5246/ 2015 ΣΕ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση : Νικόλαος Αγγελάρας, Πρόεδρος, Ιωάννης Σαρμάς, Σωτηρία Ντούνη, Χρυσούλα Καραμαδούκη και Άννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδροι, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Σταμάτιος Πουλής, Δημήτριος Πέππας, Αγγελική Μυλωνά, Βιργινία Σκεύη, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δημήτριος Τσακανίκας και Βασιλική Προβίδη, Σύμβουλοι.Επίσης μετείχαν οι Σύμβουλοι Θεολογία Γναρδέλλη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Δέσποινα Τζούμα και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας ηΓεωργία Ελένη Αυγουστόγλου.
Μιχαήλ Ζυμής, Γενικός Επίτροπος Επικρατείας.
Για να δικάσει την από 6.2.2014 (Α.Β.Δ. 41/18.2.2014) αίτηση:
Των : 1) Νικολάου Φουσέκη του Δημητρίου, κατοίκου Άμφισσας, 2) Χαράλαμπου Παναγιωτόπουλου, κατοίκου Άμφισσας (οδός Υλαίθρου αρ. 43), 3) Σπυρίδωνα Κολοβατιανού του Γεωργίου, κατοίκου Άμφισσας, 4) Παναγιώτας Ζουμά του Νικολάου, κατοίκου Άμφισσας, 5) Δημητρίου Ιντέρνου, κατοίκου Άμφισσας (οδός Βασιλοπούλου αρ. 28), 6) Ηλία Μερλή, κατοίκου Άμφισσας (οδός Γιδόγιαννου αρ. 7), 7) Ιωάννη Τζαβάρα, κατοίκου Σερνικακίου Άμφισσας, 8) Γεωργίου Δρίβα του Αγγελάκη, κατοίκου Άμφισσας (οδός Γιδόγιαννου αρ. 14), 9) Φωτίου Σορώκου, κατοίκου Πλατείας Σιμοπούλου Άμφισσας, 10) Σπύρου Κυριάκη, κατοίκου Άμφισσας (οδός Αγγελάου αρ. 3), 11) Ευδοξίας Παπαγεωργίου του Αδαμαντίου, κατοίκου Αγίου Γεωργίου Άμφισσας, 12) Βύρωνα Κίτσου του Γεωργίου, κατοίκου Άμφισσας (4η Οδός αρ. 5), 13) Αριστόδημου Σκουρλέτου, κατοίκου Σερνικακίου Άμφισσας, 14) Παναγιώτας Γαζή του Δημητρίου, κατοίκου Άμφισσας, 15) Δημητρίου Προβιά του Ηλία, κατοίκου Δροσοχωρίου Άμφισσας, 16) Δημητρίου Σανιδά, ο οποίος απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του Δάφνη χήρα Δημ. Σανιδά, κάτοικος Δροσοχωρίου Άμφισσας και Παρασκευή Δημ. Σανιδά, κάτοικος Άμφισσας, 17) Κωνσταντίνου Τσάρα, κατοίκου Άμφισσας (οδός Γιδόγιαννου αρ. 31), 18) Λουκά Τριανταφύλλου, κατοίκου Αγίας Ευθυμίας Άμφισσας, 19) Ευθυμίου Σκούτα, κατοίκου Ελαιώνα Άμφισσας και 20) Ελένης Αρμάου του Πτολεμαίου, κατοίκου Άμφισσας, οι οποίοι δεν παρέστησαν, πλην του τρίτου αναιρεσείοντος Σπυρίδωνα Κολοβατιανού, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου (ΔΣ Άμφισσας/39).
Κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών και ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Κ α τ ά του Δήμου Δελφών, νομίμως εκπροσωπούμενου, ο οποίος παρέστη με τη πληρεξούσια δικηγόρο Ασημίνα Μαλάκη (ΔΣΑ 27098).
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν την αναίρεση της 3220/2013 απόφασης του VΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :
Τον τρίτο εκ των αναιρεσειόντων, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
Την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμου Δελφών, η οποία ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
Τον αντιπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.
Το Γενικό Επίτροπο Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 11.2.2015 γνώμη του και πρότεινε την απόρριψη αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τη Σύμβουλο Βασιλική Προβίδη που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.
Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Ασημίνας Σαντοριναίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το 2468306 σειράς Α΄ ειδικό έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 16, 17 παρ. 1, 2 και 4, 21 παρ. 1 και 22 του π.δ. 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (Α΄, 304) συνάγεται ότι ένδικο βοήθημα ή ένδικο μέσο, ασκούμενο ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτο ένεκα ακυρότητας του δικογράφου, εφόσον ο υπογράφων το δικόγραφο δικηγόρος δεν νομιμοποιηθεί ως πληρεξούσιος του διαδίκου μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Η νομιμοποίηση συντελείται είτε με την προσκόμιση δημόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο φέρει βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα από δημόσια αρχή είτε με προφορική δήλωση του εντολέως διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, καταχωριζόμενη στα πρακτικά. Τέλος, η απόρριψη του ενδίκου μέσου, λόγω μη νομιμοποίησης του υπογράφοντος το οικείο δικόγραφο δικηγόρου, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, προϋποθέτει τη νόμιμη κλήτευση του διαδίκου.
2.1. Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως υπογράφεται από το δικηγόρο Δημήτριο Καραγιώργο (ΔΣΑ 8678). Όπως όμως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, για τους με αριθ. 1 (Νικόλαο Φουσέκη), 6 (Ηλία Μερλή), 11 (Ευδοξία Παπαγεωργίου), 12 (Βύρωνα Κίτσο) και 14 (Παναγιώτα Γαζή) αναιρεσείοντες δεν υφίσταται δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο για την παροχή πληρεξουσιότητας (νομιμοποίηση) στον ως άνω δικηγόρο, παρά το ότι οι ανωτέρω κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστούν στην κατά την ως άνω δικάσιμο συζήτηση της υπόθεσής τους. Επίσης, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου να δηλώσουν ότι διορίζουν πληρεξούσιό τους τον προαναφερόμενο δικηγόρο και ότι εγκρίνουν την άσκηση της ένδικης αναίρεσης και την υπογραφή του οικείου δικογράφου από αυτόν. Επομένως, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το υπό κρίση δικόγραφο, που υπογράφεται από δικηγόρο ο οποίος δεν νομιμοποιήθηκε ως πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, είναι ως προς αυτούς άκυρο. Για το λόγο αυτό, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, η υπό κρίση αναίρεση πρέπει ως προς αυτούς να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΠΟΤΕ Ο ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
ΕΠΙ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΗΣ ΩΣ ΑΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΤΗΣ ΩΣ προς ΟΡΙΣΜΕΝΟΥΣ ΟΜΟΔΙΚΟΥΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΤΑΙ Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΑΛΛΩΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΥΣ Η ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΛΟΓΩ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 113 και 31 παρ. 1 εδάφ. δ΄ του ιδίου ως άνω π.δ/τος συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει και έναν τουλάχιστον νομικά βάσιμο αναιρετικό λόγο από εκείνους που περιοριστικώς αναφέρονται στο άρθρο 115 του ιδίου π.δ/τος. Η διατύπωση του αναιρετικού λόγου πρέπει να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, χωρίς να καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, που συνιστά τη νόμιμη προϋπόθεση για τη συνδρομή του αναιρετικού λόγου, με αναφορά συγκεκριμένων παραπόνων σε σχέση προς τις παραδοχές αυτής, που μπορούν να θεμελιώσουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, αλλιώς είναι αόριστος και η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ. Ελ. Συν. 742/2010, 1452/2008, 1961/2005, 2706/2014). Ειδικότερον, σε περίπτωση απορριπτικής απόφασης επί εφέσεως, η οποία κρίθηκε ως προς ορισμένους από τους ομοδικούντες ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι δεν είχαν παράσχει πληρεξουσιότητα για τη διεξαγωγή της δίκης στον παρασταθέντα για αυτούς στο ακροατήριο δικηγόρο, με την αίτηση αναίρεσης πρέπει να πλήττεται η απόφαση ως προς την κρίση της αυτή, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, διαφορετικά αποβαίνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθώς δεν περιέχει ένα τουλάχιστον βάσιμο νομικά αναιρετικό λόγο.
3.1. Στην υπό κρίση υπόθεση, με την προσβαλλομένη απόφαση το δικάσαν Τμήμα έκρινε απαράδεκτη και απέρριψε την έφεση ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες με αριθ. 2 (Χαράλαμπο Παναγιωτόπουλο), 4 (Παναγιώτα Ζουμά), 5 (Δημήτριο Ιντέρνο), 6 (Ηλία Μερλή), 7 (Ιωάννη Τζαβάρα), 8 (Γεώργιο Δρίβα), 9 (Φώτιο Σορώκο), 10 (Σπύρο Κυριάκη), 11 (Ευδοξία Παπαγεωργίου), 12 (Βύρωνα Κίτσο), 13 (Αριστόδημο Σκουρλέτο), 14 (Παναγιώτα Γαζή), 15 (Δημήτριο Προβιά), 16 (Δάφνη και Παρασκευή Σανιδά, συνεχίζουσες τη δίκη ως κληρονόμοι του αρχικώς εκκαλούντος Δημ. Σανιδά, 17 (Κωνσταντίνο Τσάρα), 18 (Λουκά Τριανταφύλλου), 19 (Ευθύμιο Σκούτα) και 20 (Ελένη Αρμάου), με την αιτιολογία ότι δεν παρείχαν πληρεξουσιότητα για τη διεξαγωγή της δίκης στον παρασταθέντα για αυτούς στο ακροατήριο δικηγόρο. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ουδόλως πλήττεται η κρίση αυτή του δικάσαντος Τμήματος ως προς τη μη παροχή πληρεξουσιότητας. Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναπτυχθέντα, εφόσον δεν προβάλλεται ισχυρισμός πλήττων την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί της οποίας θεμελιώνεται το διατακτικό αυτής, η αίτηση αναιρέσεως τυγχάνει ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες απορριπτέα ως απαράδεκτη, πέραν του ότι για τους με αριθ. 6, 11, 12 και 14 αναιρεσείοντες κρίθηκε ήδη απορριπτέα για τον αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη ΙΙ λόγο.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του ως άνω π.δ/τος (1225/1981), σύμφωνα με τις οποίες ΄΄Διάδικοι εις την ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκην είναι το Δημόσιον και το φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον υπέρ ή καθ’ ων εξεδόθη ή έχει συνεπείας η πράξις ή απόφασις΄΄ και ΄΄το Δημόσιον εκπροσωπείται εις την δίκην κατά τας κειμένας περί δικών του Δημοσίου διατάξεις΄΄ , ήτοι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Κώδικα Δικών του Δημοσίου, από τον Υπουργό των Οικονομικών, συνάγεται ότι στις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκες το Δημόσιο, είτε έχει συνέπειες ως προς αυτό η δίκη είτε όχι, είναι εκ του νόμου διάδικος, εκπροσωπείται δε αποκλειστικώς από τον Υπουργό των Οικονομικών (Ολομ. Ελ. Συν. 2620/2009). Κατά συνέπεια, το νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε ο καταλογισμός, είναι μεν αναγκαίος διάδικος μετά του Δημοσίου, πλην, ενόψει και της αρχής της νομιμότητας, δεν έχει εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης το οποίο δεν συνιστά ιδιωτικό απαλλοτριωτό δικαίωμά του ούτε δύναται να προβαίνει σε οικειοθελείς και μη προβλεπόμενες εκ του νόμου παροχές. Συνεπώς, το γεγονός ότι τόσο στην κατ’ έφεση όσο και στην κατ’ αναίρεση δίκη, το νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε ο καταλογισμός ζήτησε, αντιστοίχως, την παραδοχή των ενδίκων μέσων, δεν συνεπάγεται ούτε παραίτηση από τις σχετικές αξιώσεις ούτε βλάπτει δικονομικώς το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ως κύριος διάδικος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση, η οποία κατά τα λοιπά ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως, είναι ερευνητέα κατά την ουσιαστική της βασιμότητα.
5. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 32 παρ. 1, 64, 69, 73 παρ. 1, 82, 95, 96 παρ. 1 και 2, 97 παρ. 2 και 104 παρ. 2 του α.ν. 2039/1939 «περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των Νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών» (Α΄ 455), που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 101 του Εισ. Ν.Α.Κ., συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι οι διαχειριστές ΄΄κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης΄΄, ήτοι περιουσίας που διατίθεται είτε με πράξη εν ζωή είτε με διάταξη τελευταίας βουλήσεως υπέρ, μεταξύ άλλων, οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του τρόπου διοίκησής της, καταλογίζονται για κάθε ζημία που εκ δόλου ή βαρείας αμελείας τους τυχόν θα προκληθεί σε βάρος της καταληφθείσης περιουσίας. Εξάλλου, ενόψει του ότι το ΄΄κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης΄΄ συνιστά ομάδα περιουσίας που διακρίνεται από τη λοιπή περιουσία του νομικού προσώπου στο οποίο διατίθεται, οι οικείοι διαχειριστές, κατά την ενάσκηση του δημοσίου λειτουργήματός τους υποχρεούνται αφενός μεν στην ετήσια κατάρτιση και υποβολή στο Υπουργείο Οικονομικών προϋπολογισμού και απολογισμού των εσόδων αυτού καθώς και ισολογισμού περί της περιουσίας του, αφετέρου δε στην τήρηση ιδίων βιβλίων (εσόδων – εξόδων, διπλοτύπων ενταλμάτων πληρωμής κ.ά.) καθώς και ιδίου τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο να κατατίθενται οι εισπράξεις του αυτοτελούς κεφαλαίου (πρβλ. Απόφ. Ολ. Ε.Σ. 1462/2006 και 8/2009). Περαιτέρω, κατά τα ως άνω αναπτυχθέντα, για τον καταλογισμό των διαχειριστών απαιτείται παράνομη και υπαίτια, σε βαθμό δόλου ή βαρείας αμελείας, πράξη ή παράλειψη αυτών καθώς και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της δόλιας ή αμελούς πράξεως και της προκληθείσης ζημίας, υπό την έννοια ότι οι αποδιδόμενες στους διαχειριστές πράξεις ή παραλείψεις είναι ικανές «κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων», χωρίς δηλαδή να μεσολαβούν έκτακτα και ασυνήθιστα περιστατικά, να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής ή μη βαρείας αμελείας καθώς και εάν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν πρόσφορη για την παραγωγή του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενόψει βεβαίως των ανέλεγκτων κατ’ αναίρεση περί πραγμάτων αποδοχών του, συνιστά νομικό χαρακτηρισμό, ο οποίος ελέγχεται στην κατ’ αναίρεση δίκη και ειδικότερα εάν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά υπάγονται στην νομική έννοια της βαρείας αμελείας.
5.1. Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικάσαν Τμήμα θεμελίωσε την κρίση του περί συνδρομής βαρείας αμελείας στη συμπεριφορά των ήδη αναιρεσειόντων και προσφορότητας της συμπεριφοράς αυτής προς το παραχθέν ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεχθέν τα ακόλουθα: ο διαθέτης ονόματι Χρήστος Μαχαίρας με δημόσια διαθήκη κατέλειπε υπέρ του Δήμου Άμφισσας πέντε ελαιοκτήματα με σκοπό όπως τα έσοδα αυτών διατίθενται κατ’ έτος για την οικονομική ενίσχυση απόρων. Η ως άνω περιουσία (κληροδότημα), αποτελούσα ΄΄κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης΄΄, διακρίνεται από τη λοιπή περιουσία του Δήμου Άμφισσας, η δε διαχείρισή της εμπίπτει στην αρμοδιότητα του οικείου δημοτικού συμβουλίου. Σε διενεργηθέντα από την Οικονομική Επιθεώρηση Θεσσαλίας έλεγχο στη διαχείριση του ανωτέρω κληροδοτήματος για τα οικονομικά έτη 2000-2001 διαπιστώθηκε ότι, παρά το γεγονός ότι τα ως άνω ελαιοκτήματα εκμισθώθηκαν από το έτος 1994 και για μια οκταετία με μίσθωμα αναπροσαρμοζόμενο κατά 15% ανά διετία, δεν βρέθηκαν για την ελεγχόμενη διαχειριστική περίοδο (2000-2001) γραμμάτια είσπραξης ή άλλοι τίτλοι από τα οποία να αποδεικνύεται η είσπραξη είτε των αρχικών είτε των αναπροσαρμοσμένων μισθωμάτων και η εισαγωγή τους στη διαχείριση του κληροδοτήματος, ενώ όσον αφορά στα έξοδα αυτού δεν βρέθηκαν επίσης χρηματικά εντάλματα και παραστατικά από τα οποία να αποδεικνύεται η διάθεση των εισπράξεων για την ικανοποίηση της βούλησης του διαθέτη. Κατόπιν αυτών, καταλογίστηκε εις βάρος των ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατά την κρίσιμη περίοδο, όντες μέλη του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Άμφισσας, ήταν και διαχειριστές της περιουσίας του κληροδοτήματος, η προκληθείσα στο κληροδότημα ζημία οφειλόμενη σε απώλεια μισθωμάτων ύψους 930,00 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας υπολογιζομένων από την ημέρα που διαπιστώθηκε η ζημία μέχρι τη γνωμοδότηση του Περιφερειακού Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων (7.9.2009), ύψους 1.031,85 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.961,85 ευρώ. Το δικάσαν Τμήμα θεμελίωσε την κρίση του ότι η ως άνω ζημία προκλήθηκε εκ της υπαίτιας σε βαθμό βαρείας αμελείας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων δεχόμενο ότι αυτοί παρέλειψαν να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την εκπλήρωση του στοιχειώδους καθήκοντός τους ως προς τη διαχείριση της περιουσίας του κληροδοτήματος, δηλαδή αυτού της είσπραξης των μισθωμάτων των κληροδοτηθέντων ακινήτων και την απόδοσή τους σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη. Με τα δεδομένα αυτά, ορθώς το δικάσαν Τμήμα έκρινε αφενός μεν ότι η συμπεριφορά των ήδη αναιρεσειόντων απέκλινε σε ιδιαίτερα μεγάλο και ασυνήθιστο βαθμό από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και ευσυνείδητου δημοτικού συμβούλου, αφού οι ανωτέρω δεν ανταποκρίθηκαν στοιχειωδώς στις εκ της θέσεώς τους υποχρεώσεις, αφετέρου δε ότι εκ της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς τους προκλήθηκε σε βάρος του κληροδοτήματος (κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης) η επίμαχη ζημία, αφού οι συνεχείς παραλείψεις τους και η απουσία στοιχειώδους επιμέλειας για την περιουσία του κληροδοτήματος είχαν ως αποτέλεσμα τη μη είσπραξη και τη μη εισαγωγή σε λογαριασμό του κληροδοτήματος των σχετικών μισθωμάτων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή δεν επέδειξαν υπαίτια συμπεριφορά περί τη διαχείριση της περιουσίας του κληροδοτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΤΟ ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΟ Α. 37§1 ΤΟΥ Ν. 3801/09 ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΣΕ ΥΠΟΛΟΓΟΥΣ ΟΤΑ Η ΝΠ ΟΤΑ ΜΟΝΟ ΟΜΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΥΧΟΝ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ . ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΑ ( ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΛΟΓΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΤΕΝΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΥΤΩΝ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ).
6. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του ν. 3801/2009 ορίζεται ότι ”Το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον των Τμημάτων του, καθώς και κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης ενώπιον της Ολομέλειας του, σε υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν από οποιαδήποτε αιτία σε βάρος των αιρετών οργάνων Δήμων και Κοινοτήτων ή σε βάρος υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισης τούτων, καθώς και σε βάρος υπαλλήλων δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και ιδρυμάτων αυτών, από Υπουργούς ή από μονομελή ή συλλογικά όργανα της Διοίκησης ή από όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μέχρι 1.7.2005, μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του βαρυνομένου με τον καταλογισμό, που υποβάλλεται με το δικόγραφο του ένδικου μέσου ή των προσθέτων λόγων αυτού, να μειώσει το ποσό του καταλογισμού ως το ένα δέκατο του καταλογισθέντος ποσού, καθώς και να απαλλάξει τον υπαίτιο από τις προσαυξήσεις ή τόκους επί του καταλογισθέντος κεφαλαίου και αν ακόμη υφίσταται ελαφρά αμέλεια αυτού. Για την πιο πάνω μείωση ή απαλλαγή το Δικαστήριο συνεκτιμά το βαθμό της υπαιτιότητας του καταλογισθέντος, την προσωπική και οικογενειακή οικονομική του κατάσταση, τη βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, τις συνθήκες τέλεσης της και το επελθόν από αυτή αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει, επίσης, τον καταλογισθέντα από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, αν κρίνει ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του καταλογισθέντος συγγνωστή πλάνη για το δημιουργηθέν έλλειμμα….”.
Με τις διατάξεις αυτές παρέχεται η δυνατότητα στο Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν σε καταλογιστικές πράξεις σε βάρος αιρετών οργάνων των Ο.Τ.Α. καθώς και υπαλλήλων της οικονομικής τους διαχείρισης ή υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και Ιδρυμάτων των Δήμων, να μειώσει, υπό τη συνδρομή των προβλεπομένων προϋποθέσεων, το ποσό του καταλογισμού μέχρι το ένα δέκατο (1/10) της οφειλής, καθώς και να απαλλάξει τους καταλογισθέντες από προσαυξήσεις ή τόκους, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεώς τους.
6.1. Στην υπό κρίση υπόθεση, η επίμαχη καταλογιστική πράξη δεν αφορά σε έλλειμμα που προκλήθηκε εις βάρος της οικονομικής διαχείρισης του οικείου Δήμου ή ν.π.δ.δ. ή Ιδρύματος αυτού, αλλά αναφέρεται στην ειδική διαχειριστική ευθύνη που έχουν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 96 παρ. 1, 104, 69 και 32 του α.ν. 2039/1939 οι διαχειριστές του ΄΄κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης΄΄ (κληροδοτήματος) για τυχόν ζημία που προκάλεσαν εις βάρος της περιουσίας του, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, διακρίνεται από τη λοιπή περιουσία του Δήμου.
Κατά συνέπεια, ενόψει του εξαιρετικού χαρακτήρα των ως άνω διατάξεων, αφού με αυτές θεσπίζεται απόκλιση από τον κανόνα της αποκατάστασης των διαπιστωθέντων στη διαχείριση των Ο.Τ.Α. ελλειμμάτων σε όλη τους την έκταση, οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμοστέες στην υπό κρίση περίπτωση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη γνώμη όμως των Αντιπροέδρων Ιωάννη Σαρμά και Άννας Λιγωμένου και των Συμβούλων Κωνσταντίνου Κωστόπουλου και Σταματίου Πουλή, με τις διατάξεις αυτές πραγματώνεται από τον κοινό νομοθέτη η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι το ύψος της επιβαλλομένης κυρώσεως (καταλογισμός) δεν συνδέεται ακάμπτως με το ύψος του διαπιστωθέντος ελλείμματος ή ζημίας, αλλά συνεκτιμώνται και άλλες συντρέχουσες στην κάθε περίπτωση προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου, η ως άνω μείωση ή η απαλλαγή ενεργείται κατά συνεκτίμηση του βαθμού υπαιτιότητας του καταλογισθέντος, της βαρύτητας της δημοσιονομικής παράβασης, των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε και του επελθόντος αποτελέσματος καθώς και της προσωπικής και οικογενειακής οικονομικής του κατάστασης (εφαρμογή της αρχής της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης).
Επομένως, το Ελεγκτικό Συνέδριο, σε κάθε περίπτωση, δύναται, συνεκτιμώντας τα δεδομένα της υποθέσεως, να μειώνει το ποσό του καταλογισμού ή να απαλλάσσει τους καταλογισθέντες από προσαυξήσεις ή τόκους. Εξάλλου, δοθέντος ότι στην υπό κρίση υπόθεση οι ήδη αναιρεσείοντες καταλογίζονται διότι, όντες αιρετά όργανα του Δήμου Άμφισσας, ήταν και διαχειριστές του επίμαχου κληροδοτήματος, οι ως άνω διατάξεις του ν. 3801/1999 είναι εφαρμοστέες και ως προς αυτούς, αφού αφορούν αδιακρίτως στο σύνολο των αιρετών οργάνων των Ο.Τ.Α., ανεξαρτήτως εάν η διαχείριση αναφερόταν στον ίδιο των Ο.Τ.Α. ή σε ν.π.δ.δ. ή Ίδρυμα αυτού ή σε οποιοδήποτε άλλο νομικό μόρφωμα για το οποίο ο οικείος δήμος είχε την ευθύνη της διαχειρίσεως της περιουσίας του. Πλην η γνώμη αυτή δεν εκράτησε.
7. Κατ’ ακολουθίαν αυτών που στις προηγούμενες σκέψεις έγιναν δεκτά η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Και
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2015.
