462/2008 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαϊου 2007, με την ακόλουθη σύνθεση: Γεώργιος-Σταύρος Κούρτης, Πρόεδρος, Ευστάθιος Ροντογιάννης, Ιωάννης Καραβοκύρης, Χρήστος Ντάκουρης, Νικόλαος Αγγελάρας, Ελένη Φώτη και Αντώνιος Τομαράς, Αντιπρόεδροι, Ηλίας Αλεξανδρόπουλος, Θεοχάρης Δημακόπουλος, Φλωρεντία Καλδή, Γεώργιος Κωνσταντάς, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Σωτηρία Ντούνη (εισηγήτρια), Νικόλαος Μηλιώνης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας και Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Ιωάννης Μπαλαφούτης και Κωνσταντίνος Κανδρής και οι Σύμβουλοι Διονύσιος Λασκαράτος, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος και Ασημίνα Σαντοριναίου απουσίασαν δικαιολογημένα),
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Γεώργιος Σχοινιωτάκης,
Γραμματέας: Δήμητρα Παρασκευοπούλου, Επίτροπος,Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
Γ ι α να αποφανθεί στο παραπεμπόμενο, κατ’ επίκληση του άρθρου 100 παρ.5 του Συντάγματος, στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από το V Τμήμα αυτού, με την 2290/2005 απόφασή του, ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1911/1990 που εφαρμόζονται στην δίκη που ανοίχθηκε με την από 3.6.2002 έφεση του Αλέξανδρου Κουζούνια του Βασιλείου, κατοίκου Περαίας Θεσσαλονίκης (οδός Ρήγα Φεραίου 9Α), ο οποίος παραστάθηκε, με την από 30.4.2007 έγγραφη δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικ. Δικονομίας, διά του πληρεξούσιου δικηγόρου Σαράντη Ορφανουδάκη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ./951).
Κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικόλαου Καραγιώργη.
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν παραστάθηκε.
Με την Φ.861/161/3140036/Σ.1852/16.4.2002 απόφαση του Β΄ Υπαρχηγού ΓΕΣ (Δ/νση Οικονομικών/3α) καταλογίστηκε σε βάρος του Αλέξανδρου Κουζούνια, πρώην σπουδαστή του Οδοντιατρικού Τμήματος της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ.) το ποσό των 55.695,06 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη το Δημόσιο λόγω διαγραφής του από την ανωτέρω Σχολή για τον λόγο ότι δεν περάτωσε τις σπουδές του παρόλο που συμπλήρωσε δύο έτη φοίτησης επιπλέον των προβλεπόμενων από τον οικείο οργανισμό ετών φοίτησης.
Κατά της καταλογιστικής αυτής απόφασης ο ανωτέρω πρώην σπουδαστής άσκησε ενώπιον του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου την από 3.6.2002 έφεση, με την οποία ζητεί την ακύρωση αυτής και την άρση του γενόμενου σε βάρος του καταλογισμού. Στην έφεση αυτή εκδόθηκε η 2290/2005 απόφαση του V Τμήματος, με την οποία παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των εφαρμοζόμενων στην ανοιχθείσα με την ως άνω έφεση δίκη διατάξεων του άρθρου 8 παρ.1 του ν. 1911/1990.
Στην ένδικη αυτή υπόθεση εκδόθηκε η 438/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία διατάχθηκε η κοινοποίηση κυρωμένου αντιγράφου της ανωτέρω 2290/2005 παραπεμπτικής απόφαση του V Τμήματος καθώς και της ανωτέρω αναβλητικής απόφασης στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ήδη φέρεται εκ νέου το παραπεμπόμενο ζήτημα στο Δικαστήριο τούτο.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρου Κουζούνια που, δια της από 30.4.20007 έγγραφης δήλωσής του, ζήτησε να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του ν. 1911/1990 είναι αντισυνταγματική.
