ΕΣ 612/15, ι ΤΜ.,ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΣ, ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΙΡΕΣΗ, ΠΑΝΤΑ 15 ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΠΡΩΤΗ ΔΙΚΑΣΙΜΟ, ΑΕΙ ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΛΑΒΟΝ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ

Ε.Σ

612/2015 ΤΜΗΜΑ Ι 

       

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2013, με την εξής σύνθεση: Νικόλαος Αγγελάρας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του I Τμήματος, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Σύμβουλοι, Ευφροσύνη Παπαδημητρίου, Αριστοτέλης Σακελλαρίου,Πάρεδροι. Γραμματέας: η Ασπασία Μπαμπαρούτση, Γραμματέας του I Τμήματος.

Για να δικάσει την από 16.10.2002 (ΑΠ/Δ.Εφ.Θεσ. 8071/15.11.2002 και Α.Β.Δ./Ε.Σ. 72/2009) έφεση:

Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μαρία Μαγγιρίδου (ΑΜ/ΔΣΘ 4324) και Απόστολο Σίννη (ΑΜ/ΔΣΑ 20198)

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Κατσούλα Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,.

Με την έφεση αυτή το εκκαλούν επιδιώκει την ακύρωση της 611/0051/28.5.2002 Πράξης του Υφυπουργού Οικονομικών

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του εκκαλούντος, οι οποίοι ζήτησαν την παραδοχή της έφεσης

Τον αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη αυτής, και

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Κωνσταντίνο Τόλη, ο οποίος ανέπτυξε την από 2.4.2013 γνώμη του και πρότεινε ομοίως την απόρριψη της έφεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσά του Δικαστηρίου.

Άκουσε την εισήγηση του Παρέδρου Αριστοτέλη Σακελλαρίου. Και

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο

Ι.  Με την υπό κρίση έφεση ζητείται η ακύρωση, άλλως η μεταρρύθμιση, της 611/0051/28.5.2002 πράξης του Υφυπουργού Οικονομικών, με την οποία καταλογίσθηκε το εκκαλούν Α.Ε.Ι. με το ποσό των 476.768,59 ευρώ (162.458.897 δρχ.), για την ανάκτηση, ως αχρεωστήτως καταβληθείσας, μέρους της χρηματοδότησης που έλαβε στο πλαίσιο του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος Κεντρικής Μακεδονίας (1994 – 1999), για την υλοποίηση του έργου «Κατασκευή και εξοπλισμός κτιρίων της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.». Η έφεση αυτή, που αρχικώς κρίθηκε απορριπτέα για τυπικούς λόγους, με την 1220/2006 απόφαση του παρόντος Τμήματος, η οποία αναιρέθηκε με την 727/2009  απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, ακολούθως δε, επανεισήχθη για νέα εξέταση της υπόθεσης στο Τμήμα τούτο, που εξέδωσε την 1529/2011 απόφαση για συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου, νόμιμα επανεισάγεται για συζήτηση μετά την εκτέλεση όσων ορίστηκαν με την ως άνω προδικαστική απόφαση. 

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 55 του π.δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (Α΄ 304), οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης επιτρέπεται να υποβληθούν τουλάχιστον δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες προ της ορισθείσης πρώτης δικασίμου (άρθρα 55 και 117 του π.δ. 1225/1981). Ως  πρώτη δε δικάσιμος, πριν από την οποία δύναται παραδεκτώς να κατατεθεί δικόγραφο προσθέτων λόγων, νοείται αυτή που ορίζεται αρχικά με πράξη του Προέδρου και όχι εκείνη που ορίζεται μετά από αναβολή ή ματαίωση της συζήτησης (Ε.Σ. Ολ. 854/1990, 1523/1991, 1049/1995, 191/2010, 4934/2013). Περαιτέρω, σε περίπτωση που με την εκδοθείσα κατ’ αναίρεση απόφαση παραπεμφθεί η υπόθεση στο αρμόδιο Τμήμα για νέα εξέταση αυτής, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την έκδοση της αναιρεθείσας απόφασης (άρθρο 116 π.δ. 1225/1981), συνεπώς, δύνανται να υποβάλουν πρόσθετους λόγους έφεσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής μόνον εφόσον είχαν το δικαίωμα αυτό και κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση.  Στην προκειμένη περίπτωση, ως πρώτη δικάσιμος ορίσθηκε με πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου, η 7.12.2004, κατά την ημερομηνία δε αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε.  Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης που υπέβαλε το Πανεπιστήμιο με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Τμήματος και κοινοποίησε στο αντίδικο, στις 30.9.2005 (ΑΒ.Δ. 185/2005), κατά τη συζήτησης της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, και στις 17.9.2010 (Α.Β.Δ. 298/2010), κατά την πρώτη μετ’ αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, αντίστοιχα, υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα και είναι απαράδεκτοι, λαμβάνονται ωστόσο υπόψη για την ανάπτυξη των λόγων που ήδη προβάλλονται με την ένδικη έφεση.

