3401/2015 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος,Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Σωτηρία Ντούνη, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Άννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισάβετ Koυλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου και Δέσποινα Τζούμα (εισηγήτρια), Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Μιχαήλ Ζυμής και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και οι Σύμβουλοι Κωνσταντίνος Κωστόπουλος και Γεωργία Τζομάκα απουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ :Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 3.3.2010 αίτηση για αναίρεση της 3345/2009 απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Αλεξάνδρου Γιδαράκου του Κωνσταντίνου, κατοίκου Ευόσμου Θεσσαλονίκης (οδός Σμύρνης 13Α), ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Σούσουρα (Α.Μ./Δ.Σ.Θ. 7068),
κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, πρώην σπουδαστή της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ.), κατά της Φ.861/44/603591/Σ.638/7.2.2005 πράξης του Β΄ Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Διεύθυνση Οικονομικού/3α), με την οποία καταλογίστηκε εις βάρος του το ποσό των 53.664,86 ευρώ, που αντιστοιχεί στην κατά το άρθρο8 παρ. 1 του ν. 1911/1990 αποζημίωση του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της παραίτησής του από την ανωτέρω Σχολή μετά την περάτωση του πρώτου έτους σπουδών του.
Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του V Τμήματος για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τoν πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, o οποίoς ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Συμβούλους Νικόλαο Μηλιώνη, ο οποίος διορίστηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Γεώργιο Βοΐλη, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη και Βασιλική Σοφιανού που απουσίασαν λόγω κωλύματος.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :
Ι. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 3345/2009 απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το Σειράς Η΄ 5386961 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄ με α/α 13786/1.10.2013 της Δ.Ο.Υ. Α΄ Θεσσαλονίκης), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα. Επομένως, αφού τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, με τους οποίους προβάλλονται τα εξής: α) κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του νόμου το V Τμήμα δεν εξέτασε παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της απόφασης διαγραφής του αναιρεσείοντος από τη Σ.Σ.Α.Σ., η οποία αποτελούσε το νόμιμο έρεισμα της Φ.861/44/603591/Σ.638/7.2.2005 καταλογιστικής πράξης του Β΄ Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Διεύθυνση Οικονομικού/3α) και έλαβε χώρα κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.δ. 562/1970, β) κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας έκρινε το δικάσαν Τμήμα ότι νομίμως προσδιορίστηκε το ύψος της καταβλητέας από τον αναιρεσείοντα αποζημίωσης, καθ’ ο μέρος ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό της τα χρονικά διαστήματα των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των θερινών διακοπών (συνολικά 70 ημέρες), κατά τα οποία, όμως, το Δημόσιο δεν επιβαρύνθηκε με τα έξοδα της εν γένει συντήρησής του, γ) κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 33 του ν.2913/2001, σύμφωνα με το οποίο ο χρόνος φοίτησης στις παραγωγικές σχολές αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων υπολογίζεται ως χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας, το δικάσαν Τμήμα δεν προέβη σε μείωση του καταλογισθέντος σε βάρος του αναιρεσείοντος ποσού, κατά το ποσό των δαπανών στις οποίες θα υποβαλλόταν το Δημόσιο κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας και δ) κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1911/1990 έκρινε το δικάσαν Τμήμα ότι ο θεσπιζόμενος με αυτή κατ’ αποκοπή τρόπος υπολογισμού της καταβλητέας αποζημίωσης δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού μεταθέτει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης του Δημοσίου στον ίδιο τον υπόλογο (σπουδαστή) και, ως εκ τούτου, θέτει αυτόν σε δυσμενέστερη θέση έναντι των άλλων κατηγοριών δημοσίων υπολόγων.