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ζήτησε να μην γίνει δεκτό ότι η επίμαχη διάταξη είναι αντισυνταγματική.και
Τον Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος εξέφρασε την γνώμη ότι η επίμαχη διάταξη δεν αντίκειται σε διάταξη του ισχύοντος συντάγματος.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως, από τους οποίους η Φλωρεντία Καλδή κατά τη διάσκεψη έχει πραχθεί στο βαθμό του Αντιπροέδρου, εκτός από τους Αντιπροέδρους Ιωάννη Καραβοκύρη και Νικόλαο Αγγελάρα και το Σύμβουλο Νικόλαο Μηλιώνη που απουσίασαν λόγω κωλύματος, με την παρουσία της Γραμματέως Ιωάννας Αντωνογιαννάκη.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής:
1. Η υπό κρίση υπόθεση νόμιμα εισάγεται για συζήτηση μετά την έκδοση της 438/2007 αναβλητικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και την εκτέλεση όσων διατάσσονται με αυτή. Κατά συνέπεια, μετά τη τήρηση της προβλεπόμενης προδικασίας πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, χωρίς να κωλύεται η πρόοδος της δίκης από την ερημοδικία του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παρασταθεί κατά την παρούσα συζήτηση, όπως προκύπτει από την από 17.4.2007 έκθεση επίδοσης του υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Κωνσταντίνου Μπιτσάνη (άρθρ. 27, 65 και 117 του π.δ. 1225/1981)
2. Με την Φ.861/161/3140036/Σ.1852/16.4.2002 απόφαση του Β΄ Υπαρχηγού ΓΕΣ (Δ/νση Οικονομικών/3α) καταλογίστηκε σε βάρος του Αλέξανδρου Κουζούνια, πρώην σπουδαστή του Οδοντιατρικού Τμήματος της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ.) το ποσό των 55.695,06 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη το Δημόσιο λόγω διαγραφής του από την ανωτέρω Σχολή καθόσον δεν περάτωσε τις σπουδές του, παρόλο που συμπλήρωσε δύο έτη φοίτησης επιπλέον των προβλεπόμενων από τον οικείο οργανισμό ετών φοίτησης. Κατά της καταλογιστικής αυτής απόφασης ο ανωτέρω πρώην σπουδαστής άσκησε ενώπιον του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου την από 3.6.2002 έφεση, με την οποία ζητεί την ακύρωση αυτής και την άρση του γενόμενου σε βάρος του καταλογισμού. Στην έφεση αυτή εκδόθηκε η 2290/2005 απόφαση του V Τμήματος, με την οποία, κατ’ επίκληση του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος, παραπέμφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των εφαρμοστέων στην υπό κρίση υπόθεση διατάξεων του άρθρου 8 παρ.1 του ν. 1911/1990, με το σκεπτικό ότι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις αυτές ρύθμιση που αφορά στον κατ’ αποκοπή υπολογισμό του ύψους της οικονομικής έναντι του Δημοσίου υποχρέωσης του διαγραφέντα σπουδαστή, ο οποίος, όπως δέχθηκε το παραπέμπον Τμήμα, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία περί αυτού, φέρει την ιδιότητα του υπολόγου του άρθρου 98 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, μεταθέτει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης του Δημοσίου στον διαγραφέντα σπουδαστή και επομένως θέτει την κατηγορία αυτή των υπολόγων σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους λοιπούς υπολόγους, οι οποίοι δεν βαρύνονται με την απόδειξη του ύψους της σχετικής απαίτησης του Δημοσίου έναντι αυτών, και προσκρούει στην συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος). Στην ένδικη αυτή υπόθεση εκδόθηκε η 438/2007 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία διατάχθηκε η κοινοποίηση κυρωμένου αντιγράφου της ανωτέρω 2290/2005 παραπεμπτικής απόφασης του V Τμήματος καθώς και της ως άνω αναβλητικής απόφασης στον Υπουργό Δικαιοσύνης για την τυχόν άσκηση από αυτόν παρέμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2479/1997, διάταξη που ήδη εκτελέστηκε.