ΙΙΙ. Ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 2052/1988 του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1988 «για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και το συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων» (EEL185 της 15.7.1988), όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/1993 (EEL 193 της 31.7.1993), ορίζει, στο άρθρο 5, ότι η χρηματοδοτική παρέμβαση των διαρθρωτικών ταμείων, στα οποία περιλαμβάνεται το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (Ε.Τ.Π.Α.), παρέχεται και με τη μορφή της συγχρηματοδότησης λειτουργικών προγραμμάτων. Περαιτέρω, ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/1988 του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1988 «για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2052/1988 (…)» (EEL374 της 31.12.1988), όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/1993 (EEL193 της 31.7.1993), ορίζει, στο άρθρο 19 παρ. 2, ότι «η χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγείται για ειδικές δράσεις που διεξάγονται κατ’ εφαρμογή κοινοτικού πλαισίου στήριξης πρέπει να συμβιβάζεται με το σχέδιο χρηματοδότησης που καθορίζεται στο εν λόγω πλαίσιο» και στο άρθρο 23 με τον τίτλο «Δημοσιονομικός έλεγχος» ότι «για να εξασφαλίζεται η επιτυχία των δράσεων που εκτελούν δημόσιοι ή ιδιωτικοί επιχειρηματικοί φορείς, τα κράτη μέλη λαμβάνουν, κατά την υλοποίηση των δράσεων, τα αναγκαία μέτρα ώστε: να εξακριβώνεται τακτικά ότι οι δράσεις που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα έχουν εκτελεσθεί σωστά, να προλαμβάνονται και να διώκονται οι παρατυπίες, να ανακτώνται τα απωλεσθέντα κεφάλαια λόγω κατάχρησης ή παράλειψης (…)». Σύμφωνα με τους Κανονισμούς αυτούς, για την εξασφάλιση της επιτυχίας των δράσεων που εκτελούν δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς, οι οποίες (δράσεις) συγχρηματοδοτούνται, εκτός των άλλων, από το Ε.Τ.Π.Α., κατά την εφαρμογή ενός Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα, στα οποία, μεταξύ άλλων,  περιλαμβάνεται η θέσπιση του αναγκαίου νομοθετικού πλαισίου που εξασφαλίζει την επιτυχή εκτέλεση των επί μέρους ενεργειών, την πρόληψη και δίωξη των παρατυπιών, καθώς και την ανάκτηση των κεφαλαίων που διατέθηκαν κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων για την επίτευξη των χρηματοδοτούμενων στόχων. Στo πλαίσιo της ανωτέρω αρμοδιότητας του εθνικού νομοθέτη, με τις διατάξεις των άρθρων 102 και 104 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247) και της 2007892/461/27.5.1998 κοινής υπουργικής απόφασης (B´ 606), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως τροποποιήθηκε με την 2/57858/Γ0041/9.8.2000 όμοια (B´ 1079), καθορίστηκε η διαδικασία ανάκτησης της χρηματοδότησης που καταβλήθηκε, στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών, σε δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς για την υλοποίηση συγκεκριμένου έργου, εφόσον μετά από έλεγχο που διενεργείται από την αρμόδια αρχή (βλ. άρθρο 6 του ν. 2187/1994, ΦΕΚ Α΄ 16, άρθρο 17 του ν. 2860/2000 και 2/25422/0004/25.4.2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών – ΦΕΚ Β΄ 529), διαπιστωθεί αχρεώστητη ή παράνομη καταβολή χρηματοδότησης, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και κάθε δαπάνη που πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση κοινοτικών ή εθνικών διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή, ο φορέας υλοποίησης του έργου υποχρεούται να επιστρέψει εκουσίως το ποσό της χρηματοδότησης αυτής, άλλως αυτό καταλογίζεται σε βάρος του με αιτιολογημένη απόφαση του αρμοδίου οργάνου στην οποία αναφέρεται «η αιτία της επιστροφής του ποσού με ειδικότερη αναφορά στη έκθεση ελέγχου» (άρθρα 2 παρ. 5 και 3 της προαναφερόμενης 2007892/461/9.8.2000 κοινής υπουργικής απόφασης) (Ε.Σ. Ολ. 829/2011).

ΙV. Στην προαναφερθείσα 2007892/461/27.5.1998 Κ.Υ.Α., ορίζεται στο άρθρο 2 ότι αρμόδιο όργανο για την έκδοση της καταλογιστικής πράξης με την οποία ανακτώνται τα παρανόμως ή αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά της ενίσχυσης είναι «O Υπουργός Οικονομικών όταν η αχρεώστητη ή παράνομη καταβολή διαπιστώνεται κατά τη διενέργεια ελέγχου που διενεργείται κατόπιν προτάσεως του Ειδικού Συντονιστικού Οργάνου Ελέγχου (…)» (περ. 5). Περαιτέρω, στην 1100383/1330/A0006/31.10.2001 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Καθορισμός αρμοδιοτήτων των Υφυπουργών Οικονομικών»  (Β΄ 1485), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 16 παρ. 5 του ν. 1558/1985 (Α΄ 137), στο άρθρο 3 ορίζεται ότι: «Στον Υφυπουργό Γεώργιο Φλωρίδη αναθέτουμε την άσκηση αρμοδιοτήτων σε θέματα: 1. Όλων των οργανικών μονάδων (Γενικών Διευθύνσεων, Διευθύνσεων ή άλλης ονομασίας Υπηρεσιών, Αυτοτελών Τμημάτων και Αυτοτελών Γραφείων) της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής».  Σύμφωνα δε με την υπηρεσιακή διάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής, σε αυτήν υπάγεται η Γενική Διεύθυνση Διοίκησης και Δημοσιονομικών Ελέγχων (άρθρο 1 παρ. 4 περ. ε΄ του ν. 2343/1995, ΦΕΚ Α΄ 211, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2390/1996) και οι Διευθύνσεις της τελευταίας «Προγραμματισμού και Ελέγχων» και «Μελετών και Αξιολόγησης», οι οποίες εξυπηρετούν τις ανάγκες των ελέγχων και τη λειτουργία της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών (Ε.Δ.ΕΛ.,  άρθρο 17 παρ. 10 του ν. 2860/2000). Μετά δε την κατάργηση του Ειδικού Συντονιστικού Οργάνου Ελέγχου, με την 2/25422/0004/25.4.2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄529), στις υπηρεσίες της Ε.Δ.ΕΛ. έχουν μεταφερθεί οι προβλεπόμενες στο άρθρο 6 του ν. 2187/1994 (Α΄16) ελεγκτικές αρμοδιότητες του καταργηθέντος οργάνου για τα προγράμματα που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η αρμοδιότητα ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων στο πλαίσιο της υλοποίησης κοινοτικών πολιτικών, κατόπιν ελέγχου που διενεργείται ύστερα από πρόταση του Ειδικού Συντονιστικού Οργάνου Ελέγχου και ήδη της – υπαγόμενης στη Γενική Γραμματεία Δημοσιονομική Πολιτικής – Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου, είχε νομίμως μεταβιβαστεί κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από τον Υπουργό Οικονομικών, στον Υφυπουργό Οικονομικών Γεώργιο Φλωρίδη (πρβλ. και Ε.Σ. Ολ 210/2011). 

V. Α. Στον Κανονισμό (ΕΟΚ) 2052/1988 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω από τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου, στο άρθρο 7 προβλέπεται ότι «οι ενέργειες που χρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία πρέπει να συμφωνούν με τις διατάξεις των συνθηκών και των πράξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτών καθώς και με τις κοινοτικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν τους κανόνες ανταγωνισμού, την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων (…)», ο κανόνας δε αυτός επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 8 της Ε(94)1832/13/29.7.1994 απόφασης της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την οποία εγκρίθηκε η χορήγηση συνδρομής του Ε.Τ.Π.Α. του ΕΚΤ και του ΕΓΤΠΕ-Π για την υλοποίηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, οι όροι της οποίας διέπουν την εκτέλεση όλων των δράσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού. 

Β. Περαιτέρω, ο ν. 1418/1984 «Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων» (Α` 23) ορίζει στο άρθρο 8, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάσταση των παραγράφων 1 και 2 αυτού με την παρ. 1 του άρθρου τέταρτου του ν. 2372/1996 (ΦΕΚ Α΄ 29), ότι: «1. Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν. Αν προκύψει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν, κατά την εκτέλεση του έργου αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις δ, δ1 και δ2 της παραγρ. 3 του άρθρου 8 του π.δ/τος 23/1993 (ΦΕΚ 8 Α΄), συνάπτεται σύμβαση κατόπιν διαπραγματεύσεων με τον ανάδοχο του έργου (…) 2. Με τα ποσά των απρόβλεπτων δαπανών (απρόβλεπτα), που περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση, καλύπτονται ιδίως δαπάνες που προκύπτουν από εφαρμογή νέων κανονισμών ή κανόνων που καθιερώθηκαν ως υποχρεωτικοί μετά την ανάθεση του έργου, καθώς και από προφανείς παραλείψεις ή σφάλματα της προμέτρησης της μελέτης και όχι από τροποποίηση των σχεδίων και της μορφής του έργου (…)». Περαιτέρω, το άρθρο 8 παρ. 3 του π.δ. 23/1993 «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας για τα Δημόσια Έργα προς τις διατάξεις των οδηγιών 71/304, 71/305, 78/669, 89/440 και 89/665 της ΕΟΚ» (Α΄ 8), στο οποίο παραπέμπουν οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 1418/1984, ορίζει ότι: «Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αναθέτουν συμβάσεις έργων προσφεύγοντας στη διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς να προηγηθεί δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α. (…) δ. Για τις συμπληρωματικές εργασίες που δεν περιλαμβάνονταν στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες λόγω απροβλέπτων περιστάσεων κατά την εκτέλεση του έργου όπως αυτό περιγράφεται στην αρχική σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάθεση γίνεται στον εργολήπτη που εκτελεί το αρχικό έργο: δ1. όταν αυτές οι εργασίες δεν μπορούν τεχνικά ή οικονομικά να διαχωρισθούν από την κύρια σύμβαση, χωρίς να δημιουργήσουν μείζονα προβλήματα για τις αναθέτουσες αρχές. δ2. όταν αυτές οι εργασίες, παρ’ ότι μπορούν να διαχωρισθούν από την εκτέλεση της αρχικής σύμβασης, είναι απόλυτα αναγκαίες για τη βελτίωσή της …».

Γ. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η κατάρτιση συμπληρωματικών συμβάσεων με τον ανάδοχο ήδη εκτελούμενου δημόσιου έργου αποτελεί εξαιρετική διαδικασία ανάθεσης εργασιών και για το λόγο αυτό επιτρέπεται μόνο υπό τις αναφερόμενες στο νόμο προϋποθέσεις, αφού συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας συμμετοχής στις διαδικασίες για την κατάρτιση δημοσίων συμβάσεων και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ως συμπληρωματικές εργασίες θεωρούνται εκείνες για τις οποίες συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό έργο ούτε στη σχετικώς συναφθείσα (κύρια) σύμβαση, β) κατέστησαν αναγκαίες κατά την τεχνική εκτέλεση του έργου, όπως αυτό περιγράφεται στην αρχική σύμβαση, λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων και γ) είτε δεν μπορούν τεχνικά ή οικονομικά να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση, χωρίς να δημιουργήσουν μείζονα προβλήματα για την αναθέτουσα αρχή, είτε, παρά τη δυνατότητα διαχωρισμού τους, είναι απόλυτα αναγκαίες για την τελειοποίησή της. Ως απρόβλεπτες δε περιστάσεις θεωρούνται  πραγματικά γεγονότα, τα οποία δεν ανάγονται στο χρόνο κατάρτισης της αρχικής σύμβασης και τα οποία, παρότι η μελέτη (οριστική ή προμελέτη) με βάση την οποία προσδιορίσθηκε το τεχνικό αντικείμενο του έργου, υπήρξε κατά το δυνατόν πλήρης και ακριβής, αντικειμενικά δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, σύμφωνα με τους κανόνες επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου του οικείου κλάδου, και να ενταχθούν στο αρχικό έργο και τη συναφθείσα (κύρια) σύμβαση. Οι περιστάσεις αυτές, που επικαλούνται οι αναθέτουσες αρχές για την αιτιολόγηση του απροβλέπτου, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να απορρέουν από δική τους ευθύνη. Επιπλέον, δεν θεωρούνται συμπληρωματικές εργασίες οφειλόμενες σε απρόβλεπτα γεγονότα εκείνες που αφορούν σε επέκταση του τεχνικού αντικειμένου του έργου ή στη βελτίωση της ποιότητάς του. Τέλος, η απόφαση του αρμοδίου οργάνου περί προσφυγής στην προαναφερόμενη εξαιρετική διαδικασία ανάθεσης, πρέπει, ως εκ της φύσεώς της, να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη, ώστε να καθίσταται εφικτός από το Ελεγκτικό Συνέδριο ο έλεγχος της νομιμότητάς της (πρβλ. Ε.Σ. Ολ. 4318/2013, Ε.Σ. 506/2014, 1712/2012, 92/2011, 1873, 2066/2010, 1660/2009). Περαιτέρω, με τα ποσά των απρόβλεπτων δαπανών (απρόβλεπτα), που περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση, καλύπτονται, μεταξύ άλλων, δαπάνες που δεν ήταν δυνατόν να περιληφθούν στη σύμβαση, διότι προέκυψαν ευθέως από την εφαρμογή τεχνικών κανονισμών ή κανόνων δικαίου που καθιερώθηκαν ως υποχρεωτικοί μετά την κατάρτισή της, καθώς και δαπάνες που προκύπτουν από προφανείς παραλείψεις ή σφάλματα της προμέτρησης της μελέτης, όχι όμως και αντίστοιχες δαπάνες που προκύπτουν από  τροποποίηση των σχεδίων και της μορφής του έργου. Τα απρόβλεπτα έχουν συνεπώς διορθωτικό χαρακτήρα και αφορούν στο τεχνικό αντικείμενο της συγκεκριμένης σύμβασης. Ως εκ τούτου, με τα ποσά αυτά δεν μπορούν να καλυφθούν εργασίες από αλλαγές των σχεδίων και της μελέτης, δηλαδή εργασίες με τις οποίες τροποποιείται το τεχνικό αντικείμενο.  Και τούτο διότι, η επιγενόμενη μεταβολή του τεχνικού αντικειμένου συνιστά ουσιώδη αλλοίωση των όρων της σύμβασης και παράβαση των κοινοτικών αρχών της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων και του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού, δεδομένου ότι οι αλλαγές αυτές δεν ήταν γνωστές στους υποψήφιους που μετείχαν στη αρχική διαγωνιστική διαδικασία και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο προσφοράς εκ μέρους τους (Ε.Σ. Ολ 493/2014, 922/2012, Ε.Σ. 1873/2010, πρβλ. και απόφαση Δ.Ε.Κ. της 29.4.2004, C-496/99 P, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, σκ. 116 – 121, απόφαση της 19.6.2008, υπόθ. C-454/06 PressetextNachrichtenagenturGmbH σκ. 35 – 37).

VΙ. Στο ν. 3848/2010 «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού – καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 71), στο άρθρο 36 παρ. 3 ορίζεται ότι «3. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον των Τμημάτων του, καθώς και κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης ενώπιον της Ολομέλειας του, σε υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν από οποιαδήποτε αιτία σε βάρος των μελών των Επιτροπών Διαχείρισης των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας των Α.Ε.Ι. και των ερευνητικών κέντρων αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και θρησκευμάτων, σε βάρος Επιστημονικών Υπευθύνων έργων που διαχειρίζονται οι Ε.Λ.Κ.Ε. ή σε βάρος υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισης τούτων, από μονομελή ή συλλογικά όργανα της Διοίκησης ή από όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του βαρυνόμενου με τον καταλογισμό, που υποβάλλεται με το δικόγραφο του ένδικου μέσου ή των πρόσθετων λόγων αυτού, να μειώσει το ποσό του καταλογισμού ως το ένα δέκατο του καταλογισθέντος ποσού, καθώς και να απαλλάξει τον υπαίτιο από τις προσαυξήσεις ή τόκους επί του καταλογισθέντος κεφαλαίου αν υφίσταται ελαφρά αμέλεια αυτού. Για την πιο πάνω μείωση ή απαλλαγή το Δικαστήριο συνεκτιμά το βαθμό της υπαιτιότητας του καταλογισθέντος, την προσωπική και οικογενειακή οικονομική του κατάσταση, τη βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, τις συνθήκες τέλεσης της και το επελθόν από αυτήν αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει, επίσης, τον καταλογισθέντα από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, αν κρίνει ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του καταλογισθέντος συγγνωστή πλάνη για το δημιουργηθέν έλλειμμα. Εξαιρούνται των ρυθμίσεων της παρούσας καταλογιστικές πράξεις οι οποίες αφορούν έξοδα παράστασης αιρετών οργάνων Α.Ε.Ι. ή κατάχρηση δημοσίου χρήματος προς ίδιον όφελος».   

VΙΙ. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Α. Με την E(94)1832/13/29.7.1994 απόφαση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγκρίθηκε η χορήγηση συνδρομής του E.T.Π.Α., του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων – Τμήμα Προσανατολισμού (ΕΓΤΠΕ-Π), για την υλοποίηση του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος Κεντρικής Μακεδονίας (1994 – 1999). Στο πλαίσιο του ανωτέρω επιχειρησιακού προγράμματος, με την από 9.6.1995 απόφαση της 2ης Επιτροπής Παρακολούθησης (η οποία δεν προσκομίζεται), εγκρίθηκε η εκτέλεση του έργου «Κατασκευή και εξοπλισμός κτιρίων της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.», συνολικού προϋπολογισμού 2.500.000.000 δρχ, με χρηματοδότηση από κοινοτικούς (ΕΤΠΑ) και εθνικούς πόρους (75% κοινοτική και 25% εθνική συμμετοχή) και φορέα υλοποίησης το ήδη εκκαλούν Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Αντικείμενο του έργου, η κατασκευή του οποίου ολοκληρώθηκε σε έξι εργολαβίες, ήταν η κατασκευή τεσσάρων κτιριακών συγκροτημάτων γραφείων, εργαστηρίων και αιθουσών διδασκαλίας (διώροφα κτίρια με υπόγειο) για την εξυπηρέτηση του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών και ενός κτιριακού συγκροτήματος για την εξυπηρέτηση του Τμήματος Μουσικών Σπουδών.

Β. Για την ανάθεση της 4ης εργολαβίας του ανωτέρω έργου, που αφορούσε στην «Ολοκλήρωση εργασιών τεσσάρων συγκροτημάτων εργαστηρίων του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.», προϋπολογισμού 800.000.000 δρχ (με αναθεώρηση και ΦΠΑ), διεξήχθη ανοιχτός διαγωνισμός, με το σύστημα προσφοράς που περιλαμβάνει μελέτη και κατασκευή με κατ’ αποκοπή τίμημα. Το αποτέλεσμα της δημοπρασίας κατακυρώθηκε στην εταιρεία ΔΟ.Μ.ΗΛ. ΑΤΕ, με την οποία υπεγράφη η από 7.4.1997 σύμβαση, με τελικό συμβατικό ποσό 795.320.000 δρχ.  Κατά την εκτέλεση της εργολαβίας, με την 788/11.6.1998 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου του Α.Π.Θ. εγκρίθηκε ο 1ος Α.Π.Ε. και το 1ο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. της εν λόγω εργολαβίας, για τη διάθεση του κεφαλαίου των απροβλέπτων δαπανών (απρόβλεπτα) και τη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 21.5.1998 σχετική αιτιολογική έκθεση της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Α.Π.Θ., η ανάλωση των απροβλέπτων, συνολικού ποσού 54.882.312 δρχ., αφορούσε σε «επιμετρικές διαφορές, οι οποίες προέκυψαν από την αύξηση του συμβατικού αντικειμένου, λόγω της κατασκευής και διαμόρφωσης αποθηκών 350 m2 που δημιουργήθηκαν από την υπερύψωση και την κατασκευή των WC των υπογείων χώρων σε πατάρι: σε ύψος 2,20 μ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το νέο δίκτυο αποχέτευσης που θα κατασκευαστεί, θα δώσει τη δυνατότητα τα λύματα διά φυσικής ροής να μεταφερθούν προς το τελικό σημείο συλλογής των λυμάτων». Περαιτέρω, η 1η Συμπληρωματική Σύμβαση, ποσού 98.000.000 δρχ. (με αναθεώρηση και Φ.Π.Α.), που υπεγράφη στις 3.8.1998 και της οποίας η τελική δαπάνη ανήλθε, ύστερα από αύξηση των ποσών της Αναθεώρησης και του Φ.Π.Α., σε 107.576.585 δρχ, αφορούσε, σύμφωνα με την από 21.5.1998 αιτιολογική έκθεση, στην εκτέλεση των ακόλουθων εργασιών: α) την κατασκευή του εξωτερικού δικτύου αποχέτευσης των κτηρίων (σωλήνων PVC αποχέτευσης  6 atmκαι φρεατίων από οπλισμένο σκυρόδεμα με στεγανοποίηση εσωτερικά), το οποίο δεν συμπεριλαμβανόταν στο αρχικό συμβατικό αντικείμενο και, κατά την αιτιολογική έκθεση, ήταν απαραίτητο να κατασκευαστεί, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, η οποία αποτελούσε συμβατική υποχρέωση, β) την κατασκευή επισκέψιμης σήραγγας διέλευσης αγωγών και καλωδίων από οπλισμένο σκυρόδεμα που θα ένωνε τα τέσσερα υπό κατασκευή κτήρια με τα υπόλοιπα κτήρια της Σχολής Καλών Τεχνών, που θα κατασκευάζονταν μελλοντικά, καθώς και με τα κτήρια του Μουσικού Τμήματος και του Τμήματος Θεάτρου, και με προοπτική να ενώσει όλα τα ανωτέρω κτήρια με εκείνα του Τμήματος Τ.Ε.Φ.Α.Α., που θα κατασκευάζονταν μελλοντικά. Σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική έκθεση, όλες οι παραπάνω εργασίες συνδέονταν άμεσα με την κατασκευή των συμβατικών εργασιών του συγκροτήματος και ήταν απαραίτητες για τη λειτουργία αυτού (αποχέτευση, ηλεκτροδότηση, ύδρευση, τηλεφωνικά καλώδια κλπ.), έπρεπε δε να αποπερατωθούν ταυτόχρονα με την κατασκευή του συγκροτήματος, ώστε τα κτήρια να δοθούν άμεσα προς χρήση και λειτουργία.