ΙΙ. Το ν.δ. 562 της 29.5/6.6.1970 «Περί Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων» (Α΄ 127) ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «1. Ιδρύεται Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων … 2. Σκοπός της Σχολής είναι η, διά της παροχής της προσηκούσης επιστημονικής και στρατιωτικής εκπαιδεύσεως, κατάρτισις των κάτωθι ειδικοτήτων αξιωματικών δια τας ανάγκας και των τριών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων: α. Υγειονομικού (ιατρών – οδοντιάτρων – φαρμακοποιών και κτηνιάτρων) β. …», στο άρθρο 11 παρ. 1 ότι: «1. Επιφυλαττομένων των εν άρθρω 5 παρ. 1 και άρθρω 10 παρ. 4 και 5 του παρόντος Νόμου αναφερομένων περιπτώσεων εξόδου, μαθητής της Σχολής εξέρχεται αυτής ένεκεν των κάτωθι αιτιών: α. Παραιτήσεως. β. Σωματικής ανικανότητος. γ. …», στο άρθρο 12 παρ. 1 ότι: «Παραίτησιν δύνανται να υποβάλουν μόνον μαθηταί διανύοντες ή περατώσαντες την πρώτην ή δευτέραν τάξιν (προ της εγγραφής των εις την τρίτην) …» και στο άρθρο 25 ότι: «1. Αι δαπάναι της στρατιωτικής εκπαιδεύσεως, διατροφής, ιματισμού και συντηρήσεως εν γένει των μαθητών της Σχολής βαρύνουσι το Δημόσιον (Υπουργείον Εθνικής Αμύνης). 2. Ομοίως βαρύνουσι το Δημόσιον α) η δαπάνη της επιστημονικής εκπαιδεύσεως των μαθητών της Σχολής (δίδακτρα, εξέταστρα, τέλη πτυχίου του Πανεπιστημίου) … β) η δαπάνη αγοράς επιστημονικών συγγραμμάτων και λοιπού υλικού σπουδών, διατιθεμένων προς χρήσιν των μαθητών της Σχολής …». Περαιτέρω, στο άρθρο 8 του ν. 1911/1990 «Εισαγωγή γυναικών στις ανώτατες στρατιωτικές σχολές, ρύθμιση στρατολογικών θεμάτων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 166), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 του ν.3257/2004 «Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 143), ορίζεται ότι: «1. Σπουδαστές και σπουδάστριες της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων … της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων … όταν αποβάλουν την ιδιότητά τους αυτή για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από λόγους υγείας … υποχρεούνται να καταβάλουν στο Δημόσιο αποζημίωση, που είναι ίση με το γινόμενο του 65% του συνόλου των καθαρών μηνιαίων αποδοχών ανθυπολοχαγού και αντιστοίχων επί τον αριθμό των μηνών, που έχουν φοιτήσει στη σχολή. … 3. Ως μηνιαίες αποδοχές νοούνται αυτές που καταβάλλονται κατά το χρόνο της εξόδου των μαθητών από τη σχολή, μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων. … 5. Όσοι από τους προαναφερόμενους αποχωρούν κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους σπουδών δεν έχουν υποχρέωση καταβολής της κατά τις προηγούμενες παραγράφους αποζημιώσεως. … 6. Όσοι αποχωρούν σε οποιοδήποτε έτος σπουδών από μία στρατιωτική σχολή προκειμένου να εγγραφούν σε άλλη στρατιωτική σχολή δεν έχουν υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης, που προβλέπεται στις προηγούμενες παραγράφους…».
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Οι σπουδαστές των στρατιωτικών σχολών, στις οποίες συγκαταλέγεται και η Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ.), όταν αποβάλλουν τη σπουδαστική ιδιότητα υποχρεούνται να καταβάλουν στο Δημόσιο αποζημίωση, ο τρόπος υπολογισμού της οποίας καθορίζεται στο άρθρο 8 παρ. 1 του ν.1911/1990. Κατ’ εξαίρεση, δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης σε περίπτωση αποχώρησης του σπουδαστή από τη στρατιωτική σχολή κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους σπουδών ή για λόγους υγείας ή προκειμένου να εγγραφεί σε άλλη στρατιωτική σχολή.
ΦΥΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ= ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΙΝΗΤΡΟ
Ηκατά τα ανωτέρω οφειλόμενη στο Δημόσιο αποζημίωση αφενός μεν έχει χαρακτήρα αποκαταστατικό των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε το Δημόσιο κατά τη διάρκεια της φοίτησης των διαγραφέντων σπουδαστών, αφετέρου δε, αποβλέποντας στην εξασφάλιση σε μόνιμη βάση εκπαιδευμένου δυναμικού για τις Ένοπλες Δυνάμεις, λειτουργεί ως αντικίνητρο με σκοπό την αποτροπή εισόδου στις σχολές αυτές σπουδαστών που δεν ενδιαφέρονται σοβαρά να ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία, καθώς και την αποτροπή υποβολής αδικαιολόγητων παραιτήσεων που ανατρέπουν το πρόγραμμα στελέχωσης των Ενόπλων Δυνάμεων (βλ. σχετ. Ολ. Ε.Σ. 360/1991, 1118/1992, 162, 1239/2006, 180/2007, 1722/2010).
ΕΝΝΟΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΤΕΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ= ΑΜΕΣΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΕΜΜΕΣΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΚΟΣΤΗ
Εξάλλου, ως αποζημιωτέες κατά τα προεκτεθέντα δαπάνες νοούνται όχι μόνο οι άμεσες, στις οποίες υποβλήθηκε το Δημόσιο για την παρεχόμενη από τις παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων εκπαίδευση, στέγαση, σίτιση, ένδυση και εν γένει συντήρηση των σπουδαστών κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, αλλά και τα έμμεσα διοικητικά κόστη για τη διασφάλιση της συνεχούς και ομαλής λειτουργίας των στρατιωτικών σχολώνκαι τηχρήση και συντήρηση των κτιριακών τους εγκαταστάσεων (καθαριότητα, θέρμανση, εξοπλισμός, μισθοί προσωπικού εκπαίδευσης και διοικητικής υποστήριξης κ.λπ.).
ΑΝΕΦΙΚΤΟΣ Ο ΑΚΡΙΒΗΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ= ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΜΑΧΗΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη αποζημίωση, λόγω του ανέφικτου του επακριβούς προσδιορισμού της για κάθε αποχωρούντα σπουδαστή, καθορίζεται με αντικειμενικό τρόπο, ήτοι με την καθιέρωση ενός μαχητού τεκμηρίου, του οποίου η βάση και το συμπέρασμα συνάδουν προς τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν.1911/1990 θεσπίζεται ένας κατ’ αποκοπή τρόπος υπολογισμού αυτής με βάση ποσοστό του συνόλου των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του βαθμού του ανθυπολοχαγού κατά το χρόνο αποβολής της ιδιότητας του σπουδαστή επί τον αριθμό των μηνών φοίτησης.
ΟΙ ΚΑΤΑΛΟΓΙΖΟΜΕΝΟΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΑΝ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΥΠΟΛΟΓΟΙ ΔΕΝ ΚΑΘΙΣΤΑΝΤΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΟΛΟΓΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ Α.98 ΠΑΡ.1γ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ Α.98Σ, ΗΤΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΥ.
Η ως άνω υποχρέωση των αποχωρούντων σπουδαστών, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι τους προσδίδει την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου, με την έννοια ότι οφείλουν να επιστρέψουν στο Δημόσιο μέρος όσων έλαβαν από αυτό κατά την διάρκεια της φοίτησής τους είτε με τη μορφή χρηματικών παροχών, είτε με τη μορφή παροχών σε είδος ή σε υπηρεσίες, σε καμία, όμως, περίπτωση δεν τους καθιστά δημοσίους υπολόγους κατά την έννοια του άρθρου 98 παρ. 1 περ. γ΄ του Συντάγματος. Και τούτο, διότι η έννοια των τελευταίων, κατά το Σύνταγμα, εκλαμβάνεται, όπως αυτή προσδιοριζόταν από τον κοινό νομοθέτη, τον οποίο είχε υπόψη του ο συνταγματικός νομοθέτης κατά τον χρόνο θέσπισης του Συντάγματος (1975), δηλαδή με την έννοια του άρθρου 72 παρ. 1 του τότε ισχύοντος ν.δ. 321/1969, που είναι ταυτόσημη με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247) (Ολ. Ε.Σ. 1314/1998, 1039/1995).
