3947/2014 ΤΜΗΜΑ VII
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Mαρτίου 2014, με την ακόλουθη σύνθεση: Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Προεδρεύουσα Σύμβουλος, κωλυομένου του Προέδρου του Τμήματος, Αντιπροέδρου Μιχαήλ Ζυμή, Κωνσταντίνος Εφεντάκης και Αγγελική Μαυρουδή, Σύμβουλοι, Γεωργία Παπαναγοπούλου (εισηγήτρια) και Ιωάννης Καλακίκος, Πάρεδροι, που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Επίτροπος της Επικρατείας Αντώνιος Νικητάκης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα.
Γραμματέας: Μαρία Εξαρχουλάκου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 4.12.2003 έφεση (Α.Β.Δ. 24/6.4.2004) των: 1) Α.Κ., 2) Β.Σ., 3) Α.Τ. οι οποίοι εμφανίστηκαν χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο και ζήτησαν να εκδικαστεί η υπόθεσή τους.
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Τοπικής Ανάπτυξης Δυμαίων», το οποίο διαδέχθηκε, ως καθολικός διάδοχός του, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου «Αθλητικό Κέντρο Δήμου Δύμης» (πρώην Εθνικό Στάδιο Κάτω Αχαΐας), το οποίο δεν παραστάθηκε και
κατά της 46/15.9.2003 πράξεως της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Αχαΐας.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Και
Τον Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της έφεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο και
αποφάσισε τα ακόλουθα:
Ι. Με την κρινόμενη έφεση, όπως νομίμως συμπληρώνεται με το από 25.5.2007 υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της 46/15.9.2003 πράξεως της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Αχαΐας, με την οποία καταλογίστηκαν, μεταξύ άλλων, εις ολόκληρον, οι εκκαλούντες, υπό την ιδιότητά τους ως Πρόεδρος ο πρώτος και μέλη οι λοιποί της Επιτροπής Διοίκησης του Εθνικού Σταδίου Κάτω Αχαΐας, με το ποσό των 22.623,00 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δαπάνες του οικονομικού έτους 1998 του ως άνω νομικού προσώπου, που πραγματοποιήθηκαν χωρίς τα αντίστοιχα χρηματικά εντάλματα των δαπανών αυτών να έχουν υποβληθεί στον προληπτικό έλεγχο από τον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 2102/2007 απορριπτική απόφαση του Τμήματος τούτου. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 4682/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι, κατά τη σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας ερμηνεία των διεπουσών την επίδικη υπόθεση ουσιαστικών διατάξεων, η διαχειριστική πλημμέλεια, που απορρέει από την μη υποβολή χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον δεν συνδέεται και με ισόποση ζημία στη διαχείριση, δημιουργεί τυπικό έλλειμμα, που προσδίδει στην καταλογιστική πράξη κυρωτικό χαρακτήρα, ο οποίος επιτρέπει στην περίπτωση αυτή την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Τούτου δοθέντος, ο επιβληθείς με την ήδη προσβαλλόμενη πράξη για την ως άνω αιτία καταλογισμός είναι ελεγκτέος ως προς την τήρηση της ως άνω αρχής. Με βάση τις παραδοχές αυτές, η υπόθεση αναπέμφθηκε στο παρόν Τμήμα για την εκ νέου εξέτασή της, υπό διαφορετική σύνθεση, ως χρήζουσα διευκρινίσεων, κατά το πραγματικό αυτής μέρος. Ως εκ τούτου, νόμιμα επαναφέρεται για συζήτηση η ένδικη έφεση και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω αν συντρέχει περίπτωση μείωσης του ποσού του καταλογισμού, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, παρά την απουσία του Οργανισμού Τοπικής Ανάπτυξης Δυμαίων, που κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. την από 16.1.2014 έκθεση επίδοσης του υπαλλήλου του Δήμου Δυτικής Αχαΐας, Βασιλείου Χρονόπουλου).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 32 παρ. 1 και 35 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (ΦΕΚ Α 204) με εκείνες του άρθρου 8 του ν. 423/1976 «Περί Γυμναστηρίων και ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων εις τον εξωσχολικόν αθλητισμόν» (ΦΕΚ Α 223), συνάγεται ότι η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας των Εθνικών Γυμναστηρίων, που λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Διοικούσας Επιτροπής και, ως εκ τούτου, τα μέλη της, που επιλαμβάνονται της έγκρισης – διάθεσης των διαχειριζομένων από το νομικό αυτό πρόσωπο πιστώσεων, καθώς και της διενέργειας και εντολής πληρωμής των σχετικών δαπανών, ενεργούν πράξεις διαχείρισης και ευθύνονται ως υπόλογοι, ακόμη και για ελαφρά αμέλεια, για κάθε διαπιστούμενο έλλειμμα που συνέχεται αιτιωδώς με τη διαχειριστική τους αυτή δράση, το οποίο καταλογίζεται σε βάρος τους από το αρμόδιο προς τούτο όργανο. Εξάλλου, πραγματικό – ουσιαστικό έλλειμμα είναι εκείνο, που συνίσταται στην έλλειψη του συνόλου ή μέρους της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει στη χρηματική διαχείριση, σύμφωνα με τα εξαγόμενα από τους τηρούμενους λογαριασμούς στοιχεία. Αντιθέτως, τυπικό έλλειμμα είναι εκείνο η δημιουργία του οποίου οφείλεται αποκλειστικά σε τυπικές παραλείψεις που λαμβάνουν χώρα είτε κατά τη δημοσιονομική διαδικασία που προηγείται της διενέργειας δαπανών που απορρέουν από έγκυρες έννομες σχέσεις (έγκριση – δημοσιονομική ανάληψη δαπανών, ύπαρξη και διάθεση των σχετικών πιστώσεων), είτε κατά τη διαδικασία που έπεται και αφορά στην εκκαθάριση και ενταλματοποίηση τους και στην έκδοση των οικείων τίτλων πληρωμής, η ύπαρξη του οποίου δεν αντικρίζει ισόποση ζημία της οικείας χρηματικής διαχείρισης. Οι ως άνω τυπικές παραλείψεις κωλύουν μεν την πραγματοποίηση των σχετικών δαπανών και καθιστούν τις τυχόν πραγματοποιηθείσες δαπάνες μη νόμιμες, ιδρύοντας αυτοτελή λόγο καταλογισμού των ευθυνομένων υπολόγων, δεν επηρεάζουν όμως την ύπαρξη και το κύρος της ενοχικής υποχρέωσης του νομικού προσώπου για καταβολή της δαπάνης, η οποία ολοκληρώνεται με την εκταμίευση και καταβολή των χρημάτων.
