4322 /2013 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: η παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως συνταξιούχου του δημοσίου που πηγάζει από την άρνηση ή παράλειψη των οργάνων του τελευταίου να προβεί στην έκδοση αποφάσεως για τον κανονισμό ή την αναπροσαρμογή της συντάξεώς του διακόπτεται όχι μόνο με την έγερση της αγωγής αποζημιώσεως, αλλά και με την υποβολή αιτήσεως στην αρμοδία αρχή για την καταβολή της συνταξιοδοτικής ή της αποζημιωτικής αξιώσεως αυτού, εφόσον υπάρχει ταυτότης ιστορικής και νομικής αιτίας. . ΕΠΙΣΗΣ ΛΟΓΩ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΜΕΝΟΥ ΚΡΑΤΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΖΕΙ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση: Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Γεώργιος Κωνσταντάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής και Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Αντιπρόεδροι, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Άννα Λιγωμένου (εισηγήτρια), Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού και Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Φλωρεντία Καλδή και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και οι Σύμβουλοι Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Ελένη Λυκεσά και Αντώνιος Κατσαρόλης απουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Κωνσταντίνος Τόλης, Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, κωλυομένου του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας Διονυσίου Λασκαράτου.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 3 Δεκεμβρίου 2010 (αριθμ. καταθ. 2/11-1- 2011), για αναίρεση της 2471/2010 οριστικής αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη,
κ α τ ά του Σωτηρίου Αδάμ του Ιωάννου, κατοίκου Ελευσίνας Αττικής (οδός Γρηγ. Λαμπράκη αρ. 15, ΤΚ 19200), ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Με την από 4 Ιανουαρίου 2007 αγωγή του ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος (αριθμ. καταθ. 3/4-1-2007), ο νυν αναιρεσίβλητος (πρώην δικαστικός λειτουργός) ζήτησε, ύστερα από το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής με το από 2.6.2010 υπόμνημά του, να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως από την άσκηση της αγωγής, ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., το χρηματικό ποσό των 65.079,90 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ζημία που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.12.2002, λόγω μη συνυπολογισμού στις συντάξιμες αποδοχές του της πάγιας αποζημίωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2521/1997.
Το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ.2 του Συντάγματος, με την 173/2007 απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμω βάσιμη και παρέπεμψε την υπόθεση προς οριστική λύση της διαφοράς στο αρμόδιο ΙΙ Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη 2471/2010 απόφασή του το ΙΙ Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του τότε ενάγοντος και νυν αναιρεσίβλητου και αναγνώρισε ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, όπως αυτό ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 293 του Α.Κ. και 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, το ποσό των 54.233,20 ευρώ, που αντιστοιχεί στη ζημία που αυτός υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-2002, λόγω μη συνυπολογισμού στις συντάξιμες αποδοχές του της προβλεπόμενης στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2521/1997 πάγιας αποζημίωσης.
Με την αίτηση που κρίνεται ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Αντιπροέδρους Νικόλαο Αγγελάρα και Γεώργιο Κωνσταντά και τους Συμβούλους Γεωργία Μαραγκού, Σταμάτιο Πουλή, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα και Αγγελική Μυλωνά που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και τη Σύμβουλο Αγγελική Πανουτσακοπούλου που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :
Ι. Η υπό κρίση αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2471/2010 αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρ. 61 παρ. 1 και 117 π.δ. 1225/1981), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα. Επομένως, αφού τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, χωρίς να εμποδίζεται η πρόοδος της δίκης από την απουσία του αναιρεσίβλητου, αφού αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από την από 27.2.2013 έκθεση επίδοσης του δημοτικού υπαλλήλου Ιωάννη Καρακασίδη (άρθρ. 27, 65 και 117 π.δ. 1225/1981).
ΙΙ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και αναγνωρίστηκε ότι το αναιρεσείον οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, όπως αυτό ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 293 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) και 15 παρ. 5 του ν. 876/1979 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων αναφερομένων εις την ανάπτυξιν της Κεφαλαιαγοράς» (ΦΕΚ Α΄ 48), με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, το ποσό των 54.233,20 ευρώ, που αντιστοιχεί στη ζημία που αυτός υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-2002, λόγω μη συνυπολογισμού στις συντάξιμες αποδοχές του της προβλεπόμενης στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2521/1997«Ειδικό μισθολόγιο δικαστικών λειτουργών, μισθολόγια κύριου προσωπικού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ιατροδικαστών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 174) πάγιας αποζημίωσης.
ΙΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προβάλλοντας α) με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι το Τμήμα, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 του ν. 2362/1995 περί παραγραφής σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 105 Εισ.Ν.Α.Κ. και 298 Α.Κ., δέχθηκε ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, β) με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 21 του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κωδ. δ. της 26.6/10.7.1944), 346 Α.Κ. και 70 Κ. Πολ. Δικ., το Τμήμα δέχθηκε την έντοκη καταβολή της αναγνωρισθείσας με αυτήν αξιώσεως του νυν αναιρεσίβλητου, καθόσον κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων επί αναγνωριστικής αγωγής δεν οφείλονται τόκοι και γ) με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του δημοσίου, το Τμήμα δέχθηκε ότι η απαίτηση του αναιρεσίβλητου είναι τοκοφόρος, με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, και όχι με βάση το υπέρ του Δημοσίου προβλεπόμενο στην ως άνω διάταξη επιτόκιο εκ ποσοστού 6%.
IV. Με τις διατάξεις του άρθρου 21 του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, και οι οποίες, ως ειδικότερες σε σχέση με τις γενικές περί υπερημερίας διατάξεις των άρθρων 340 – 345 Α.Κ., αποκλείουν την εφαρμογή των ως άνω γενικών διατάξεων επί υπερημερίας του Δημοσίου να καταβάλει οφειλόμενες παροχές που απορρέουν από αξιώσεις δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα ακόλουθα: “Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής.” Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκοφορίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής, και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης. Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκοφορίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, αντιθέτως τέμνει και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου (βλ. ΑΕΔ 7/2011).
V. Περαιτέρω, από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι το Δημόσιο, με την ιδιότητα του οφειλέτη, καταβάλλει τόκο υπερημερίας σε ποσοστό μικρότερο εκείνου που υποχρεούνται να καταβάλουν οι ιδιώτες οφειλέτες, το οποίο μέχρι τώρα ήταν πάντα ανώτερο του εκ ποσοστού 6% οφειλομένου παρά του Δημοσίου (ενδεικτικά από το έτος 1995 μέχρι το τέλος του 2011 κυμάνθηκε μεταξύ 32% και 8,75%). Όπως δε έχει προσφάτως αποφανθεί το ΑΕΔ, με την 25/2012 απόφασή του, η οποία κατά το άρθρο 51 παρ. 1 του ν. 345/1976 ισχύει έναντι πάντων από τη δημοσίευσή της, η προνομιακή αυτή μεταχείριση του Δημοσίου ως οφειλέτη, αποβλέποντας, έστω και αν δεν ανάγεται άμεσα στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, στην ορθή άσκηση αυτής μέσω της διαφύλαξης της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με τον περιορισμό της αύξησης του κρατικού χρέους από τόκους για ληξιπρόθεσμες οφειλές, προκειμένου να εξασφαλίσει τα αναγκαία έσοδα για να εκπληρώσει τις κατά το Σύνταγμα και τους νόμους υποχρεώσεις του έναντι των πολιτών, δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν νοείται ισότητα μεταξύ ιδιωτών και Δημοσίου, ούτε προς την κατοχυρωμένη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αφού το μέτρο αυτό, ενόψει μάλιστα και των σοβαρών δημοσιονομικών κρίσεων που υπήρξαν καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της επίμαχης ρύθμισης, είναι κατάλληλο και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου ως άνω σκοπού, ούτε στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος περί (αναλογικής) ισότητας στη συμμετοχή των πολιτών στα δημόσια βάρη, καθόσον, δεδομένου ότι για την αντιμετώπιση των κατά καιρούς δημοσιονομικών προβλημάτων λαμβάνονται διάφορα δημοσιονομικά μέτρα σε βάρος όλων ή μεγάλων κατηγοριών πολιτών, η θέσπιση ευνοϊκού (χαμηλού) επιτοκίου υπερημερίας για τις οφειλές του Δημοσίου, που