4316/2014 ΕΣ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΕΠΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Γεώργιος Κωνσταντάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Αντιπρόεδροι, Ευάγγελος Νταής, Μαρία Βλαχάκη, Άννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Αντώνιος Κατσαρόλης, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη (εισηγήτρια), Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Βασιλική Σοφιανού και Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Φλωρεντία Καλδή και Σωτηρία Ντούνη και οι Σύμβουλοι Χρυσούλα Καραμαδούκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Γεωργία Μαραγκού, Ασημίνα Σαντοριναίου, Δημήτριος Πέππας και Αγγελική Μαυρουδή απουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Μάρθα Δήμου, Επίτροπος, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 27 Μαΐου 2011 (αριθμ. καταθ. 106/10.6.2011) αίτηση του Νικολάου Κολιόπουλου του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αθηνών (οδός Θήρας 13), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Μπιλή (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 12259), για αναίρεση της 1431/2010 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη αγωγή του αναιρεσείοντος, πολιτικού συνταξιούχου (πρώην υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών) με την οποία ζητούσε (α) να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 96.500 ευρώ, ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από παράνομες πράξεις και παραλείψεις υπαλλήλων της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, εξαιτίας των οποίων, οδηγηθείς σε πρόωρη παραίτηση από την υπηρεσία, απώλεσε τις συντάξεις του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο 2004 μέχρι και Ιανουάριο 2010 και (β) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 600.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας των παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του.
Με την κρινόμενη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του ΙΙ Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης εκτός από τον Αντιπρόεδρο Γεώργιο Κωνσταντά και τους Συμβούλους Γεώργιο Βοΐλη, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Στυλιανό Λεντιδάκη και Αντώνιο Κατσαρόλη που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και τη Σύμβουλο Αγγελική Πανουτσακοπούλου που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991, με την παρουσία της Γραμματέως Ιωάννας Αντωνογιαννάκη.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :
Ι. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 1431/2010 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως αναπτύσσεται στο από 14.1.2013 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα, για την οποία καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (βλ. το 2697636 ειδικό έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου, σειράς Α΄), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα και είναι τυπικά δεκτή. Πρέπει, επομένως να εξεταστεί κατά το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου αυτής, που αναφέρεται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ..
ΙΙ. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη αγωγή του αναιρεσείοντος, πολιτικού συνταξιούχου (πρώην υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών) με την οποία ζητούσε (α) να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 96.500 ευρώ, ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από παράνομες πράξεις και παραλείψεις υπαλλήλων της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, εξαιτίας των οποίων, οδηγηθείς σε πρόωρη παραίτηση από την υπηρεσία, απώλεσε τις συντάξεις του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο 2004 μέχρι και Ιανουάριο 2010 και (β) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 600.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας των παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του. Ειδικότερα το Τμήμα δέχτηκε ότι με βάση τα ιστορούμενα στην από 7.4.2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, δεν συντρέχει η κατά νόμο απαιτούμενη προς θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου για αποζημίωση προϋπόθεση του παράνομου χαρακτήρα των αποδιδόμενων στα όργανα της Υπηρεσίας Συντάξεων πράξεων, παραλείψεων ή υλικών ενεργειών.
ΙΙΙ. Στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …». Με την ανωτέρω διάταξη θεσπίζεται η ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, η οποία έχει ανατεθεί σ’ αυτά. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και τελούν σε εσωτερική συνάφεια με τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα ή την οργάνωση, λειτουργία και αποστολή της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, όπως αυτά προσδιορίζονται από τις οικείες οργανικές διατάξεις, τους σχετικούς κανονισμούς, εγκυκλίους και οδηγίες και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Κατά την έννοια επίσης της ίδιας διάταξης, ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου[g1] , αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης. Για τη θεμελίωση της ευθύνης απαιτείται, μεταξύ άλλων, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας, ο σύνδεσμος δε αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εν όψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Τέλος, το Δημόσιο υποχρεούται να αποκαταστήσει τόσο τη ζημία που υπέστη η υπάρχουσα πριν από την παράνομη πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια περιουσία του ζημιωθέντος (θετική ζημία), όσο και τη ζημία που αυτός υπέστη, γιατί στερήθηκε, λόγω της παράνομης πράξης ή παράλειψης, παροχές, τις οποίες με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, θα αποκόμιζε, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου (αποθετική ζημία).