Γ. Στο πλαίσιο προγράμματος ελέγχων του Ειδικού Συντονιστικού Οργάνου Ελέγχου του άρθρου 6 του ν. 2187/1994, και σε εκτέλεση της 2/48248/Γ0041/30.6.2000 κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, διενεργήθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 16 – 25.7.2000, επιτόπιος έλεγχος των ανωτέρω έργων από ομάδα ελέγχου αποτελούμενη από υπαλλήλους των ως άνω Υπουργείων. Σύμφωνα δε με τα πορίσματα του ελέγχου, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στην από Μάιο 2001 έκθεση ελέγχου, οι δαπάνες για την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών κρίθηκαν μη επιλέξιμες, με την ακόλουθη αιτιολογία: α) οι εργασίες που περιγράφονται στον 1ο Α.Π.Ε. και καλύφθηκαν από το κονδύλιο των απροβλέπτων, συνολικού ποσού 54.882.312 δρχ., προέκυψαν μετά από τροποποίηση της αρχικής μελέτης και της μορφής του έργου, και ως εκ τούτου, εκτελέστηκαν κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 2372/1996, β) οι εργασίες της 1ης συμπληρωματικής σύμβασης της ίδιας εργολαβίας, συνολικής δαπάνης 107.576.585 δρχ., δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής σύμβασης, αφού «σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο εκτέλεσης δημοσίων έργων, συμπληρωματικές συμβάσεις προβλέπονται μόνο λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων», και «δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν ως συμπληρωματικές εργασίες, εκείνες που αφορούν στην επέκταση του τεχνικού αντικειμένου του αρχικού έργου ή στη βελτίωση της ποιότητάς του». Βάσει δε των ανωτέρω ευρημάτων, προτάθηκε η ανάκτηση συνολικού ποσού 162.458.897 δρχ. (54.882.312 δρχ. + 107.576.585 δρχ.), ως αχρεωστήτως καταβληθέντος.  Η Ε.Δ.ΕΛ., στην οποία είχαν ήδη μεταφερθεί κατά τα προαναφερθέντα οι αρμοδιότητες του Ειδικού Συντονιστικού Οργάνου Ελέγχου, με την από 23.5.2001 απόφασή της (Πρακτικά 6ης Συνεδρ./23.5.2001 θέμα 2ο) ενέκρινε την έκθεση ελέγχου ως προς το κεφάλαιο αυτό, απόσπασμα δε της έκθεσης, επιδόθηκε στο εκκαλούν και προσκλήθηκε αυτό να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του επί των ευρημάτων του ελέγχου.  

Δ. Το εκκαλούν, με το Α483/14.9.2001 έγγραφό του (τα επιχειρήματα του οποίου επανέλαβε στο Α.3325/15.11.2001 όμοιο), υπέβαλε αντιρρήσεις ενώπιον της Ε.Δ.ΕΛ., υποστηρίζοντας τα εξής: α) η ανάλωση των απροβλέπτων για τις εργασίες του 1ου Α.Π.Ε., ποσού 54.882.312 δρχ., οφείλεται σε προφανή εσφαλμένη εκτίμηση της εδαφολογικής μελέτης (γεώτρησης) του έργου, που είχε πραγματοποιηθεί στον ευρύτερο τόπο κατασκευής των κτηρίων. Κατά την εκσκαφή, το στέρεο έδαφος βρέθηκε σε χαμηλότερη στάθμη από την αρχικώς προβλεφθείσα βάσει των γεωτεχνικών στοιχείων, με συνέπεια οι γενικές εκσκαφές να προχωρήσουν σε μεγαλύτερο βάθος και η θεμελίωση των κτηρίων να γίνει στη στάθμη αυτή. Επειδή όμως οι στάθμες των υπόλοιπων ορόφων των κτηρίων δεν ήταν δυνατόν να υποβιβαστούν, υπήρχαν δύο δυνατότητες: είτε να κατασκευαστεί η θεμελίωση επί φρεατοπασσάλων, λύση δαπανηρή και χρονοβόρα, είτε να κατασκευασθεί το δάπεδο του υπογείου στην νέα στάθμη και να προκύψουν υψηλότερα υπόγεια, λύση η οποία προτιμήθηκε λόγω κόστους, με αξιοποίηση των χώρων ως κυρίων (εργαστήρια) και βοηθητικών. Η μόνη δε διαφορά από τα αρχικά σχέδια εμφανίζεται ως προς το ύψος και όχι τις κατόψεις και την μορφή των υπογείων, και β) Οι εργασίες της Συμπληρωματικής Σύμβασης δεν αποτελούσαν επέκταση ή τροποποίηση του όλου έργου, αλλά εργασίες που δεν είχε καταστεί δυνατό να περιληφθούν στην αρχική Μελέτη λόγω περιορισμένου προϋπολογισμού. Με τη Σ.Α.Ε του 1998 (6.5.98), ο ολικός προϋπολογισμός του έργου αυξήθηκε, και έτσι κατέστη δυνατό να εκτελεστούν όσες εργασίες δεν είχαν περιληφθεί στην 4η εργολαβία, λόγω έλλειψης χρηματοδότησης. Άλλωστε, οι εργασίες αυτές εμπλέκονταν με το αντικείμενο της αρχικής μελέτης και δεν μπορούσαν να διαχωριστούν τεχνικά, χωρίς να δημιουργηθεί μείζον πρόβλημα για το έργο.   Οι αντιρρήσεις αυτές του εκκαλούντος απερρίφθησαν ως αβάσιμες με την από 29.1.2002 απόφαση της Ε.Δ.ΕΛ. (Πρακτικά Συνεδρ. 26ης/29.1.2002 θέμα 2ο), διότι «τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν δεν ευσταθούν και δεν αποδείχτηκαν από τα προσκομισθέντα (στοιχεία), τόσο κατά τον έλεγχο όσο και κατά τη φάση των αντιρρήσεων», και αποφασίστηκε η αναζήτηση ως αχρεωστήτως καταβληθέντος του συνολικού ποσού των 162.458.897 δρχ. (54.882.312 + 107.576.585). Ακολούθως, με το 155/0052/20.3.2002 έγγραφο της Διευθύντριας της 52ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που κοινοποιήθηκε στο Α.Π.Θ. στις 8.4.2002 (Αρ.Πρωτ. 3623), γνωστοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο ότι οι αντιρρήσεις του απορρίφθηκαν, με την αναφερόμενη ανωτέρω αιτιολογία, καθώς και ότι θα αναζητηθούν από αυτό οι μη επιλέξιμες δαπάνες, με δύο καταλογιστικές πράξεις, εκ των οποίων η πρώτη θα αφορά σε «δαπάνες ύψους 476.768,59 ευρώ (162.458.896 δρχ) οι οποίες αφορούν το έργο “Κατασκευή και εξοπλισμός κτιρίων Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.”».  Κατόπιν των ανωτέρω, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του Α.Π.Θ. το τελευταίο αυτό ποσό. 

VΙΙΙ. Με την κρινόμενη έφεσή του, όπως συμπληρώνεται –για την ανάπτυξη των λόγων που προβάλλονται με το δικόγραφο της έφεσης καθώς και εκείνων που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως– από τα δικόγραφα των προσθέτων λόγων, που κατά τα ανωτέρω έχουν υποβληθεί απαραδέκτως, καθώς και από τα σχετικά υπομνήματα, το Πανεπιστήμιο κατ’ αρχήν προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε αναρμοδίως από τον Υφυπουργό Οικονομικών Γεώργιο Φλωρίδη, αντί του αρμόδιου Υπουργού Οικονομικών. Πλην όμως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην τέταρτη σκέψη της παρούσας (ΙV), η σχετική αρμοδιότητα είχε νομίμως μεταβιβασθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στον υπογράφοντα την καταλογιστική πράξη Υφυπουργό Οικονομικών, με την 1100383/1330/A0006/31.10.2001 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών.

Περαιτέρω, το εκκαλούν προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά παράβαση του δικαιώματός του για προηγούμενη ακρόαση (άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος), διότι του κοινοποιήθηκε μόνο απόσπασμα της έκθεσης ελέγχου, σύμφωνα με την αντισυνταγματική – κατά τον ισχυρισμό – διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 της ΚΥΑ 2007892/461/1998, και όχι ολόκληρη η έκθεση μαζί με το σύνολο των εγγράφων της διαδικασίας (συμπληρωματική έκθεση ελέγχου, πρακτικά ΕΔΕΛ, προτάσεις, γνωμοδοτήσεις κλπ).  Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο κατά την ανωτέρω διάταξη περιορισμός των κοινοποιούμενων στοιχείων αποκλειστικά σε «απόσπασμα» και όχι σε «ολόκληρη την έκθεση ελέγχου», αποσκοπεί στην ενημέρωση του ελεγχομένου φορέα μόνο για το τμήμα του ελέγχου που τον αφορά, σε περιπτώσεις όπως εν προκειμένω, που η έκθεση αφορά σε περισσότερα έργα και ελεγχομένους φορείς.  Δε θίγεται, επομένως, εξ αυτού του λόγου το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, στο μέτρο βεβαίως που το κοινοποιηθέν απόσπασμα είναι πλήρες, ήτοι περιλαμβάνει το σύνολο των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν σε βάρος του ελεγχομένου φορέα, παράλειψη που, σε κάθε δε περίπτωση, δεν προβάλλεται με το λόγο έφεσης.  Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, με την τήρηση της προβλεπόμενης στην ανωτέρω ΚΥΑ διαδικασίας κοινοποίησης αποσπάσματος της έκθεσης ελέγχου και τη συνακόλουθη προβολή αντιρρήσεων από το Πανεπιστήμιο επ’αυτής, ικανοποιήθηκε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης αυτού.  Εξάλλου, ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος κατά το μέρος που αφορά στην παράλειψη κοινοποίησης της έκθεσης συμπληρωματικού ελέγχου, που διενεργήθηκε από 3 – 5.12.2001 (στο δικόγραφο της έφεσης αναφέρεται εσφαλμένως ως «Έκθεση του 2001»), αφού η αναφερόμενη έκθεση, πέραν του ότι εγκρίθηκε στις 30.7.2002, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης καταλογιστικής πράξης και δεν ελήφθη υπόψη για την έκδοση της, σε κάθε περίπτωση δεν αφορά στην κρίσιμη 4η εργολαβία του έργου «Κατασκευή και εξοπλισμός κτιρίων της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.», αλλά σε άλλες εργολαβίες του ίδιου και άλλων συγχρηματοδοτούμενων έργων, που εκτελούσε κατά τον ίδιο χρόνο το Α.Π.Θ..  Ομοίως, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός κατά το μέρος που αφορά στην παράλειψη κοινοποίησης των Πρακτικών της 6ης/23.5.2001 Συνεδρίασης της ΕΔΕΛ, με τα οποία εγκρίθηκαν τα πορίσματα της Έκθεσης Ελέγχου, αφού η κοινοποίηση αυτών δεν ήταν αναγκαία, ενόψει της κοινοποίησης αποσπάσματος της ίδιας της εγκεκριμένης Έκθεσης, καθώς και των Πρακτικών της 26ης/29.1.2002 Συνεδρίασης της ΕΔΕΛ, με τα οποία απερρίφθησαν ως αβάσιμες οι αντιρρήσεις του εκκαλούντος, αφού η απόφαση αυτή εκδόθηκε ακριβώς για την απόρριψη των ισχυρισμών που το εκκαλούν προέβαλε κατά την άσκηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης.  Τέλος, ο ισχυρισμός είναι αόριστος κατά το μέρος που αφορά στην παράλειψη κοινοποίησης άλλων εγγράφων της διαδικασίας, αφού δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα, των οποίων το εκκαλούν δεν έλαβε γνώση.

Συναφώς, ο λόγος έφεσης περί παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, λόγω της παράλειψης κοινοποίησης των ίδιων προαναφερθέντων εγγράφων, είναι αβάσιμος, αφού η συμπληρωματική έκθεση ελέγχου δεν σχετίζεται με τον υπό κρίση καταλογισμό, ενώ, ως προς τα Πρακτικά της 6ης/23.5.2001 και της 26ης/29.1.2002 Συνεδρίασης της ΕΔΕΛ, πρωτίστως διότι κατά τη διαδικασία ανάκτησης της ΚΥΑ 2007892/461/27.5.1998, η κοινοποίηση αυτών δεν προβλέπεται.  Εξάλλου, τα Πρακτικά αυτά κοινοποιήθηκαν τελικώς στο Πανεπιστήμιο, κατ’ αίτησή του, στις 19.8.2002, με το 443/2.8.2002 έγγραφο της Γραμματείας της Ε.Δ.ΕΛ., επομένως, δεν εμποδίστηκε εξ αυτού του λόγου το δικαίωμα του εκκαλούντος για γνώση του φακέλου, για την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας του.

Περαιτέρω, το Πανεπιστήμιο προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη δε φέρει στο σώμα της την αναγκαία εκ του νόμου αιτιολογία, δεδομένου ότι δεν γίνεται ειδική αναφορά αλλά απλή μνεία στην έκθεση ελέγχου, δεν αναφέρεται ο τίτλος και ο αριθμός της εργολαβίας ούτε η συγκεκριμένη παράβαση και ο τρόπος διαμόρφωσης του ποσού του καταλογισμού, καθώς και δεν αναφέρεται ότι ελήφθη υπόψη το Α.3325/15.11.2001 έγγραφο αντιρρήσεων.  Ο λόγος αυτός, ωστόσο, προβάλλεται αβασίμως, διότι, η αιτία του καταλογισμού περιγράφεται μεν επιγραμματικά στην προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη, εντούτοις, προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια τόσο στην έκθεση ελέγχου, στην οποία γίνεται ευθέως παραπομπή και όπου περιγράφονται λεπτομερώς οι διαπιστωθείσες πλημμέλειες και οι επιμέρους δαπάνες των οποίων ζητείται η ανάκτηση, όσο και στα λοιπά έγγραφα της διαδικασίας που κοινοποιήθηκαν στο Πανεπιστήμιο, μεταξύ δε αυτών και στο 155/0052/20.3.2002 έγγραφο της Διευθύντριας της 52ης Δ/νσης του Γ.Λ.Κ., όπου αναφέρεται η εργολαβία στην οποία αφορά ο καταλογισμός και ο τρόπος υπολογισμού του καταλογιστέου ποσού.  Σε κάθε περίπτωση, η αιτία του καταλογισμού ήταν γνωστή και σαφής στο Πανεπιστήμιο, γεγονός άλλωστε που προκύπτει από το περιεχόμενο των αντιρρήσεών του επί της έκθεσης ελέγχου. Τέλος, η μη αναφορά στο σώμα της καταλογιστικής πράξης του Α.3325/15.11.2001 εγγράφου αντιρρήσεων, δεν καθιστά την πράξη αυτή πλημμελή, πρωτίστως διότι το εν λόγω έγγραφο και προβαλλόμενοι με αυτό λόγοι (που είναι όμοιοι με τους αναφερόμενους στο Α.483/14.9.2001 έγγραφο αντιρρήσεων, που μνημονεύεται στο προοίμιο της καταλογιστικής), ελήφθησαν πράγματι υπόψη κατά την απόρριψη των αντιρρήσεων του Α.Π.Θ. από την Ε.Δ.ΕΛ. (βλ. πρακτικά της 26ης/29.1.2002 Συνεδρίασης). 

Περαιτέρω, το Πανεπιστήμιο ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία της έκθεσης ελέγχου ήταν ελλιπής και συμπερασματική, αφού δεν προσδιόριζε με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους οι κρίσιμες δαπάνες απορρίφθηκαν ως αντίθετες στη νομοθεσία περί δημοσίων έργων. Πλην όμως, πέραν του ότι από το περιεχόμενο της έκθεσης ελέγχου προκύπτει ότι η παράβαση προσδιορίζεται με επαρκή σαφήνεια, επιπλέον, ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των αντιρρήσεών του, το Πανεπιστήμιο κατανόησε την αποδιδόμενη σε αυτό πλημμέλεια και διατύπωσε ειδικές αντιρρήσεις επ’ αυτής. Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός που πλήττει ως ελλιπή την αιτιολογία της από 29.1.2002 απόφασης της Ε.Δ.ΕΛ., με την οποία απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις του εκκαλούντος (πρακτικά της 26ης/29.1.2002 Συνεδρίασης), λόγω της γενικόλογης και μη συγκεκριμένης απάντησης στους επιμέρους ισχυρισμούς του Πανεπιστημίου, καθόσον η παράλειψη αυτή δεν καθιστά ακυρωτέα την προσβαλλόμενη πράξη, η αιτιολογία της οποίας ελέγχεται αυτοτελώς από το Δικαστήριο τούτο, για κάθε νομικό ή πραγματικό σφάλμα, στα όρια που καθορίζονται από τους λόγους έφεσης.

