ΕΣ 2941/15, ΟΛΟΜ., ΙΚΑ, ΚΑΘΕΣΤΩΣ 3163/55, ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΠΕΝΤΑΕΤΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΔΙΕΤΗΣ , ΕΦΑΡΜΟΓΗ Α. 19 ΑΝ 1846/51, ΟΧΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ 90§ 3ΚΑΙ 5 ΚΔΛ. ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΕΚΡΙΝΕ ΓΙΑ ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΟΓΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟ ΣΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ 3163/5 Η ΟΛΟΜ 2925/15

ΕΣ Ολομ

 

 

ΠΕΝΤΑΕΤΗΣ Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ  ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΙΚΑ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Η ΠΑΡ. 3 ΚΑΙ 5 ΤΟΥ Α. 90 ΤΟΥ ΚΔΛ.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΓΑ ΒΛ. 2925/15 ΟΛΟΜ.

 

2941/2015 

ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Νικόλαος Αγγελάρας, Πρόεδρος, Ιωάννης Σαρμάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Μαρία Βλαχάκη και Άννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδροι, Γεώργιος Βοΐλης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου και Βασιλική Προβίδη, Σύμβουλοι. Γραμματέας η  Ελένη Αυγουστόγλου.

Μιχαήλ Ζυμής, Γενικός Επίτροπος Επικρατείας.

Για να δικάσει την από 10 Νοεμβρίου 2012 (αριθμ. κατάθ. 102/19.5.2011) αίτηση:

Του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ – ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ» («ΙΚΑ-ΕΤΑΜ»), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγ. Κωνσταντίνου αριθμ. 8), το οποίο δεν παρέστη.

Κατά της Σταματίας συζύγου Κωνσταντίνου Γιώτη, θυγ. Αλέξανδρου Μιτσιάλη, κατοίκου Καλλιθέας Αττικής (οδός Ν. Ζερβού αριθμ. 72), που δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον επιδιώκει την αναίρεση της 2909/2011 απόφασης του ΙΙ Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :

Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 17.12.2014 γνώμη του και πρότεινε την εν μέρει παραδοχή της αίτησης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τις Συμβούλους Ασημίνα Σαντοριναίου και Βιργινία Σκεύη, καθώς επίσης και τη Σύμβουλο Βασιλική Προβίδη που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.

     Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Μαρίας Αθανασοπούλου. Και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

           Σκέφτηκε κατά το νόμο

1. Για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρα 61 παρ. 1 και 117 του π.δ/τος 1225/1981.

2.  Με την αίτηση αυτή το αιτούν ΙΚΑ-ΕΤΑΜ επιδιώκει την αναίρεση της 2909/2011 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, συνταξιούχου του ΙΚΑ, με το ειδικό καθεστώς του ν. 3163/1955 (πρώην τακτική υπάλληλος του ΙΚΑ, με βαθμό Α΄ του κλάδου ΔΕ Βοηθών Νοσοκόμων).Υποχρεώθηκε δε το Ίδρυμα να καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής σε αυτήν με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, το ποσό των 3.451,56 ευρώ, που αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση λόγω τέκνων, η οποία δεν της καταβλήθηκε με τη σύνταξή της κατά το χρονικό διάστημα από 9.12.1997 έως 28.2.2001, ενώ οι απαιτήσεις της ανωτέρω που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα πριν από την 31.12.2000 ήταν παραγεγραμμένες και για το χρονικό διάστημα από 1.3.2001 έως 30.6.2002 που υποχρεώθηκε το Ίδρυμα να καταβάλει τόκους υπερημερίας η δίκη είχε κηρυχθεί καταργημένη.

ΠΕΝΤΑΕΤΗΣ ΚΑΤΑ ΒΑΣΗ Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ 3163/55 ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΙΚΑ

Α. 40§6 ΑΝ 1846/51

3. Α. Η διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 15 του ν. 4476/1965 και 7 του ν. 825/1978, ορίζει ότι «Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί. Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι’ οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. … Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν».

