ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 43/2012
ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΙΚΟ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΠΡΟΥΣΑΝΙΔΗ
www.nomikospoudastirio.gr
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Γεώργιος Κωνσταντάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Μιχαήλ Ζυμής και Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Αντιπρόεδροι, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Άννα Λιγωμένου, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου (εισηγήτρια), Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Koυλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Αντώνιος Κατσαρόλης, Χριστίνα Ρασσιά, Βιργινία Σκεύη και Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Ευστάθιος Ροντογιάννης και Σωτηρία Ντούνηκαι οι Σύμβουλοι Ευάγγελος Νταής, Μαρία Βλαχάκη, Γεώργιος Βοΐλης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Στυλιανός Λεντιδάκης, Θεολογία Γναρδέλλη και Αγγελική Μαυρουδήαπουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από δικάσει την από 10 Ιουλίου 2009 (αριθμ. κατάθ. 440/17.7.2009), για αναίρεση της 1160/2008 οριστικής αποφάσεως του ΙΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, που παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κων/νου Κατσούλα,
κ α τ ά του …, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Με την 679/22.2.2005 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (Ε.Ε.Π.Κ.Σ) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) απορρίφθηκε ένσταση του αναιρεσίβλητου (απόστρατου Ανθυπαστυνόμου της Ελληνικής Αστυνομίας) κατά του από 17.12.2002 εγγράφου (πράξης) της 44ης Διεύθυνσης Κανονισμού Στρατιωτικών Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με το οποίο απορρίφθηκε αίτηση του ιδίου, για αναπροσαρμογή της συντάξεώς του, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 2838/2000 και 3016/2002, που προβλέπουν την χορήγηση μισθολογικών προαγωγών στους εν ενεργεία ομοιοβάθμους του, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι συνταξιοδοτικές, αφορούν σε εν ενεργεία στρατιωτικούς και δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή του, αφού αυτός αποχώρησε πριν την έναρξη ισχύος τους.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη 1160/2008 απόφαση του ΙΙΙ Τμήματος έγινε δεκτή έφεση του ιδίου, ακυρώθηκε η ως άνω απόφαση της Ε.Ε.Π.Κ.Σ. και κατ’ αποδοχή της ενστάσεώς του ακυρώθηκε η ως άνω πράξη της 44ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. και αναπέμφθηκε η υπόθεση στην ίδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., για να κριθεί επί της ουσίας η αίτησή του για την κατ’ αναπροσαρμογή αύξηση της συντάξεως αυτού με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 2838/2000 και 3016/2002.
Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως του ΙΙΙ Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε :
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και
Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως, εκτός από τον Αντιπρόεδρο Γεώργιο Κωνσταντά και το Σύμβουλο Νικόλαο Μηλιώνη που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και το Σύμβουλο Κωνσταντίνο Εφεντάκη που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :
Ι. Η υπό κρίση αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1160/2008 αποφάσεως του ΙΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρ. 61 παρ. 1 και 117 π.δ. 1225/1981), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα. Επομένως, αφού τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατά το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής, που αναφέρεται στην εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των διεπουσών την επίδικη υπόθεση ουσιαστικών διατάξεων του ν. 2838/2000 και του άρθρου 34 παρ. 3 και 5 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000), σε συνδυασμό με τα άρθρα 73 παρ. 2 και 80 παρ. 1 του Συντάγματος, χωρίς να εμποδίζεται η πρόοδος της δίκης από την απουσία του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την παρούσα συνεδρίαση (βλ. την από 23.8.2011, περί επιδόσεως κλήσεως, έκθεση του αστυνομικού της δημοτικής αστυνομίας του Δήμου Τρικάλων ….)..