Ακολούθως, το Πανεπιστήμιο επαναφέροντας τους προβαλλόμενους με τις αντιρρήσεις του λόγους, ισχυρίζεται ότι η δαπάνη για τις εργασίες που περιγράφονται στον 1ο Α.Π.Ε., ύψους 54.882.312 δρχ, νομίμως καλύφθηκε από το ποσό των απροβλέπτων της εργολαβίας, διότι η μεταβολή του φυσικού αντικειμένου οφειλόταν αποκλειστικά στην κατασκευή της θεμελίωσης του κτηρίου σε χαμηλότερη στάθμη, λόγω αστοχίας της εδαφολογικής μελέτης. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αβασίμως, αφού, δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο του φακέλου. Αντιθέτως, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Α.Π.Ε., η μεταβολή του αντικειμένου οφείλεται «σε επιμετρικές διαφορές, οι οποίες προέκυψαν (…) λόγω της κατασκευής και διαμόρφωσης αποθηκών 350 m2 που δημιουργήθηκαν από την υπερύψωση και την κατασκευή των wc των υπογείων χώρων σε πατάρι: σε ύψος 2,20μ», συνδέεται δηλαδή με τη δημιουργία και διαμόρφωση του χώρου που δημιουργήθηκε από υπερύψωση των αποχωρητηρίων (με σκοπό, κατά την ίδια αιτιολογική έκθεση «το νέο δίκτυο αποχέτευσης που θα κατασκευαστεί, θα δώσει τη δυνατότητα τα λύματα διά φυσικής ροής να μεταφερθούν προς το τελικό σημείο συλλογής των λυμάτων»), χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην ανάγκη εκσκαφής σε χαμηλότερη στάθμη για τη θεμελίωση του κτιρίου, που ήδη επικαλείται το Πανεπιστήμιο.  Τούτο επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα, από τον οποίο προκύπτει ότι οι νέες εργασίες που καλύπτονται από τα απρόβλεπτα δεν αφορούν αποκλειστικά σε αυξημένη ποσότητα εκσκαφών, οπλισμών και σκυροδεμάτων, αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος σε είδη και εργασίες διαμόρφωσης χώρων (θυρόφυλλα, κάσες, κιγκλιδώματα, υαλοστάσια, υαλοπίνακες, ποδιές παραθύρων, επιστρώσεις δαπέδων, επενδύσεις βαθμίδων κλιμακοστασίου, φωτιστικά σώματα, καλώδια, σωληνώσεις, διάφορες καθαιρέσεις, ελαιοχρωματισμοί, είδη υγιεινής αποχωρητηρίων κλπ). Ως εκ τούτου, η ανάλωση των απροβλέπτων δεν ήταν νόμιμη αφού οι δαπάνες οφείλονταν σε τροποποίηση του αρχικού σχεδίου και της μορφής του έργου, κατά παράβαση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 1418/1984. 

Στη συνέχεια, το Πανεπιστήμιο επαναφέροντας τους προβαλλόμενους με τις αντιρρήσεις του λόγους, ισχυρίζεται ότι οι εργασίες της Συμπληρωματικής Σύμβασης δεν αποτελούν επέκταση ή τροποποίηση του όλου έργου αλλά εργασίες που δεν είχαν περιληφθεί στη Μελέτη Δημοπράτησης λόγω περιορισμένου προϋπολογισμού, ήταν ωστόσο απόλυτα αναγκαίες για την ολοκλήρωση της εργολαβίας. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαραδέκτως προβαλλόμενος, καθόσον προβάλλεται ως πρόσθετος λόγος, με το δικόγραφο που υποβλήθηκε στη Γραμματεία του Ε.Σ. στις 30.9.2005 (Α.Β.Δ. 185/2005) χωρίς να πληρούνται οι προβλεπόμενες δικονομικές προϋποθέσεις.  Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, είναι και αβάσιμος, δεδομένου ότι από το ίδιο το περιεχόμενό του, καθώς και από το είδος των εκτελούμενων εργασιών (κατασκευή εξωτερικού δικτύου αποχέτευσης, κατασκευή σήραγγας διέλευσης αγωγών και καλωδίων για ηλεκτροδότηση, τηλεφωνικό δίκτυο κλπ), προκύπτει σαφώς ότι η ανάγκη εκτέλεσης των εργασιών αυτών ήταν γνωστή εκ των προτέρων, και δεν κατέστησαν αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, συνεπώς, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου για ανάθεση αυτών με συμπληρωματική σύμβαση.

Περαιτέρω, οι λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζεται η νομιμότητα της δαπάνης, ποσού 68.888.430 δρχ, για ανάλωση απροβλέπτων της 6ης εργολαβίας του ίδιου έργου «Μελέτη Κατασκευή Κτιριακών Εγκαταστάσεων Μουσικού Τμήματος στη Θέρμη – Α΄ φάση», με ανάδοχο την εταιρεία  ΑΡΧΙΤΕΧ Α.Ε., προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον με την προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη δεν αναζητείται η ενίσχυση που καταβλήθηκε στο Α.Π.Θ. για την εκτέλεση της εργολαβίας αυτής.  Στους λόγους αυτούς περιλαμβάνεται και ο πρόσθετος λόγος έφεσης, για παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αφού το έγγραφο που επικαλείται το Πανεπιστήμιο, ισχυριζόμενο ότι εξ αυτού προκλήθηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του (έγγραφο 3681/11.10.1999 του Προέδρου της Επιτροπής Παρακολούθησης), αφορά ομοίως την εν λόγω εργολαβία.

Κατόπιν των ανωτέρω, το Πανεπιστήμιο ζητεί, επικουρικώς, από το Δικαστήριο την άρση του καταλογισμού ή τη μείωση του ποσού αυτού, καθώς και την απαλλαγή του από τις προσαυξήσεις ή τόκους επί του καταλογισθέντος κεφαλαίου, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 36 του ν. 3848/2010. Πλην όμως, οι διατάξεις αυτές, που αφορούν στον περιορισμό της ατομικής ευθύνης των υπολόγων των Επιτροπών Διαχείρισης των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας των Α.Ε.Ι. (μέλη, επιστημονικοί υπεύθυνοι, υπάλληλοι οικονομικής διαχείρισης) ενόψει του βαθμού υπαιτιότητάς τους, της προσωπικής και οικογενειακής οικονομικής τους κατάστασης, της βαρύτητας της δημοσιονομικής παράβασης, των συνθηκών τέλεσής της και του επελθόντος από αυτήν αποτελέσματος, είναι ειδικές και δεν δύνανται, ενόψει του εξαιρετικού χαρακτήρα τους, να εφαρμοστούν αναλόγως σε περιπτώσεις καταλογισμών σε βάρος προσώπων ή φορέων άλλων από τους ρητά αναφερόμενους στις διατάξεις αυτές.  Άλλωστε, το Πανεπιστήμιο, κατά τη διαχείριση των κονδυλίων της ενίσχυσης, σε καμία περίπτωση δεν τελεί σε ανάλογες συνθήκες με τα υποκείμενα της ρύθμισης αυτής. Τέλος, το συναφές αίτημα, για απαλλαγή του εκκαλούντος από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής του καταλογισθέντος ποσού, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 3 του π.δ. 774/1980, πρέπει ομοίως να απορριφθεί, πρωτίστως διότι με την προσβαλλόμενη πράξη δεν καταλογίζονται τέτοιου είδους προσαυξήσεις.

IΧ. Κατ’ ακολουθία αυτών που προηγουμένως κρίθηκαν, η προσβαλλόμενη καταλογιστική απόφαση είναι νόμιμη, και η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί.

Δια ταύτα

 Απορρίπτει την έφεση.

 Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, την 4 Απριλίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

    ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ

Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΠΑΡΕΔΡΟΣ

             ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΣΠΑΣΙΑ ΜΠΑΜΠΑΡΟΥΤΣΗ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 20 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

    ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΥΔΟΞΙΑ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