ΤΜΗΜΑ IV 3352/13
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Μαρία Αθανασοπούλου (εισηγήτρια) και Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα, Σύμβουλοι, Κωνσταντίνος Κρέπης και Αικατερίνη Σπηλιοπούλου, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ιωάννης Κάρκαλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου, ο οποίος είχε κώλυμα.
Γραμματέας: Ολυμπία Κωνσταντακοπούλου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Γ΄).
Για να δικάσει την από 30.3.2012 αίτηση του Ιωάννη Σακέλλη του Γεωργίου, κατοίκου Αθηνών (οδός Ξενοκράτους αρ.15, Τ.Κ. 10675), ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Καϋμενάκη (Α.Μ./ Δ.Σ.Α. 20676)
Για την αναθεώρηση των 1670/2010 και 3336/2011 αποφάσεων του IV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά του: α) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα και β) Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, όπως νομίμως εκπροσωπείται, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (άρθρο 133 παρ. 2 ΚΔΔ) του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Χρυσόγονου (Α.Μ./ Δ.Σ.Θ. 2387).
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αιτούντος, η οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναθεώρησης.
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999- Α΄97, όπως ισχύει) και με υπόμνημα ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως. Και
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, που πρότεινε, ομοίως, την απόρριψη αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, με την παρουσία και της Γραμματέως του.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο και
Αποφάσισε τα ακόλουθα:
Ι. Με την υπό κρίση αίτηση, ζητείται παραδεκτώς η αναθεώρηση της 3336/2011 απόφασης του Τμήματος τούτου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 11.10.2006 έφεση του ήδη αιτούντος κατά της 5290/29.8.2006 καταλογιστικής πράξης των Επιθεωρητριών της Οικονομικής Επιθεώρησης Αθηνών του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία καταλογίστηκε ως Αναπληρωτής Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και μέλος της Επιτροπής Παραλαβής υλικών και υπηρεσιών αυτού, με το ποσό των 85.582,88 ευρώ, για ισόποσο έλλειμμα στη διαχείριση του εν λόγω νομικού προσώπου, κατά την περίοδο 1996-1997, και, αφού μεταρρυθμίστηκε η πράξη αυτή, περιορίστηκε το καταλογισθέν σε βάρος του ποσό σε 40.093,92 ευρώ. Αντιθέτως, η αίτηση αυτή απαραδέκτως στρέφεται κατά της 1670/2010 απόφασης του Τμήματος αυτού, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της ανωτέρω έφεσής του, προκειμένου να συζητηθεί από κοινού με άλλη συναφή υπόθεση, σε συνέχεια της οποίας εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη 3336/2011 απόφαση.
ΙΙ. Το άρθρο 105 του π.δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α΄, 304) ορίζει ότι: «εις αναθεώρησιν υπόκεινται αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων κατά τα εις το άρθρον 62 του π.δ/τος 774/1980 …οριζόμενα». Περαιτέρω, το π.δ. 774/1980 «Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου» (φ. 189 Α’) – το οποίο καταργήθηκε από το άρθρο δεύτερο του ν.4129/2013 (Α΄52/28.2.2013), με το άρθρο πρώτο του οποίου κυρώθηκε ο Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο – ορίζει στο άρθρο 62 ότι “Αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων υπόκεινται εις το έκτακτον ένδικον μέσον της αναθεωρήσεως, ασκούμενον ενώπιον του εκδόντος την απόφασιν Τμήματος, κατά τα εν άρθρω 29 οριζόμενα, είτε υπό του παρά τω Συνεδρίω Γενικού Επιτρόπου ή του αρμοδίου Υπουργού είτε παρά του ενδιαφερομένου (…)”, και στην παράγραφο 3 του άρθρου 29 ότι : “Η αίτησις αναθεωρήσεως επιτρέπεται εντός προθεσμίας ενός έτους από της εις τον υπόλογον κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης πράξεως: α) Λόγω πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα ή λόγω λογιστικού λάθους. β) Αν προσαχθούν νέα κρίσιμα έγγραφα. γ) Αν η πράξη εστηρίχθη επί καταθέσεων μαρτύρων καταδικασθέντων επί ψευδομαρτυρία ή απαλλαγέντων μεν αναγνωρισθείσης όμως της ψευδομαρτυρίας δικαστικώς. δ) Εάν η πράξη εστηρίχθη επί εγγράφων πλαστών εφ’ όσον η πλαστογραφία ανεγνωρίσθη οπωσδήποτε δικαστικώς έστω και εν τω σκεπτικό της δικαστικής αποφάσεως ή του εκδοθέντος βουλεύματος».
ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές σε αναθεώρηση υπόκεινται οι αποφάσεις που εκδίδονται από τα Τμήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και μόνο για τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους λόγους, μεταξύ των οποίων η πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα, η προσαγωγή νέων κρίσιμων εγγράφων και η πλαστότητα εγγράφων.
ΠΛΑΝΗ ΠΕΡΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Ειδικότερα, πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα συντρέχει όταν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά είναι αντικειμενικώς ανύπαρκτα, καθώς και όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση αγνοήθηκαν υπαρκτά πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα την εξαγωγή εσφαλμένου συμπεράσματος. Δεν εμπίπτει, όμως, στην έννοια της εν λόγω πλάνης ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε η κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, συνεπώς, αν προβληθούν τέτοιοι λόγοι προς στήριξη αίτησης αναθεώρησης για πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα, είναι απαράδεκτοι (Ολομ. Ελ. Συν. 30/2012).
ΝΕΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ΕΓΓΡΑΦΟ= ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΗΚΕ ΑΝΥΠΑΙΤΙΩΣ ‘Η ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΗΚΕ ΜΕΤΑ ΑΛΛΆ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ Η ΥΠΑΡΞΗ ΚΡΙΣΙΜΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΗΚΕ ΑΝΥΠΑΙΤΙΩΣ.
Άλλωστε, ως νέο κρίσιμο έγγραφο ικανό να στηρίξει αίτηση αναθεώρησης νοείται έγγραφο έγκυρο, δημόσιο ή ιδιωτικό,με αποδεικτική ισχύ στην υπόθεση που κρίθηκε, που δεν είχε προσκομιστεί στην αρχική δίκη, αλλά είτε προϋπήρχε της έκδοσης της απόφασης, της οποίας ζητείται η αναθεώρηση και ήταν άγνωστο ή ήταν ανέφικτη η προσκόμισή του είτε ανακαλύφθηκε μετά την έκδοση αυτής αλλά προκύπτει από αυτό η ύπαρξη και το περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου, που είχε εκδοθεί πριν από το πιο πάνω χρονικό σημείο, η έγκαιρη προσκόμιση του οποίου δεν ήταν δυνατή για τον ως άνω λόγο, εφόσον θα μπορούσε να ασκήσει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με την έννοια ότι αν το είχε υπόψη του το Δικαστήριο και το εκτιμούσε προσηκόντως, θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση, από εκείνη στην οποία κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολομ. Ελ.Συν. 30/2012). Γεγονότα δε τα οποία καθιστούν ανέφικτη την έγκαιρη προσκομιδή του νέου κρισίμου εγγράφου, είναι εκείνα, τα οποία δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα έστω και από ελαφρά αμέλεια του αιτούντος την αναθεώρηση και από απλώς τυχαίο ή οφειλόμενο σε συμπτώσεις που δεν μπορούσε να προληφθεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, σύμφωνα με τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας (Ολ. Ελ.Συν. 2366/2011).
Η ΠΛΑΣΤΟΤΗΤΑ ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΑΠΟ ΒΟΥΛΕΥΜΑ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΣΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΛΑΣΤΟΤΗΤΑ.
Τέλος, η πλαστότητα εγγράφου, στην οποία στηρίζεται η πράξη καταλογισμού ως λόγος αναθεώρησης, θα πρέπει, προκειμένου να εξετασθεί κατ’ ουσία, να προβάλλεται με επίκληση δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος, με τα οποία, έστω και στο σκεπτικό τους, να αναγνωρίζεται η πλαστότητα του εγγράφου.
ΙΙΙ.Στην προκειμένη υπόθεση με την 3336/2011 απόφαση του Τμήματος κρίθηκε ότι ο ήδη αιτών, Αναπληρωτής Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, που είχε διορισθεί μέλος της Επιτροπής Παραλαβής Υλικών και Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου για την περίοδο 1996-1997, ευθύνεται για τη δημιουργία του ελλείμματος στην οικονομική διαχείριση του Πανεπιστημίου, καθόσον βεβαίωσε με την υπογραφή του στα οικεία πρωτόκολλα παραλαβής, την παραλαβή εργασιών και υλικών συνολικής αξίας 29.162.366 δραχμών και ήδη 85.582,88 ευρώ, χωρίς τη φυσική παρουσία του κατά την παραλαβή και χωρίς κανένα απολύτως πραγματικό έλεγχο ως προς τα παραλαμβανόμενα είδη και υπηρεσίες, τα οποία ουδέποτε παρελήφθησαν από το Πανεπιστήμιο, αφού αποτελούσαν αντικείμενο εικονικών και μόνο συναλλαγών, βάσει πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων και δικαιολογητικών των χρηματικών ενταλμάτων, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό άμεσα στην πληρωμή των εικονικών αυτών συναλλαγών και, κατά συνέπεια, στη δημιουργία του καταλογισθέντος ελλείμματος. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η ανάμειξή του αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη δημιουργία του ελλείμματος για εκείνες τις περιπτώσεις πληρωμών, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με επιταγές, που εκδόθηκαν για την εξόφληση χρηματικών ενταλμάτων, τα οποία έχουν θεωρηθεί από τον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στα συνημμένα δικαιολογητικά των οποίων περιλαμβάνονται τα πρωτόκολλα παραλαβής που υπέγραψε ο ίδιος. Και τούτο, διότι χωρίς τη δική του συμβολή, χωρίς δηλαδή την ψευδή εκ μέρους του βεβαίωση παραλαβής δια της υπογραφής του στα σχετικά πρωτόκολλα, θα ήταν αδύνατη η έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων και τελικά η εκταμίευση του δημοσίου χρήματος. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρόκειται για τις περιπτώσεις των παρακάτω επιταγών: α) με αριθμό Τ568842/14.4.98, ποσού 1.504.575 δραχμών, και με αριθμό Τ568847/14.4.98, ποσού 2.000.000 δραχμών, που εκδόθηκαν για την εξόφληση του 246/1998 χρηματικού εντάλματος, με συνημμένο το από 30.12.1997 πρωτόκολλο παραλαβής, με δικαιούχο το Νικόλαο Μιχελάκη, ο οποίος, όπως διαπιστώθηκε, δεν διατηρεί επιχείρηση με αντικείμενο «εργολαβικές εργασίες», οι επιταγές δε αυτές εισπράχθηκαν από τον Ι. Χατζηδογιαννάκη (βλ. σελ. 98 της πορισματικής έκθεσης), β) επιταγή με αριθμό Τ360443/29.12.97, ποσού 1.307.520 δραχμών, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 938/1.12.1997 χρηματικού εντάλματος με συνημμένο το από 18.11.1996 πρωτόκολλο παραλαβής, με δικαιούχο τον Ανδρέα Ταγρή, η επιχείρηση του οποίου, ναι μεν είναι υπαρκτή, πλην όμως, ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με το Πάντειο Πανεπιστήμιο, η δε επιταγή εισπράχθηκε από τον Ι. Χατζηδογιαννάκη (βλ. σελ. 109 της πορισματικής έκθεσης), γ) επιταγή με αριθμό Σ862081/11.11.97, ποσού 923.940 δραχμών, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 795/30.10.97 χρηματικού εντάλματος, με συνημμένο το από 8.5.1997 πρωτόκολλο παραλαβής, χωρίς συνημμένη την οικεία σύμβαση, και με δικαιούχο το Σταύρο Ζαμπέτα, η επιχείρηση του οποίου είναι υπαρκτή, πλην όμως δεν έχει εκδόσει τα αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία, η δε επιταγή εισπράχθηκε από τον Ι. Χατζηδογιαννάκη (βλ. σελ. 117 της πορισματικής έκθεσης), δ) επιταγή με αριθμό Τ574957/14.5.98, ποσού 899.510 δραχμών, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 293/2.4.98 χρηματικού εντάλματος με συνημμένο το από 15.4.1997 πρωτόκολλο παραλαβής, χωρίς συνημμένη σύμβαση, και με δικαιούχο το Σταύρο Ζαμπέτα, η επιχείρηση του οποίου είναι υπαρκτή, πλην όμως δεν έχει εκδόσει τα αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία, η δε επιταγή εισπράχθηκε από τον Ι. Χατζηδογιαννάκη (βλ. σελ. 117 της πορισματικής έκθεσης), ε) επιταγή με αριθμό Σ799302/15.7.97, ποσού 3.523.089 δραχμών, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 595/14.7.97 χρηματικού εντάλματος, με συνημμένο το από 4.11.1996 πρωτόκολλο παραλαβής, με δικαιούχο τον Ευάγγελο Δελλή, η επιχείρηση του οποίου με αντικείμενο οικοδομικές εργασίες δεν υφίστατο (βλ. σελ. 160 της πορισματικής έκθεσης), στ) επιταγή με αριθμό Τ360436/29.12.97, ποσού 2.648.565 δραχμών, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 711/3.9.97 χρηματικού εντάλματος, με συνημμένο το από 24.1.1997 πρωτόκολλο παραλαβής, με δικαιούχο τον Ευάγγελο Δελλή, η επιχείρηση του οποίου με αντικείμενο οικοδομικές εργασίες δεν υφίστατο (βλ. σελ. 160 της πορισματικής έκθεσης) και ζ) επιταγή με αριθμό Τ574956/14.5.98, ποσού 854.803 δραχμών, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 309/7.4.98 χρηματικού εντάλματος, με συνημμένο το από 4.3.1996 πρωτόκολλο παραλαβής, με δικαιούχο το Στέφανο Κώστα, η επιχείρηση του οποίου με αντικείμενο την εμπορία οικοδομικών υλικών δεν ήταν υπαρκτή, η δε επιταγή εισπράχθηκε από το Ι. Χατζηδογιαννάκη (βλ. σελ. 173 της πορισματικής έκθεσης). Αντίθετα, κρίθηκε ότι ο αιτών δεν ευθύνεται για τις περιπτώσεις εκείνες των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν με επιταγές για την εξόφληση εκδοθέντων τιμολογίων (και όχι χρηματικών ενταλμάτων) των φερόμενων ως προμηθευτών, καθόσον από καμία διάταξη της κείμενης νομοθεσίας δεν απαιτείται για την περίπτωση αυτή, η προηγούμενη σύνταξη πρωτοκόλλου παραλαβής υλικών ή υπηρεσιών, αλλά και σε κάθε περίπτωση τα συνταχθέντα πρωτόκολλα δεν άσκησαν ουδεμία επιρροή στην κατά τα ανωτέρω παράνομη εκταμίευση χρηματικών ποσών. Ενόψει των ανωτέρω, το Τμήμα κατά μερική παραδοχή της εφέσεως, περιόρισε το ποσό του αρχικού καταλογισμού στο ποσό των 40.093,92 ευρώ.
Ήδη, ο αιτών με την εν λόγω αίτησή του προσκομίζει και επικαλείται ως νέο κρίσιμο έγγραφο την έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως, η οποία συντάχθηκε τον Μάρτιο του έτους 2012, σύμφωνα με την οποία με εξαίρεση την υπογραφή που ετέθη στο από 4.11.1996 πρωτόκολλο παραλαβής και αποτέλεσε δικαιολογητικό της έκδοσης του 595/14.7.97 χρηματικού εντάλματος (βλ. σκέψη ΙΙΙ, υπό στοιχ. ε), η οποία είναι γνήσια υπογραφή του αιτούντος, οι υπογραφές στα λοιπά πρωτόκολλα παραλαβής, τα οποία βεβαιώνουν την παραλαβή εργασιών και υλικών, τα οποία δεν παρελήφθησαν ποτέ από το Πανεπιστήμιο, «διαφέρουν από τις γνήσιες υπογραφές και τις μονογραφές» του αιτούντος στην εμφάνιση και σε στοιχεία της δομής τους και, επομένως, οι υπογραφές αυτές δεν είναι γνήσιες. Πλην όμως, με την προσκόμιση και την επίκληση της ως άνω γραφολογικής γνωμοδότησης δεν στοιχειοθετείται παραδεκτός λόγος αίτησης αναθεώρησης, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη, καθόσον το εν λόγω έγγραφο, δεν συνιστά νέο κρίσιμο έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 29 παρ. 3 εδ. β΄ του π.δ/τος 774/1980, εφόσον ούτε προϋπήρχε της εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε ανακαλύφθηκε μετά την έκδοση αυτής αλλά συντάχθηκε με πρωτοβουλία του αιτούντος, προκειμένου να αντικρούσει τα συμπεράσματα, στα οποία κατέληξε η εκδοθείσα σε βάρος του καταλογιστική πράξη. Σε κάθε περίπτωση, η πλαστότητα των εγγράφων και στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε η προσβαλλομένη δεν μπορεί να γίνει δεκτή εν προκειμένω, ως λόγος αναθεώρησης, εφόσον βασίζεται σε ιδιωτική γνωμάτευση συνταχθείσα κατ’ εντολή του αιτούντος και όχι σε δικαστική αναγνώριση της πλαστότητας, όπως ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις (άρθρο 29 περ. δ΄ του π.δ/τος 774/1980). Ο δε ισχυρισμός του αιτούντος ότι έλαβε γνώση της 1079/11.2.2002 πορισματικής έκθεσης ελέγχου στις 26.9.2011, ήτοι μετά την 14η.12.2010, ημερομηνία κατά την οποία συζητήθηκε ενώπιον του IV Τμήματος η από 11.10.2006 έφεσή του, ανεξαρτήτως του ότι δεν συνιστά λόγο αναθεώρησης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 29 παρ. 3 του π.δ/τος 774/1980, είναι απορριπτέος, διότι στο δικόγραφο της εφέσεώς του, ο αιτών αναφέρεται ρητώς στο περιεχόμενο της ανωτέρω πορισματικής εκθέσεως (σελ. 7 και 8 της εφέσεως), χωρίς να παραπονείται ότι δεν είχε λάβει γνώση αυτής. Περαιτέρω, ο αιτών ισχυρίζεται ότι συντρέχει νόμιμος λόγος αναθεώρησης της απόφασης του Τμήματος, λόγω πλάνης περί τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι όσον αφορά α) τις επιταγές Τ568842/14.4.98 και Τ568847/14.4.98 οι συνημμένες στο 246/1998 χρηματικό ένταλμα συμβάσεις έχουν ημερομηνία προγενέστερη από τις αναφερόμενες σε αυτές μεταγενέστερες αποφάσεις του Πρυτανικού Συμβουλίου, β) την επιταγή Τ360443/29.12.97, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 938/1.12.1997 χρηματικού εντάλματος δεν υπάρχει σύμβαση προμηθειών, γ) την επιταγή Σ862081/11.11.97 ομοίως δεν υπάρχει σύμβαση προμηθειών, δ) την επιταγή Τ574957/14.5.98, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 293/2.4.98 χρηματικού εντάλματος, επίσης δεν υπάρχει σύμβαση προμηθειών και το οικείο πρωτόκολλο παραλαβής φέρει μόνο δυο υπογραφές, εκ των οποίων καμία δεν ανήκει στον ίδιο, ε) την επιταγή Σ799302/15.7.97, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 595/14.7.97 χρηματικού εντάλματος, με δικαιούχο τον Ευάγγελο Δελλή, εισπράχθηκε από τον Ι. Χατζηδογιαννάκη, ενώ η συνημμένη σύμβαση είναι υπογεγραμμένη μόνο από τον προμηθευτή και όχι τον εκπρόσωπο του Πανεπιστημίου και η θεώρηση του Επιτρόπου φέρει διαφορετική ημερομηνία της έκδοσης του χρηματικού εντάλματος, στ) την Τ360436/29.12.97 επιταγή, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 711/3.9.97 χρηματικού εντάλματος, με δικαιούχο τον Ευάγγελο Δελλή, δεν συνοδεύεται από σύμβαση προμηθειών, ενώ τελικά εισπράχθηκε από τον Ι. Χατζηδογιαννάκη, ζ) την επιταγή Τ574956/14.5.98, που εκδόθηκε για την εξόφληση του 309/7.4.98 χρηματικού εντάλματος, χωρίς να υπάρχει σύμβαση, με δικαιούχο τον Στέφανο Κώστα, εισπράχθηκε από το Ι. Χατζηδογιαννάκη. Για όλες τις παραπάνω περιπτώσεις δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του στα οικεία πρωτόκολλα παραλαβής. Ουδεμία δε από τις προαναφερόμενες αιτιάσεις συνιστά παραδεκτό λόγο αναθεώρησης. Και τούτο διότι, ο μεν ισχυρισμός του αιτούντος ότι δεν έχει υπογράψει τα πρωτόκολλα παραλαβής βασίζεται στη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, που, όπως γίνεται δεκτό ανωτέρω, δεν αποτελεί νέο κρίσιμο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 29 παρ. 3 του π.δ/τος 774/1980, οι δε λοιπές αιτιάσεις, πέραν του ότι σε κάθε περίπτωση έχουν ληφθεί υπόψη από το Τμήμα στα πλαίσια της εκκληθείσας ενώπιον του καταλογιστικής πράξηςκαι των λοιπών αποδεικτικών μέσων και στοιχείων, δεν αποτελούν κρίσιμα στοιχεία, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετική εκτίμηση του Τμήματος περί της δημοσιονομικής ευθύνης του αιτούντος.
V. Κατόπιν τούτων, και δοθέντος ότι δεν προβάλλεται παραδεκτός λόγος αναθεώρησης εκ των περιοριστικά οριζόμενων στην παράγραφο 3 του άρθρου 29 του π.δ/τος 774/1980, η ένδικη αίτηση, όπως συμπληρώνεται με το κατατεθέν στις 15.4.2013 υπόμνημα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη και να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου (άρθρα 56 παρ. 4 του π.δ/τος 774/1980-και άρθρο 73 παρ. 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (ν.4129/2013) και 105 και 61 του π.δ/τος 1225/1981).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την αίτηση του Ιωάννη Σακέλλη του Γεωργίου για αναθεώρηση της 3336/2011 απόφασης του IV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ |
Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΛΔΗ |
ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ |
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
|
ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 24 Σεπτεμβρίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΛΔΗ ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