ΥΠΟΛΟΓΟΣ= ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΝΩΝ ΝΑ ΑΠΟΤΙΜΗΘΟΥΝ ΣΕ ΧΡΗΜΑ (ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΑΚΡΙΒΕΣ ΠΟΣΟ) + ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑΣ + ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗΣ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ.
ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΕΧΕΙ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΚΡΙΒΟΥΣ ΥΨΟΥΣ ΤΟΥ.
Κατά συνέπεια, βασικά προσδιοριστικά στοιχεία της έννοιας του δημοσίου υπολόγου κατά το άρθρο 98 παρ. 1 περ. γ΄ του Συντάγματος, εκτός των περιπτώσεων που ο νόμος απονέμει την ιδιότητα αυτή σε συγκεκριμένους λειτουργούς, είναι η διαχείριση χρημάτων, αξιών ή υλικού του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ., μετρήσιμων ή δυνάμενων να αποτιμηθούν σε χρήμα, για λογαριασμό των φορέων αυτών και η, συνυφασμένη με την διαχείριση αυτή, υποχρέωση απόδοσης λογαριασμού, η οποία περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 56 παρ. 1 και 2 του ν. 2362/1995, και την υποχρέωση αναπλήρωσης του τυχόν αρμοδίως διαπιστωθέντος ελλείμματος, η απόδειξη της ύπαρξης και του ύψους του οποίου βαρύνει το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ..
ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΥΠΟΛΟΓΩΝ ΟΥΣΙΩΔΩΣ ΔΙΑΦΟΡΗ ΑΥΤΗΣ ΤΟΥ Α.98ΠΑΡ1Γ ΤΟΥ Σ ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΑΣΚΟΥΝ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΑΡΑ ΔΕΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΤΑΙ Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΚΥΛΙΣΗ ΤΟΥ ΒΑΡΟΥΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΣΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ ΥΠΟΛΟΓΟ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟ.
Κατ’ ακολουθία αυτών, η κατηγορία των δημοσίων υπολόγων – αποχωρούντων σπουδαστών από την Σ.Σ.Α.Σ. είναι ειδική κατηγορία δημοσίων υπολόγων, ουσιωδώς διάφορη, ως εκ της φύσεως των καθηκόντων και των υποχρεώσεών της, από την κατηγορία των δημοσίων υπολόγων του άρθρου 98 παρ. 1 περ. γ΄ του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται ζήτημα δυσμενέστερης μεταχείρισης της πρώτης από τις προαναφερόμενες δύο κατηγορίες δημοσίων υπολόγων κατά τον καθορισμό του οφειλόμενου προς απόδοση – επιστροφή χρηματικού ποσού, με τη μετακύλιση του βάρους απόδειξης της ύπαρξης και του ύψους αυτού από το Δημόσιο στο δημόσιο υπόλογο, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.
ΙΔΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΑΝ ΔΕΧΘΟΥΜΕ ΟΤΙ ΤΟ Σ ΚΑΘΙΕΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΥΡΕΙΑ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΟΥ .
Άλλωστε, ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι η έννοια των δημοσίων υπολόγων του άρθρου 98 παρ. 1 περ. γ΄ του Συντάγματος δεν είναι η ανωτέρω εκτεθείσα, αλλά είναι ευρύτερη και αναφέρεται σε όσους καθίστανται υπόχρεοι για απόδοση λογαριασμού στο Δημόσιο από δημόσιο χρήμα που έλαβαν και συνεπώς, συμπεριλαμβάνει τους προαναφερόμενους αποχωρούντες σπουδαστές της Σ.Σ.Α.Σ., ούτε σ’ αυτή την περίπτωση υφίσταται αδικαιολόγητη διάκριση ουσιωδώς όμοιων κατηγοριών δημοσίων υπολόγων αντικείμενη στο άρθρο 4 του Συντάγματος, αφού πρόκειται για δύο όλως διάφορες και διακριτές μεταξύ τους κατηγορίες υπολόγων, τους δημοσίους υπολόγους που ενεργούν διαχείριση για λογαριασμό του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. μετρήσιμων ή δυνάμενων να αποτιμηθούν σε χρήμα υλικών και υπέχουν σε κάθε περίπτωση υποχρέωση προς απόδοση λογαριασμού και τους ειδικούς δημοσίους υπολόγους – αποχωρούντες σπουδαστές της Σ.Σ.Α.Σ. που δεν ασκούν ειδική διαχείριση για λογαριασμό του Δημοσίου λαμβάνοντας από το Δημόσιο κατά την διάρκεια της φοίτησής τους χρηματικές ή άλλους είδους αναγκαίες παροχές, συχνά μη μετρήσιμες, και οφείλουν να επιστρέψουν σ’ αυτό μέρος των ληφθεισών παροχών, υπολογιζόμενο σε κατ’ αποκοπή χρηματικό ποσό μόνο σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεών τους (Ολ. Ε.Σ. 462/2008).
ΠΑΡΑΜΠΙΠΤΩΝ ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΡΑΞΕΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΑΛΛΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΕΦΟΣΟΝ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΔΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ. ΟΧΙ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ.
ΙΙΙ. Στο άρθρο 1 του π.δ. 1225/81 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (Α‘ 304) ορίζεται ότι: «… Εν τη ενασκήσει της δικαστικής αυτού δικαιοδοσίας, το Συνέδριον δικαιούται να εξετάζη παρεπιμπτόντως τα ανακύπτοντα ζητήματα αρμοδιότητος των λοιπών δικαστηρίων, της επί τούτων αποφάσεως αυτού ισχυούσης μόνον επί της κριθείσης διαφοράς». Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, το Ελεγκτικό Συνέδριο, εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του, εξετάζει παρεμπιπτόντως και τα αναφυόμενα ζητήματα δικαιοδοσίας άλλων δικαστηρίων, στην έκταση που τούτο είναι αναγκαίο για την επίλυση του κυρίου ζητήματος της δικαιοδοσίας του επ’ ευκαιρία του οποίου αναφύονται, όπως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της Διοίκησης που συνάπτονται προς αυτό (κύριο ζήτημα) (Ολ. Ε.Σ. 7/1973, 1558/1981, 565/2000, 48, 1195/2009, 2077/2010, 1785/2012).