3. Το άρθρο 8 του ν. 1911/1990 «Εισαγωγή γυναικών στις ανώτατες στρατιωτικές σχολές, ρύθμιση στρατολογικών θεμάτων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 166) ορίζει στην παράγραφο 1 ότι: «Σπουδαστές και σπουδάστριες … της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων … όταν αποβάλουν την ιδιότητά τους αυτή για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από λόγους υγείας, …. υποχρεούνται να καταβάλουν στο δημόσιο αποζημίωση, που είναι ίση με το γινόμενο του 65% του συνόλου των καθαρών μηνιαίων αποδοχών ανθυπολοχαγού και αντιστοίχων επί τον αριθμό των μηνών που έχουν φοιτήσει στη σχολή» και στην παράγραφο 5 ότι: «Όσοι από τους προαναφερόμενους αποχωρούν κατά την διάρκεια του πρώτου έτους σπουδών δεν έχουν υποχρέωση καταβολής της κατά τις προηγούμενες παραγράφους αποζημιώσεως …».
Με τις διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα του άρθρου 6 παρ. 1 της από 4.11.1950 σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου κ.λ.π. που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), θεσπίζεται, κατά την κρατήσασα άποψη, πλην άλλων, η καταβολή στο Δημόσιο από τους σπουδαστές της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ.) που αποχωρούν μετά το πρώτο έτος σπουδών, καταβολή χρηματικού ποσού, στην οποία ενυπάρχει ο αποκαταστατικός χαρακτήρας των εν γένει δαπανών (εκπαίδευσης, διατροφής, ιματισμού κ.λ.π.), στις οποίες υποβλήθηκε τούτο κατά την διάρκεια της φοίτησής τους (απ. Ολ.Ελ.Συν. 162/2006) και η οποία, λόγω του ανέφικτου του επακριβούς προσδιορισμού της για κάθε αποχωρούντα σπουδαστή, καθορίζεται με αντικειμενικό τρόπο, δηλαδή κατά μαχητό τεκμήριο, του οποίου η βάση και το συμπέρασμα συνάδουν με τα διδάγματα της κοινής πείρας, και ισούται με ένα κατ’ αποκοπή χρηματικό ποσό. Η ως άνω υποχρέωση των αποχωρούντων σπουδαστών, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι τους προσδίδει την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου με την έννοια ότι οφείλουν να επιστρέψουν στο Δημόσιο μέρος όσων έλαβαν από αυτό κατά την διάρκεια της φοίτησής τους είτε με τη μορφή χρηματικών παροχών είτε με τη μορφή παροχών σε είδος ή σε υπηρεσίες, σε καμιά, όμως, περίπτωση δεν τους καθιστά δημοσίους υπολόγους κατά την έννοια του άρθρου 98 παρ. 1 περ. γ΄ του Συντάγματος. Και τούτο γιατί η έννοια των τελευταίων, κατά το Σύνταγμα, εκλαμβάνεται, όπως αυτή προσδιοριζόταν από τον κοινό νομοθέτη, τον οποίο είχε υπόψη του ο συνταγματικός νομοθέτης κατά τον χρόνο θέσπισης του Συντάγματος (1975), δηλαδή με την έννοια του άρθρου 72 παρ. 1 του τότε ισχύοντος ν.δ. 321/1969 που είναι ταυτόσημη με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» – Α΄ 247 (απ. Ολ.Ελ.