ΕΠΙ ΤΥΠΙΚΟΥ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ Η ΠΡΑΞΗ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΕΙΔΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ
Συναφώς, σε περίπτωση διαπιστώσεως ελλείμματος η δημιουργία του οποίου αποδίδεται στη συνδρομή τυπικών κατά τα ανωτέρω παραλείψεων απαιτείται, προκειμένου να μην καταλείπεται αμφιβολία ως προς το χαρακτήρα του ελλείμματος και να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της επελεύσεως ή μη ζημίας στην οικεία χρηματική διαχείριση, όπως στην σχετικώς εκδιδόμενη για τον καταλογισμό πράξη διαλαμβάνεται ειδική κρίση, σαφώς και επαρκώς αιτιολογημένη, με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία, ως προς την ουσιαστική νομιμότητα των δαπανών, η καταβολή των οποίων συνέχεται με τη δημιουργία του ελλείμματος. Σε διαφορετική περίπτωση, η οικεία πράξη πάσχει ως προς την αιτιολογία της και είναι για το λόγο αυτό ακυρωτέα. Και τούτο διότι στην περίπτωση που η διαπίστωση του ελλείμματος δεν συνέχεται με την ύπαρξη πραγματικής ζημίας του νομικού προσώπου, ο καταλογισμός σε βάρος των υπολόγων συνιστά μέτρο κυρωτικού χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, η επιβολή του πρέπει να μην υπερβαίνει τον επιδιωκόμενο, με την θεσμοθέτηση της ειδικής δημοσιολογικής ευθύνης τους, σκοπό του νομοθέτη, που συνίσταται στην διασφάλιση της σύννομης διάθεσης του δημοσίου χρήματος ήτοι να μην αντιβαίνει στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος).
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που διαπιστώνεται η ύπαρξη τυπικού ελλείμματος το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την εκδίκαση των διαφορών που απορρέουν από τις εκδιδόμενες σε βάρος των υπολόγων πράξεις, δύναται να ελέγξει αν το καταλογιζόμενο σε βάρος τους ποσό τελεί σε εύλογη σχέση αναλογίας με το είδος και τη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παράβασης και την εν γένει διαχειριστική συμπεριφορά τους. Σε περίπτωση δε που υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του ως άνω δημοσίου σκοπού μέτρο μπορεί, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), να προβεί σε επιμέτρηση του καταλογισθέντος ποσού στο αναγκαίο εκάστοτε μέτρο, εκτιμώντας τη βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη πρόσφορα προς τούτο κριτήρια, ήτοι την έκταση της απόκλισής της από τη δημοσιονομική νομιμότητα, τις συνθήκες τέλεσής της, το επελθόν αποτέλεσμα και το βαθμό υπαιτιότητας του υπολόγου (πρβλ άρθρο 37 του ν. 3801/2009 και άρθρο 105 ν. 4129/2013).
ΙΙΙ. Ενόψει αυτών, και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την ως άνω ακυρωτική απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου, η προσβαλ-λόμενη καταλογιστική πράξη έπρεπε να διαλαμβάνει ειδική κρίση περί της ουσιαστικής νομιμότητας των δαπανών, τα ποσά των οποίων εκταμιεύθηκαν επί τη βάσει των μη υποβληθέντων σε προληπτικό έλεγχο χρηματικών ενταλμάτων, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος από το Δικαστήριο περί της υπάρξεως ή μη τυπικού ελλείμματος και συνακόλουθα περί της δυνατότητας εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας. Μη διαλαμβάνουσα δε η προσβαλλόμενη πράξη τέτοια κρίση καθίσταται αναιτιολόγητη και ως εκ τούτου ακυρωτέα.
IV. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση και να ακυρωθεί ως προς τους εκκαλούντες η προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη. Περαιτέρω, πρέπει η υπόθεση να αναπεμφθεί στην αρμόδια υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου προκειμένου να προβεί στην έκδοση νέας αιτιολογημένης κατά τα ανωτέρω καταλογιστικής πράξης. Μετά από αυτά, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στους εκκαλούντες (άρθρο 73 ν. 4129/2013).
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται την έφεση.
Ακυρώνει ως προς τους εκκαλούντες την 46/15.9.2003 πράξη της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Αχαΐας.
Αναπέμπει στην υπόθεση στην αρμόδια υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό. Και
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους εκκαλούντες.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2014.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΠΑΡΕΔΡΟΣ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ – ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΥΛΟΥΜΠΙΝΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΜΑΡΙΑ ΕΞΑΡΧΟΥΛΑΚΟΥ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση στις 25 Νοεμβρίου 2014.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
