση, που δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό μέρος της, πρέπει διακρατηθεί και να δικασθεί η αγωγή των 1) Παρασκευής συζ. Κωνσταντίνου Σαμιώτη, 2) Ευαγγελίας Τσονιώτη του Νικολάου, 3) Μαρίας Κοντάκη-Μαντούκου του Νικολάου, 4) Αθηνάς Καπνιστού-Θεοδωράκη του Σταύρου, 5) Αναστασίας Μπελεχρή-Φραγκαντώνη του Δημητρίου, 6) Χάριτος Τερζή του Θεοδώρου, 7) Αικατερίνης συζ. Δημητρίου Πουλούδη, και                8) Ευγενίας Παπαϊωάννου-Νινιού του Εμμανουήλ. Δεδομένου δε του χρόνου κατάθεσης της αγωγής αυτών στις 30.12.2002, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η αξίωσή τους για καταβολή οικογενειακής παροχής για το χρονικό διάστημα μέχρι την 31.12.1999 έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή της διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 (61 παρ. 1 Συνταξιοδοτικού Κώδικα) και λαμβανομένου υπόψη ότι οι αξιώσεις τους έχουν ικανοποιηθεί για το χρονικό διάστημα  από 1.3.2001 έως 30.6.2002, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν.3205/2003 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας Φ. 10321/7598/367/17.5.2004 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών  και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας  και συνεπώς η σχετικώς ανοιγείσα δίκη πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη για το χρονικό αυτό διάστημα, η αγωγή τους πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωρισθεί ότι ο Ο.Γ.Α. οφείλει να καταβάλει σε κάθε μία από τις 1η , 2η , 3η , 4η , 5η , 6η και 8η ενάγουσες το ποσό των 493,03 ευρώ (14 μήνες χ 12.000 δρχ. = 168.000 δρχ.), ως οικογενειακή παροχή συζύγου για το από 1.1.2000 έως 28.2.2001 χρονικό διάστημα και στην 7η ενάγουσα συνολικά για το ίδιο χρονικό διάστημα το ποσό των 739,55 ευρώ, ήτοι το  ποσό των  493,03  ευρώ (14 μήνες χ 12.000 δρχ. = 168.000 δρχ.) ως οικογενειακή παροχή συζύγου και το ποσό των 246,52 ευρώ (14 μήνες χ 6.000 δρχ. = 84.000 δρχ.), ως προσαύξηση τέκνου, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής στον ανωτέρω Οργανισμό.

  ΧΙ. Το Δικαστήριο, τέλος, κρίνει ότι πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα της δίκης επί της αγωγής, λόγω μερικής ήττας και νίκης αυτών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προαναφερθέν άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Δια ταύτα

Δέχεται την αίτηση αναίρεσης του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων κατά της 2915/2011 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Αναιρεί εν μέρει την απόφαση αυτή κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Απαλλάσσει τις αναιρεσίβλητες από τα δικαστικά έξοδα του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 24.12.2002 αγωγή των         1) Παρασκευής συζ. Κωνσταντίνου Σαμιώτη, 2) Ευαγγελίας Τσονιώτη του Νικολάου, 3) Μαρίας Κοντάκη-Μαντούκου του Νικολάου, 4) Αθηνάς Καπνιστού-Θεοδωράκη του Σταύρου,  5) Αναστασίας Μπελεχρή-Φραγκαντώνη του Δημητρίου, 6) Χάριτος Τερζή του Θεοδώρου, 7) Αικατερίνης συζ. Δημητρίου Πουλούδη, και 8) Ευγενίας Παπαϊωάννου-Νινιού του Εμμανουήλ κατά του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή αυτή.

Αναγνωρίζει ότι ο εναγόμενος Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων οφείλει να καταβάλει σε κάθε μία από τις 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η και 8η ενάγουσα το ποσό των τετρακοσίων ενενήκοντα τριών ευρώ και τριών λεπτών (493,03 ευρώ) και στην 7η ενάγουσα το ποσό των επτακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και πεντήκοντα πέντε λεπτών (739,55 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής σε αυτόν. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις  23 Ιουνίου 2014.