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσείων κατατάχθηκε στην πρώτη τάξη του Ιατρικού Τμήματος της Σ.Σ.Α.Σ. στις 15.9.1997 (σχ. το από 21.9.2004 αντίγραφο φύλλου μητρώου). Στις 9.9.2004 και ενώ φοιτούσε στην VΙ τάξη, υπέβαλε αίτηση παραίτησης για προσωπικούς λόγους και, ακολούθως, με τη Φ.300/176024/Σ.8452/9.11.2004 απόφαση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας διαγράφηκε από την ως άνω Σχολή. Κατόπιν αυτών, εκδόθηκε, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 1911/1990, η Φ.861/44/603591/Σ.638/7.2.2005 πράξη του Β΄ Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Διεύθυνση Οικονομικού/3α), με την οποία καταλογίσθηκε εις βάρος του το ποσό των πενήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (53.664,86), το οποίο αντιστοιχεί στο 65% του συνόλου των καθαρών μηνιαίων αποδοχών Ανθυπολοχαγού επί τους ογδόντα έξι μήνες φοίτησής του στη σχολή (960,02 Χ 65% = 624,01 Χ 86 = 53.664,86). Επί της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της προαναφερόμενης καταλογιστικής πράξης εκδόθηκε η 1656/2007 προδικαστική απόφαση του V Τμήματος, με την οποία κατ’ αρχάς απορρίφθηκε προεχόντως ως απαράδεκτος ο προβληθείς λόγος έφεσης, κατά τον οποίο η απόφαση διαγραφής του αναιρεσείοντος από τη Σ.Σ.Α.Σ., η οποία αποτελεί το νόμιμο έρεισμα της επίμαχης καταλογιστικής πράξης, είμαι μη νόμιμη, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.δ. 562/1970, παραίτηση από τη Σχολή αυτή δύνανται να υποβάλουν μόνο «μαθηταί διανύοντες ή περατώσαντες την πρώτην ή δευτέραν τάξιν (προ της εγγραφής των εις την τρίτην)» και συνεπώς, η παραίτησή του δεν έπρεπε να γίνει δεκτή, με αποτέλεσμα να καθίσταται μη νόμιμη και η Φ.861/44/603591/Σ.638/7.2.2005 καταλογιστική πράξη του Β΄ Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Διεύθυνση Οικονομικού/3α). Ειδικότερα, το V Τμήμα έκρινε ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν έχει εξουσία να ελέγξει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα και το κύρος της ατομικής διοικητικής πράξης διαγραφής του ήδη αναιρεσείοντος από τη Σ.Σ.Α.Σ., η οποία προσβάλλεται παραδεκτά μόνο με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου εντός της νόμιμης προθεσμίας (βλ. άρθρ. 1 παρ. 1 εδ. β΄ ν.702/1977), ενώ δεν προκύπτει ότι η πράξη αυτή έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί κατόπιν προσβολής της ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Ακολούθως, το V Τμήμα με την ως άνω 1656/2007 απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο έφεσης περί εσφαλμένου προσδιορισμού του ύψους της καταβλητέας από τον αναιρεσείοντα αποζημίωσης, κατά το μέρος που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό της τα χρονικά διαστήματα των διακοπών των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των θερινών διακοπών, κατά τα οποία το Δημόσιο δεν επιβαρύνθηκε με τα έξοδα της εν γένει συντήρησής του, με την αιτιολογία ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν.1911/1990 αποζημίωση του Δημοσίου έχει μεν αποκαταστατικό χαρακτήρα, πλην όμως δεν αντιστοιχεί πλήρως στις δαπάνες που υποβλήθηκε το Δημόσιο για την εκπαίδευση και τη συντήρηση γενικά των μαθητών των στρατιωτικών σχολών κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, γεγονός άλλωστε που προκύπτει και από τον αντικειμενικό τρόπο υπολογισμού της, ενώ περαιτέρω η εν λόγω αποζημίωση λειτουργεί και ως αντικίνητρο και κύρωση, με σκοπό την αποτροπή εισόδου στις προαναφερόμενες σχολές μαθητών που δεν ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία. Για τους ίδιους λόγους απορρίφθηκε ως αβάσιμος από το δικάσαν Τμήμα και ο λόγος έφεσης, κατά τον οποίο το καταλογισθέν εις βάρος του ήδη αναιρεσείοντος ποσό πρέπει να συμψηφιστεί με το ποσό των δαπανών, στις οποίες θα πρόβαινε το Δημόσιο κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, ενόψει της διάταξης του άρθρου 33 του ν.2913/2001, που προβλέπει ότι ο χρόνος παραμονής στη Σ.Σ.Α.Σ. υπολογίζεται ως χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας. Τέλος, με την 1656/2007 απόφαση του V Τμήματος αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανωτέρω έφεσης, δοθέντος ότι με την 2290/2005 απόφαση του ιδίου Τμήματος είχε παραπεμφθεί προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 100 του ισχύοντος Συντάγματος, το προβληθέν με έναν εκ των λόγων έφεσης ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1911/1990 βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο επίδικος καταλογισμός και δη της αντίθεσής της στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος όσον αφορά τον θεσπιζόμενο με αυτή κατ’ αποκοπή τρόπο υπολογισμού της καταβλητέας αποζημίωσης.Στη συνέχεια, μετά την έκδοση της 462/2008 απόφασης, με την οποία η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφάνθηκε ότι η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1911/1990 δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, το V Τμήμα επιλαμβανόμενο εκ νέου της υπόθεσης, με την αναιρεσιβαλλόμενη 3345/2009 απόφασή του, αφού αναφέρθηκε στις σκέψεις της 1656/2007 προδικαστικής απόφασης, στις οποίες διαλαμβάνονταν οριστικές κρίσεις αναφορικά με τους απορριφθέντες από αυτή λόγους έφεσης, απέρριψε ως αβάσιμο τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης περί αντισυνταγματικότητας της επίμαχης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1911/1990. Κατόπιν τούτων, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη στο σύνολό της ηέφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της Φ.861/44/603591/Σ.638/7.2.2005 καταλογιστικής πράξης του Β΄ Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Διεύθυνση Οικονομικού/3α), καθόσον κρίθηκε ότι, αφού αυτός παραιτήθηκε από τη Σ.Σ.Α.Σ. μετά την περάτωση του πρώτου έτους σπουδών του, ο επιβληθείς εις βάρος του καταλογισμός είναι νόμιμος.
V. Με τα δεδομένα αυτά, ορθώς το δικάσαν Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την ενώπιόν του ασκηθείσα έφεση. Ο δε λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, το V Τμήμα δεν εξέτασε παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της διαγραφής του αναιρεσείοντος από τη Σ.Σ.Α.Σ., η οποία έλαβε χώρα κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.δ. 562/1970, αποτελούσε δε το νόμιμο έρεισμα της Φ.861/44/603591/Σ.638/7.2.2005 καταλογιστικής πράξης του Β΄ Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Διεύθυνση Οικονομικού/3α), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο, διότι στο πλαίσιο άσκησης από το Ελεγκτικό Συνέδριο του προβλεπόμενου στο άρθρο 1 του π.δ.1225/1981 παρεμπίπτοντος ελέγχου της νομιμότητας της Φ.300/176024/Σ.8452/9.11.2004 απόφασης διαγραφής του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, αιτιάσεις που αφορούν στη νομιμότητα αυτής προβάλλονται άνευ εννόμου συμφέροντος από τον αναιρεσείοντα, καθόσον η εν λόγω απόφαση εξεδόθη κατόπιν αποδοχής αίτησης του ιδίου, υποβληθείσας αυτοβούλως για προσωπικούς λόγους, την οποία μάλιστα δεν ανακάλεσε (Σ.τ.Ε. 1275/1978, πρβ. Σ.τ.Ε. 694/1982, 788/1984, 2955/1999, 2790/2007, 3789/2010, 3543/2011). Επομένως, ορθώς, αν και με διαφορετική αιτιολογία, το V Τμήμα απέρριψε τον προβληθέντα ενώπιόν του λόγο έφεσης περί παρεμπίπτουσας εξέτασης της νομιμότητας της ως άνω απόφασης διαγραφής του αναιρεσείοντος από τη Σ.Σ.Α.Σ., με τον οποίο εσκοπείτο η ανατροπή των εννόμων συνεπειών που ο ίδιος προκάλεσε με την υποβολή σχετικής αίτησης.
ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΡΧΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΩΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗΣ (ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΥΡΩΤΙΚΗ)
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, έκρινε το δικάσαν Τμήμα ότι νομίμως προσδιορίστηκε το ύψος της καταβλητέας από τον αναιρεσείοντα αποζημίωσης, κατά το μέρος που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό της τα χρονικά διαστήματα των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των θερινών διακοπών (συνολικά 70 ημέρες), κατά τα οποία, όμως, το Δημόσιο δεν επιβαρύνθηκε με τα έξοδα της εν γένει συντήρησής του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην υπό στοιχ. ΙΙ σκέψη, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν.1911/1990 αποζημίωση υπολογίζεται κατά γενικό και αντικειμενικό τρόπο, έχει δε χαρακτήρα αποκαταστατικό των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε το Δημόσιο για την εκπαίδευση, στέγαση, σίτιση και ιματισμό των μαθητών των στρατιωτικών σχολών κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, στις οποίες (δαπάνες) περιλαμβάνονται και τα έμμεσα διοικητικά κόστη για τη λειτουργία των εν λόγω σχολών και τη συντήρηση των κτιριακών τους εγκαταστάσεων, ενώ παράλληλα η θέσπιση της επίδικης αποζημίωσης αποβλέπει και στη διασφάλιση της στελέχωσης των Ενόπλων Δυνάμεων με εκπαιδευμένο προσωπικό, καθώς λειτουργεί ως αντικίνητρο με σκοπό την αποτροπή εισόδου στις προαναφερόμενες σχολές μαθητών που δεν ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία, καθώς και την αποτροπή υποβολής αδικαιολόγητων παραιτήσεων που ανατρέπουν τον προγραμματισμό και την οργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων.
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 33 του ν.2913/2001, που προβλέπει ότι υπολογίζεται ως χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας ο χρόνος φοίτησης στις παραγωγικές σχολές αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, το V Τμήμα δεν προέβη σε μείωση του καταλογισθέντος σε βάρος του αναιρεσείοντος ποσού, κατά το ποσό των δαπανών στις οποίες θα υποβαλλόταν το Δημόσιο κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, είναι επίσης απορριπτέος σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δοθέντος μάλιστα ότι ουδεμία αντιστοιχία υφίσταται μεταξύ των τελευταίων αυτών δαπανών (κατά το χρόνο της στρατιωτικής θητείας) και των αυξημένων δαπανών του Δημοσίου για την ειδική εκπαίδευση (επιστημονική και στρατιωτική) και την εν γένει συντήρηση των σπουδαστών της Σ.Σ.Α.Σ. (βλ. άρθρα 1 παρ. 2 και 25 του ν.δ. 562/1970, σχετ. Ολ. Ε.Σ. 3301, 3655/2013).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1911/1990, έκρινε το δικάσαν Τμήμα ότι ο προβλεπόμενος από αυτή κατ’ αποκοπή τρόπος υπολογισμού της καταβλητέας αποζημίωσης δεν αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, όπως έχει κριθεί από το Δικαστήριο τούτο (Ολ. 462/2008), η επίμαχη διάταξη, κατά το μέρος πουθεσπίζει μαχητό τεκμήριο για το ύψος της οικονομικής απαίτησης του Δημοσίου σε βάρος του διαγραφέντος σπουδαστή, με συνέπεια τη μετακύλιση του βάρους απόδειξης της ύπαρξης και του ύψους του οφειλόμενου προς επιστροφή χρηματικού ποσού από το Δημόσιο στον ίδιο τον υπόλογο (σπουδαστή), δεν εγείρει ζήτημα αδικαιολόγητης δυσμενούς μεταχείρισης αυτού έναντι των άλλων δημοσίων υπολόγων, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις εκτεθείσες στην υπό στοιχ. ΙΙ σκέψη ειδικότερες αιτιολογίες.
VI. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκησή της (άρθρο 73 παρ. 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την αίτηση του Αλεξάνδρου Γιδαράκου για αναίρεση της 3345/2009 απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Και
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2014.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ | ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΖΟΥΜΑ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 13 Μαΐου 2015.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ | ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ |
