506/2014 ΤΜΗΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ – ΕΠΤΑΜΕΛΟΥΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την ακόλουθη σύνθεση: Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Γεώργιος Βοΐλης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος (εισηγητής), Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου και Ελένη Λυκεσά, Σύμβουλοι.
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Διονύσιος Λασκαράτος.
Γραμματέας: Χρήστος Κουτσούκος, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κωλυομένης της Γραμματέως του Τμήματος Σοφίας Κουτσοβούλου.
Για να αποφανθεί επί της από 3.1.2014 (αριθμ. κατάθ. Ελ. Συν. 1/7.1.2014) αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου Α.Ε.», που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής (Λεωφ. Μεσογείων 357-359) και εκπροσωπείται νόμιμα, με την οποία ζητείται η αναθεώρηση της 5002/2013 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στην υπόθεση παρεμβαίνει, υπέρ της αιτούσας, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «J&PΑΒΑΞ Α.Ε.», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής (Λεωφ. Αμαρουσίου – Χαλανδρίου 16) και εκπροσωπείται νόμιμα.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε αίτηση της ως άνω πρώτης ανώνυμης εταιρείας για την ανάκληση της 389/2013 Πράξης του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου της 1ης συμπληρωματικής σύμβασης του έργου «Λεπτομερής Σχεδιασμός, Προμήθεια Υλικών και Κατασκευή του έργου του ΔΕΣΦΑ “Αγωγός Φυσικού Αερίου Υψηλής Πίεσης από Αγίους Θεοδώρους έως τη ΔΕΗ/Μεγαλόπολης”» συμβατικού ποσού 13.272.480,00 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.).
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Την πληρεξουσία δικηγόρο της αιτούσας ανώνυμης εταιρείας Σοφία Μιχελάκη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 13866), η οποία ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναθεώρησης.
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας Σωτήριο Μπρέγιαννο (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 8917), ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση.
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου Κωνσταντίνο Κατσούλα, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναθεώρησης.
Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την παραδοχή της αίτησης αναθεώρησης και της υπέρ αυτής παρέμβασης.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το νόμο
και
αποφάσισε τα ακόλουθα:
I.Με την υπό κρίση αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου Α.Ε.» (στο εξής: «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.»), για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (ειδικό έντυπο γραμμάτιο παραβόλου του Δημοσίου, Σειράς Α΄, με αριθμό 3765485), όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το από 22.1.2014 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητείται παραδεκτώς (άρθρο 37 του ν. 4129/2013, ΦΕΚ Α΄ 52) η αναθεώρηση της 5002/2013 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της ως άνω εταιρείας για την ανάκληση της 389/2013 Πράξης του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την πράξη αυτή είχε κριθεί ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου της 1ης συμπληρωματικής σύμβασης του έργου «Λεπτομερής Σχεδιασμός, Προμήθεια Υλικών και Κατασκευή του έργου του ΔΕΣΦΑ “Αγωγός Φυσικού Αερίου Υψηλής Πίεσης από Αγίους Θεοδώρους έως τη ΔΕΗ/Μεγαλόπολης”» μεταξύ της αιτούσας και της παρεμβαίνουσας εταιρείας «J & PΑΒΑΞ Α.Ε.», συμβατικού ποσού 13.272.480,00 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.), με την αιτιολογία ότι α) η «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.» δεν επιτρεπόταν να αποστεί από την 446/19.9.2013 αρνητική σύμφωνη γνώμη της Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ., ως εκ τούτου η ελεγχόμενη σύμβαση δεν συνήφθη νομίμως, β) οι περιλαμβανόμενες στην ελεγχόμενη σύμβαση εργασίες δεν έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι με αυτές τροποποιείται ουσιωδώς ο βασικός σχεδιασμός καθώς και ο τρόπος εκτέλεσης του έργου και γ) δεν προκύπτει η συνδρομή απρόβλεπτων περιστάσεων, που δικαιολογούν τη σύναψη της ελεγχόμενης σύμβασης, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη τόσο σφοδρών αντιδράσεων των τοπικών κοινωνιών, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση του έργου. Εξ άλλου, με προφανές έννομο συμφέρον ασκείται η από 15.1.2014 (αριθμ. κατάθ. Ελ. Συν. 2/16.1.2014) παρέμβαση της εταιρείας «J&PΑΒΑΞ Α.Ε.», υπέρ της αιτούσας εταιρείας «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.».
II. Στο άρθρο 98 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. (…) β. Ο έλεγχος συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με το Δημόσιο από την άποψη αυτή, όπως νόμος ορίζει. γ. (…)». Σε εκτέλεση της ως άνω συνταγματικής διάταξης, εκδόθηκε ο Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (ν. 4129/2013, ΦΕΚ Α΄ 52), στις διατάξεις των άρθρων 35επ. του οποίου ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις άσκησης της κατά τα ανωτέρω συνταγματικώς ανατεθείσης αρμοδιότητας. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 2 περ. γ΄ υποπερ. δδ΄ του ν. 4013/2011 «Σύσταση ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων του Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων (…)» (ΦΕΚ Α΄ 204), όπως η υποπερίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 61 του ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α΄ 90), ορίζεται ότι: «Η αρχή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: (…) γ) Γνωμοδοτεί για τη νομιμότητα κάθε διάταξης σχεδίου νόμου ή κανονιστικής πράξης που αφορά στις δημόσιες συμβάσεις και συμμετέχει στις οικείες νομοπαρασκευαστικές επιτροπές. Τα αρμόδια όργανα οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τη γνώμη της Αρχής. Ειδικότερα: (…) δδ) Οι αποφάσεις των αναθετουσών Αρχών που αφορούν προσφυγή στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης για την ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 3 του π.δ. 59/2007 και των άρθρων 24 και 25 του π.δ. 60/2007, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ανωτέρας βίας, εκδίδονται μετά από σύμφωνη γνώμη της Αρχής, εφόσον οι συμβάσεις αυτές εμπίπτουν, λόγω της εκτιμώμενης αξίας τους, στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω προεδρικών διαταγμάτων. Η εν λόγω αρμοδιότητα ασκείται μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την περιέλευση του σχεδίου απόφασης στην Αρχή, συνοδευόμενου από όλα τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνεται, κατά περίπτωση, η προσφυγή στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, με μέριμνα της αναθέτουσας αρχής. Με την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας τεκμαίρεται η σύμφωνη γνώμη της Αρχής. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ιδίως λόγω της πολυπλοκότητας της υπό ανάθεση σύμβασης, η Αρχή δύναται με απόφαση της, η οποία κοινοποιείται στην αιτούσα αναθέτουσα αρχή, να παρατείνει άπαξ την ως άνω προθεσμία για δεκαπέντε (15) επιπλέον ημέρες (…)». Εξ άλλου, στο άρθρο 20 του ν. 2690/1999 «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 45) ορίζεται ότι: «1. Όπου ο νόμος, για την έκδοση διοικητικής πράξης, προβλέπει προηγούμενη γνώμη (απλή ή σύμφωνη) ή πρόταση άλλου οργάνου, η μεν γνώμη διατυπώνεται ύστερα από ερώτημα του οργάνου που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα, η δε πρόταση υποβάλλεται με πρωτοβουλία του προτείνοντος οργάνου. (…) 2. Το όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα δεν μπορεί να εκδώσει πράξη με περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό της σύμφωνης γνώμης ή της πρότασης. Η μη αποδοχή της θετικής σύμφωνης γνώμης ή της πρότασης, καθώς και η απόκλιση από την απλή γνώμη, πρέπει να αιτιολογούνται ειδικώς». Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι μετά τη συγκρότηση της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) και την έναρξη λειτουργίας της από 6.6.2012, ήτοι μετά την παρέλευση τριμήνου από την έκδοση της υπουργικής απόφασης διορισμού των μελών της στις 6.3.2012, στις περιπτώσεις σύναψης σύμβασης με τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων χωρίς δημοσίευση διακήρυξης, κατά το άρθρο 25 των π.δ. 59 και 60/2007, στο πεδίο εφαρμογής των οποίων, κατά τη ρητή διατύπωσή του, εμπίπτουν και οι συμπληρωματικές συμβάσεις, απαιτείται, ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας, πριν από την έκδοση της σχετικής απόφασης έγκρισης σύναψης της σύμβασης, η διατύπωση προηγούμενης γνώμης από την ανωτέρω Αρχή. Τούτο δε ισχύει, του νόμου μη διακρίνοντος, και για τις συναπτόμενες υπό το καθεστώς ισχύος του ν. 4013/2011 συμπληρωματικές συμβάσεις, ανεξάρτητα αν οι αρχικές συμβάσεις είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εφόσον οι τελευταίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των π.δ. 59 ή 60/2007. Ειδικότερα, από τη διατύπωση και το σκοπό των διατάξεων του ν. 4013/2011 (βλ. άρθρο 1 και οικεία εισηγητική έκθεση), συνάγεται ότι η θέσπισή του αποβλέπει στην ενίσχυση της διαφάνειας με την καθιέρωση ενός εξωτερικού ουσιώδους τύπου για την – από την έναρξη ισχύος του – νόμιμη σύναψη συμπληρωματικών συμβάσεων, ανεξαρτήτως του νομοθετικού καθεστώτος που διέπει την αρχική σύμβαση και το χρόνο συνομολόγησης αυτής, δεδομένου ότι η πρόβλεψη της εν λόγω διαδικασίας ουδόλως μεταβάλλει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για τη νόμιμη σύναψη της συμπληρωματικής σύμβασης. Κατά συνέπεια, από 6.6.2012, σε περίπτωση κατά την οποία μία αναθέτουσα αρχή κρίνει αναγκαία τη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης οφείλει, πριν από τη λήψη της απόφασης έγκρισης του σχετικού Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών και σύναψης της σύμβασης, να υποβάλει το φάκελο με όλα τα αναγκαία στοιχεία ενώπιον της ανωτέρω Αρχής, προκειμένου αυτή να ασκήσει τη γνωμοδοτική της αρμοδιότητα. Η άσκηση της ως άνω γνωμοδοτικής αρμοδιότητας της Ανεξάρτητης αυτής Αρχής, που ασκείται στο πλαίσιο της λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, οφείλει να σέβεται τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον έλεγχο των δημοσίων συμβάσεων, η οποία ασκείται στο πλαίσιο των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων του, με τις εγγυήσεις που αυτό απολαμβάνει ως Ανώτατο Δικαστήριο. Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η διατύπωση γνώμης από την Αρχή αυτή, δεν μπορεί να οδηγεί στην ματαίωση του ελεγκτικού έργου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον η αναθέτουσα αρχή, κρίνει, με αιτιολογημένη απόφασή της, ότι ο φάκελος μαζί με το σχέδιο της σύμβασης πρέπει να υποβληθεί στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Χρυσούλα Καραμαδούκη, Βασιλική Ανδρεοπούλου και Μαρία Αθανασοπούλου, που διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη : Κατά τον (προσυμβατικό) έλεγχο των συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας που συνάπτει το Δημόσιο ή άλλοι εξομοιούμενοι προς αυτό φορείς, που ανατέθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 2741/1999 (προσθήκη διάταξης στο άρθρο 19 του Οργανισμού του) και στη συνέχεια απέκτησε και συνταγματικό έρεισμα με το άρθρο 98 παρ. 1 εδάφιο β΄ του Συντάγματος, το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει τη νομιμότητα της διαδικασίας επιλογής (ανάδειξης) αναδόχου εργολάβου, προμηθευτή ή παρόχου υπηρεσιών, χωρίς να υποκαθιστά όμως τον δικαστικό έλεγχο, που ασκούν τα κατά το Σύνταγμα αρμόδια δικαστήρια επί της νομιμότητας της διοικητικής διαδικασίας που απολήγει στη σύναψη της σύμβασης, μετά την άσκηση του οικείου ενδίκου βοηθήματος ενώπιόν τους. Αν στο πλαίσιο του προσυμβατικού αυτού ελέγχου διαπιστωθεί ουσιώδης νομική πλημμέλεια, τότε ο έλεγχος αποβαίνει αρνητικός και κωλύεται η υπογραφή της σύμβασης. Τέτοια ουσιώδης νομική πλημμέλεια είναι, πλην άλλων, η μη τήρηση τύπων που προβλέπονται ως υποχρεωτικοί από διάταξη νόμου. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 περ. γ΄ υποπερ. δδ΄ του ν. 4013/2011 θεσπίστηκε, για λόγους ενίσχυσης της διαφάνειας (βλ. σχετ. εισηγητική έκθεση), ως ουσιώδης (εξωτερικός) τύπος για την προσφυγή των αναθετουσών αρχών στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων κατά τα άρθρα 24 και 25 του π.δ. 60/2007 η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων. Το γεγονός δε ότι, όταν η γνώμη της Ανεξάρτητης Αρχής είναι αρνητική, η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να απέχει από την ανάθεση της σύμβασης, δεν πλήττει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ε.Σ.Δ.Α.) των θιγομένων, αφού η αρνητική σύμφωνη γνώμη ως εκτελεστή διοικητική πράξη μπορεί να προσβληθεί ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων. Ούτε, άλλωστε, αναιρείται ο προσυμβατικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 98 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος, αφού αυτό επιλαμβάνεται κατά τη συνταγματική αυτή διάταξη και τους νόμους που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεσή της, μόνο όταν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία ανάδειξης αναδόχου και ειδικότερα, προκειμένου για τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση κατά τα άρθρα 24 και 25 του π.δ. 60/2007, όταν έχει εκδοθεί η απόφαση της αναθέτουσας αρχής για την απευθείας ανάθεση της σύμβασης ή την ανάθεση της συμπληρωματικής σύμβασης στον ανάδοχο της αρχικής (βλ. και Τμ. Μείζ. – Επταμ. Σύνθ. Ελ. Συν. 4001, 4483, 4700/2013).
III. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 16 του ν. 3428/2005 «Απελευθέρωση Αγοράς Φυσικού Αερίου» (ΦΕΚ Α΄ 313), που προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ Α΄ 89), 32 του εγκριθέντος με την Δ1/Γ/25457/2011 απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΦΕΚ Β΄ 2695) Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης έργων της Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε. και 25 παρ. 3 του π.δ. 59/2007 «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών» (ΦΕΚ Α΄ 63), το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του ύψους του προϋπολογισμού και του αντικειμένου της αρχικής σύμβασης, συνάγεται ότι η απευθείας ανάθεση συμπληρωματικών εργασιών στον ανάδοχο ήδη εκτελούμενου δημόσιου έργου, αποτελεί εξαιρετική διαδικασία απευθείας ανάθεσης και για το λόγο αυτό εφαρμόζεται μόνον στις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, καθόσον συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ως συμπληρωματικές εργασίες θεωρούνται εκείνες, για τις οποίες συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις : α) παρουσιάζουν αναγκαία συνάφεια με το έργο και δεν περιλαμβάνονται στην αρχικώς συναφθείσα σύμβαση, β) κατέστησαν αναγκαίες κατά την τεχνική εκτέλεση του έργου όπως αυτό περιγράφεται στην αρχική σύμβαση και τα οικεία συμβατικά τεύχη (μελέτες, γενική συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.), λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων και γ) είτε δεν μπορούν τεχνικά ή οικονομικά να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση χωρίς να δημιουργήσουν μείζονα προβλήματα στην αναθέτουσα αρχή είτε, παρά τη δυνατότητα διαχωρισμού τους, είναι απόλυτα αναγκαίες για την τελειοποίησή της. Τέτοιες εργασίες θεωρούνται εκείνες, οι οποίες προβλέπονται κατά είδος από το συμβατικό τιμολόγιο και τον προϋπολογισμό, αλλά εκτελούνται σε ποσότητες μεγαλύτερες από τις προβλεπόμενες (πρόσθετες ή υπερσυμβατικές εργασίες) είτε δεν προβλέπονται καθόλου ή προβλέπονται μεν, αλλά εκτελούνται με διαφορετικό τρόπο (νέες εργασίες). Ως απρόβλεπτες δε περιστάσεις νοούνται αιφνίδια πραγματικά γεγονότα, τα οποία δεν ανάγονται στο χρόνο κατάρτισης της αρχικής σύμβασης και αντικειμενικά δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, σύμφωνα με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, και να ενταχθούν στο αρχικό έργο και τη συναφθείσα σύμβαση, μολονότι η μελέτη (οριστική ή προμελέτη), με βάση την οποία προσδιορίστηκε το τεχνικό αντικείμενο του έργου, υπήρξε πλήρης και ακριβής (Τμ. Μείζ. – Επταμ. Σύνθ. Ελ. Συν. 3205/2011). Οι περιστάσεις που επικαλείται η αναθέτουσα αρχή για την αιτιολόγηση του απρόβλεπτου, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν πρέπει να απορρέουν από δική της ευθύνη. Εξάλλου, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν ως «συμπληρωματικές εργασίες» οφειλόμενες σε απρόβλεπτα γεγονότα, εκείνες που αφορούν σε επέκταση του τεχνικού αντικειμένου του έργου ή στη βελτίωση της ποιότητάς του, με υλικά ή μεθόδους μη προδιαγραφόμενες στα οικεία συμβατικά τεύχη, καθόσον είναι ανεπίτρεπτη η εκ των υστέρων μεταβολή του αντικειμένου του έργου, που δεν ήταν γνωστή στο σύνολο των διαγωνιζομένων κατά τo χρόνο υποβολής της προσφοράς τους και δεν αποτέλεσε τη βάση της διαδικασίας ανάδειξης αναδόχου (βλ. Τμ. Μείζ. – Επταμ. Σύνθ. Ελ. Συν. 3205/2011, 3030/2011, πρβλ. Δ.Ε.Ε. στην υπόθεση 601/2010, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας). Ομοίως, δεν αποτελούν απρόβλεπτες περιστάσεις η εφαρμογή νέων κανονισμών ή κανόνων, που καθιερώθηκαν ως υποχρεωτικοί μετά την ανάθεση του έργου, καθώς και παραλείψεις ή σφάλματα της προμέτρησης της μελέτης, δοθέντος ότι οι εργασίες που προκύπτουν από τις προαναφερόμενες περιστάσεις καλύπτονται αποκλειστικά και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις από το κονδύλιο των απροβλέπτων που περιλαμβάνεται στην αρχική σύμβαση. Τέλος, η απόφαση του αρμόδιου οργάνου περί προσφυγής στην ανωτέρω διαδικασία ανάθεσης πρέπει, ως εκ της φύσης της, να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος νομιμότητάς της από το Ελεγκτικό Συνέδριο (βλ. Τμ. Μείζ. – Επταμ. Σύνθ. Ελ. Συν. 2447/2012).
IV. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 143/19.5.2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.» και κατόπιν διενέργειας του οικείου ανοιχτού διαγωνισμού, ανατέθηκε η εκτέλεση του έργου «Λεπτομερής Σχεδιασμός Προμήθεια Υλικών και Κατασκευή του Έργου του ΔΕΣΦΑ “Αγωγός Φυσικού Αερίου Υψηλής Πίεσης από Αγίους Θεοδώρους έως τη ΔΕΗ Μεγαλόπολης”» στη μειοδότρια και ήδη παρεμβαίνουσα εταιρεία «J&P ΑΒΑΞ Α.Ε.», έναντι συνολικού συμβατικού τιμήματος 34.400.000,00 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.). Αντικείμενο του ανωτέρω έργου ήταν ο λεπτομερής σχεδιασμός, η προμήθεια όλων των υλικών (εκτός από τους χαλύβδινους σωλήνες που αναφέρονται στα ΜΕΡΗ ΙΙΙ και IV των τευχών δημοπράτησης) και η κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου υψηλής πίεσης διαμέτρου 30΄΄ και 24΄΄ και μήκους, κατά προσέγγιση, 159 χιλιομέτρων για το τμήμα αγωγού φυσικού αερίου υψηλής πίεσης από την περιοχή Αγίων Θεοδώρων – Κορινθίας προς την εγκατάσταση της ΔΕΗ στην περιοχή Μεγαλόπολης – Αρκαδίας, διερχόμενου από τους νομούς Κορινθίας, Αργολίδας και Αρκαδίας. Με την 519/2011 Πράξη του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίθηκε ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του οικείου σχεδίου σύμβασης, το οποίο τελικώς υπεγράφη στις 7.2.2012. Στις 10.2.2012, σε σύσκεψη που έλαβε χώρα μεταξύ της Περιφέρειας Πελοποννήσου και της «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.» με θέμα «αιτούμενες αλλαγές όδευσης από τους Δήμους Άργους και Κορίνθου για το έργο του Αγωγού Φυσικού Αερίου Υψηλής Πίεσης από Αγίους Θεοδώρους προς Μεγαλόπολη» (βλ. τα οικεία πρακτικά) αναφέρεται ότι οι συμμετέχοντες εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης ζήτησαν τη μετατόπιση του αγωγού «στην περιοχή του Άργους δυτικότερα κατά μήκος ορεινής περιοχής για ένα μήκος περίπου 40 χιλιομέτρων», ενόψει των, κατά την εκτίμηση των συμμετεχόντων στη σύσκεψη προσώπων, έντονων και συντονισμένων αντιδράσεων των ιδιοκτητών γης, οι οποίες εκδηλώθηκαν μετά τη γνωστοποίηση της εγκατάστασης του εργολάβου, παρότι είχαν ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με την εκτέλεση του εν λόγω έργου. Τελικώς, με την 210/01/4.7.2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αιτούσας εταιρείας και κατόπιν από 25.6.2013 θετικής εισήγησης της Διευθύντριας Διαχείρισης Συμβάσεων, του Διευθυντή του Έργου και του Διευθυντή Δραστηριοτήτων Διαχείρισης Έργων της «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.», εγκρίθηκαν ο 1ος Συγκριτικός Πίνακας και η σύναψη της 1ης συμπληρωματικής σύμβασης του ανωτέρω έργου, ποσού 13.272.480,00 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.), με τις εργασίες της οποίας ένα τμήμα μήκους 36,19 χιλιομέτρων του αρχικού έργου που προβλεπόταν δυνάμει της αρχικής μελέτης και περιβαλλοντικής αδειοδότησης (βλ. την Α.Π. 203269/12.9.2011 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Πολιτισμού και Τουρισμού) να διέλθει από την πεδινή περιοχή του Άργους καταργείται και αντικαθίσταται από την προτεινόμενη νέα όδευση του αγωγού (Παραλλαγή Άργους) συνολικού μήκους 41,47 χιλιομέτρων, η οποία θα διέλθει πλέον από περιοχή πιο ορεινή και δύσβατη. Όπως δε προκύπτει από την ως άνω από 25.6.2013 θετική εισήγηση της Διευθύντριας Διαχείρισης Συμβάσεων, του Διευθυντή του Έργου και του Διευθυντή Δραστηριοτήτων Διαχείρισης Έργων της «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.», η αλλαγή όδευσης του αγωγού οφείλεται στις έντονες αντιδράσεις κατοίκων και τοπικών φορέων. Συγκεκριμένα, στο ως άνω έγγραφο διαλαμβάνονται τα εξής: «(…) Μετά την έναρξη της κατασκευής του έργου εκδηλώθηκαν στις περιοχές διέλευσης του αγωγού έντονες αντιδράσεις κατοίκων και φορέων στις περιοχές Αργολίδας και Κορινθίας και διατυπώθηκαν αιτήματα για εκτεταμένες αλλαγές της συμβατικής χάραξης του αγωγού στις περιοχές αυτές κατά 56 περίπου χιλιόμετρα. Σημειώνεται ότι κατά την περίοδο εκπόνησης της σχετικής μελέτης και κατά την περίοδο διαβουλεύσεων/γνωμοδοτήσεων, που προηγήθηκαν της έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων, δεν τέθηκαν τέτοια θέματα και δεν παρατηρήθηκαν αντιδράσεις από κατοίκους ή φορείς των περιοχών διέλευσης του αγωγού και η σχετική διαδικασία έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων, για την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 203269/12.9.2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Πολιτισμού και Τουρισμού, ολοκληρώθηκε νομίμως χωρίς αντιδράσεις. 3. Παρά τις προσπάθειες του ΔΕΣΦΑ και των Δημοσίων Αρχών, οι αντιδράσεις δεν κάμφθηκαν (…) Η αλλαγή της χάραξης του αγωγού επί μήκους 41,47 χιλιομέτρων συνιστά συμπληρωματική εργασία κατά την έννοια του άρθρου 25 παρ. 3 περ. στ του ΠΔ 59/2007, διότι: α) δεν περιλαμβάνεται στην αρχική σύμβαση ούτε στον βασικό σχεδιασμό του έργου, που προέβλεπε άλλη χάραξη στα παραπάνω σημεία, β) επιβλήθηκε από περιστάσεις που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά τον καθορισμό της αρχικής χάραξης και κατά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης διότι κατά το στάδιο της προηγηθείσας διαβούλευσης για την αρχική χάραξη, που ήταν ευρύτατη, ουδείς κάτοικος ή φορέας εναντιώθηκε, και όλες οι αντιδράσεις εκδηλώθηκαν την χρονική περίοδο μετά την έναρξη της υλοποίησης του έργου. Σημειώνεται ότι κατά την εν λόγω διαβούλευση η χάραξη του έργου απασχόλησε όλους τους δήμους, το Περιφερειακό Συμβούλιο, τις αρμόδιες για γνωμοδότηση αρχές και είχε ευρύτατη κάλυψη από τα τοπικά μέσα ενημέρωσης και ότι όχι μόνο κανένας δεν εναντιώθηκε στο έργο και στην αρχική χάραξη του αλλά όλοι έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το έργο και για τις θέσεις εργασίας, που τυπικά θα δημιουργούσε κατά την εκτέλεση του. γ) Είναι αναγκαία και απαραίτητη για την εκτέλεση του έργου και της σύμβασης αφού το έργο δεν μπορούσε να εκτελεσθεί σε όλο το μήκος του με την αρχική χάραξη και αφού ούτε οι κρατικές αρχές, ούτε ο ΔΕΣΦΑ ούτε κανένας άλλος μπορούσε να κάμψει τις αντιδράσεις κατοίκων και φορέων. Σημειώνεται ότι το έργο της κατασκευής του αγωγού Αγίων Θεοδώρων-Μεγαλόπολης, όπως και κάθε άλλο παρόμοιο έργο, δεν μπορεί να κατασκευασθεί σε ορισμένα μόνο τμήματα του αλλά πρέπει να ολοκληρωθεί στο σύνολο του και να γίνουν οι απαραίτητες δοκιμές της καλής λειτουργίας του τμηματικά και συνολικά (…)».
V. Περαιτέρω, στο υποβληθέν ενώπιον του Κλιμακίου έγγραφο, υπό τον τίτλο «ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ», αναφέρεται ότι με την ως άνω 203269/12.9.2011 Κ.Υ.Α. έγκρισης περιβαλλοντικών όρων επελέγη, κατόπιν της διενέργειας της προβλεπόμενης δημόσιας διαβούλευσης, κατά την οποία το Νομαρχιακό Συμβούλιο Αργολίδας γνωμοδότησε θετικά, η λύση της διέλευσης του αγωγού «πλησίον των πόλεων Άργους και Ναυπλίου, ακολουθώντας πεδινή όδευση», δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό «είναι εφικτή η άμεση ανάπτυξη του δικτύου διανομής Φ.Α. (…), με προφανή περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη», ενώ δεν έγινε δεκτή η τρίτη εναλλακτική λύση της αρχικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων για το εν λόγω έργο, η οποία προέβλεπε «διέλευση του αγωγού δυτικά του Αρχ. Χώρου των Μυκηνών και δυτικά της Πόλης του Άργους σε σχετικά μεγάλη απόσταση από την πόλη, ακολουθώντας ορεινή διαδρομή (…) 5. Μετά το πέρας της δημόσιας διαβούλευσης επί της ΜΠΕ της αρχικής χάραξης η τοπική κοινωνία του Δήμου Άργους-Μυκηνών (και αυτή της Κορινθίας) μέσω της Δημοτικής Αρχής άρχισε να ζητάει την τροποποίηση της χάραξης του ΑΦΑ στα διοικητικά όρια του Δήμου. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σχετικές αντιδράσεις πραγματοποιήθηκαν πολλές συσκέψεις στην Τρίπολη και το Άργος για το θέμα αυτό, κυρίως στην περιφέρεια Πελοποννήσου με τη συμμετοχή του Γ.Γ. Περιφέρειας, των αρμοδίων Αντιπεριφερειαρχών, των Δημάρχων Τρίπολης, Μεγαλόπολης, Άργους-Μυκηνών, Ναυπλίου, κατοίκων της περιοχής κλπ. Στην πορεία των συναντήσεων, και αφού μελετήθηκαν εξαντλητικά διάφορες εναλλακτικές λύσεις, δημιουργήθηκε σε όλα τα μέρη η πεποίθηση ότι με τροποποιήσεις/βελτιώσεις της αρχικής χάραξης και υιοθέτησης των υφιστάμενων αδειοδοτήσεων, των ήδη εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων και των συμβατικών προβλέψεων, ήταν εξασφαλισμένη η ανεμπόδιστη εκτέλεση του έργου, οπότε την 7.2.2012 υπεγράφη η σύμβαση κατασκευής του έργου σύμφωνα με τους ήδη εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους. 6. Αμέσως μετά από την ανακοίνωση υπογραφής της σύμβασης οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών και Αυτοδιοικήσεων εμφανίσθηκαν σε συντονισμένο επίπεδο παίρνοντας μορφή χιονοστιβάδας με αποκορύφωμα τη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στην Περιφέρεια Πελοποννήσου (…) κατά την οποία η Διοίκηση του ΔΕΣΦΑ ενημερώθηκε αρμοδίως ότι οι εν λόγω τοπικές κοινωνίες και Αυτοδιοικήσεις τελικά επανατοποθετήθηκαν αμετακίνητα με πρότασή τους για πλήρη και εκτός της αδειοδοτημένης χάραξης μετακίνηση του αγωγού, συγκεκριμένα στην Αργολίδα πολλά χιλιόμετρα δυτικότερα, ώστε να οδεύει εκτός της πεδινής περιοχής και κατά μήκος των ορεινών όγκων δυτικά της πόλης του Άργους σε βραχώδεις και δύσβατες περιοχές (κατ’ ουσίαν βασιζόμενες στην τρίτη από τις εναλλακτικές προτάσεις της αρχικής ΜΠΕ ALT 3 για την Αργολίδα). Έγινε δηλαδή σαφές ότι αμέσως μόλις έγινε γνωστό ότι υπεγράφη η σύμβαση, οι εκπρόσωποι των νέων Καλλικρατικών δήμων ουσιαστικά αμφισβήτησαν τις θετικές γνωμοδοτήσεις των οικείων Νομαρχιακών Συμβουλίων που είχαν προηγηθεί της έκδοσης της σχετικής απόφασης Ε.Π.Ο. απαιτώντας αμετακίνητα επαναχάραξη του αγωγού φ.α. στην περιοχή Άργους, και μας ενημέρωσαν ότι σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε συντονισμένη κινητοποίηση με κάθε νόμιμο μέσο που μοιραία θα είχε ως αποτέλεσμα την μετά βεβαιότητας καθυστέρηση των εργασιών. Παρά τις επίμονες προσπάθειες του ΔΕΣΦΑ οι αντιδράσεις αυτές δεν κάμφθηκαν, οπότε διαφάνηκε ότι θα υπήρχαν σημαντικά και ενδεχομένως απροσπέλαστα εμπόδια στην εκτέλεση του έργου (…)». Εξ άλλου, στο απευθυνόμενο προς το Ε΄ Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου 684/25.10.2013 έγγραφο της «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.» διαλαμβάνονται τα εξής: «(…) Β. Σε συμπλήρωση της παραγρ. 4 της ανωτέρω επιστολής μας, σε ότι αφορά τον απρόβλεπτο χαρακτήρα των αντιδράσεων των τοπικών κοινωνιών στις περιοχές στις οποίες διέρχεται ο αγωγός φυσικού αερίου, μετά από την υπογραφή της σύμβασης, σημειώνεται ότι οι αντιδράσεις αυτές απευθύνοντο προς τον Υπουργό ΠΕΚΑ, τον Περιφερειάρχη Πελοποννήσου και τις Δημοτικές Αρχές και ο ΔΕΣΦΑ ενημερώθηκε διαρκώς από αυτούς. Εκτός από τη σύσκεψη που έγινε ενώπιον του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου, στην οποία τηρήθηκαν πρακτικά, αντίγραφα των οποίων βρίσκονται στον υποβληθέντα φάκελο, συσκέψεις έγιναν το ίδιο χρονικό διάστημα και με παράγοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, χωρίς να τηρηθούν πρακτικά». Τέλος, με την Α.Π.οικ.202932/5.11.2012 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής τροποποιήθηκε η 203269/12.9.2011 απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για το άνω έργο.
VI. Ακολούθως, η αιτούσα εταιρεία απέστειλε προς την Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων αίτημα παροχής γνώμης για τη σύναψη της εν λόγω 1ης συμπληρωματικής σύμβασης. Επί του ως άνω αιτήματος, διατυπώθηκε η 446/19.9.2013 αρνητική γνώμη της ανωτέρω Αρχής, με την αιτιολογία ότι, αφ’ ενός μεν τροποποιείται ουσιωδώς το βασικό σχέδιο του αρχικού έργου, αφ’ ετέρου δε δεν υφίστανται απρόβλεπτες περιστάσεις, που δικαιολογούν τη σύναψη της ελεγχόμενης σύμβασης. Στη συνέχεια, με την 389/2013 πράξη του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίθηκε ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου της ανωτέρω 1ης συμπληρωματικής σύμβασης, με την αιτιολογία ότι: α) η 210/4.7.2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.», για τη σύναψη αυτής, εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, δεδομένου ότι η έκδοσή της προηγήθηκε της υποβολής του φακέλου στην Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ., ανεξαρτήτως του ότι με την 446/19.9.2013 απόφαση της ανωτέρω αρχής απορρίφθηκε το αίτημα παροχής θετικής σύμφωνης γνώμης για τη σύναψη της επίμαχης συμπληρωματικής σύμβασης, β) με τις περιλαμβανόμενες στην ελεγχόμενη σύμβαση εργασίες επέρχεται ανεπίτρεπτη εκ των υστέρων (μετά τη δημοπράτηση του έργου) ουσιώδης τροποποίηση – μεταβολή του τεχνικού αντικειμένου του έργου που δεν ήταν γνωστή στο σύνολο των διαγωνιζομένων και γ) η εκτέλεσή της δεν κατέστη αναγκαία λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται ότι οι αντιδράσεις των κατοίκων και των φορέων της Αργολίδας δεν ήταν γνωστές στην αναθέτουσα αρχή και ότι η σφοδρότητα αυτών (των αντιδράσεων) ήταν τέτοιας έκτασης που να καθιστά την εκτέλεση του έργου αδύνατη. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι: α) η «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.» δεν επιτρεπόταν να αποστεί από την 446/19.9.2013 αρνητική σύμφωνη γνώμη της Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ., ως εκ τούτου η ελεγχόμενη σύμβαση δεν συνήφθη νομίμως, β) οι περιλαμβανόμενες στην ελεγχόμενη σύμβαση εργασίες δεν έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι με αυτές τροποποιείται ουσιωδώς ο βασικός σχεδιασμός καθώς και ο τρόπος εκτέλεσης του έργου και γ) δεν προκύπτει η συνδρομή απρόβλεπτων περιστάσεων, που δικαιολογούν τη σύναψη της ελεγχόμενης σύμβασης, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη τόσο σφοδρών αντιδράσεων των τοπικών κοινωνιών, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση του έργου. Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα προβάλλει: α) την αντίθεση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 περ. γ΄ υποπερ. δδ΄ του ν. 4013/2011, όπως ισχύει, στο άρθρο 98 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος περί ανάθεσης της αρμοδιότητας του ελέγχου των συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με αυτό, β) ότι με τις περιλαμβανόμενες στην ελεγχόμενη σύμβαση εργασίες δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη τροποποίηση του συμβατικού αντικειμένου και γ) ότι οι εν λόγω εργασίες κατέστησαν αναγκαίες, λόγω της απρόβλεπτης περίστασης των σφοδρών αντιδράσεων των κατοίκων και των τοπικών αυτοδιοικήσεων με αντικείμενο την αλλαγή όδευσης του αγωγού, οι οποίες έλαβαν χώρα μετά την υπογραφή της αρχικής σύμβασης.
VII. Με τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα κρίνει, κατά πλειοψηφία, ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 περ. γ΄ υποπερ. δδ΄ του ν. 4013/2011, όπως ισχύει, δεν αντιβαίνει κατά περιεχόμενο στο άρθρο 98 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, καθόσον η καθιέρωση ενός επιπλέον διοικητικού προσταδίου ελέγχου, όπως είναι ο έλεγχος από την Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων, που απολήγει στην έκδοση της απόφασης που εγκρίνει τη συμπληρωματική σύμβαση, ουδόλως μεταβάλλει ή απομειώνει την ανατεθείσα από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφ’ όλης της διαδικασίας σύναψης των συμβάσεων αυτών, δεδομένου ότι, αφ’ ενός μεν κατατείνει στην ενίσχυση της διαφάνειας της προηγηθείσας διοικητικής διαδικασίας (βλ. άρθρο 1 του ν. 4013/2011 και την οικεία εισηγητική έκθεση), αφ’ ετέρου δε συμβάλλει θετικά στην άσκηση του ελέγχου που σε κάθε περίπτωση θα διεξάγει μεταγενεστέρως το Ελεγκτικό Συνέδριο, καθόσον αυτό δεν δεσμεύεται από τη γνώμη της Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ. κατά την άσκηση του συνταγματικά προβλεπόμενου προσυμβατικού του ελέγχου, ως εκ τούτου, στην περίπτωση που τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος της γνωμοδότησης της Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ., το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν εμποδίζεται να εξετάσει και να κρίνει εξ υπαρχής τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη νόμιμη προσφυγή στην εξαιρετική διαδικασία της διαπραγμάτευσης και τη σύναψη, περαιτέρω, της συμπληρωματικής σύμβασης. Κατά συνέπεια, ορθώς υποβλήθηκε το σχέδιο της ελεγχόμενης σύμβασης στο αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γενομένου δεκτού, αν και με άλλη αιτιολογία, του σχετικού ισχυρισμού της αιτούσας. Αντίθετα, κατά τη γνώμη των Συμβούλων Χρυσούλας Καραμαδούκη, Βασιλικής Ανδρεοπούλου και Μαρίας Αθανασοπούλου, όπως αυτή εκτίθεται ανωτέρω, ορθώς με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η ελεγχόμενη σύμβαση δεν μπορούσε νομίμως να συναφθεί, εφόσον είχε διατυπωθεί σχετικώς η 446/19.9.2013 αρνητική σύμφωνη γνώμη της Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ., από την οποία η Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε. (αναθέτουσα αρχή) δεν επιτρεπόταν κατά νόμο να αποστεί, θα έπρεπε δε για το λόγο αυτό να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναθεώρησης. Πλην όμως, η γνώμη αυτή δεν κράτησε. Περαιτέρω, το Τμήμα κρίνει, κατά πλειοψηφία, γενομένων δεκτών των οικείων ισχυρισμών τόσο της αιτούσας όσο και της παρεμβαίνουσας εταιρείας, ότι εσφαλμένως υπελήφθη από το δικάσαν Τμήμα ότι οι εργασίες αυτές, αφ’ ενός μεν δεν κατέστησαν αναγκαίες από απρόβλεπτες περιστάσεις, αφ’ ετέρου δε συνιστούν ουσιώδη τροποποίηση του βασικού σχεδιασμού καθώς και του τρόπου εκτέλεσης του έργου. Συγκεκριμένα, ενώ μέχρι την υπογραφή της ελεγχόμενης σύμβασης δεν είχε υποβληθεί καμιά διαφωνία, τόσο από τους εμπλεκόμενους φορείς όσο και από τους ιδιοκτήτες των εκτάσεων από τις οποίες επρόκειτο να διέλθει ο αγωγός, εντούτοις, αμέσως μετά την υπογραφή της σύμβασης εκδηλώθηκαν έντονες αντιδράσεις για την εν λόγω χάραξη από όλα τα προαναφερθέντα φυσικά και νομικά πρόσωπα (βλ. σχετικά τόσο τα προσκομιζόμενα από 10.2.2012 πρακτικά της σύσκεψης στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, όσο και πλήθος αναρτήσεων στο διαδίκτυο), με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατο για τα όργανα της αιτούσας να εγκατασταθούν με τα μηχανήματά τους στις εκτάσεις αυτές και να εκκινήσουν τις εργασίες εκτέλεσης της σύμβασης. Συνέπεια της ως άνω απρόβλεπτης περίστασης και της συνακόλουθης πραγματικής αδυναμίας πλέον να ακολουθηθεί η αρχική χάραξη του αγωγού, ήταν να προκριθεί η μία εκ των άλλων δύο λύσεων που περιλαμβάνονταν στην εκπονηθείσα κατά τη σύνταξη των τευχών δημοπράτησης μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αναφορικά με τη χάραξη του αγωγού, ήτοι η όδευση αυτού από ορεινή και δύσβατη περιοχή, λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψιν ότι, αφ’ ενός μεν δεν μεταβάλλεται κατά πολύ το συνολικό μήκος του αγωγού (αυξάνεται κατά μόλις 5,28 χιλιόμετρα), αφ’ ετέρου δε εξοικονομείται σημαντική δαπάνη από την μη αγορά οικοπέδων και την συνακόλουθη μη καταβολή δικαιωμάτων διελεύσεων και δουλείας και αποζημιώσεων, καθόσον ο αγωγός πλέον θα διέλθει από ορεινή περιοχή και όχι από ιδιόκτητες πεδινές εκτάσεις (βλ. τον σχετικώς προσκομιζόμενο συγκριτικό πίνακα, από τον οποίο προκύπτει ότι το επιλέξιμο συνολικό κόστος υπολείπεται πλέον κατά πολύ του ήδη εγκεκριμένου, ήτοι ανέρχεται σε 98.662.828,00 ευρώ έναντι 125.937.870,00 ευρώ). Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Χρυσούλας Καραμαδούκη, Γεωργίου Βοΐλη και Βασιλικής Ανδρεοπούλου δεν συντρέχουν στην κρινόμενη περίπτωση, όπως ορθώς έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι κατά νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης, προεχόντως για το λόγο ότι η αλλαγή όδευσης του αγωγού σε μήκος 36,19 χιλιομέτρων (από την πεδινή περιοχή του Άργους σε ορεινή και δύσβατη περιοχή), πέραν του ότι είχε εξετασθεί και απορριφθεί ως εναλλακτική λύση της αρχικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων για το βασικό σχεδιασμό του έργου στο πλαίσιο έκδοσης της 203269/12.9.2011 απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, συνιστά ουσιώδη μεταβολή του αρχικού έργου, η οποία μάλιστα συνεπάγεται, αν και το συνολικό μήκος του αγωγού αυξάνεται μόνο κατά 5,28 χιλιόμετρα, αύξηση του οικονομικού αντικειμένου της αρχικής σύμβασης κατά το ποσό των 13.272.480,00 ευρώ (χωρίς Φ.Π.Α.). Άλλωστε, οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι συνιστούν απρόβλεπτες περιστάσεις, που δικαιολογούν τη σύναψη της επίμαχης συμπληρωματικής σύμβασης. Για τους λόγους αυτούς, θα έπρεπε κατά τη μειοψηφούσα αυτή άποψη να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναθεώρησης.
VIII. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Τμήμα αποφαίνεται, κατά πλειοψηφία, ότι η αίτηση της εταιρείας «Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.» και η υπέρ αυτής παρέμβαση της εταιρείας «J&P ΑΒΑΞ Α.Ε.», να αναθεωρηθεί η προσβαλλόμενη με αυτές 5002/2013 απόφαση του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αιτούσα και δεδομένου ότι δε συντρέχει άλλος νόμιμος διακωλυτικός λόγος, να υπογραφεί η σχετική σύμβαση.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται την αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου Α.Ε.», ως και την υπέρ αυτής παρέμβαση τηςανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «J&P ΑΒΑΞ Α.Ε.».
Αναθεωρεί την 5002/2013 απόφαση του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Αποφαίνεται ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου της 1ης συμπληρωματικής σύμβασης του έργου «Λεπτομερής Σχεδιασμός, Προμήθεια Υλικών και Κατασκευή του έργου του ΔΕΣΦΑ “Αγωγός Φυσικού Αερίου Υψηλής Πίεσης από Αγίους Θεοδώρους έως τη ΔΕΗ/Μεγαλόπολης”».
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αιτούσα εταιρεία.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 27η Ιανουαρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ α.α.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ