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι οι κατά του ΙΚΑ αξιώσεις των συνταξιούχων του με το ειδικό καθεστώς του ν. 3163/1955 από καθυστερούμενες συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα, όπως είναι και η οικογενειακή παροχή, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή (βλ. Ε.Σ. Ολομ. 513/2009).

ΠΛΗΡΗΣ Η ΕΞΟΜΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΑΡΑ Ο ΤΟΚΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΕΙΝΑΙ 6% ΟΠΩΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

Β.  Η παράγραφος 1 του άρθρου 19 του α.ν. 1846/1951 ορίζει ότι «Το Ι.Κ.Α. … απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον», ενώ κατά το άρθρο 5 του ν. 3210/1955 «το Ι.Κ.Α. απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου, επί τούτου δε ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται άπασαι αι δια το Δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι αντίστοιχοι διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, της Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας», και κατά το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 1902/1990 «το Ι.Κ.Α. και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου».

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι το ΙΚΑ εξομοιώνεται πλήρως από άποψη διαδικαστικών (δικονομικών), διοικητικών και οικονομικών προνομίων με το Δημόσιο. Συνεπώς, το ΙΚΑ απολαμβάνει και του κατά το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Δ/μα της 26.6/10.7.1944) οικονομικού προνομίου του Δημοσίου να καταβάλει, κατ’ εξαίρεση των γενικών περί τοκοδοσίας διατάξεων, για κάθε οφειλή του τόκο, νόμιμο ή υπερημερίας, σε ποσοστό 6% ετησίως από την επίδοση και μόνο της αγωγής (βλ. Ε.Σ. ως άνω 513/2009).

Όπως έχει δε κριθεί με την 25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ) η διάταξη αυτή του άρθρου 21 του ως άνω Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος.

Γ.  Το άρθρο 26 του ν. 3205/2003 «Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. …» (Α΄ 297) ορίζει ότι: «Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος και ο ακριβής χρόνος εξόφλησης των απαιτήσεων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια, των εν ενεργεία υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και  των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. … οι οποίες απορρέουν από τη μη σύγχρονη καταβολή και στους δύο συζύγους της οικογενειακής παροχής λόγω γάμου και τέκνων του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2001 μέχρι 30.6.2002, είτε έχουν ασκήσει αγωγές, είτε όχι. Για το ίδιο χρονικό διάστημα οι εκκρεμείς δίκες καταργούνται. Με όμοια απόφαση θα τακτοποιηθούν και οι αντίστοιχες απαιτήσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου». Βάσει της εξουσιοδοτικής αυτής διάταξης εκδόθηκε και η                                οικ. 2/3013/0022/20.1.2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Καταβολή αναδρομικών οικογενειακής παροχής» (Β΄ 70), με την οποία ρυθμίστηκε ο τρόπος καταβολής της παροχής και στους δύο συζύγους κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2001 μέχρι 30.6.2002. Σύμφωνα με τις νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις ικανοποιούνται πλήρως οι αντίστοιχες αξιώσεις των συνταξιούχων, μεταξύ άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, και του ΙΚΑ, ώστε αγωγές, που ασκούνται για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων λόγω μη χορήγησης της κατά τα ανωτέρω οφειλόμενης για το από 1.3.2001 και εφεξής χρονικό διάστημα οικογενειακής παροχής, να καθίστανται πλέον άνευ αντικειμένου, οι δε σχετικώς ανοιγείσες δίκες να θεωρούνται καταργημένες. 

4. Α. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Τμήμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, πρώην τακτική υπάλληλος του ΙΚΑ, με βαθμό Α΄ του κλάδου ΔΕ Βοηθών Νοσοκόμων και συνταξιούχος του ΙΚΑ από 9.12.1997, με βάση το ειδικό καθεστώς του            ν. 3163/1955, είναι έγγαμη από το έτος 1980 και μητέρα τριών τέκνων, της Ευανθίας, που γεννήθηκε στις 7.1.1979, του Λάμπρου, που γεννήθηκε στις 27.10.1982 και από το ακαδημαϊκό έτος 2000 – 2001 ξεκίνησε να φοιτά στο Τμήμα Τεχνολογίας Ιατρικών Οργάνων του ΤΕΙ Αθήνας, και του Αλέξανδρου, που γεννήθηκε στις 11.3.1997. Με την από 30.12.2002 αγωγή της, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 9.12.1997 έως 31.12.2002 δεν έλαβε με τη σύνταξή της την οικογενειακή παροχή λόγω γάμου και τριών τέκνων, την οποία ελάμβανε μόνο ο σύζυγός της. Επικαλούμενη, περαιτέρω, την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 4 και 5 του                     ν. 2470/1997, ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΙΚΑ να της καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής της το ποσό των 8.372,17 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μη καταβληθείσα σε αυτήν οικογενειακή παροχή λόγω γάμου και τέκνων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Με τις παραδοχές αυτές το Τμήμα έκρινε ότι η ανωτέρω δικαιούται κατ’ αρχήν να λάβει την αιτούμενη οικογενειακή παροχή λόγω γάμου και τριών τέκνων, δεδομένου ότι αυτή δε της καταβαλλόταν με τη σύνταξή της και ότι η αξίωσή της αυτή  δεν έχει υποπέσει, ενόψει του χρόνου κατάθεσης της ως άνω αγωγής (31.12.2002) στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Κατά το μέρος, όμως, που αφορά στην αξίωσή της για καταβολή σε αυτήν από το ΙΚΑ του ποσού της οικογενειακής παροχής που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1.3.2001 έως 31.12.2002, δεδομένου ότι η σχετική αξίωση έχει ικανοποιηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 3205/2003 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας οικ. 2/3013/0022/20.1.2004 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η σχετικώς ανοιγείσα δίκη πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη. Επομένως, κατά το δικάσαν Τμήμα, η «ενάγουσα» δικαιούται να λάβει από το εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ το ποσό των 3.451,56 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου για το χρονικό διάστημα από 9.12.1997 έως 28.2.2001 [39 μήνες x (35,22 ευρώ λόγω γάμου + 17,61 ευρώ λόγω β΄ τέκνου + 35,22 ευρώ λόγω γ΄ τέκνου = 88,05 ευρώ) + 17,61 ευρώ λόγω α΄ τέκνου για το Δεκέμβριο 1997, οπότε συμπλήρωσε το 18ο έτος της ηλικίας, δοθέντος ότι δεν προκύπτει ότι το εργαστήρι ελευθέρων σπουδών NewYorkCollege που με βάση την από 27.2.2002 βεβαίωση φοιτούσε το α΄ τέκνο από το 2000, εμπίπτει στα εκπαιδευτικά ιδρύματα του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, ώστε να εξακολουθήσει η καταβολή της οικογενειακής προσαύξησης].

Β.  Αυτά δεχθέν το δικάσαν Τμήμα δεν έσφαλε κατά την κρίση του όσον αφορά την αξίωση της ήδη αναιρεσίβλητης, ως συνταξιούχου του ΙΚΑ με το ειδικό καθεστώς του ν. 3163/1955, για καταβολή σε αυτήν του ποσού της οικογενειακής παροχής που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 9.12.1997 έως 28.2.2001, η οποία (αξίωση) υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της ειδικής καταστατικής του Ιδρύματος διάταξης του άρθρου 40 παρ. 6 του               α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 15 του ν. 4476/1965 και 7 του ν. 825/1978, διάταξη εφαρμοστέα, σύμφωνα και με όσα  προαναφέρθηκαν (βλ. σκέψη 3.Α.), αντί των επικαλούμενων γενικών διατάξεων των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικά προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, το Τμήμα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 3205/2003 και θεώρησε καταργημένη την ανοιγείσα με την αγωγή της ανωτέρω δίκη σχετικά με την αξίωσή της για καταβολή σε αυτήν από το ΙΚΑ του ποσού της οικογενειακής παροχής που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1.3.2001 έως 31.12.2002, αφού η αξίωσή της αυτή έχει ήδη ικανοποιηθεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω άρθρου και της κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθείσας υπουργικής απόφασης που προαναφέρθηκε (βλ. σκέψη 3.Γ.). Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης ότι το δικάσαν Τμήμα έκανε δεκτό ότι το άρθρο 26 του                ν. 3205/2003 αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και, κατ’ επέκταση, εσφαλμένα ερμήνευσε και πλημμελώς εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου αυτού, καθόσον με την απόφασή του υποχρέωσε το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να καταβάλει τόκους υπερημερίας για το παραπάνω χρονικό διάστημα (1.3.2001 έως 31.12.2002) είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι η αναιρεσιβαλλομένη ούτε κρίση περί αντιθέσεως στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ διέλαβε, ούτε και επιδίκασε τόκους υπερημερίας για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα.

Γ. Περαιτέρω, το δικάσαν Τμήμα, στην σκέψη ΙV της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτήν το ποσό των 3.451,56 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής της σ’ αυτό, και ότι οι οφειλόμενοι τόκοι πρέπει να υπολογιστούν με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, όπως αυτό ορίζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 293 του Α.Κ. και 15 παρ. 5 του ν. 876/1979 με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Έτσι, όμως, που έκρινε το Τμήμα, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενη νομική σκέψη (3.Β.), αναφορικά με τον υπολογισμό των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και πλημμελώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Δ/μα της 26.6/10.7.1944), που εφαρμόζεται αναλόγως και στο ΙΚΑ, και πρέπει, γενομένου δεκτού του σχετικά προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, να υπολογιστούν οι εν λόγω τόκοι σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ήτοι με επιτόκιο 6% ετησίως (πρβλ. Ε.Σ. Ολομ. 2705/2014).

5. Ακολούθως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της 2909/2011 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και να αναιρεθεί η απόφαση κατά το μέρος που με αυτή έγινε δεκτό ότι οι τόκοι υπερημερίας, που οφείλονται από την επίδοση της από 31.12.2002 αγωγής της τότε ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για την καταβολή της επίδικης οικογενειακής παροχής, πρέπει να υπολογιστούν με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας και όχι βάσει του επιτοκίου 6% ετησίως. Μετά δε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για παράβαση νόμου, η υπόθεση, που δεν χρειάζεται διερεύνηση κατά το πραγματικό της μέρος, πρέπει να διακρατηθεί και να δικασθεί περαιτέρω στην ουσία από την Ολομέλεια η από 31.12.2002 αγωγή της ενάγουσας, κατά το μέρος που η απόφαση αυτή αναιρέθηκε και πρέπει το δικαιούμενο ποσό των 3.451,56 ευρώ να καταβληθεί σ’ αυτήν, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής της στο καθ’ ου με βάση το επιτόκιο 6% ετησίως.

Δια ταύτα

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Αναιρεί την 2909/2011 απόφαση του ΙΙ Τμήματος, κατά το μέρος που αφορά στη νομιμότοκη καταβολή της επιδικαζόμενης οικογενειακής παροχής, για το από 9.12.1997 έως 28.2.2001 χρονικό διάστημα, με το επιδικασθέν εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας και όχι με βάση το επιτόκιο 6% ετησίως. 

Διακρατεί και δικάζει την από 31.12.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης-ενάγουσας .

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει το εναγόμενο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα ένα ευρώ και πενήντα έξι λεπτά (3.451,56 ευρώ), νομιμοτόκως από την επίδοση σε αυτό της ένδικης αγωγής, με βάση το επιτόκιο 6% ετησίως, κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στο σκεπτικό. 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΜΑΡΙΑ  ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
   
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΛΕΝΗ  ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις  22 Απριλίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΕΛΕΝΗ  ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