ΕΣ 489/2016, Ολομ., ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ, ΑΝΑΙΤΙΟΛΟΓΗΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΑΝΥΕ, ΠΑΘΗΜΑ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ, ΔΕΚΤΗ Η ΑΝΑΙΡΕΣΗ

ΕΣ Ολομ

489/2016 ΣΕ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2015, με την εξής σύνθεση : Νικόλαος Αγγελάρας, Πρόεδρος, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Αντιπρόεδρος, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου, Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Θεολογία Γναρδέλλη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Βασιλική Σοφιανού και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι.Επίσης μετείχαν οι Σύμβουλοι Βιργινία Σκεύη, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δημήτριος Τσακανίκας και Βασιλική Προβίδη ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας ηΕλένη Αυγουστόγλου.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας : Μιχαήλ Ζυμής.

Για  να δικάσει την από 21 Ιανουαρίου 2013  (αριθμ. κατάθ. 25/1.2.2013) αίτηση, για αναίρεση της 202/2012 οριστικής απόφασης του IIΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Παναγιώτη Βερεσέ του Ιωάννη, κατοίκου Δ.Δ. Κορώνης Μεσσηνίας, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Μυλωνά (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 25070),

κ α τ ά   του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.           

Με την 2851/2005 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (Ε.Ε.Π.Κ.Σ.) απορρίφθηκε ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 12351/2004 πράξης του Διευθυντή της 44ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., απορριπτικής αίτησής του για κανονισμό σε αυτόν στρατιωτικής σύνταξης κατά τις διατάξεις περί παθόντων εξαιτίας της υπηρεσίας (άρθρο 26 παρ. 1 περ. ε΄ π.δ/τος 166/2000 και ήδη 169/2007).

Έφεση του ανωτέρω κατά της ως άνω απόφασης της Ε.Ε.Π.Κ.Σ. απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (που εκδόθηκε μετά τις 3298/2009 και 29/2011 προδικαστικές αποφάσεις του ΙΙΙ Τμήματος)

Με την κρινόμενη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, η οποία εζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο  Ελληνικό Δημόσιο, που εζήτησε να απορριφθεί η αίτηση και

Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση.

 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Πρόεδρο Νικόλαο Αγγελάρα που αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, πλην όμως εγκύρως λαμβάνεται η απόφαση του Δικαστηρίου κατά την παρούσα διάσκεψη κατά την ομόφωνη γνώμη των Δικαστών χωρίς την παρουσία του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 παρ. 2 του ν. 4129/2013 και 78 παρ. 2 του π.δ. 1225/1981. Ο Σύμβουλοι Βασιλική Σοφιανού και Αγγελική Πανουτσακοπούλου (αναπληρωματικό μέλος) απουσίασαν λόγω κωλύματος. Για τη νόμιμη συγκρότηση της Ελάσσονος Ολομέλειας, στη διάσκεψη μετείχαν επίσης οι Σύμβουλοι Βιργινία Σκεύη, Αγγελική Μαυρουδή (ήδη Αντιπρόεδρος) και Δημήτριος Τσακανίκας (αναπληρωματικά μέλη).

Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Δέσποινας Καββαδία – Κωνσταντάρα  και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα :

Ι.  Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 202/2012 οριστικής απόφασης  του ΙΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το 3539994 ειδικό έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου, σειράς Α΄), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα. Επομένως, είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.

ΙΙ.  Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1 περίπτωση ε΄, 45 παρ. 1 και 3  και 51 παρ. 7 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 1041/1979 και ήδη 166/2000, ΦΕΚ Α΄ 153), συνάγεται ότι για να δικαιωθεί σύνταξης ο μόνιμος ή μη στρατιωτικός, ο οποίος κατέστη σωματικά ή διανοητικά ανίκανος κατά ποσοστό τουλάχιστον 25% λόγω τραύματος ή νοσήματος, προερχόμενου εξαιτίας της στρατιωτικής του υπηρεσίας, απαιτείται να υπάρχει μεταξύ της υπηρεσίας και του παθήματος αιτιώδης σύνδεσμος, ήτοι σχέση πρόσφορης αιτίας και αποτελέσματος κατά τρόπο μάλιστα πρόδηλο και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης δικαιώματος σύνταξης κατά τις ανωτέρω περί παθόντων εξαιτίας της υπηρεσίας διατάξεις, η γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής σχετικά με το είδος και τις συνέπειες του παθήματος ή της νόσου καθώς και σχετικά με το αν τούτο προήλθε προδήλως και αναμφισβητήτως εξαιτίας της υπηρεσίας του στρατιωτικού, είναι υποχρεωτική για τα όργανα που αποφασίζουν ή δικαιοδοτούν, εφ’ όσον είναι ομόφωνη και πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. Ελέγχεται δε από το Δικαστήριο ως τεχνική ιατρική κρίση, μόνο για την πληρότητα και επάρκεια της αιτιολογίας της. Θεωρείται, εξάλλου, πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη η γνωμάτευση της ανωτέρω Επιτροπής όταν αναφέρονται σ’ αυτή τα στοιχεία που έλαβε υπ’ όψιν η Επιτροπή, τα περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από αυτά, η διαπιστούμενη πάθηση και η σχέση αυτής, με βάση τα επιστημονικά δεδομένα που χρησιμοποίησε, προς την υπηρεσία του παθόντος στρατιωτικού, παρατίθενται δε οι σκέψεις, οι οποίες σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης δικαιολογούν την κρίση της Επιτροπής, χωρίς να απαιτείται αναλυτικότερη έκθεση των επιστημονικών επιχειρημάτων, τα οποία συνηγορούν υπέρ της θετικής ή αρνητικής γνωμάτευσής της (Ε.Σ. Ολ. 567/1987, 1042/1995, 1296/2001, 109/2002, 64/2003, 1964/2005, 224/2008). Επιπλέον, η γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής πρέπει να περιγράφει και την τυχόν προϋπάρχουσα της κατάταξης στις Ένοπλες Δυνάμεις ψυχιατρική ή παθολογική εκ γενετής κατάσταση, που οπωσδήποτε θα είχε ως τελική συνέπεια την εκδήλωση της νόσου και στην περίπτωση ακόμη που δεν συνέτρεχαν οι επικαλούμενες από τον παθόντα συνθήκες εκτέλεσης της υπηρεσίας, ακόμη δε να εκθέτει σε ποία αιτία (πλην της υπηρεσίας) οφείλεται η διαπιστωθείσα νόσος, χωρίς να αρκεί μόνη η παράθεση στην γνωμάτευση της φράσης “δεν προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας», λόγω της ενδογενούς φύσης της (Ολ. Ε.Σ. 131/2000). Περαιτέρω, η απαίτηση για πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναδεικνύεται εντονότερη όταν από τον συνταξιοδοτικό ή τον εν γένει ιατρικό φάκελο του νοσούντος προκύπτουν στοιχεία που ευθέως ή εμμέσως συνδέουν τη νόσο με την υπηρεσία.

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το ΙΙΙ Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: Ο ήδη αναιρεσείων, ο οποίος κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό (Π.Ν.) στις 16.7.1997 και κρίθηκε ικανός κατηγορίας Ι1, τοποθετήθηκε για να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία στη Φ/Γ ΥΔΡΑ. Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στο εν λόγω σκάφος παρουσίασε συμπτώματα έντονης υπνηλίας και αδυναμίας και για τον λόγο αυτό παραπέμφθηκε στο Ναυτικό Νοσοκομείο Σαλαμίνας στις 9.12.1997, όπου διαγνώσθηκε ότι παρουσίαζε «νευρωσικές εκδηλώσεις» και παραπέμφθηκε για περαιτέρω έλεγχο, στις 18.12.1997, στο Νευρολογικό Τμήμα του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών (Ν.Ν.Α.), από το οποίο και εξήλθε στις 24.12.1997, αφού διαγνώσθηκε ότι αντιμετώπιζε «επεισόδια απώλειας συνειδήσεως, αγχώδεις εκδηλώσεις». Στην συνέχεια, έλαβε αναρρωτική άδεια δεκαπέντε ημερών, μετά την λήξη της οποίας στις 9.1.1998 επανήλθε στο Ν.Ν.Α. και αφού διαγνώσθηκε ότι έπασχε από «επεισόδια απώλειας συνείδησης, νευρωσικές διαταραχές» παραπέμφθηκε στην Α.Ν.Υ.Ε., όπου και επανακρίθηκε στις 14.1.1998 ως ικανός κατηγορίας Ι4. Τέλος τοποθετήθηκε σε υπηρεσία ξηράς του Π.Ν. και μετά από επανειλημμένες εισαγωγές του στο Ν.Ν.Α. (βλ. τα υπ’ αριθμ. 1419/20.2.1998, 5988/26.7.1998, 6551/18.8.1998 φύλλα νοσηλείας του Ν.Α.Α.) και την χορήγηση αναρρωτικών αδειών απολύθηκε από το Κλιμάκιο Αμφιάλης ως ναύτης θαλαμηπόλος, στις 16.4.1999.

Εξάλλου, με την 77/2001 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 324/2001 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ο Κελευστής ΕΠΥ (ΜΗΧ/Ο) Αθανάσιος Λεμπέσης, που υπηρέτησε και αυτός στην Φ/Γ ΥΔΡΑ, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, καθόσον κηρύχθηκε ένοχος «παράνομης βίας κατ’ εξακολούθηση και βιαιοπραγίας κατά κατωτέρου (ενν. του ήδη αναιρεσείοντος) κατά συρροή (πράξεις δύο), πράξεις τις οποίες ετέλεσε σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία κείμενη πάντως εντός του μηνός Σεπτεμβρίου 1997 έως μηνός Δεκεμβρίου 1997 χρονικού διαστήματος». Ειδικότερα, κρίθηκε ένοχος διότι: α) Με περισσότερες από μία πράξη που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξανάγκασε άλλον σε πράξη, χρησιμοποιώντας σωματική βία, για την οποία ο παθών δεν είχε υποχρέωση, δηλαδή την ανωτέρω ημερομηνία: 1) στον χώρο του ελικοδρομίου, καλώντας τον ναύτη Βερεσέ Παναγιώτη του Ιωάννη να παρευρεθεί εκεί, έκανε σε αυτόν επίδειξη καράτε και κτυπώντας τον, τον εξανάγκασε σε ατομικές δοκιμασίες (τάσεις-κάμψεις, ασκήσεις πεζικού), χωρίς ο εν λόγω ναύτης να έχει υποχρέωση να υποστεί αυτές και 2) Σε διάφορα μέρη του πλοίου, καλούσε τον ανωτέρω ναύτη να παρουσιαστεί ενώπιόν του και με την απειλή επίδειξης καράτε σε βάρος του υποχρέωνε αυτόν να υποβληθεί σε ατομικές δοκιμασίες, όταν δε ο ναύτης αρνήθηκε να υποβληθεί σε αυτές, αφού δεν είχε υποχρέωση προς τούτο, τον εξανάγκασε να υποβληθεί σε αυτές τις δοκιμασίες κτυπώντας τον με κλωτσιές και με τα χέρια του. β) Βιαιοπράγησε κατά κατωτέρου του, δηλαδή την ανωτέρω ημερομηνία, στο χώρο των πινακοπλυντηρίων του ως άνω πλοίου, προφασιζόμενος επίδειξη καράτε, εκτύπησε με κλωτσιά στην κοιλιακή χώρα τον κατά βαθμό κατώτερό του ναύτη Βερεσέ Παναγιώτη του Ιωάννη.                           γ) Βιαιοπράγησε κατά κατωτέρου του, δηλαδή την ανωτέρω ημερομηνία, στο χώρο MCR του ως άνω πλοίου, κατάφερε κτυπήματα με κλωτσιές στην κοιλιακή χώρα και με τα χέρια του στο πρόσωπο του κατά βαθμό κατωτέρου του ως άνω ναύτη. Στην συνέχεια, με την από 21.11.2002 αίτησή του προς το Γ.Λ.Κ., ο ήδη αναιρεσείων εζήτησε να κινηθεί η διαδικασία συνταξιοδότησής του κατά τις περί παθόντων εξαιτίας της υπηρεσίας διατάξεις, ισχυριζόμενος ότι πάσχει από κρίσεις επιληπτικές μετά από κακοποίηση από ανώτερό του κατά την διάρκεια της θητείας του στο Πολεμικό Ναυτικό. Διενεργήθηκε συνταξιοδοτική ανάκριση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 51 του π.δ. 166/2000, από τον Υπολοχαγό (ΔΓ) Αντώνιο Κασωτάκη, ο οποίος στο από 25.2.2003 πόρισμά του κατέληξε ότι «η πάθηση του αιτούντος, το είδος της οποίας θα διευκρινισθεί με γνωμάτευση αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής μαζί με το ποσοστό αναπηρίας που καταλείπεται στον αιτούντα, … προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του στο Π.Ν. και κατά συνέπεια θα πρέπει, εφόσον το ίδιο κρίνει και η ΑΝΥΕ, να αποδοθεί σε αυτόν σύνταξη αναπηρίας από την Υπηρεσία …». Ακολούθως, ο φάκελος της υπόθεσης διαβιβάστηκε στην Τριμελή Υγειονομική  Επιτροπή  του Ν.Ν.Α. και ακολούθως στην Ανωτάτη Ναυτικού Υγειονομική Επιτροπή (Α.Ν.Υ.Ε.), η οποία με την 3920/11.7.2003 Γνωμάτευσή της, όπως συμπληρώθηκε με την 6868/16.12.2003 όμοια, διαπίστωσε, μετά από μελέτη του «ιατρικού φακέλου» και μετά από αυτοπρόσωπη εξέταση αυτού, ότι ο ανωτέρω πάσχει από «χρόνιες νευρωσικές διαταραχές με παροδικά επεισόδια αποσυνδετικού τύπου και καταναγκαστικούς χαρακτήρες». Περαιτέρω, αποφάνθηκε ότι «η κλινική αυτή οντότης αποτελεί το πάθημα ένεκα του οποίου εκρίθη, με την 84/16.4.1999 απόφαση της ΑΝΥΕ, ως ικανός 4ης κατηγορίας (Ι4) και τοποθετήθηκε σε Υπηρεσία Ξηράς και κατόπιν ολοκλήρωσε επιτυχώς την θητεία του. Σημειωτέον ότι κατετάγη στο Π.Ν. ως Ι1 και υπηρέτησε το πρώτο τρίμηνο στη Φ/Γ ΥΔΡΑ. Παρ’ ότι προσομοιάζει κατά την εκδήλωσή του, το πάθημά του δεν συνιστά καθ’ οιονδήποτε τρόπο μορφή μετατραυματικής επιληψίας. Αυτό καθίσταται προφανές και από τα αποτελέσματα του οργανικού ελέγχου, ο οποίος απέβη αρνητικός για παθολογικά ευρήματα. Το πάθημά του εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Π.Ν., είναι δε γνωστό ότι η πάθησή του αυτή συνδέεται με συγκεκριμένη ψυχοπαθολογική προδιάθεση. Οι ψυχοπιεστικές συνθήκες, στις οποίες εξετέθη ο ανωτέρω στη διάρκεια της θητείας του, δύναται να επιβαρύνουν την ήδη υπάρχουσα κλινική εικόνα. Το ποσοστό αναπηρίας που του προκάλεσε αυτή η πάθηση κατά τον χρόνο της απομάκρυνσής του και εντός εξαμήνου από αυτόν ανέρχεται σε 55%». Η ίδια Επιτροπή επελήφθη εκ νέου της εξέτασης του αναιρεσείοντος, ύστερα από το αριθμ. πρωτ. 4196/04/27.1.2004 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, και με την 2499/4.5.2004 Γνωμάτευσή της, αποφάνθηκε ότι το ως άνω πάθημα του ήδη αναιρεσείοντος αποτελεί «ψυχική νόσο η οποία συνδέεται με συγκεκριμένη ψυχοπαθολογική προδιάθεση. Ψυχοπιεστικές συνθήκες μπορούν να προκαλέσουν ως εκλυτικό αίτιο την εκδήλωση της κατάστασης αυτής ή να επιβαρύνουν την πορεία της στο χρόνο. Η κατάσταση αυτή όμως είναι ενδογενούς αιτιολογίας και δεν προέκυψε ένεκα της υπηρεσίας. Όπως προκύπτει από το ιστορικό του ασθενούς, ο εν λόγω πρώην Ναύτης παρουσιάστηκε στο Π.Ν. στις 16.7.1997 και εκρίθη ικανός κατηγορίας Ι4 ένεκα της πάθησής του στις 9.1.98, εντός έτους δηλαδή από την έναρξη της θητείας του. Το ποσοστό αναπηρίας που προκύπτει ένεκα της κατάστασής αυτής ανέρχεται σε 70%».  Βάσει της τελευταίας αυτής Γνωμάτευσης, ο αρμόδιος Διευθυντής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με την 12351/2004 πράξη του απέρριψε το αίτημα του ανωτέρω για συνταξιοδότησή του για τον λόγο ότι η πάθησή του δεν οφείλεται προδήλως και αναμφισβητήτως στην στρατιωτική του υπηρεσία. Ένσταση αυτού κατά της εν λόγω πράξης απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την 2851/2005 απόφαση της Ε.Ε.Π.Κ.Σ.. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε από τον ανωτέρω έφεση, επί της οποίας, και κατόπιν δύο προδικαστικών αποφάσεων, ήτοι των 3898/2009 και 29/2011 του ΙΙΙ Τμήματος, με τις οποίες αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου η αρμόδια Α.Ν.Υ.Ε. να εκδώσει επαρκώς αιτιολογημένη Γνωμάτευση σχετικώς με την πάθηση του αναιρεσείοντος και την γενεσιουργό αιτία αυτής, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 202/2012 απόφαση του ως άνω Τμήματος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την 3898/2009 προδικαστική  απόφαση κρίθηκε ότι τόσον η 2944/2004 Γνωμάτευση όσον και οι προαναφερόμενες 3920 και 6868/2003 όμοιες «έχουν αντιφάσεις, αοριστίες και ασάφειες και στερούνται … της απαιτούμενης ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας, ενώ αναπέμφθηκε εκ νέου η υπόθεση στην Α.Ν.Υ.Ε., προκειμένου αυτή να αποφανθεί, αφού λάβει υπ’ όψιν της όλα τα στοιχεία του φακέλου (του ήδη αναιρεσείοντος) και ιδίως όλα τα φύλλα νοσηλείας του κατά την διάρκεια της θητείας του, όλα τα ευρήματα των εργαστηριακών εξετάσεων και ιατρικών γνωματεύσεων σε συνδυασμό με τα πιστοποιητικά άλλων νοσοκομείων, το συνταχθέν πόρισμα της συνταξιοδοτικής προανάκρισης καθώς και την 77/2001 απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Αθηνών (προδήλως εκ παραδρομής αναφέρεται το Στρατοδικείο Αθηνών, αφού πρόκειται για το Ναυτοδικείο Πειραιώς), με νέα σαφή, πλήρη και αιτιολογημένη γνωμάτευσή της σχετικά με την πάθηση του ανωτέρω και την γενεσιουργό αιτία αυτής και ειδικότερα για το αν στην εκδήλωση της νόσου συνέβαλαν αποφασιστικά ή μή οι (προαναφερθείσες) συνθήκες της υπηρεσιακής του απασχόλησης». Στην συνέχεια το ΙΙΙ Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπ’ όψιν του την, εν τέλει, εκδοθείσα 1525/6.4.2011 Γνωμάτευση της Α.Ν.Υ.Ε., σύμφωνα με την οποία «1. Ο τέως Ναύτης παρουσίαζε «Χρόνιες νευρωσικές διαταραχές με παροδικά επεισόδια αποσυνδετικού τύπου και καταναγκαστικούς χαρακτήρες» κατά τη θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό. 2. Η πάθηση αυτή αποτελεί ψυχική νόσο η οποία συνδέεται με συγκεκριμένη ψυχοπαθολογική προδιάθεση. Ψυχοπιεστικές συνθήκες μπορούν να αποτελέσουν εκλυτικό αίτιο στην εκδήλωση της κατάστασης αυτής ή να επιβαρύνουν την πορεία της στο χρόνο. Σε συνέχεια των ανωτέρω, η πάθηση δεν οφείλεται πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της στρατιωτικής υπηρεσίας του ως άνω τέως Ναύτη.              3. Περαιτέρω και αναφορικά με την πιθανότητα να έπασχε αυτός από «Επιληπτικές κρίσεις μετατραυματικού χαρακτήρα», δεν προκύπτουν κλινικά ευρήματα, ούτε παθολογικά ευρήματα  από τον διενεργηθέντα παρακλινικό έλεγχο (επανειλημμένα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα, CT εγκεφάλου, MRI εγκεφάλου κ.ά.). 4. Η αναφερόμενη ανίχνευση της ουσίας του φαρμακευτικού σκευάσματος Depakine στον οργανισμό του τέως Ναύτη μετά την απόλυσή του δεν τεκμηριώνει από μόνη της διάγνωση «Επιληπτικών κρίσεων μετατραυματικού τύπου».». Βάσει αυτής της Γνωμάτευσης, το Τμήμα έκρινε ότι «δεν θεμελιώνεται υπέρ του εκκαλούντος συνταξιοδοτικό δικαίωμα κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 ε΄ και 4 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, καθόσον η πάθησή του δεν προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξ αιτίας της στρατιωτικής του υπηρεσίας, σύμφωνα με την ανέλεγκτη επιστημονική κρίση της Α.Ν.Υ.Ε., η γνωμάτευση της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, ως ομόφωνη και επαρκώς αιτιολογημένη, δεδομένου ότι η ανωτέρω Επιτροπή αναφερόμενη στην κρίσιμη για τον κανονισμό σύνταξης ύπαρξη ή μη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου της νόσου με τους όρους και τις συνθήκες της εκτελούμενης από τον εκκαλούντα στρατιωτικής υπηρεσίας, αποφάνθηκε με σαφήνεια ότι η εν λόγω πάθηση συνδέεται με συγκεκριμένη ψυχοπαθολογική προδιάθεση και δεν έχει ως αιτία της εξωτερικούς παράγοντες, όπως οι ψυχοπιεστικές συνθήκες της εκτελούμενης από αυτόν υπηρεσίας στο πολεμικό ναυτικό, οι οποίες μπορούν να δράσουν μόνο ως εκλυτικό αίτιο στην εκδήλωση της νόσου αυτής ή να επιβαρύνουν την μετέπειτα πορεία της στο χρόνο». Απέρριψε δε το αίτημα του αναιρεσείοντος για ακύρωση της 2851/2005 απόφασης της Ε.Ε.Π.Κ.Σ., ώστε να χορηγηθεί σε αυτόν σύνταξη ως παθόντος στην υπηρεσία.

ΙV. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ότι κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, με την ειδικότερη αιτίαση της πλημμελούς αιτιολογίας, το Τμήμα απέρριψε την έφεσή του επί τη βάσει αντιφατικών, ασαφών, αορίστων και αναιτιολογήτων Γνωματεύσεων της Α.Ν.Υ.Ε., ιδίως ως προς την γενεσιουργό αιτία της πάθησής του και την σχέση της με τις συνθήκες θητείας του, αγόμενο στην κρίση ότι η πάθησή του, εξαιτίας της οποίας απολύθηκε από τις τάξεις του Ναυτικού, δεν προήλθε προδήλως και αναμφισβητήτως εξαιτίας της στρατιωτικής του υπηρεσίας. Τούτο δε καθόσον από την συγκριτική επισκόπηση της 1525/6.4.2011 γνωμάτευσης της Α.Ν.Υ.Ε. με τις προηγούμενες 3920/11.7.2003, 6868/16.12.2003 και 2499/4.5.2004 ιατρικές γνωματεύσεις, οι οποίες κρίθηκαν με την 3898/2009 προδικαστική απόφασή του ότι στερούνται της απαιτούμενης ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας, προκύπτει ότι η χρονικά τελευταία Γνωμάτευση, επί της οποίας ερείδεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ουδόλως διαφοροποιείται από τις προηγούμενες καθώς δεν αποσαφηνίζεται η γενεσιουργός αιτία της πάθησής του, ούτε αιτιολογείται πώς η πάθηση αυτή αποσυνδέεται από τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης συνθήκες υπηρέτησής του στο Πολεμικό Ναυτικό. Ωσαύτως δε λαμβάνεται υπ’ όψιν το γεγονός ότι από τα στοιχεία του ιατρικού του ιστορικού δεν προκύπτει ότι είχε παρουσιάσει τέτοια θέματα υγείας πριν από την κατάταξή του στο Πολεμικό Ναυτικό, αφού κατά την κατάταξή του είχε κριθεί ικανός Ι1 ούτε το ότι η πάθησή του διαγνώσθηκε το πρώτον στις 9.12.1997,  ήτοι «αμέσως μετά, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα «καψόνια» (ψυχικά και σωματικά) και τους ξυλοδαρμούς, που υπέστη κατά τη θητεία του» με περαιτέρω αναφορά στην 77/2001 απόφαση του Πενταμελούς  Ναυτοδικείου Πειραιά.

V. Ο λόγος αυτός είναι, κατά την πλειοψηφήσασα στο Δικαστήριο άποψη, βάσιμος. Και τούτο διότι η 1525/6.4.2011 γνωμάτευση της Α.Ν.Υ.Ε., επί της οποίας ερείδεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ συνδέει την διαγνωσθείσα πάθηση του αναιρεσείοντος με συγκεκριμένη ψυχοπαθολογική προδιάθεση, δεν προσδιορίζει το είδος αυτής ούτε και το αν συνέτρεχε κατά λογική αναγκαιότητα στο πρόσωπό του. Επιπροσθέτως, γενικώς και αορίστως αναφέρει ότι ψυχοπιεστικές συνθήκες μπορούν να αποτελέσουν εκλυτικό αίτιο στην εκδήλωση της κατάστασης αυτής ή να επιβαρύνουν την πορεία της στον χρόνο, χωρίς να προσδιορίζεται το είδος των ψυχοπιεστικών συνθηκών ούτε το αν εμπίπτει σε αυτές και αν ελήφθη υπ’ όψιν και αξιολογήθηκε από την Α.Ν.Υ.Ε. η προαναφερθείσα αξιόποινη συμπεριφορά και καταδίκη του Κελευστή ΕΠΥ (ΜΗΧ/Ο) Αθανασίου Λεμπέση. Λαμβανομένου συναφώς υπ’ όψιν και του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων κατετάγη στο Ναυτικό στις 16.7.1997 ως ικανός Ι1 και τα πρώτα συμπτώματα της πάθησής του εκδηλώθηκαν στις 9.12.1997, ήτοι αμέσως μετά το κρίσιμο χρονικό διάστημα κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι εις βάρος του κατά τα ανωτέρω αναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, στοιχείο κρίσιμο ως προς το είδος και την βαρύτητά του, το οποίο δεν έχει αξιολογηθεί στην ανωτέρω γνωμάτευση της Α.Ν.Υ.Ε. (βλ. Ολ. Ε.Σ. 131/2000, 2076/2010), όπως δεν έχουν αξιολογηθεί ο ιατρικός φάκελος του αναιρεσείοντος και ο φάκελος της συνταξιοδοτικής προανάκρισης. Περαιτέρω, δεν παραθέτει τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης, σύμφωνα με τα οποία η φύση της νόσου του αναιρεσείοντος αποκλείει την πρόδηλη και αναμφισβήτητη σχέση της με την στρατιωτική υπηρεσία, ενόψει μάλιστα των ιδιαίτερων κατά τα ανωτέρω συνθηκών, που συνέτρεξαν κατά την διάρκεια της θητείας του, ούτε αναφέρει διαπιστωθείσα συγκεκριμένη ψυχιατρική ή παθολογική εκ γενετής κατάσταση αυτού,                     – υπενθυμίζεται ότι κατετάγη ως ικανός Ι1 -, η οποία, εφ’ όσον προϋπήρχε, θα είχε ως τελική συνέπεια την εκδήλωσή της, ακόμη και στην περίπτωση που δεν θα συνέτρεχαν οι συγκεκριμένες συνθήκες της στρατιωτικής του θητείας (βλ. Ολ. Ε.Σ. 131/2000). Και τέλος, η επίμαχη Γνωμάτευση δεν αναφέρει σε ποία αιτία οφείλεται, εν τέλει, η πάθηση του αναιρεσείοντος, που εκδηλώθηκε κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. Ενόψει τούτων, πράγματι, δεν διαφοροποιείται η εν λόγω Γνωμάτευση από τις προηγηθείσες, όπως βασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, οι οποίες κρίθηκαν αναιτιολόγητες με την 3898/2009 προδικαστική απόφαση και ως εκ τούτου η εν λόγω απόφαση, η οποία εξέθεσε λεπτομερώς τί απαιτείτο να περιλαμβάνει η Γνωμάτευση της Α.Ν.Υ.Ε., προκειμένου να είναι αιτιολογημένη, εκτελέστηκε πλημμελώς. Το γεγονός αυτό παρέβλεψε η αναιρεσιβαλλόμενη. Κατά την γνώμη όμως του Συμβούλου Γεωργίου Βοΐλη, που μειοψήφησε, η Α.Ν.Υ.Ε., σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, είναι υποχρεωμένη να αποφανθεί με βάση τα στοιχεία του φακέλου του αιτούντος σύνταξη ως παθών εν υπηρεσία και τα ιατρικά επιστημονικά δεδομένα, αν η εμφανισθείσα πάθησή του προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας χωρίς να υποχρεούται ταυτόχρονα να προσδιορίσει την αιτία αυτής καθόσον κάτι τέτοιο ούτε ο νόμος το απαιτεί και στις περισσότερες των περιπτώσεων και μάλιστα στις ψυχικές νόσους είναι αδύνατον να προσδιοριστεί η αιτία αυτής. Κατά συνέπεια στην κρινόμενη περίπτωση η Α.Ν.Υ.Ε., τόσο με την τελευταία γνωμάτευσή της, όπως άλλωστε και με τις προηγηθείσες όμοιες, κατέληξε αιτιολογημένα με βάση τα στοιχεία του φακέλου του αναιρεσείοντος και τα επιστημονικά δεδομένα, στο ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα ότι δηλαδή η πάθησή του δεν προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας με πλήρη αιτιολογία, χωρίς να υποχρεούται, πράγμα που είναι και ιατρικώς αδύνατον, να προσδιορίσει την αιτία της εμφάνισης της νόσου του αιτούντος και επομένως η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Η γνώμη όμως αυτή δεν κράτησε. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ’ όσον η αναιρεσιβαλλόμενη στηρίχθηκε σε αναιτιολόγητη Γνωμάτευση της Α.Ν.Υ.Ε., πάσχει και αυτή την ίδια πλημμέλεια, της έλλειψης δηλαδή αιτιολογίας, και για τον λόγο τούτο είναι αναιρετέα.

VΙ.  Μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα το κατατεθέν από αυτόν παράβολο και να αναπεμφθεί η υπόθεση στο δικάσαν Τμήμα, το οποίο, υπό διαφορετική σύνθεση, και μετά τη νέα παραπομπή στην Α.Ν.Υ.Ε., προκειμένου αυτή να αιτιολογήσει, κατά τα ανωτέρω, την κρίση της, σχετικά με τη γενεσιουργό αιτία της νόσου του αναιρεσείοντος και την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνδέσμου με τις συνθήκες  της στρατιωτικής του υπηρεσίας.

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση. 

Αναιρεί την 202/2012 απόφαση του ΙΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Αναπέμπει την υπόθεση στο ΙΙΙ Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκειμένου, δικάζον υπό διαφορετική σύνθεση, να αποφανθεί κατά τα ανωτέρω.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις  18 Νοεμβρίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ  ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ  ΚΑΒΒΑΔΙΑ – ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑ
   
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΛΕΝΗ  ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις  2 Μαρτίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ  ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ ΕΛΕΝΗ  ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