Συν. 1314/1998, 1039/1995), δηλαδή «δημόσιος υπόλογος είναι όποιος διαχειρίζεται, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, χρήματα, αξίες ή υλικό που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και οποιοσδήποτε άλλος θεωρείται από το νόμο δημόσιος υπόλογος». Κατά συνέπεια, βασικά προσδιοριστικά στοιχεία της έννοιας του δημοσίου υπολόγου κατά το άρθρο 98 παρ. 1 περ. γ΄ του Συντάγματος, εκτός των περιπτώσεων που ο νόμος απονέμει την ιδιότητα αυτή σε συγκεκριμένους λειτουργούς, είναι η διαχείριση χρημάτων, αξιών ή υλικού του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ., μετρήσιμων ή δυνάμενων να αποτιμηθούν σε χρήμα, για λογαριασμό των φορέων αυτών και η, συνυφασμένη με την διαχείριση αυτή, υποχρέωση απόδοσης λογαριασμού, η οποία περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 56 παρ. 1 και 2 του ν. 2362/1995, και την υποχρέωση αναπλήρωσης του τυχόν αρμοδίως διαπιστωθέντος ελλείμματος, η απόδειξη της ύπαρξης και του ύψους του οποίου βαρύνει το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ.. Κατ’ ακολουθία αυτών η κατηγορία των δημοσίων υπολόγων – αποχωρούντων σπουδαστών από την Σ.Σ.Α.Σ., είναι ειδική κατηγορία δημοσίων υπολόγων ουσιωδώς διάφορη, ως εκ της φύσεως των καθηκόντων και των υποχρεώσεών της που αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, από την κατηγορία των δημοσίων υπολόγων του άρθρου 98 παρ. 1 περ. γ΄ του Συντάγματος, και συνεπώς δεν υφίσταται δυσμενέστερη μεταχείριση σε βάρος της πρώτης από τις προαναφερόμενες δύο κατηγορίες δημοσίων υπολόγων κατά τον καθορισμό του οφειλόμενου προς απόδοση – επιστροφή χρηματικού ποσού με την μετακύλιση του βάρους απόδειξης της ύπαρξης και του ύψους αυτού από το Δημόσιο στο υπόχρεω δημόσιο υπόλογο και παραβίαση της τιθέμενης με το άρθρο 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος αρχής της ισότητας, που δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη κατά την άσκηση της κανονιστικής του αρμοδιότητας να θεσπίσει αδικαιολόγητες διακρίσεις σε ουσιωδώς όμοιες κατηγορίες περιπτώσεων. Άλλωστε, και σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή και εάν γίνει δεκτό ότι η έννοια των δημοσίων υπολόγων του άρθρου 98 παρ. 1 περ. γ΄ του Συντάγματος δεν είναι η ανωτέρω εκτεθείσα, αλλά είναι ευρύτερη και αναφέρεται σε όσους καθίστανται υπόχρεοι για απόδοση λογαριασμού στο Δημόσιο από δημόσιο χρήμα που έλαβαν και συνεπώς συμπεριλαμβάνει τους προαναφερόμενους αποχωρούντες σπουδαστές της Σ.Σ.Α.Σ. και σ’ αυτή την περίπτωση δεν υφίσταται κατ’ άρθρο 4 του Συντάγματος αδικαιολόγητη διάκριση ουσιωδώς όμοιων κατηγοριών δημοσίων υπολόγων, αφού πρόκειται για δύο όλως διάφορες και διακριτές μεταξύ τους κατηγορίες υπολόγων, τους δημοσίους υπολόγους που ενεργούν διαχείριση για λογαριασμό του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. μετρήσιμων ή δυνάμενων να αποτιμηθούν σε χρήμα υλικών και υπέχουν σε κάθε περίπτωση υποχρέωση προς απόδοση λογαριασμού και τους ειδικούς δημοσίους υπολόγους – αποχωρούντες σπουδαστές της Σ.Σ.Α.Σ. που δεν ασκούν ειδική διαχείριση για λογαριασμό του Δημοσίου λαμβάνοντας από το Δημόσιο κατά την διάρκεια της φοίτησής τους χρηματικές ή άλλους είδους αναγκαίες παροχές, συχνά μη μετρήσιμες, και οφείλουν να επιστρέψουν σ’ αυτό μέρος των ληφθεισών παροχών, υπολογιζόμενο σε κατ’ αποκοπή, χρηματικό ποσό μόνο σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεών τους.
3. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, επιλύοντας το παραπεμφθέν σ’ αυτή ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 1911/1990, αποφαίνεται κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη, ότι οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι ισχυρές και εφαρμοστέες. Μειοψήφισε η Σύμβουλος Χρυσούλα Καραμαδούκη, η οποία διατύπωσε την ακόλουθη άποψη : Για την κατά το άρθρο 98 παρ. 1 περ. στ΄ του Συντάγματος θεμελίωση της δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί διαφορών που ανακύπτουν από καταλογισμούς υπέρ του Δημοσίου απαιτείται το υπόχρεο πρόσωπο να φέρει την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου, βασικό προσδιοριστικό στοιχείο της οποίας είναι η υποχρέωση προς απόδοση (επιστροφή) του ληφθέντος. Με την έννοια αυτή υπόλογος είναι και ο σπουδαστής παραγωγικής σχολής αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων που, αποβάλλοντας την ιδιότητά του αυτή, υποχρεούται κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1911/1990 να «αποζημιώσει» το Δημόσιο για τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε αυτό για την εκπαίδευση, διατροφή, ένδυση και τις λοιπές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στον σπουδαστή κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στη Σχολή. Η θέσπιση όμως με την προαναφερόμενη διάταξη μαχητού υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου για το ύψος της οικονομικής απαίτησης αυτού σε βάρος του διαγραφέντος σπουδαστή, το οποίο (ύψος) ορίζεται σε ένα κατ’ αποκοπή ποσό ανάλογο με τον αριθμό μηνών φοίτησης στη Σχολή, μεταθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης και του ύψους της απαίτησης του Δημοσίου σ’ αυτόν τον ίδιο τον υπόλογο (σπουδαστή), θέτοντας έτσι αυτόν κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε αδικαιολογήτως δυσμενέστερη (άνιση) θέση έναντι όλων των άλλων κατηγοριών δημοσίων υπολόγων, ανεξάρτητα αν η γενεσιουργός αιτία της υποχρέωσης αυτών προς απόδοση (επιστροφή) είναι η διαχείριση δημοσίου χρήματος ή υλικού ή οποιοδήποτε άλλο ειδικώς προβλεπόμενο από διάταξη νόμου γεγονός, αφού σε όλες τις άλλες περιπτώσεις καταλογισμού υπολόγων και αναζήτησης χρηματικών ποσών από το Δημόσιο το τελευταίο αυτό υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη και το ύψος της έναντι αυτών απαίτησής του, οι δε υπόλογοι δικαιούνται απλώς σε ανταπόδειξη. Με την έννοια αυτή η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1911/1990, κατά το μέρος που ο προβλεπόμενος με αυτή κατ’ αποκοπή τρόπος υπολογισμού του ύψους της έναντι του Δημοσίου οικονομικής υποχρέωσης του διαγραφέντος σπουδαστή (υπολόγου) μεταθέτει το βάρος της απόδειξης του ύψους της απαίτησης του Δημοσίου στον ίδιο τον υπόλογο, αντίκειται στην αρχή της ισότητας και είναι κατά τούτο ανίσχυρη. Πλην όμως η γνώμη αυτή δεν κράτησε.
4. Ακολούθως το Δικαστήριο κρίνει ότι η κρινόμενη υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο V Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου προκειμένου να ερευνηθεί η έφεση κατά το πραγματικό μέρος αυτής.
Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Αποφαίνεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 1911/1990 δεν αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και
Αναπέμπει την κρινόμενη υπόθεση στο V Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου για να ερευνηθεί κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ – ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ¦ ΣΩΤΗΡΙΑ ΝΤΟΥΝΗ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ – ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ
