Αριθμός 3487/2012, V Τμήματος
Περίληψη: Αρμοδιότητα έκδοσης καταλογιστικής απόφασης κατά υπολόγων και μη υπολόγων στρατιωτικών ή πολιτικών υπαλλήλων που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτόν όργανα δεν έχουν αρμοδιότητα να προβαίνουν στην έκδοση αποφάσεων καταλογισμού κατά ιδιωτών και ο οικείος καταλογισμός δεν παράγει αποτελέσματα.
Πρόεδρος: Γεώργιος Κωνσταντάς, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Αργυρώ Λεβέντη, Σύμβουλος
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Ανδρέας Καπερώνης, Επίτροπος Επικρατείας
Δικηγόρος: Παναγιώτης Κατσούλας (ΝΣΚ)
Ι. Στο άρθρο 98 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό. β. (…) γ. Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται στον προβλεπόμενο από το εδάφιο α΄ έλεγχο. δ. (…) ε. (…) στ. Η εκδίκαση διαφορών σχετικά (…) με τον έλεγχο των λογαριασμών του εδαφίου γ΄. ζ. (…)». Περαιτέρω, στο ν. 2362/1995 «Δημόσιο Λογιστικό – Έλεγχος δαπανών κλπ διατάξεις» (ΦΕΚ 247 Α΄) ορίζεται, στο άρθρο 33, ότι: «1. Μη νόμιμες δαπάνες που πληρώθηκαν με οποιονδήποτε τίτλο πληρωμής καταλογίζονται: (…) β) στο λαβόντα (…) σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα αυτού. (…)», β) (…) και, στο άρθρο 56, ότι: «1. Έλλειμμα δημοσίου υπολόγου είναι οποιαδήποτε έλλειψη χρημάτων, αξιών και υλικού που διαπιστώνεται με τη νόμιμη διαδικασία στη διαχείρισή του, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση διαχειρίσεως που θεωρείται έλλειμμα από το νόμο. Ως έλλειμμα θεωρείται και κάθε πληρωμή που: α) Δεν ανάγεται στην αρμοδιότητα του υπολόγου. β) Έγινε χωρίς τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις δικαιολογητικά. γ) Αφορά δαπάνες για τις οποίες δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες εκ μέρους του υπολόγου. (…) 3. Το έλλειμμα που παρουσιάζουν οι δημόσιοι υπόλογοι, (…) καταλογίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση από τους διαπιστώσαντες αυτό οικείους διατάκτες και επιθεωρητές. 4. Στους λαβόντες καταλογίζεται και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής (…)». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης διαφορών που απορρέουν από τον έλεγχο των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων, που ασκείται κατά συνταγματική επιταγή όπως ορίζει ο νόμος (παρ. 2 του ίδιου άρθρου 98 του Συντάγματος), συμπεριλαμβανομένων και των καταλογιστικών αποφάσεων που εκδίδονται κατά οποιουδήποτε άλλου εμπλεκόμενου, του οποίου ο καταλογισμός πραγματοποιείται για αποκατάσταση του διαπιστωθέντος ελλείμματος. Συνακόλουθα, στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκει και η εκδίκαση των διαφορών που προκύπτουν από τον καταλογισμό ιδιωτών, οι οποίοι έχουν λάβει αχρεωστήτως από το Κράτος χρήμα ή παροχές αποτιμητές σε χρήμα, καθόσον και οι πράξεις αυτές εκδίδονται για την τακτοποίηση υπάρχοντος ελλείμματος και, επομένως, δημιουργούν διαφορές από τον έλεγχο λογαριασμών (βλ. αποφ. 717/2010 Ολομ. και 197/2006 V Τμ. Ελ. Συν.).
ΙΙ. Με την 3/2009 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών παραπέμφθηκε στο παρόν Δικαστήριο το υπό κρίση δικόγραφο, κατά το μέρος του με το οποίο ζητείται η ακύρωση της Φ. 860/ΑΔ.11903/Σ.2849/ 13.6.2002 απόφασης του Διευθυντή της Διεύθυνσης Οικονομικού (Γ2) της Δ.Α.Υ., με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του εκκαλούντος, το ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι τριών ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (3.623,96), που αντιστοιχεί στη δαπάνη νοσηλείας του, ως ανασφάλιστου, στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας (Γ.Ν.Α). Το δικόγραφο φέρει μεν τον τίτλο «προσφυγή», πλην όμως αποτελεί κατ’ εκτίμηση αυτού έφεση, η εκδίκαση της οποίας υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη I της παρούσας σε συνδυασμό με τη φύση της προσβαλλόμενης απόφασης η οποία φέρει τα εξωτερικά στοιχεία του διοικητικού τίτλου εκτελέσεως. Η έφεση αυτή, στη δίκη επί της οποίας διάδικος είναι το Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο μόνο από τον Υπουργό Οικονομικών, κατά το μέρος που στρέφεται και κατά του Υπουργού Εθνικής Αμυνας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης (βλ. άρθρα 8 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του π.δ/τος 1225/1981, καθώς και άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ/τος 26.6/10.7.1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», βλ. και αποφ. 1269, 3041/2011 V Τμ. Ελ. Συν.). Αντίθετα, η κρινόμενη έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει γνώση της προσβαλλόμενης, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, παρά την απουσία του εκκαλούντος, αφού όπως προκύπτει από την, από 13.3.2012 έκθεση επιδόσεως της υπαλλήλου του Δήμου Σαλαμίνας Σταυρούλας Μάθεση, αυτός κλητεύθηκε νομίμως για τη συζήτηση της έφεσης κατά την παρούσα δικάσιμο, όπως και η δια του δικογράφου του διορισθείσα ως αντίκλητος του δικηγόρος Αθηνών, Μαρία Βογιατζή (βλ. άρθρα 16, 27, 33 παρ. 2, 34 παρ. 1, 43 και 65 π.δ/τος 1225/1981).
ΙΙΙ. Στο ν.δ/γμα 721/1970 «Περί οικονομικής μερίμνης και λογιστικού των Ενόπλων Δυνάμεων» (ΦΕΚ 251 Α΄) ορίζεται, στο άρθρο 3 παρ. 1 περ. γ΄, ότι: «Όργανα των Ενόπλων Δυνάμεων νοούνται οι στρατιωτικοί εν γένει ανεξαρτήτως βαθμού και ειδικότητος, ως και οι επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπηρετούντες εις τας Ενόπλους Δυνάμεις τακτικοί ή έκτακτοι υπάλληλοι και εργατοτεχνίται», στο άρθρο 89 παρ. 2 ότι «Η αρμοδιότης καταλογισμού αστικών ευθυνών εις βάρος των οργάνων των Ενόπλων Δυνάμεων ανήκει εις τον Υπουργόν ή εις τα προς τούτο εξουσιοδοτημένα κατά Κλάδους όργανα ή εις τα ειδικώς υπό των διατάξεων του παρόντος οριζόμενα τοιαύτα» και, στο άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου διατάγματος, ότι: «Ο καταλογισμός του αντιτίμου, φθορών, (…) και γενικώς χρεών προς το Δημόσιον εις βάρος υπευθύνων στρατιωτικών εν γένει και πολιτικών υπαλλήλων ή εργατοτεχνιτών, υπηρετούντων επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μη υπολόγων διαχειριστών, ενεργείται αποφάσει του κατά τας διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 89 του παρόντος αρμοδίου οργάνου». Εξάλλου, στο άρθρο 49 παρ. 1 του π.δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ 304 Α΄) ορίζεται ότι «Δια της εφέσεως η υπόθεσις μεταβιβάζεται εις το αρμόδιον Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς μεν το νόμω βάσιμον της πράξεως ή αποφάσεως κατά το σύνολον, ως προς δε το ουσία βάσιμον (…) κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια» και στην παρ. 2 του άρθρου αυτού ότι «Το Δικαστήριον την νομικώς πλημμελή πράξιν ακυροί, εν όλω ή εν μέρει, ή μεταρρυθμίζει αναλόγως (…)». Τέλος η καταλογιστική απόφαση, κατά τα γενόμενα δεκτά από τη θεωρία και την πράξη, συνιστά συλλογικό ή ατομικό όργανο της διοίκησης, στο οποίο ο νόμος έχει ειδικώς απονείμει τέτοια εξουσία, είναι δηλαδή «επί τούτου εντεταλμένο» (βλ. και άρθρο 15 παρ. 13 του π.δ/τος 774/1980). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο Υπουργός Εθνικής Αμυνας ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτόν όργανα έχουν την αρμοδιότητα να εκδίδουν καταλογιστικές αποφάσεις κατά υπολόγων και μη υπολόγων στρατιωτικών ή πολιτικών υπαλλήλων, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, ότι οι καταγόμενες σε δίκη κατόπιν εφέσεως ανωτέρω αποφάσεις ερευνώνται από το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο σύνολό τους ως προς την νομιμότητά τους και ότι σε περίπτωση διαπίστωσης παρανομίας αναγόμενης στην έλλειψη αρμοδιότητας του οργάνου που τις εξέδωσε προβαίνει στην ακύρωση τους (βλ. απόφ. 197/2006 V Τμ. Ελ. Συν.).
IV. Στο β.δ/γμα 665/1962 «Περί της υγειονομικής περιθάλψεως των τακτικών δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων, των πολιτικών και στρατιωτικών συνταξιούχων, των μελών των οικογενειών αυτών κλπ.» (ΦΕΚ 167 Α΄) ορίζεται, στο άρθρο 1, ότι «1. Το Δημόσιον υποχρεούται εις την υγειονομικήν περίθαλψιν: α) Των τακτικών δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων. β) Των εν άρθρ. 2 του παρόντος προβλεπομένων μελών των οικογενειών των τακτικών δημοσίων υπαλλήλων. γ) Των εξ’ ιδίας υπηρεσίας πολιτικών και στρατιωτικών συνταξιούχων του Δημοσίου. δ) Των συζύγων των υπό στοιχ. γ΄ προσώπων και των συνταξιοδοτουμένων χηρών συζύγων αυτών (…)» και στο άρθρο 2 ότι: «1. Μέλη της οικογενείας του υπαλλήλου δικαιούμενα της εν άρθρ. 1 περιθάλψεως είναι: α) Η σύζυγος. β) Επί θηλέων υπαλλήλων, ο συνεπεία νόσου, τραύματος ή γήρατος ανίκανος προς άσκησιν βιοποριστικού επαγγέλματος και άπορος σύζυγος, της ανικανότητός του βεβαιουμένης δια γνωματεύσεως της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής του άρθρ. 11 του ν. 1811/1951. Άπορος κατά την έννοιαν του παρόντος θεωρείται ο σύζυγος, εάν αι εκ πάσης πηγής εις χρήμα ή εις είδος πρόσοδοι αυτού δεν είναι ανώτεραι των 1.000 δραχμών μηνιαίως, προκειμένου δε περί νοσοκομειακής περιθάλψεως των 2.000 δραχμών» και στο άρθρο 21 ότι: «Εν περιπτώσει καταστρατηγήσεως των διατάξεων του παρόντος β.δ/τος, ανεξαρτήτως των ποινικών και πειθαρχικών κυρώσεων, ενεργήται καταλογισμός της υπό του Δημοσίου καταβληθείσης δαπάνης δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοιν. Προνοίας ή του οικείου Νομάρχου».
V. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου αυτής προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη απόφαση της Διοίκησης Αεροπορικής Υποστήριξης καταλογίστηκε ο εκκαλών – ιδιώτης με το ποσό των 3.623,96 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη δαπάνη νοσηλείας του στο 251 Γ.Ν.Α. Ειδικότερα, σύμφωνα με σχετική παρατήρηση του επιθεωρητή Σμήναρχου (ΥΥΟ) Ε.Μ., που περιλαμβάνεται στην, από 15.3.2001, έκθεση τακτικής οικονομικής επιθεωρήσεως διαχειρίσεων χρηματικού του 251 Γ.Ν.Α., κατά τον έλεγχο της Μερικής Διαχειρίσεως Υγειονομικής Περιθάλψεως, με υπόλογο διαχειριστή τον Αρχισμηνία Γ.Μ., βρέθηκαν τιμολόγια που αφορούσαν σε προμήθειες φαρμάκων και αμοιβές για τη διενέργεια παρακλινικών εξετάσεων του εκκαλούντος, συζύγου της (τότε) μόνιμης υπαλλήλου Ε.Π., ο οποίος νοσηλεύτηκε στο εν λόγω νοσοκομείο με οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, κατά το χρονικό διάστημα από 29.1.1999 έως 12.2.1999, ως ανασφάλιστος. Ο εκκαλών, όπως ο ίδιος διαλαμβάνει στο δικόγραφο της έφεσής του, δεν ήταν ασφαλισμένος σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κατά το χρόνο νοσηλείας και ζήτησε να νοσηλευτεί κάνοντας χρήση του ασφαλιστικού βιβλιαρίου της συζύγου του, αίτημα που δεν έγινε δεκτό από το 251 Γ.Ν.Α. Στη συνέχεια, για την τακτοποίηση του αντίστοιχου ελλείμματος που δημιουργήθηκε στη Μερική Διαχείριση Υγειονομικής Περιθάλψεως του νοσοκομείου, καταλογίστηκε ο εκκαλών με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση με δαπάνη νοσηλείας ποσού 3.623,96 ευρώ, η οποία αναλύεται σε 2.533,81 ευρώ για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες νοσηλείας, συμπεριλαμβανομένων των παρακλινικών εξετάσεων και σε 1.090,15 ευρώ ως αντίτιμο για την αξία αναλωσίμων υγειονομικών υλικών. Ήδη ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του στρέφεται κατά της ανωτέρω καταλογιστικής απόφασης της οποίας την ακύρωση ζητεί για τους προβαλλόμενους από αυτόν λόγους, ήτοι διότι αφενός μεν ο ίδιος εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β΄ του β.δ/τος 665/1962 και, συνεπώς δικαιούτο της περιθάλψεως με το βιβλιάριο της συζύγου του (πολιτικής συνταξιούχου του Δημοσίου), αφετέρου δε ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι εν πάση περιπτώσει ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές, καθόσον αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ισότητα των φύλων, ενώ, περαιτέρω, ζητείται η ακύρωση του καταλογισμού λόγω αντίθεσης του με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.). Όμως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, το όργανο καταλογισμού δεν έχει αρμοδιότητα να προβαίνει στην έκδοση αποφάσεων καταλογισμού κατά ιδιωτών αλλά μόνο κατά των οργάνων των ενόπλων Δυνάμεων, ήτοι δεν είναι το «εντεταλμένο» προς τούτο όργανο και συνεπώς ο επίδικος καταλογισμός δεν παράγει έννομα αποτελέσματα Επομένως, ο έμμεσα προβαλλόμενος λόγος της εφέσεως που αναφέρεται στην νομιμότητα και το κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης, ο οποίος άλλωστε ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης, είναι βάσιμος και πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή, παρελκούσης δε της εξέτασης των λοιπών λόγων της, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι το ηττώμενο στην παρούσα δίκη Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος (άρθρα 275 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του ν. 2717/1999 και 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ, 2 του άρθρου 12 του ν. 3472/2006).