ΙV. Στην υπό κρίση υπόθεση από τα γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα ιστορούμενα στην από 7.4.2006 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που η αγωγή αυτή παραπέμφθηκε λόγω δικαιοδοσίας ως αφορώσα πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλων της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την 8522/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Εφοριακών του Υπουργείου Οικονομικών από 22.2.1974, απευθύνθηκε στις 2.6.2003 στην 47η Διεύθυνση Νομοπαρασκευαστικής Εργασίας και Ενστάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, προκειμένου να ενημερωθεί αν μπορούσε, με τη συμπλήρωση τριάντα ετών πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας, να αποχωρήσει από την υπηρεσία και να δικαιωθεί σύνταξη. Εκθέτοντας δε προφορικά τα υπηρεσιακά του δεδομένα, έλαβε από την Προϊσταμένη της Διεύθυνσης αυτής κ. Μαρία Φραγκιά την προφορική διαβεβαίωση ότι είχε θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης και ότι μπορούσε, συνεπώς, να παραιτηθεί και να δικαιωθεί αμέσως σύνταξη. Έχοντας λάβει την ως άνω ενημέρωση-διαβεβαίωση, υπέβαλε τις από 8.3.2004 και από 24.3.2004 παραιτήσεις του από την υπηρεσία, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, και στη συνέχεια με την 1027353/404/0002Δ/8.4.2004 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών διαπιστώθηκε η από 25.3.2004 (επομένη της ημερομηνίας υποβολής της δεύτερης αίτησης παραίτησης) αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 148 και 149 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999). Μετά τις κατά τα ανωτέρω υποβληθείσες παραιτήσεις του και την απόλυσή του από την υπηρεσία, στις 22.4.2004 επισκέφθηκε εκ νέου την προαναφερόμενη υπάλληλο της 47ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όπου έλαβε και πάλι τη διαβεβαίωση για άμεση συνταξιοδότησή του. Στις 7.6.2004 η κ. Αθανασία Παπασωτηρίου, υπάλληλος της 42ης Διεύθυνσης Κανονισμού Πολιτικών Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που χειριζόταν τη συνταξιοδοτική του υπόθεση, έχοντας στη διάθεσή της τα στοιχεία του υπηρεσιακού του φακέλου, τον ενημέρωσε, προς αποφυγή αιφνιδιασμού, ότι, με βάση τη συνολική συντάξιμη υπηρεσία του και την ηλικία του, θεμελιώνει μεν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, θα ανασταλεί όμως η καταβολή της σύνταξής του μέχρι τη συμπλήρωση του νομίμου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης (ήτοι, του 61ου). Στη συνέχεια, με την 9035/10.6.2004 πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, κανονίσθηκε σ’ αυτόν, με βάση την από έτη 30-1-3 συνολική συντάξιμη υπηρεσία του, μηνιαία σύνταξη, η οποία όμως ορίσθηκε πληρωτέα από 2.2.2012, ημερομηνία συμπλήρωσης του 61ου έτους της ηλικίας του, που, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 παρ.1 περ. β΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, απαιτείται να έχει συμπληρωθεί προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, εφόσον κατά την ημερομηνία παραίτησής του δεν είχε συμπληρώσει πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία 33 ετών, που απαιτείτο για την άμεση (ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας) συνταξιοδότησή του, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου. Ήδη, η πράξη αυτή κανονισμού της σύνταξης μεταρρυθμίστηκε μόνο ως προς τον χρόνο έναρξης καταβολής της σύνταξης, με την 3434/2009 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε, αναιρουμένης κατά τούτο της 1078/2006 απόφασης του ΙΙ Τμήματος, διακρατούμενης και εκδικαζόμενης της έφεσής του, ότι για λόγους ισότητας των δύο φύλων πρέπει να εφαρμοσθούν και στους άνδρες υπαλλήλους τα ευνοϊκότερα (χαμηλότερα) όρια ηλικίας συνταξιοδότησης που προβλέπονται για τις γυναίκες υπαλλήλους, ορίσθηκε δε ως χρόνος έναρξης καταβολής της σύνταξής του η 2.2.2010, ημερομηνία που συμπληρώνει ο ενάγων το 59ο έτος της ηλικίας του. Μετά από αυτά και αφού προηγουμένως ο αναιρεσείων παρέλαβε, στις 26.7.2004, ταχυδρομικώς την πράξη συνταξιοδότησής του, προσήλθε, στις 30.7.2004, στην Υπηρεσία Συντάξεων, όπου συναντήθηκε με την κ. Καλλιόπη Σβύνου, Προϊσταμένη της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία του παρείχε τις διευκρινίσεις που ζήτησε ως προς τις διατάξεις του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, βάσει των οποίων εκδόθηκε η πράξη συνταξιοδότησής του, με την επισήμανση αφενός μεν ότι η 47η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δεν είναι η καθ’ ύλην αρμόδια για τον κανονισμό των συντάξεων, αφετέρου δε ότι μόνη δυνατότητα για την αποτροπή των αρνητικών συνεπειών της συνταξιοδοτικής του πράξης είναι να ανακαλέσει την παραίτησή του λόγω νομικής πλάνης και να ζητήσει αρμοδίως την επαναφορά του στην υπηρεσία. Στις 5.8.2004 συναντήθηκε και πάλι με την κ. Μαρία Φραγκιά, την οποία ενημέρωσε για την εξέλιξη της συνταξιοδοτικής του υπόθεσης και η οποία, υπενθυμίζοντάς του ότι η απάντηση-διαβεβαίωσή της στηριζόταν στα όσα αυτός προφορικώς της είχε θέσει υπόψη, και όχι στα στοιχεία του υπηρεσιακού του φακέλου, υπέδειξε σ’ αυτόν να ανακαλέσει την παραίτησή του, ενώ τον ενημέρωσε και για τη δυνατότητα που έχει να ασκήσει ένσταση κατά της πράξης συνταξιοδότησής του. Με την από 15.10.2004 αίτησή του προς την Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στην οποία επισύναπτε και πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών, ζήτησε να ενημερωθεί το πρώτον εγγράφως για τον χρόνο έναρξης καταβολής της σύνταξής του και η σχετική απάντηση του δόθηκε με το 1406336/18.12.2004 έγγραφο της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Στη συνέχεια δε, αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πράξης συνταξιοδότησής του μέσω της οριζόμενης στο άρθρο 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα διαδικασίας, ασκώντας, στις 17.2.2005, ένσταση ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, επί της οποίας εκδόθηκε, στις 5.9.2005, η 2798/2005 απορριπτική απόφασή της και στη συνέχεια έφεση ενώπιον του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 1078/2006 απορριπτική απόφασή του, τέλος δε αίτηση αναίρεσης ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 3434/2009 απόφασή της με το περιεχόμενο που παρατίθεται ανωτέρω. Κατά το χρονικό διάστημα από 30.6.2005 (μετά την ημερομηνία άσκησης της ένστασής του) μέχρι 28.11.2005, ημερομηνία επίδοσης σ’ αυτόν τον ίδιο της 2798/2005 σχετικής απορριπτικής απόφασης της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, ο αναιρεσείων είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες με υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, προκειμένου να ενημερωθεί για τον προσδιορισμό και την εκδίκαση της ένστασής του, για το περιεχόμενο της σχετικής απόφασης της Επιτροπής και για τη διεκπεραίωση της υπόθεσής του. Παράλληλα με τη διαδικασία εκδίκασης της ένστασής του και ειδικότερα στις 25.4.2005 ο ενάγων υπέβαλε αρμοδίως αίτηση, με την οποία ζητούσε να επανέλθει στην ενεργό υπηρεσία. Πλην όμως, το αίτημά του αυτό απορρίφθηκε με το 1043336/37/0002Δ/16.6.2005 έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού Δ.Ο.Υ., με την αιτιολογία ότι δεν επιτρέπεται κατά τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα η επάνοδος παραιτηθέντων υπαλλήλων μετά την αποδοχή της παραίτησής τους. Ομοίως αρνητική απάντηση έλαβε και στις από 30.6.2005 και 28.11.2005 αιτήσεις επαναφοράς του στην υπηρεσία με το 1112542/3501/0002/30.11.2005 έγγραφο της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης. Ακολούθως, ο αναιρεσείων άσκησε την από 7.4.2006 αγωγή ζητώντας την ανόρθωση της ζημίας που υπέστη από την απώλεια των συντάξεών του κατά το χρονικό διάστημα από την αποχώρησή του από την υπηρεσία (ήτοι, από 24.3.2004) έως την ημερομηνία που ορίσθηκε τελικά, με την 3434/2009 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως χρόνος έναρξης καταβολής της σύνταξής του (ήτοι, μέχρι 2.2.2010), υποστηρίζοντας ότι υπέβαλε την παραίτησή του, έχοντας την πεποίθηση ότι, ενόψει της συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας του, συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις για την άμεση συνταξιοδότησή του, παραπλανηθείς ως προς τούτο από τους κατονομαζόμενους στο δικόγραφο υπαλλήλους της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, οι οποίοι του παρείχαν εσφαλμένες πληροφορίες-ενημέρωση για τη δυνατότητα αυτή, ενέργεια που παραβιάζει το υπηρεσιακό τους καθήκον και είναι, ως εκ τούτου, παράνομη. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το Τμήμα δέχτηκε ότι, ενόψει των ιστορούμενων στην αγωγή γεγονότων, δεν συντρέχει εν προκειμένω η, κατά νόμο απαιτούμενη προς θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου για αποζημίωση, προϋπόθεση του παράνομου χαρακτήρα των αποδιδόμενων στα όργανα της Υπηρεσίας Συντάξεων πράξεων, παραλείψεων ή υλικών ενεργειών. Και αυτό, γιατί, δεδομένου ότι προφορικά ερωτήματα μόνο όταν αφορούν στην πορεία συγκεκριμένης εκκρεμούς συνταξιοδοτικής υπόθεσης ή σε διαδικαστικής φύσης ζητήματα υποχρεώνουν την Υπηρεσία Συντάξεων σε απάντηση, η έστω και εσφαλμένη προφορική ενημέρωση ή παροχή πληροφοριών σε προφορικά ερωτήματα που δεν άπτονται διαδικαστικών θεμάτων, αλλά αφορούν στη συνδρομή ή μη των ουσιαστικών προϋποθέσεων απονομής σύνταξης επί ατομικών περιπτώσεων, χωρίς μάλιστα να απευθύνονται στα καθ’ ύλην αρμόδια όργανα και να συνοδεύονται με τα απαραίτητα στοιχεία του οικείου υπηρεσιακού φακέλου, δεν στοιχειοθετεί με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας παράνομη συμπεριφορά και δεν συνιστά[g2] , ως εκ τούτου, παράνομη πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια, θεμελιωτική ευθύνης του Δημοσίου για αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ.. Περαιτέρω, έκρινε ότι η μόνη πράξη ή παράλειψη, που συνδέεται αιτιωδώς με την υποβολή της πρόωρης παραίτησης του ενάγοντος από την υπηρεσία και συνακόλουθα με την επικαλούμενη από αυτόν – λόγω αναστολής της καταβολής της σύνταξής του μέχρι τη συμπλήρωση του νομίμου ορίου ηλικίας – ζημία του, είναι η εσφαλμένη ενημέρωση που είχε από την Προϊσταμένη της 47ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κ. Μαρία Φραγκιά. Πλην όμως, ούτε η συμπεριφορά του οργάνου (υπαλλήλου) αυτού του αναιρεσίβλητου μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το υπηρεσιακό του καθήκον, όπως αυτό ειδικότερα προσδιορίζεται από τις οικείες διατάξεις, δεδομένου αφενός μεν ότι το όργανο αυτό δεν ήταν το καθ’ ύλην αρμόδιο επί θεμάτων κανονισμού συντάξεων, αφετέρου δε ότι οι παρεχόμενες από μέρους του προφορικώς εσφαλμένες πληροφορίες-ενημέρωση δεν στηρίζονταν σε έγγραφο ερώτημα-αίτημα του αναιρεσείοντος, συνοδευόμενο με τα προς τούτο απαιτούμενα υπηρεσιακά στοιχεία. Αντίθετα, οι αποδιδόμενες με το δικόγραφο στους λοιπούς υπαλλήλους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους πράξεις ή παραλείψεις, πέραν του ότι είναι νόμιμες και σύμφωνες προς το υπηρεσιακό τους καθήκον, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την πρόωρη παραίτησή του από την υπηρεσία, αφού είναι μεταγενέστερες του χρόνου υποβολής των παραιτήσεών του και της μετ’ αποδοχή τούτων αυτοδίκαιης απόλυσής του από την υπηρεσία. Με βάση τα ανωτέρω το δικάσαν Τμήμα ορθά την επίμαχη διάταξη του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ο προβαλλόμενος δε λόγος αναίρεσης ότι η συμπεριφορά των οργάνων του Γ.Λ.Κ., η οποία συνίστατο στην υπόδειξη πρόωρης υποβολής παραίτησης του αναιρεσείοντα από την υπηρεσία του χωρίς να έχει συμπληρώσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την άμεση καταβολή της σύνταξής του, ήταν αντίθετη, ενόψει και της θέσης που τα όργανα αυτά κατείχαν στην υπαλληλική ιεραρχία, με τις αρχές της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι, η, απορρέουσα από τις αρχές της χρηστής διοίκησης, υποχρέωση των οργάνων της συνταξιοδοτικής διοίκησης να μην παραπλανούν το διοικούμενο, και, εφόσον τον ενημερώνουν, να τον ενημερώνουν και να τον κατευθύνουν σωστά, τότε μόνο παραβιάζεται, συνιστώντας παράνομη πράξη θεμελιωτική της αδικοπρακτικής ευθύνης του Δημοσίου, αφ’ ενός όταν το διοικητικό όργανο ενεργεί εντός των συγκεκριμένων καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί, διότι μόνο τότε ενεργεί «κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας», κατά την έννοια του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ, και αφ’ ετέρου η ενημέρωση γίνεται βάσει των συγκεκριμένων συνταξιοδοτικών δεδομένων που αφορούν το διοικούμενο και τα οποία τίθενται υπ’ όψιν του διοικητικού οργάνου και πάντως όχι κατόπιν προφορικών ερωτημάτων. Επομένως, οποιαδήποτε πληροφόρηση, έστω και εσφαλμένη, η οποία παρέχεται κατόπιν προφορικών ερωτημάτων και χωρίς να στηρίζεται στα στοιχεία του συνταξιοδοτικού φακέλου, δεν συνιστά παράνομη πράξη κατά την έννοια του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ.. Πολύ περισσότερο αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου δεν γεννάται από ενημέρωση που παρέχεται από όργανα της συνταξιοδοτικής διοίκησης σχετικά με θέματα που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του διοικουμένου. Τέλος, όσα εκτίθενται από τον αναιρεσείοντα σχετικά με την μη αποδοχή της ανάκλησης της παραίτησής του αφορούν ενέργειες της υπηρεσιακής διοίκησης, επί των οποίων ορθώς δεν έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη, καθόσον δεν είχε τέτοια δικαιοδοσία. Κατόπιν των ανωτέρω, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί, ακολούθως δε να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την αίτηση
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