ΙΙ. Στο άρθρο 34 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (Σ.Κ., π.δ. 1041/1979 και ήδη π.δ. 166/2000) ορίζεται, πλην άλλων, ότι «1. Ως μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη λαμβάνεται ποσοστό του μηνιαίου μισθού ενεργείας, που ορίζεται κάθε φορά από τις διατάξεις που ισχύουν και ανήκει στο βαθμό που έφερε και με τον οποίο εμισθοδοτείτο ο στρατιωτικός κατά την έξοδό του από την υπηρεσία … 2. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ως μισθός νοείται ο βασικός μισθός ενεργείας που ισχύει κάθε φορά για το βαθμό με τον οποίο εμισθοδοτείτο κατά την έξοδό του από την υπηρεσία μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας … 3. Οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για το ύψος του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος των εν ενεργεία στρατιωτικών λαμβάνονται υπόψη και για τον καθορισμό του συντάξιμου μισθού που προβλέπεται από το άρθρο αυτό, ανεξάρτητα από το χρόνο τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών. 4. … 5. Σε περίπτωση που αυξάνεται ο βασικός μισθός της παραγράφου 2 ή το επίδομα χρόνου υπηρεσίας αυξάνονται ανάλογα και οι συντάξεις, κάθε δε άλλου είδους παροχές που καταβάλλονται στους εν ενεργεία υπαλλήλους, είτε με μορφή επιδόματος, είτε με μορφή εξόδων παράστασης, είτε με μορφή εξόδων κίνησης, είτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή, ανεξάρτητα από τον τρόπο υπολογισμού τους, δεν αποτελούν αύξηση του βασικού αυτού μισθού και δε λαμβάνονται υπόψη για τον κανονισμό ή την αύξηση της σύνταξης, εκτός αν αυτό προβλέπεται από ειδική συνταξιοδοτική διάταξη».
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι : α) ο μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη των στρατιωτικών απαρτίζεται από το μηνιαίο βασικό μισθό του βαθμού που έφερε και εμισθοδοτείτο ο στρατιωτικός κατά την έξοδό του από την υπηρεσία και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, όπως τα μεγέθη αυτά καθορίζονται κάθε φορά από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, β) ο βαθμός που έφερε και με τον οποίο εμισθοδοτείτο ο στρατιωτικός κατά την έξοδό του από την υπηρεσία αποτελεί το σταθερό στοιχείο που προσδιορίζει τον ληπτέο υπόψη μισθό με τον οποίο κανονίζεται ή αναπροσαρμόζεται η σύνταξή του και γ) οποιαδήποτε νόμιμη μεταβολή (αυξητική ή μειωτική) στο ύψος του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος των στρατιωτικών που βρίσκονται στην ενέργεια επηρεάζει ποσοτικά το συντάξιμο μισθό, κατ’ επέκταση δε και το ύψος της σύνταξής τους, έτσι ώστε, στρατιωτικοί που έχουν τον ίδιο βαθμό και τα ίδια έτη υπηρεσίας να λαμβάνουν το αυτό ποσό σύνταξης, ανεξαρτήτως του χρόνου τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας τους (πριν ή μετά από τη μισθολογική μεταβολή), με στοιχείο καθοριστικό, διαχρονικά, τις εκάστοτε συντάξιμες αποδοχές των εν ενεργεία συναδέλφων τους. Και ναι μεν η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του ν. 1813/1988, που προστέθηκε ως δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 34 του Σ.Κ., ορίζει ότι «Για όσους κατά την έξοδό τους από την υπηρεσία παίρνουν μισθό που ανήκει σε ανώτερο βαθμό από αυτόν που κατέχουν, η σύνταξη κανονίζεται με βάση τον ανώτερο αυτό μισθό», πλην όμως με τη νεώτερη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του ν. 2512/1997, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 34 του ιδίου ως άνω Κώδικα, ο νομοθέτης για πρώτη φορά εκφράζει τη βούλησή του όπως οι εκάστοτε διατάξεις για το ύψος του βασικού μισθού λαμβάνονται υπόψη και για τον καθορισμό του συντάξιμου μισθού, ανεξαρτήτως του χρόνου (πριν ή μετά από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών) τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός ως προς το προσδιοριστέο ύψος του βασικού μισθού. Εκ τούτων παρέπεται ότι, σε περίπτωση που αυξάνεται ο βασικός μισθός των εν ενεργεία στρατιωτικών είτε απ’ ευθείας με την καθιέρωση νέων βασικών μισθών, είτε με ορισμένο χρηματικό ποσό, είτε με τη μορφή ποσοστιαίων αυξήσεων, είτε βάσει συντελεστή, είτε, τέλος, με τη μορφή μισθολογικών προαγωγών χωρίς ιδιαίτερη αξιολόγηση από τα αρμόδια συμβούλια κρίσης για τη χορήγηση αυτών, αλλά με τη συνδρομή ορισμένων τυπικών αξιολογικών κριτηρίων, ο διαμορφούμενος με τους τρόπους αυτούς μισθός αποτελεί βασικό μισθό, κατά την έννοια των προσημειούμενων διατάξεων των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 34 του Σ.Κ.. Είναι αδιάφορο, κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις, ο τρόπος που ο νομοθέτης επιλέγει για την αύξηση του βασικού μισθού των εν ενεργεία στρατιωτικών, αφού όλοι ανεξαιρέτως οι προαναφερόμενοι τρόποι, έχοντες ως βάση αποκλειστικά και μόνο το βαθμό που κατέχουν οι στρατιωτικοί, οδηγούν στην αύξηση του βασικού τους μισθού. Ο αυξημένος αυτός βασικός μισθός υπολογίζεται για την αναπροσαρμογή (αύξηση) της σύνταξης και των στρατιωτικών οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία πριν από την έναρξη της ισχύος των διατάξεων, οι οποίες τον διαμορφώνουν, χωρίς να απαιτείται, για την εφαρμογή (επέκταση) των διατάξεων αυτών στους τελευταίους, η έκδοση νόμου συνταξιοδοτικού χαρακτήρα κατά τους ορισμούς του άρθρου 73 παρ. 2 του Συντάγματος, καθόσον διατάξεις με τέτοιο χαρακτήρα είναι και εκείνες των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 34 του Σ.Κ..
ΙΙΙ. Με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ν. 2838/2000 «Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 179 Α΄) προβλέπεται η χορήγηση μισθολογικών προαγωγών στους υπαξιωματικούς, ανθυπασπιστές και αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού και Πυροσβεστικού Σώματος, η οποία (χορήγηση) σε καμία περίπτωση δεν θεμελιώνει δικαίωμα βαθμολογικής προαγωγής (άρθρ. 6 παρ. 5). Με τις ρυθμίσεις των άνω διατάξεων αυξάνεται ο βασικός μισθός όλων γενικά των βαθμών των υπαξιωματικών (από 1.1.2001) και των αξιωματικών (από 1.7.2000) των Ενόπλων Δυνάμεων καθώς και της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού και Πυροσβεστικού Σώματος με τη συμπλήρωση ορισμένου, για κάθε βαθμό, χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας. Ο τρόπος δε που επέλεξε ο νομοθέτης για να αυξήσει το βασικό μισθό των άνω στρατιωτικών είναι αυτός της χορηγήσεως μισθολογικών προαγωγών, χωρίς ιδιαίτερη αξιολόγηση των ουσιαστικών τους προσόντων από τα αρμόδια συμβούλια κρίσης, αλλά με μόνη τη συνδρομή ορισμένων τυπικών αξιολογικών κριτηρίων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη (IΙ) σκέψη, η αύξηση του βασικού μισθού των εν ενεργεία υπαξιωματικών και αξιωματικών με το σύστημα των μισθολογικών προαγωγών κατά τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του ν. 2838/2000 αποτελεί μέρος των συντάξιμων αποδοχών και λαμβάνεται υπόψη για τον κανονισμό της σύνταξής τους, καθώς και για την αναπροσαρμογή (αύξηση) της σύνταξης αυτών που αποχώρησαν από την υπηρεσία πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών (1.1.2001 άρθρ. 5 και 1.7.2000 άρθρ. 6), υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγούνται οι ανωτέρω μισθολογικές προαγωγές στους εν ενεργεία ομοιόβαθμούς τους (βλ. Ολομ. Ε.Σ. 814/2004, 46/2005, 306/2006 κ.α.). Έτσι κρίνοντας η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα ότι οι μισθολογικές προαγωγές που θεσπίστηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ν. 2838/2000 συνιστούν γενική αύξηση μισθών η οποία συνεπάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 34 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, την αυτοδίκαιη αναπροσαρμογή των συντάξεων και ακολούθως κάνοντας δεκτή, με την αιτιολογία αυτή, την έφεση του αναιρεσιβλήτου, η οποία είχε ως αίτημα την κατά τις ανωτέρω διατάξεις αναπροσαρμογή της συντάξεώς του με αυξημένο το βασικό μισθό του βαθμού του (Ανθυπαστυνόμου της Ελληνικής Αστυνομίας ε.α.), ορθά τις διατάξεις αυτές ερμήνευσε και εφάρμοσε, τα δε αντίθετα που υποστηρίζονται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
ΙV. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει ερήμην του αναιρεσιβλήτου.
Απορρίπτει την από 10.7.2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1160/2008 αποφάσεως του ΙΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΙΚΟ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΠΡΟΥΣΑΝΙΔΗ
www.nomikospoudastirio.gr