εντάσσεται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων αυτών, συνιστά μία τέτοιου είδους επιτρεπτή (ανεκτή) επιβάρυνση, ούτε, άλλωστε, στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον με την επίμαχη ρύθμιση δεν θεσπίζεται δικονομικό προνόμιο υπέρ του Δημοσίου, αλλά οικονομικό (ουσιαστικό) προνόμιο. Τέλος, με την ίδια ως άνω απόφαση του ΑΕΔ έγινε δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου κατά το μέρος που θεσπίζει προνομιακό επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου δεν αντίκειται αυτή καθ’ εαυτή ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος, διότι, εκτός του ότι κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω αποβλέπει στην επίτευξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, δεν επιφέρει σε κάθε περίπτωση περιορισμό, πολύ περισσότερο δε στέρηση περιουσιακού δικαιώματος, αφού μόνη η πρόβλεψη μεγαλύτερου επιτοκίου για τις οφειλές των ιδιωτών έναντι του επιτοκίου που ισχύει για τις οφειλές του Δημοσίου δεν ιδρύει περιουσιακό δικαίωμα των δανειστών του Δημοσίου για την καταβολή τόκων με βάση το μεγαλύτερο αυτό επιτόκιο, αφού το επιτόκιο αυτό δεν είναι εφαρμοστέο για τις οφειλές του Δημοσίου. Περαιτέρω, για τους ίδιους νομικούς λόγους, η ως άνω διάταξη του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου δεν παραβιάζει ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ. Τούτο δε διότι, δεδομένου ότι προστατευόμενο με το άρθρο αυτό περιουσιακό δικαίωμα δεν γεννάται, όταν δεν υφίσταται διάταξη που να το αναγνωρίζει, δεν ιδρύεται αξίωση (απαίτηση) των πιστωτών του Δημοσίου για καταβολή τόκων με το αυξημένο επιτόκιο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες οφειλέτες, αφού το επιτόκιο αυτό δεν εφαρμόζεται στις οφειλές του Δημοσίου (βλ. Αποφ. Ολομ. Ελ. Συν. 2311, 2333, 2682/2013, όπου και μειοψηφίες).
VI. Ο ν. 2362/1995 «Περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες δαπάνες» ορίζει στο άρθρο 90 υπό τον τίτλο «Παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου» ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2. …», στο άρθρο 91 υπό τον τίτλο «Έναρξη παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου» ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. …», στο άρθρο 93 υπό τον τίτλο «Διακοπή παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου» ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. γ) …» και στο εδάφ. δ΄ του άρθρου 94, που έχει τον τίτλο «Συνέπειες παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου», ότι: «… Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια.» Από τις ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν ανάλογες προς τις προϊσχύουσες ρυθμίσεις των άρθρων 91, 93 και 95 του ν.δ/τος 321/1969, συνάγεται, πλην άλλων, ότι παραγράφεται υπέρ του δημοσίου κάθε χρέος αυτού μετά παρέλευση πέντε ετών από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτή. Η παραγραφή δε των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς δηλαδή να απαιτείται να προβληθεί σχετική ένσταση εκ μέρους του Δημοσίου, εφόσον όμως τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την έναρξή της, την πρόοδο και τη συμπλήρωση του χρόνου αυτής, προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης. Η διακοπή δε της παραγραφής αξιώσεως κατά του Δημοσίου επέρχεται μόνο με τους ειδικά προβλεπόμενους στο άρθρο 93 του ως άνω νόμου τρόπους, μεταξύ των οποίων είναι και η υποβαλλόμενη στην αρμόδια αρχή αίτηση, στην οποία πρέπει να καθορίζονται τα στοιχεία που προσδιορίζουν την απαίτηση και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στα αρμόδια όργανα να διαγνώσουν την ύπαρξη αυτής και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, δεν απαιτείται όμως να προσδιορίζονται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και το ακριβές ποσό που ζητείται.
VIΙ. Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικάσαν Τμήμα, κατά την ανέλεγκτη περί πράγματα κρίση του, δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος, συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός, που αποχώρησε από την υπηρεσία στις 30.6.1996, λόγω αυτοδίκαιης απόλυσης εξ αιτίας ορίου ηλικίας, με το βαθμό του Εφέτη και μισθολογική προαγωγή Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, δικαιώθηκε, με την 10362/1996 πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, σύνταξης από το Δημόσιο, που κανονίσθηκε με βάση την από έτη 42 μήνες 08 και ημέρες 07 συνολική συντάξιμη υπηρεσία του και ορίσθηκε ίση με τα 880/1000 του βασικού μισθού του βαθμού του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια, η σύνταξή του αναπροσαρμόσθηκε με την 432988/97/1-3-1999 πράξη της ίδιας Διεύθυνσης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2592/1998 και με βάση τα μισθολογικά δεδομένα του ν. 2521/1997, χωρίς να συνυπολογισθεί στις συντάξιμες αποδοχές του, ως αυτοτελής συντάξιμη παροχή, η πάγια αποζημίωση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2521/1997. Κατά της πράξης αυτής αναπροσαρμογής της σύνταξής του ο εκκαλών δεν άσκησε ένσταση ενώπιον της Ε.Ε.Π.Κ.Σ. ή έφεση ενώπιον του αρμόδιου ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ακολούθως, με σχετικές αποφάσεις του (βλ. και Ολομ. Ε.Σ 1317/2001, 256/2002, ΙΙ Τμ. 550/2000 κ.ά.) το Δικαστήριο τούτο, δικάζοντας εφέσεις άλλων συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών κατά συνταξιοδοτικών πράξεων, που εκδόθηκαν από την 42η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 24 του ν. 2592/1998 και 1 έως 4 του ν. 2521/1997, έκρινε ότι η «πάγια αποζημίωση» που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2521/1997 στους δικαστικούς λειτουργούς που βρίσκονται στην ενεργό υπηρεσία, συνυπολογίζεται και για την αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών των συνταξιούχων συναδέλφων τους. Ο αναιρεσίβλητος, με την από 29.12.2003 (με αριθ. πρωτ. 163646/29.12.2003) αίτησή του προς το Γ.Λ.Κ. ζήτησε, επικαλούμενος την ως άνω νομολογία του Δικαστηρίου τούτου, την επανεξέταση της υπόθεσής του και την αναπροσαρμογή της σύνταξής του για το χρονικό διάστημα από την έναρξη της ισχύος του ν. 2721/1997 (ήτοι από 1.1.1997) έως 31.12.2002 με συνυπολογισμό στο συντάξιμο μισθό του και της προβλεπόμενης από την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2521/1997 πάγιας αποζημίωσης. Επί της αιτήσεώς του αυτής εκδόθηκε η 163646/2003/18.2.2004 απορριπτική πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Κατά της τελευταίας αυτής πράξεως άσκησε την από 12.5.2004 ένστασή του ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων. Η ένσταση αυτή αρχικώς απορρίφθηκε σιωπηρά από την ως άνω Επιτροπή, στη συνέχεια δε και ρητά με την 2487/14.6.2005 απόφασή της, με την αιτιολογία ότι το προσβαλλόμενο έγγραφο φέρει πληροφοριακό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, η κατ’ αυτού ασκηθείσα ένσταση είναι απαράδεκτη. Έφεση του ιδίου κατά της ως άνω σιωπηρής απορριπτικής πράξης και της ως άνω απόφασης απορρίφθηκε με την 859/2006 απόφαση του ΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, με την αιτιολογία ότι η αξίωσή του για αναπροσαρμογή της σύνταξής του με συνυπολογισμό του επιδόματος της πάγιας αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.12.2002, που υποβλήθηκε με την από 29.12.2003 αίτησή του προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και στη συνέχεια ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων με την από 12.5.2004 ένστασή του, ήταν νόμω αβάσιμη, διότι τα οικονομικά αποτελέσματα της πράξεως αναπροσαρμογής δεν μπορούσαν, λόγω όμως του περιορισμού που τίθεται με το άρθρο 66 παρ. 8 εδ. β΄ του π.δ. 166/2000, να ανατρέξουν στοχρονικό διάστημα αυτό και, ως εκ τούτου, νομίμως απερρίφθη, έστω και με άλλη αιτιολογία, από την Επιτροπή Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων η προαναφερθείσα ένστασή του. Στη συνέχεια, ο ανωτέρω άσκησε ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος την από 4.1.2007 (με αριθμό κατάθεσης 3/4.1.2007) αγωγή του, με την οποία ζητεί, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου και όπως το αίτημα αυτής περιορίσθηκε με το από 2.6.2010 υπόμνημα, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει, κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. να καταβάλει σ’ αυτόν, το ποσό των 65.079,90 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ζημία ίση με τις διαφορές συντάξεων που στερήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.12.2002, λόγω μη συνυπολογισμού στις συντάξιμες αποδοχές του, της πάγιας αποζημίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2521/1997. Με την 173/2007 απόφασή του το Ειδικό Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμω βάσιμη και ότι όφειλε η συνταξιοδοτική Διοίκηση να συνυπολογίσει στις συντάξιμες αποδοχές του αναιρεσίβλητου την πάγια αποζημίωση που προβλέπεται στην προμνησθείσα διάταξη, η οποία ανεξάρτητα από την ονομασία της, αποτελεί πράγματι μέρος των τακτικών αποδοχών των δικαστικών λειτουργών (βλ. και Ολ. Ελ. Συν. 1317/2001), στη συνέχεια παρέπεμψε την υπόθεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο ως αρμόδιο να επιλύσει οριστικώς την υπό κρίση διαφορά και να αντιμετωπίσει τα λοιπά ζητήματα αυτής. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν Τμήμα, αφού δέχθηκε ότι, ενόψει του χρόνου κατάθεσης της με αριθ. πρωτ. 163646/29.12.2003 αίτησής του προς το Γ.Λ.Κ., με την οποία ζήτησε, την αναπροσαρμογή της σύνταξής του για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.12.2002 με συνυπολογισμό στο συντάξιμο μισθό του και της προβλεπόμενης από την παρ. 6 συνυπολογισμό στο συντάξιμο μισθό του και της προβλεπόμενης από την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2521/1997 πάγιας αποζημίωσης, η επίδικη αξίωση για τις απαιτήσεις που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.12.1997 έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, στην οποία υπόκειται ως απορρέουσα από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί. Ειδικότερα, έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 91 του ίδιου νόμου, η παραγραφή των αξιώσεων για το έτος 1997 άρχισε από το τέλος του έτους αυτού και συμπληρώθηκε στις 31.12.2002, δηλαδή πριν την άσκηση (στις 29.12.2003) της εν λόγω αίτησης και συνεπώς ο ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. τη διαφορά των συντάξεων (ποσού 54.233,20 ευρώ), που στερήθηκε κατά το από 1.1.1998 έως 31.12.2002 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν έλαβε την αυξημένη σύνταξη που θα προέκυπτε με το συνυπολογισμό της πάγιας αποζημίωσης, και μάλιστα νομιμοτόκως από την επίδοση της αναγνωριστικής αγωγής στο καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο, με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, όπως αυτό ορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 293 του Α.Κ. και 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου.
Αυτά δεχθέν το Τμήμα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τη γνώμη που εκράτησε στο Δικαστήριο, τις περί παραγραφής κατά του Δημοσίου διατάξεις, εφόσον έκρινε ότι η αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σε αποζημίωση, για τη διαφορά των συντάξεων που στερήθηκε κατά το από 1.1.1998 έως 31.12.2002 χρονικό διάστημα δεν είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, καθόσον η παραγραφή είχε διακοπεί με την από 29.12.2003 αίτησή του προς το Γ.Λ.Κ., με την οποία είχε ζητήσει, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά υπό του Τμήματος, την επανεξέταση της υπόθεσής του και την αναπροσαρμογή της σύνταξής του με συνυπολογισμό στο συντάξιμο μισθό του και της πάγιας αποζημίωσης του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2521/1997. Και ναι μεν ισχυρίζεται το Δημόσιο ότι η ως άνω αίτηση δεν διέκοψε την παραγραφή, αφού με αυτή ζητήθηκε σύνταξη και όχι αποζημίωση για παράνομη πράξη, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός αβασίμως προβάλλεται και πρέπει ν’ απορριφθεί, καθόσον, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, όπως συνάγεται από τις προπαρατιθέμενες στην υπό στοιχ. VI σκέψη διατάξεις, η παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως συνταξιούχου του δημοσίου που πηγάζει από την άρνηση ή παράλειψη των οργάνων του τελευταίου να προβεί στην έκδοση αποφάσεως για τον κανονισμό ή την αναπροσαρμογή της συντάξεώς του διακόπτεται όχι μόνο με την έγερση της αγωγής αποζημιώσεως, αλλά και με την υποβολή αιτήσεως στην αρμοδία αρχή για την καταβολή της συνταξιοδοτικής ή της αποζημιωτικής αξιώσεως αυτού, εφόσον υπάρχει ταυτότης ιστορικής και νομικής αιτίας. Απορριπτομένου δε του ως άνω ισχυρισμού του Δημοσίου ως νόμω αβασίμου, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του άλλου ισχυρισμού του ότι ούτε η άσκηση της επίδικης αγωγής διέκοψε την πενταετή κατ’ αυτού παραγραφή (πρβλ. Αποφ. Ολ. Ελ. Συν. 2318/2011 και 2682/2013, όπου και μειοψηφίες).
Περαιτέρω, κατά τα ομοφώνως γενόμενα δεκτά στην υπό στοιχ. IV σκέψη της παρούσας, το Τμήμα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944), κατά το μέρος που έκρινε ότι τόκοι οφείλονται και επί αναγνωριστικής αγωγής, όπως στην περίπτωση που είχε αχθεί ενώπιόν του, και, κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος.
Πλην όμως έσφαλε το Τμήμα δεχθέν, περαιτέρω, ότι οι οφειλόμενοι τόκοι είναι υπολογιστέοι με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, όπως ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 293 Α.Κ. και 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, και όχι με βάση το προκύπτον από το εφαρμοστέο εν προκειμένω (6%), ως μη αντιβαίνον σε διατάξεις του Συντάγματος ή άλλες αυξημένης ισχύος διατάξεις, κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχ. V σκέψη, άρθρο 21 του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου. Κατ’ ακολουθίαν τούτου, δεκτού γενομένου του οικείου λόγου αναιρέσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο ορίσθηκε ότι το αναγνωρισθέν ως οφειλόμενο ποσό αποζημιώσεως είναι καταβλητέο νομιμοτόκως, με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, όπως αυτό ορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 293 του Α.Κ. και 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου.
VIII. Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, κατ’ αποδοχή του τελευταίου λόγου αναίρεσης, και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. Η αναιρεσιβαλλόμενη δε απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο ορίσθηκε ότι οι οφειλόμενοι τόκοι είναι υπολογιστέοι με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, όπως ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 293 Α.Κ. και 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, και όχι βάσει του για το Δημόσιο ισχύοντος επιτοκίου εκ ποσοστού 6% ετησίως. Μετά δε την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για το λόγο αυτό, η υπόθεση, η οποία δεν χρειάζεται διερεύνηση κατά το πραγματικό μέρος, πρέπει να διακρατηθεί και να δικασθεί περαιτέρω στην ουσία από την Ολομέλεια (άρθρα 87 παρ. 4 του ν. 4129/2013 και 116 του π.δ. 1225/1981), κατά το μέρος αυτό.
IX.Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι με την από 4.1.2007 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει, νομιμοτόκως με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., το ποσό των 65.079,90 ευρώ, που αντιστοιχεί στις διαφορές συντάξεων που στερήθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.12.2002, λόγω μη συνυπολογισμού στις συντάξιμες αποδοχές του της ως άνω πάγιας αποζημίωσης. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή και αναγνωρίσθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει, για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την παράνομη συμπεριφορά των συνταξιοδοτικών του οργάνων συνισταμένη στο μη συνυπολογισμό στις συντάξιμες αποδοχές του ενάγοντος, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.2002 (λόγω παραγραφής των αξιώσεων για το έτος 1997), της πάγιας αποζημίωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2521/1997, να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 54.233,90 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής με βάση το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας. Ενόψει των γενομένων δεκτών με την παρούσα, το Δικαστήριο δέχεται ότι το Δημόσιο οφείλει το ως άνω ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, με βάση όμως το οριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου επιτόκιο, οριζόμενο σε ποσοστό6% ετησίως, και όχι με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, όπως αιτείτο με την αγωγή, η οποία πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνει μερικά δεκτή, συμψηφιζομένων, κατόπιν τούτου, των δικαστικών εξόδων μεταξύ των διαδίκων.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται εν μέρει την από 3.12.2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2471/2010 αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου.
Αναιρεί την απόφαση κατά το μέρος που όρισε ότι οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας υπολογίζονται με βάση το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας και όχι με βάση το ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου εκ ποσοστού 6% ετησίως.
Διακρατεί την υπόθεση.
Δικάζει την από 4.1.2007 αγωγή του Σωτηρίου Αδάμ του Ιωάννη κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά το ποσοστό του επιτοκίου για τον υπολογισμό των οφειλομένων τόκων.
Δέχεται εν μέρει αυτή και ορίζει ότι το Δημόσιο οφείλει το ποσόν της αποζημιώσεως, που αναγνώρισε εις βάρος του και υπέρ του ενάγοντος η προσβαλλόμενη απόφαση, νομιμοτόκως με επιτόκιο εκ ποσοστού 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2013.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ | ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 6 Νοεμβρίου 2013.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ | ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ |
